Supreme Court dismisses appeal on inheritance partition and lack of evidence for agreement.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court rejected the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an inheritance partition dispute. The appellants argued that a verbal agreement existed for a 50% share, citing the respondent's admission, while the respondent claimed no contract was signed due to disputed conditions. The court found the respondent's admission insufficient to prove a binding agreement and noted the lower court properly relied on witness testimonies and documents to establish the facts.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 1 para. 1 of Law 431/1968; Art. 1 of Law 666/1977; Art. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lack of evidence for a factual assertion is inadmissible if the court of first instance formed its evidentiary judgment based on witness testimonies and documentary evidence.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 953 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 953/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Α. Π., 2) Ι. Π. του Α., κατοίκων ..., 3) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 4) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., και 5) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπότσαρη.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18948/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 2607/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/2/2010 αίτηση και τους από 11/2/2013 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τον τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.
Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού του αναγκαστικού νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.666/1977, εκτός των άλλων περιπτώσεων και "επί μεταβιβάσεων κλήρων κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων υπό την προϋπόθεσιν ότι τόσον τα μεταβιβαζόμενα όσον και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων πληρούν τα κατά τας οικείας πολεοδομικάς διατάξεις ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων.
Περί της συνδρομής της προϋποθέσεως ταύτης χορηγείται βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η θεσπισθείσα εξαίρεση από τον περιορισμό της μη κατάτμησης του κλήρου που βρίσκεται εντός των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωριών, δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, αλλά μόνο την μεταβίβαση που γίνεται με δικαιοπραξία, αφού ρητά προβλέπεται η σύνταξη συμβολαίου, στο οποίο επισυνάπτεται η βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής Αρχής περί πληρώσεως των προβλεπόμενων ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων τόσο του μεταβιβαζόμενου τμήματος, όσο και του εναπομένοντος τεμαχίου του κλήρου, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με την έννοια της χρησικτησίας.
Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του α.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγομένη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.
Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976, ΑΠ 1189/2012, ΑΠ 1740/2005). Εξάλλου, ο Νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόριος περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο Α.Ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του ως άνω νομού ως παραμεθορίου επαρχίας του Κράτους, που έγινε με το από 12 Ιουλίου 1926 Π.Δ/γμα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 3250/1924 "Περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 νομ.
Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσεως κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους και όχι με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1189/1972 (ΑΠ 1183/2008). Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1001 εδάφ. α' ΑΚ η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, 1 και 2 του ν.δ. 1024/ 1971, προκύπτει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480Α' του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου ή σε περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί σε τμήματα ενιαίου οικοπέδου, μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, ή μεταξύ του κυρίου αυτού και του αποκτώντος, η οποία συμφωνία πρέπει να υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί (ΑΠ 630/2006).
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 1002 ΑΚ και του ν. 3741/1929 σαφώς προκύπτει ότι δεν αποκτάται κυριότητα με χρησικτησία επί τμήματος ή ορόφου ή δωματίου της όλης οικοδομής και αν το τμήμα αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον το τμήμα δεν αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία έχει συσταθεί νομίμως (ΟλΑΠ 1/1984).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Τo επίδικο ακίνητο, υπ' αριθμόν 410 οικόπεδο μετά του επ' αυτού διωρόφου κτίσματος, βρίσκεται στο 93° Οικοδομικό Τετράγωνο του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
του Δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, έχει εμβαδό 872 τ.μ. και συνορεύει, βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 32,30 μ. με την Εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Καβάλας, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 25,79 μ. με κοινόχρηστη έκταση, νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 24,99 μ. με αγροτικό δρόμο και νοτιοδυτικά με το υπ' αριθμόν 596 κληροτεμάχιο.
Το ακίνητο αυτό, ανήκε αρχικά στο Ελληνικό Δημόσιο και το έτος 1938 περίπου εγκαταστάθηκε σ' αυτό ο πατέρας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, πεθερός και παππούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, Ι. Π., ο οποίος κατασκεύασε σε τμήμα του στάβλο για τα ζώα του και χρησιμοποιούσε το υπόλοιπο ως περιβόλι.
Το έτος 1959 παραχώρησε τη χρήση του εν λόγω ακινήτου από κοινού στα τέκνα του, ήτοι στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο και τον Α. Π. (δικαιοπάροχο των εναγομένων-αναιρεσειόντων), οι οποίοι κατασκεύασαν επ' αυτού το έτος 1960, αφού έλαβαν την υπ' αριθμ. .../1960 άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ένα ισόγειο κατάστημα και 1ο όροφο με δύο ίσης επιφάνειας διαμερίσματα.
Από το έτος 1961 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του κτίσματος, καθένας από τους παραπάνω αδελφούς εγκαταστάθηκε, σε ένα διαμέρισμα του 1ου ορόφου (στο εξ αριστερών γι' αυτόν που βλέπει την οικοδομή από την οδό ο ενάγων-αναιρεσίβλητος και στο εκ δεξιών ο δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων), τα οποία απετέλεσαν έκτοτε την κατοικία των ιδίων και των οικογενειών τους, ενώ το ισόγειο κατάστημα, το χρησιμοποιούσαν από κοινού αρχικά ως καφενείο και αποθήκη και στη συνέχεια από το έτος 1964 τμήμα του εκμεταλλευόταν ως πρατήριο υγρών καυσίμων η συσταθείσα μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Π.
και Σια ΟΕ" , μέχρι το έτος 1999 περίπου. Το έτος 1975 ο ενάγων και ο αδελφός του προέβησαν από κοινού σε επέκταση του ως άνω κτίσματος και προσθήκες, αφού έλαβαν την υπ' αριθμ. .../1975 άδεια επέκτασης, μετά δε την ολοκλήρωση των σχετικών εργασιών σήμερα η οικοδομή αποτελείται από : α) ισόγειο, που περιλαμβάνει μία αποθήκη εμβαδού 22,99 τμ., ένα κατάστημα εμβαδού 63,80 τμ., μία πιλοτή εμβαδού 48,51 τμ., ευρισκόμενα αριστερά γι' αυτόν που βλέπει την οικοδομή από το δρόμο, και ένα κατάστημα εμβαδού 31,02 τ.μ., μηχανοστάσιο εμβαδού 24,09 τ.μ. , κατάστημα (πρατήριο βενζίνης) εμβαδού 30,80 τ.μ.
πιλοτή εμβαδού 39,93 τ.μ, κυλικείο εμβαδού 17,80 τ.μ και μία αποθήκη εμβαδού 17,80 τ.μ., ευρισκόμενα δεξιά γι' αυτόν που βλέπει την οικοδομή από το δρόμο, και β) πρώτο όροφο που περιλαμβάνει δύο διαμερίσματα εμβαδού 155 τ.μ. το καθένα. Το ακίνητο αυτό παραχωρήθηκε τελικώς από το Ελληνικό Δημόσιο μόνον στον αδελφό του ενάγοντος, Α.
Π. (δικαιοπάροχο των εναγομένων), κατά την οριστική διανομή του έτους 1970, που κυρώθηκε με το ΝΔ 1189/1972 που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 99/28-6-1972), ως ατομικός οικοπεδικός κλήρος εκδοθέντος και του υπ' αριθμ. 13987/24-12-1975 τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 18-1-1977 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά Θεσ/νίκης στον τόμο ...
και με αριθμό 222. Το ακίνητο αυτό πριν την κύρωση της οριστικής διανομής κατείχε κατά τα προαποδειχθέντα από το έτος 1938 ο πατέρας του ενάγοντος και πεθερός και παππούς των εναγομένων αντιστοίχως Ι. Π. μέχρι και το έτος 1959, οπότε παραχώρησε την χρήση του από κοινού στα τέκνα του, Π. και Α. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα οποία το κατείχαν μαζί με το κτίσμα που ανήγειραν επ' αυτού μέχρι και τον παραπάνω χρόνο της κύρωσης της οριστικής διανομής το έτος 1972, κατά την οποία παραχωρήθηκε ως οικοπεδικός κλήρος στον Α.
Π., δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, έκτοτε δε, ήτοι από την κύρωση της οριστικής διανομής, ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτους, αφού ο Νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόριος περιοχή για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1189/1972. Και μετά την ως άνω παραχώρηση του όλου ακινήτου στον Α.
Π., ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνέχισε να κατέχει με τον ίδιο τρόπο το επίδικο ακίνητο εξ ημισείας με τον αδελφό του, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα κατοικούσε στο παραπάνω διαμέρισμα με την οικογένειά του και χρησιμοποιούσε το αριστερό τμήμα του ισογείου, με διάνοια κυρίου πλέον, αφού αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτον πλην του κληρούχου, μετά από συμφωνία με τον κληρούχο αδελφό του και παραχώρηση της νομής του επιδίκου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον αδελφό του Α.
Π.. Πράγματι, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος μετά την κύρωση της οριστικής διανομής νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, ήτοι συνέχισε να χρησιμοποιεί το εξ αριστερών διαμέρισμα του 1ου ορόφου για κατοικία του και τα κάτωθι αυτού ευρισκόμενα αριστερά καταστήματα του ισογείου, ενώ ο αδελφός του και δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων συνέχισε να κατοικεί στο εκ δεξιών διαμέρισμα του 1ου ορόφου και να χρησιμοποιεί τα εκ δεξιών ευρισκόμενα καταστήματα και χώρους του ισογείου.
Μάλιστα υπήρξε και συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του αδελφού του Α., όπως ο τελευταίος του μεταβιβάσει με σχετικό συμβόλαιο το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, προκειμένου να τακτοποιηθεί και τυπικά η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο. Η ως άνω διαμορφωθείσα κατάσταση της από κοινού νομής του επιδίκου εκ μέρους των δύο αδελφών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και της χρήσης των επί μέρους χώρων του οικοδομήματος, καθώς και της από κοινού εκμετάλλευσης του λειτουργούντος στο ισόγειο πρατηρίου υγρών καυσίμων με την παραπάνω εταιρική μορφή, παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι το έτος 1999, οπότε διαταράχθηκαν οι σχέσεις των δύο αδελφών και των οικογενειών τους, με αφορμή το γεγονός της παραχώρησης εκ μέρους του Αντώνιου Π.
της εκμετάλλευσης του πρατηρίου υγρών καυσίμων (που λειτουργούσε μέχρι τότε υπό την ανωτέρω εταιρική μορφή), στον γιο του Ι. (2° εναγόμενο), ο οποίος εξέδωσε και την με αριθμ. πρωτ. .../Φ.2337/19-4-1999 άδεια λειτουργίας. Ειδικότερα, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι η τεθείσα στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας υπογραφή του είναι πλαστή και υπέβαλε σχετική μήνυση κατά του αδελφού του και του δευτέρου εναγομένου για πλαστογραφία και υπεξαίρεση.
Έκτοτε και μέχρι το θάνατο του Α. Π. το έτος 2003, οι σχέσεις των δύο αδελφών και των οικογενειών τους παρέμειναν διαταραγμένες, ενώ οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, σύζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος Α. Π., μετά το θάνατό του άρχισαν να αμφισβητούν το δικαίωμα κυριότητος του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, ισχυριζόμενοι ότι αυτό ανήκει εξ ολοκλήρου στον δικαιοπάροχό τους, επικαλούμενοι την ως άνω παραχώρηση αποκλειστικά στο όνομα του και με την υπ' αριθμ. .../2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Χριστίνας Πόνη-Χαλκιοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την κληρονομιά του τελευταίου, αποτελούμενη μεταξύ άλλων κατά τα αναγραφόμενα στην εν λόγω πράξη και από ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.
Με βάση όλα τα προαποδειχθέντα περιστατικά προέκυψε ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1977-2005) συνεχώς νέμεται και κατέχει με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του.
Μάλιστα, το ακίνητο αυτό ήταν δεκτικό χρησικτησίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ήδη από το χρόνο κύρωσης της οριστικής διανομής, δηλαδή από το έτος 1972, χωρίς να απαιτείται η έκδοση και μεταγραφή του οριστικού παραχωρητηρίου, το οποίο εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε το έτος 1975 και μεταγράφηκε το έτος 1977, καθόσον η περιέλευση της κυριότητας στον κληρούχο και τους κληρονόμους του επήλθε με την κύρωση της οριστικής διανομής που έγινε το έτος 1972, έκτοτε δε, ενόψει και του Α.Ν. 431/1968, μετά την ισχύ του οποίου ο κληρούχος δεν λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, αυτό (επίδικο) ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικά στο Ελληνικό Δημόσιο και από το έτος 1938 εγκαταστάθηκε σ' αυτό ο Ι. Π., ο οποίος το 1959 παραχώρησε τη χρήση του από κοινού στα δύο τέκνα του, ήτοι στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και τον Αντώνιο (δικαιοπάροχο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι κατασκεύασαν διώροφη οικοδομή, ενώ προέβησαν από κοινού σε επέκταση του κτίσματος και προσθήκες, ότι το ακίνητο αυτό παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο αλλά μόνο στον αδελφό του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου Α.
Π. κατά την οριστική διανομή του έτους 1970, που κυρώθηκε το 1972, ενώ το 1975 εκδόθηκε ο σχετικός τίτλος κυριότητας, ότι έτσι το επίδικο από την κύρωση της οριστικής διανομής το 1972 ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτους, ότι έκτοτε ο ενάγων-αναιρεσίβλητος συνέχισε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο ακίνητο με τον αδελφό του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με διάνοια κυρίου, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και έτσι απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά το ως άνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, αφού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, από το 1977 έως το 2005, το νεμόταν με διάνοια κυρίου κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί ως συγκύριος του επίδικου ακινήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Α.Ν. 431/1968, 1 του Ν.Δ. 1189/1972, 2 του Ν.Δ. 1024/1971, 14 του Ν. 3741/1929, 1002 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη συγκύριος με έκτακτη χρησικτησία ολόκληρου του επίδικου κλήρου, γι' αυτό και οι πρώτος λόγος αναιρέσεως και μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας επί ολοκλήρου του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία λόγω της κατά χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας άσκησης νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου.
Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι "από του έτους 1964 τμήμα του επιδίκου εκμεταλλευόταν ως πρατήριο υγρών καυσίμων η συσταθείσα μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ΑΦΟΙ Π. ΟΕ μέχρι το έτος 1999 περίπου ..." και της παραδοχής ότι "... και μετά την παραχώρηση του όλου ακινήτου στον Α.
Π., ο ενάγων-αναιρεσίβλητος συνέχισε να κατέχει το επίδικο ακίνητο εξ ημισείας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ...", διότι η ομόρρυθμη αυτή εταιρεία είχε συσταθεί από τον αναιρεσίβλητο και τον αδελφό του Α. Π. για την λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων σε ισόγειο τμήμα του επιδίκου, παραμένοντας αυτοί συννομείς του όλου επιδίκου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ως προς τις αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ή από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις και των λοιπών μαρτύρων ή τα μη αναφερόμενα έγγραφα, όπως επίσης δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1355/2010, ΑΠ 1011/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το κατωτέρω έγγραφο, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την με αριθμό 7629/2005 ήδη τελεσίδικη και αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία περιλαμβάνεται στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του αναιρεσιβλήτου ότι "...
οι δεξαμενές ήταν στου αδελφού μου το οικόπεδο ...", από την οποία κατάθεση συνάγεται εξώδικη ομολογία αυτού περί μη υπάρξεως σωματικής εξουσίας με διάνοια κυρίου στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό 50%. Από το περιεχόμενο, όμως, της πρωτόδικης απόφασης και δη της παραδοχής της, ότι "το έτος 1999 διαταράχτηκαν οι σχέσεις των δύο αδελφών και των οικογενειών τους και ειδικότερα ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι η τεθείσα στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας υπογραφή του είναι πλαστή και υπέβαλε σχετική μήνυση κατά του αδελφού του και του δεύτερου αναιρεσείοντος για πλαστογραφία και υπεξαίρεση", και από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την παραπάνω αθωωτική απόφαση, στην οποία, κατά τον λόγο αναίρεσης, περιέχεται εξώδικη ομολογία.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 373/2011, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 329/2007). Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου, η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 2225/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την γενομένη με τις κατ' έφεση στη σελίδα 10 υπό στοιχείο γ και στην αρχή της σελίδας 11 προτάσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του δικάσαντος την υπόθεση Εφετείου Θεσσαλονίκης, δικαστική ομολογία αυτού ότι "...
το 1999 μετά μία σοβαρότατη περιπέτεια με την υγεία μου του ζήτησα να τακτοποιηθεί το θέμα με συμβολαιογραφική πράξη, ώστε να φαίνονται τα ακίνητά μου στο όνομά μου. Αυτός δέχθηκε αλλά μου ζήτησε ανταλλάγματα για την εξυπηρέτηση, τα οποία δεν δέχθηκα να του δώσω και γι' αυτό αρνήθηκε να προχωρήσει σε συμβόλαιο ...", και ότι έτσι περιέχεται στα ως άνω αποσπάσματα δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ότι ουδεμία συμφωνία έγινε, σε αντίθεση με την παραδοχή του Εφετείου ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και του αδελφού του Α., όπως ο τελευταίος του μεταβιβάσει με σχετικό συμβόλαιο το 50% εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, και στην οποία δικαστική ομολογία δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο.
Όπως, όμως, προκύπτει από το επικαλούμενο απόσπασμα των ως άνω προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός διαλαμβάνει ότι ο αδελφός του δέχτηκε την πρότασή του και έτσι επήλθε αρχικά συμφωνία, η οποία τελικά δεν υλοποιήθηκε με υπογραφή συμβολαίου, και συνακόλουθα οι ως άνω περικοπές δεν συνιστούν δικαστική ομολογία.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε τον αγωγικό ισχυρισμό περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του αδελφού του και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων για την κτήση του 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο ως αληθινού χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, ως προς την αλήθεια των θεμελιωτικών της αγωγής ή του ως άνω ισχυρισμού πραγματικών γεγονότων, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2010 αίτηση και το από 11-2-2013 δικόγραφο προοσθέτων λόγων των Μ. χήρας Α. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 2607/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ