Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
953/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to absent defendants and lack of legal basis for tort claim.

Geschäftsnummer 953/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a first-instance judgment regarding construction damages. The appellants argued that the lower court erred in rejecting a tort claim based on the severity of the damage and the contractors' negligence. The court ruled the appeal inadmissible because the opposing parties failed to appear, violating procedural requirements, and found the tort claim legally unfounded as the acts were not unlawful under general duty of care.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: If a defendant fails to appear at the appeal hearing, the appeal is inadmissible unless the absence is excused; a tort claim is rejected if the alleged acts do not constitute a violation of the general duty of care to refrain from harming others.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal absence of defendant tort liability general duty of care construction defects civil procedure heirs and inheritance Eintragung des Bauhandwerkerpfandrechts

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 1061/2010
Supreme Court Case 407/2004
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 953 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 953/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Τ. Ν., το γένος Μ.υ και 2) Ε. - Μ. Ν. του Τ., αμφοτέρων κατοίκων ..., τόσο αυτοτελώς όσο και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Τ. Ν. του Ν.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Οικονομίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ - Μεταλλικές Κατασκευές - Εφαρμογές Αλουμινίου", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Μ., ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας, κατοίκου ομοίως ως άνω, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-2-2007 και 3-1-2013 αγωγές των ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και των ήδη αναιρεσειουσών, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1355/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2937/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ….34Α/12-11-2018 έκθεση επίδοσης του Δικ Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Ε. Π., οι αναιρεσίβλητοι έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίδοση κατ' άρθρο 143 § 1 Κ.Π.Δ. στον αντίκλητο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωφόπουλο. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο οι αναιρεσίβλητοι ούτε παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και συνεπώς θα δικασθούν ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠοΛΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ.

ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ90/2019, ΑΠ120/2016, ΑΠ1758/2009). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013), και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ1909/2014).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά (ΑΠ 109/2008)..

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 20 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να επιδικάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία το ποσό των 8183,83 ευρώ για πρόσθετες εργασίες στο ακίνητό τους που συμφωνήθηκαν μετά την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης ενώ αυτές περιλαμβάνονταν στο συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα των 20.873 ευρώ παραμόρφωσε το νόμιμα επικληθέν και προσκομισθέν ανυπόγραφο ιδιόχειρο σημείωμα του νομίμου εκπροσώπου της (πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας), δεύτερου αναιρεσίβλητου, από το οποίο προέκυπτε ότι και οι εν λόγω εργασίες αυτές περιλαμβάνονταν στο ως άνω αντάλλαγμα.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες σχετικά με το άνω ιδιόχειρο σημείωμα ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες συνιστάμενες στο ότι δεν αναφέρει, γιατί θα έπρεπε το σημείωμα να αναφέρει τις <λοιπές εργασίες> οι οποίες προκύπτουν από τα τιμολόγια της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας ενώ πράγματι ό,τι δεν αναφέρεται στο ιδιόχειρο σημείωμα ουδέποτε παραγγέλθηκε, δεν αναφέρει γιατί τα τιμολόγια φέρουν ημερομηνίες έκδοσης τον Αύγουστο 2006 και τον Ιανουάριο 2007, ενώ τμήμα των εργασιών που αφορούν έλαβε χώρα πριν τη σύνταξη του άνω σημειώματος, από το οποίο προκύπτει ότι υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο 15.873,00 ευρώ από πραγματοποιηθείσες εργασίες δηλ πριν την 2-12-2005 ενώ οι πρόσθετες εργασίες συμφωνήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2006.

Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το ιδιόχειρο σημείωμα αποδεικνύει σε βάρος των αναιρεσίβλητων και όχι το αντίθετο που δέχθηκε η προσβαλλομένη, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ12 ΚΠοΛΔ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης ,για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το Εφετείο με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δέχθηκε τα εξής :<Δυνάμει σύμβασης έργου που καταρτίστηκε στις 2-9-2005 μεταξύ της ενάγουσας στην πρώτη αγωγή- πρώτης εναγομένης στη δεύτερη αγωγή, ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία, "...

ΕΕ", ως εργολάβου και του αρχικού εναγόμενου στην πρώτη αγωγή, Τ. Ν., ο οποίος αποβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής αυτής και στη θέση του υπεισήλθαν οι ήδη εναγόμενες - ενάγουσες, Μ. Ν. και Ε. - Μ. Ν., σύζυγος και θυγατέρα του, αντίστοιχα, πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ως εργοδότη, ο τελευταίος ανέθεσε στην παραπάνω εταιρία και αυτή ανέλαβε την κατασκευή από αλουμίνιο και την τοποθέτηση επί της οικίας του, στην ..., θυρών, παραθύρων και κουφωμάτων, αντί αμοιβής που προσδιορίστηκε με βάση την αξία των υλικών, τα οποία παρείχε η εργολάβος και τις εργασίες που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του έργου.

Για την άνω σύμβαση καταρτίστηκε το με αριθμό 204/2-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό κατασκευής κουφωμάτων αλουμινίου, που υπογράφεται από το Γ. Μ., νόμιμο εκπρόσωπο της εργολάβου ετερόρρυθμης εταιρίας και ομόρρυθμο μέλος αυτής (δεύτερο εναγόμενο στη δεύτερη αγωγή), στο οποίο διαλαμβάνονται οι ειδικότεροι όροι της σύμβασης.

Ειδικότερα, στο συμφωνητικό αυτό αναφέρονται οι αλουμινοκατασκευές, ο τύπος του αλουμινίου από το οποίο θα κατασκευαστούν, οι ποσότητες και διαστάσεις αυτών και η καταληκτική ημερομηνία παράδοσης του έργου, μέχρι τις 30-10-2005. Επίσης, στο ίδιο συμφωνητικό ορίστηκε ότι τα παραπάνω θα κατασκευαστούν βάσει της από 31-8-2005 προσφοράς, την οποία είχε χορηγήσει η εργολάβος στον εργοδότη και επιπλέον προσδιορίστηκε κατά προσέγγιση η αμοιβή της εργολάβου, από 14.730 ευρώ μέχρι 17.250 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, με βάση το είδος του αλουμινίου, που θα χρησιμοποιείτο.

Σε εκπλήρωση της σύμβασης, η εργολάβος κατασκεύασε και τοποθέτησε στην άνω οικία του εργοδότη, το Δεκέμβριο του έτους 2005, α) 11 ανοιγόμενα παράθυρα, διαφόρων διαστάσεων, β) 11 ανοιγόμενα παντζούρια, διαφόρων διαστάσεων, γ) δύο ανοιγόμενες πόρτες εισόδου, χωρίς τζάμι, δ) μία ανοιγόμενη πόρτα εισόδου με τζάμι και ε) μία ανοιγόμενη πόρτα εισόδου ραμποτέ.

Η αμοιβή της εργολάβου για το έργο αυτό ανήλθε στο ποσό των 17.250 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, ποσού 3.277,50 ευρώ, ήτοι σε 20.527,50 ευρώ, λόγω του ότι χρησιμοποιήθηκε για τα παντζούρια αλουμίνιο στο χρώμα του ξύλου. Για την αμοιβή αυτή, ο άνω εργοδότης κατέβαλε στην εργολάβο, στις 12-9-2005, ποσό 5.000 ευρώ, ως προκαταβολή και στις 9-12-2005, ποσό 15.873 ευρώ, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της, στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, και συνολικά 20.873 ευρώ.

Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του έργου αυτού, ο προαναφερθείς εργοδότης ανέθεσε στην εργολάβο, την κατασκευή και τοποθέτηση στον εξώστη της άνω οικίας, σιδερένιων κιγκλιδωμάτων, διαστάσεων 16,85 μέτρων, και την κατασκευή από αλουμίνιο και τοποθέτηση επί του ίδιου ακινήτου, μιας επιπλέον πόρτας εισόδου (διαστάσεων 1,92 XI,20), ενός παραθύρου λουτρού και ενός φεγγίτη αποθήκης, τη μετατροπή μιας πόρτας εισόδου από απλή σε παραδοσιακή, την τοποθέτηση ένθετων κασών, την κατασκευή από υλικό τύπου INOX και τοποθέτηση οκτώ εξωτερικών λαβών και την τοποθέτηση κλειδαριών τριών σημείων .Σε εκτέλεση της νέας αυτής σύμβασης έργου, η εργολάβος ξεκίνησε άμεσα την κατασκευή των κιγκλιδωμάτων.

Ωστόσο, πριν από την ολοκλήρωσή τους, επισκέφθηκαν αυτή στο εργαστήριό της στο ..., ο εργοδότης Τ. Ν. και η σύζυγός του Μ. Ν., οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την κατασκευή, ισχυριζόμενοι ότι δεν ανταποκρινόταν στη σχετική παραγγελία και αρνήθηκαν την παραλαβή τούς. Κατόπιν τούτου, η εργολάβος προέβη στην κατασκευή νέων κιγκλιδωμάτων, καθώς και των λοιπών όπως παραπάνω κατασκευών, το σύνολο των οποίων στη συνέχεια, τοποθέτησε στην οικία του εργοδότη, αποπερατώνοντας έτσι, το έργο που της είχε ανατεθεί.

Η αμοιβή της για το νέο αυτό έργο ανήλθε στο ποσό των 2.406,18 ευρώ, για τα παραδοθέντα κιγκλιδώματα και στο ποσό των 6.919,85 για τις λοιπές κατασκευές, Για την αμοιβή δε αυτή η εργολάβος εξέδωσε τα με αριθμούς …39/1-8-2006 και ….96/24-1-2007 τιμολόγια, αντίστοιχα, στα οποία αναφέρεται το σύνολο των άνω κατασκευών και η αξία αυτών, πλέον ΦΠΑ.

Την καταβολή, όμως, της αμοιβής αυτής, αρνήθηκε ο εργοδότης Τ. Ν., επικαλούμενος κακοτεχνίες στις παραδοθείσες κατασκευές, όπως και οι εναγόμενες κληρονόμοι του, οι οποίες επικαλέστηκαν επιπλέον εξόφληση της αμοιβής Ειδικότερα, οι τελευταίες, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ήδη με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής τους, ισχυρίζονται, ότι η αμοιβή της ενάγουσας εργολάβου έχει εξοφληθεί στο σύνολό της, από το δικαιοπάροχό τους με την καταβολή του ποσού των 20.873 ευρώ, ισχυριζόμενες ειδικότερα, ότι οι αμέσως παραπάνω κατασκευές, ήτοι το μικρό παράθυρο λουτρού, η πόρτα εισόδου αποθήκης με φεγγίτη, η μετατροπή της πόρτας ισογείου από ραμποτέ σε παραδοσιακή και οι ένθετες κάσες προστέθηκαν στην αρχική παραγγελία, καταλαμβανόμενες από την αμοιβή που συμφωνήθηκε γι' αυτή και έτσι η παραπάνω αμοιβή, την οποία κατέβαλε ο δικαιοπάροχός τους - εργοδότης στην εργολάβο, καταλαμβάνει και την αμοιβή για τις κατασκευές αυτές, με συνέπεια ουδεμία άλλη αμοιβή να οφείλεται, ενώ όσον αφορά τα κιγκλιδώματα που τοποθετήθηκαν στο ακίνητό τους, ισχυρίζονται ότι αυτά έφεραν κακοτεχνίες και ελαττώματα, καθόσον τα κολωνάκια σε ορισμένα σημεία δεν ακουμπούσαν στην κουπαστή, όντας στον αέρα και επιπλέον ελλείπει και ένα κολωνάκι, αφήνοντας μεγάλο κενό, γεγονός που τα καθιστά επικίνδυνα, ιδίως για ένα μικρό παιδί και συνεπώς δεν υποχρεούνται σε καταβολή της εργολαβικής αμοιβής γι' αυτά.

Οι ισχυρισμοί τους, όμως, αυτοί δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, όσον αφορά τις πιο πάνω πρόσθετες εργασίες, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι αυτές συμφωνήθηκαν στα πλαίσια νέας σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε μετά την αποπεράτωση του έργου της πρώτης σύμβασης, για την οποία (νέα σύμβαση) συμφωνήθηκε ιδιαίτερη αμοιβή.

Εξάλλου, η παραπάνω αμοιβή που καταβλήθηκε από τον εργοδότη προσεγγίζει την αμοιβή που αναγράφηκε στο παραπάνω από 2-9-2005 συμφωνητικό, ενώ η έκταση των νέων εργασιών και το ύψος της αμοιβής γι' αυτές, δεν δικαιολογεί την κάλυψη τους, από τη σύμφωνηθείσα αμοιβή για τις προηγούμενες εργασίες, στα πλαίσια της πρώτης σύμβασης.

Αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από το προσκομιζόμενο από αμφότερες τις διάδικες πλευρές, χωρίς ημερομηνία και υπογραφή πρόχειρο σημείωμα του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας - εργολάβου, Γ. Μ.. Και τούτο διότι πρόκειται για ένα πρόχειρο σημείωμα στο οποίο, από το σύνολο των παραπάνω πρόσθετων κατασκευών αναφέρονται μόνο, μία πόρτα εισόδου, κάσες ένθετες και παράθυρο λουτρού, αξίας κατ' εκτίμηση, 850 ευρώ, 1.405 ευρώ και 100 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται στις λοιπές εργασίες, ήτοι στο φεγγίτη αποθήκης, τη μετατροπή της πόρτας εισόδου από απλή σε παραδοσιακή, την κατασκευή από υλικό τύπου INOX και τοποθέτηση οκτώ εξωτερικών λαβών και την τοποθέτηση κλειδαριών τριών σημείων.

Επίσης, στο ίδιο έγγραφο, ουδεμία περιγραφή γίνεται των άνω κατασκευών και των υλικών αυτών, όπως στην προηγούμενη σύμβαση για την οποία καταρτίστηκε το προαναφερθέν από 2-9-2005 συμφωνητικό, ενώ όσον αφορά το ΦΠΑ, αυτός υπολογίζεται επί αμοιβής 11.200 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η εργολάβος εξέδωσε παραστατικά έγγραφα και ως εκ τούτου επιβαρύνθηκε με το ΦΠΑ, για το σύνολο της- αμοιβής της.

Ακόμη στο έγγραφο αυτό, ουδεμία αναφορά γίνεται σε αμοιβή της εργολάβου για τα κιγκλιδώματα, τα οποία, όπως αναφέρθηκε, κατασκευάστηκαν από την εναγομένη και τοποθετήθηκαν στην οικία του εργοδότη. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί μη οφειλής αμοιβής, λόγω των ελαττωμάτων αυτών, η θεμελίωση των οποίων επιχειρείται στην ΑΚ 374 (μη εκπλήρωση της σύμβασης), δεν είναι νόμιμοι, καθόσον επί σύμβασης έργου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αν υπάρχουν ελαττώματα στο έργο εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ και όχι αυτές των άρθρων 374 ΑΚ (μη εκπλήρωση της σύμβασης), εφόσον οι τελευταίες δεν ισχυρίζονται ότι το έργο ήταν εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος...Ωστόσο, η παραπάνω αμοιβή, πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 560 ευρώ ,που αφορά οκτώ ανακλήσεις στα παράθυρα οι οποίες δεν τοποθετήθηκαν, αξίας 70 ευρώ καθεμία και κατά το ποσό των 400 ευρώ, που αφορά τις κάσες, οι οποίες ήταν ένθετες και όχι γαλβανιζέ, πλέον ΦΠΑ για τα κονδύλια αυτά και συνολικά κατά το ποσό των 1.142, 20 ευρώ, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η οποία δεν πλήττεται κατά τούτο με την ένδικη έφεση.

Κατόπιν αυτών, η οφειλόμενη στην ενάγουσα - εργολάβο αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 2.406,18 ευρώ, για τα παραδοθέντα κιγκλιδώματα και στο ποσό των (6.919,85 ευρώ - 1.142,20 ευρώ) 5.777,65 ευρώ για τις λοιπές από τις πιο πάνω κατασκευές και συνολικά σε 8.183,83 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς το οφειλόμενο στην εργολήπτρια εταιρεία, υπόλοιπο εργολαβικού της ανταλλάγματος.

Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά την παράδοση και εγκατάσταση στην ένδικη οικία των ένδικων κατασκευών του δεύτερου έργου, η εργολάβος προκάλεσε φθορές στην πέτρινη ποδιά ενός παραθύρου και σε ορισμένα παλαιά εμφανή ξύλα στο πάνω μέρος των παραθύρων και των πορτών, ενώ κατά την τοποθέτηση των κιγκλιδωμάτων καταστράφηκαν τέσσερα πλακίδια στον εξώστη, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται δαπάνη 100 ευρώ για την αποκατάσταση της πέτρινης ποδιάς, 150 ευρώ την αποκατάσταση των πλακιδίων και 260 ευρώ για την επικάλυψη των βλαβέντων ξύλων με ειδικό βερνίκι και συνολικά ποσό 510 ευρώ, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η οποία δεν πλήττεται κατά τούτο.

Άλλες φθορές, οφειλόμενες σε υπαιτιότητα της εναγομένης εργολάβου, δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, οι ενάγουσες με την ένδικη από 1-3-2013 αγωγή τους επικαλούνται φθορές στις πέτρινες ποδιές των παραθύρων, σπάσιμο πέτρας στις γωνίες σε εννέα παράθυρα και έξι πόρτες, σπάσιμο πλακιδίων στις δύο βεράντες και στα δύο παράθυρα των μπάνιων και καταστροφή του σοβά, τη συνολική δαπάνη αποκατάστασης των οποίων προσδιορίζουν σε 6.890 ευρώ.

Επίσης, επικαλούνται την κατασκευή θυρών από αλουμίνιο aluminco, υποδεέστερης ποιότητας του συμφωνηθέντος αλουμινίου cobra, λανθασμένες διαστάσεις των παράθυρων και πορτών, με αποτέλεσμα το γκρέμισμα τοίχων για την εφαρμογή τους, λανθασμένες διαστάσεις στα μάσκουλα στα παντζούρια των παραθύρων και έλλειψη στηριγμάτων (γάντζων) για τη στήριξη τους, όταν ανοίγουν, προβληματικές κλειδαριές και κακότεχνη κατασκευή των κιγκλιδωμάτων, καθώς και ολοσχερή καταστροφή της παραδοσιακής ταυτότητας της οικίας τους και εκμηδενισμό της αξίας αυτής, λόγω των άνω φθορών, αιτία για την οποία αξιώνουν το ποσό των 118.110 ευρώ, λόγω της μείωσης της αξίας της οικίας τους, μετά από το γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αυτού κονδυλίου.

Ωστόσο, τέτοιες φθορές δεν αναφέρονται στις προσκομιζόμενες από τις ίδιες, από 23-10-2013 έκθεση της ομόρρυθμης εταιρίας "... ΟΕ" και από14-11-2013 έκθεση της ομόρρυθμης εταιρίας ... ΟΕ. Ειδικότερα στην πρώτη από τις εκθέσεις αυτές γίνεται λόγος για ανάγκη αντικατάστασης των θυρών από αλουμίνιο, καθόσον λόγω κακής τοποθέτησης δεν εφαρμόζουν σωστά, ανάγκη αλλαγής των κλειδαριών από απλές σε ασφαλείας, σε ελαττωματικά πόμολα, στη μη τοποθέτηση μάσκουλων και λουκιών για τα νερά στα παντζούρια και χτυπήματα σε μία από τις πόρτες κατά τη μεταφορά, ενώ στη δεύτερη έκθεση γίνεται λόγος για την ανάγκη αντικατάστασης όλων των μεντεσέδων στα παντζούρια, αλλαγή κλειδαριάς σε ασφαλείας στις τέσσερις κύριες εισόδους και αποξήλωση και ξανά τοποθέτηση σε όλα τα κουφώματα ώστε να αλφαδιαστούν σωστά και τοποθέτηση ανοίγματος νερού στα κουφώματα.

Περαιτέρω, στις άνω επικαλούμενες φθορές αναφέρθηκε όμως αορίστως ο μάρτυρας των εναγουσών Π. Τ. ... ο οποίος αναφέρθηκε σε ολοσχερή κατασκευή της ένδικης οικίας και αδυναμία πώλησης αυτής, συνεπεία των φθορών, ισχυρισμός ο οποίος από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε ... Ωστόσο, μόνο από τις καταθέσεις αυτές, μη ενισχυόμενες από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, και ιδίως παραστατικά καταβολής της σχετικής δαπάνης, δεν αρκεί για τη δημιουργία πλήρους δικανικής πεποίθησης αναφορικά με τις επικαλούμενες φθορές.

Εξάλλου, μείωση της αξίας της ένδικης οικίας δεν δικαιολογείται, λόγω του είδους των πιο πάνω φθορών που αποδείχθηκαν και της δαπάνης αποκατάστασής τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως και το συναφή των πρόσθετων λόγων των αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς τη δαπάνη αποκαταστάσεως των ελαττωμάτων του έργου και το αίτημα μειώσεως της αξίας της οικίας των.

Στη συνέχεια το Εφετείο, κατ'αποδοχή σχετικών λόγων εφέσεως των ιδίων δέχθηκε την αγωγή ως προς το χρόνο ενάρξεως της τοκοφορίας της απαιτήσεώς τους καθώς και την ευθύνη για την καταβολή του σχετικού ποσού του δευτέρου εναγομένου, ως ομορρύθμου εταίρου της εργολήπτριας εταιρείας, έκρινε δε τέλος ότι η ένσταση συμψηφισμού που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες πρωτοδίκως για την ίδια απαίτηση για την οποία άσκησαν την κρινόμενη αγωγή προς την απαίτηση της ενάγουσας της πρώτης αγωγής, για την απόρριψη της οποίας παραπονούνται με τους διαλαμβανόμενους στον πρώτο πρόσθετο λόγο ισχυρισμούς ,πρέπει να απορριφθεί χωρίς να συντρέχει λόγος αναστολής.

Από τις παραδοχές αυτές, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που περιέχεται στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης είναι αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από την προσβαλλομένη απόφαση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, το οποίο ουσιαστικά και παρέθεσε, αλλά σε εκτίμηση αυτού και συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείουσες.

Παρεκτός του ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά σ'αυτό που φέρεται ότι παραμορφώθηκε , το οποίο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να εξαίρει αυτό. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθόσον δεν αναφέρονται σε αιτιολογίες αλλά στα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων τα οποία δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ 12 και 19 ΚΠολΔ ως προς τις φθορές που υπέστη η οικία τους από τις εργασίες της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας .Ειδικότερα, παραπονούνται ότι δεχθέν το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε η ολοσχερής μείωση της αξίας της οικίας τους από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π.

Τ. και την κατάθεση του μάρτυρα Λ. Φ. στην σχετική ένορκη βεβαίωση, με το αιτιολογικό ότι δεν ενισχύονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως παραστατικά καταβολής της σχετικής δαπάνης δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και παραβίασε τους κανόνες για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων .Ο άνω λόγος είναι για μεν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 19 απαράδεκτος γιατί υπό το πρόσχημα της άνω πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, ως προς δε αυτήν του αριθ 12 απαράδεκτος λόγω του ότι το Εφετείο δεν παρέλειψε να προσδώσει στις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις την αποδεικτική δύναμη που προσδίδει σ'αυτές ο νόμος, αλλά αντιθέτως τις εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού οι αναιρεσείουσες παραπονούνται για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559αρ 19 και 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι μη δεχθέν το Εφετείο το αίτημα τους για αποκατάσταση των φθορών τις οποίες προκάλεσε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά την πραγματοποίηση των εργασιών στην οικία τους και μείωση της αξίας αυτής στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης ,αφού από τις ίδιες τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αποδεικνύεται το μέγεθος της καταστροφής της οικίας τους εξαιτίας των κακοτεχνιών και αυθαιρεσιών των αναιρεσιβλήτων καθώς και ότι κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμα της η προσβαλλομένη απόφαση παραμορφώνοντας την από 23-10-2013 έκθεση της ομόρρυθμης εταιρίας "...

ΟΕ" και την από 14-11-2013 έκθεση της ομόρρυθμης εταιρίας ... ΟΕ .

Υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ οι αναιρεσείουσες πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι φθορές και τα ελαττώματα που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες με την ένδικη αγωγή τους ως στοιχεία ολοκληρωτικής μείωσης της αξίας της οικίας τους δεν αναφέρονται στις προσκομιζόμενες με επιμέλειά τους ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, το περιεχόμενο των οποίων κατά τα κύρια μέρη τους και παραθέτει.

Εξάλλου, απαράδεκτος ως αόριστος είναι ο ίδιος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ 20ΚΠολ διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού περιστατικά, δηλαδή ποιο ήταν το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ότι παραμορφώθηκαν εγγράφων, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα και το από την απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914AK προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.

Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιωμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (Ολομ.

ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1494/2008). Εντεύθεν έπεται ότι αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου ως εργολάβος υπέχει εκ των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση, εάν από πταίσμα αυτού κατά την εκτέλεση του έργου προξενήσει ζημία στον εργοδότη. Και ναι μεν, κατ' αρχήν, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914AK, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου.

Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία όμως φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον (AΠ345/2018).

Περαιτέρω, τα άρθρα 440 και 441ΑΠ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής.

Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ84/2019).

Ειδικότερα, ο εργοδότης, εναγόμενος από τον εργολάβο για να καταβάλει την αμοιβή του, μπορεί να προτείνει κατ'ένσταση, σε συμψηφισμό τις αξιώσεις του για αποζημίωση από τις ελλείψεις του έργου.

Εξάλλου, εκ του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία ,είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμού τους για αποκλειστική και βαρύτατη υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας στην πρόκληση των σοβαροτάτων ζημιών και καταστροφών της οικίας και του εύρους αυτών σε βαθμό ολοσχερούς καταστροφής της παραδοσιακής της ταυτότητας και εν γένει αξίας αυτής καθώς και την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλαν.

Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ 1 ΚΠοΛΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έκταση των φθορών που προκλήθηκαν στην οικία των αναιρεσειουσών και τη μη μείωση της αξίας της οικίας των από τις φθορές αυτές.

Εξάλλου, καθόσον αφορά στην ένσταση συμψηφισμού που πρότειναν οι αναιρεσείουσες τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Εφετείου, ορθά απορρίφθηκε, εφόσον αυτές τις ίδιες αξιώσεις για αποζημίωση από ελαττώματα του έργου, που πρότειναν προς συμψηφισμό κατά της αξιώσεως της εργολήπτριας προς καταβολή του υπολοίπου εργολαβικού ανταλλάγματος, τις αιτήθηκαν και με τη συνεκδικασθείσα από 3-1-2013 αγωγή τους, η οποία και έγινε εν μέρει δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, έχοντας απορρίψει εσφαλμένα ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής τους για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεδομένου ότι η έκταση και η βαρύτητα των ζημιών στο ένδικο ακίνητό τους, με αποκλειστική και βαρύτατη υπαιτιότητα των εναγομένων, τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, και ο ιδιαίτερος τρόπος των κακοτεχνιών και αυθαιρεσιών κατά την εκτέλεση των εργασιών που τους ανατέθηκαν, όσο και το αποτέλεσμα αυτών, που ισοδυναμεί με εκμηδενισμό της αξίας του ακινήτου τους ως παραδοσιακού οικήματος συνιστούν στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, την οποία και οφείλει το Εφετείο να ερευνήσει.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειουσών, δεχόμενο τα ακόλουθα: " ... Η ένδικη ... αγωγή δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, καθόσον τα ιστορούμενα σε αυτή περιστατικά (τα οποία και παραθέτει παραπάνω), της αθέτησης της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων, δεν μπορούν να στηρίξουν αποζημιωτική από αδικοπραξία πρωτογενή ευθύνη τους, εφόσον οι σχετικές ενέργειες αυτών, διαπραττόμενες χωρίς τη σύμβαση, δεν είναι παράνομες, ως μη αντικείμενες στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ) γενικό καθήκον του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, και συνεπώς ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2017 αίτηση αναίρεσης των Μ. χας Τ. Ν. και Ε. -Μ. Ν. κατά της 2937/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ