Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
949/2023 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal against labor fee award due to contradictory reasoning violating good faith principles.

Geschäftsnummer 949/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against a labor court ruling that rejected a claim for lower legal fees. The court found the lower court's reasoning contradictory, as it first cited a law allowing free fee agreements but then relied on outdated statutory fee tables to justify rejecting the claim. Consequently, the court set aside the lower court's decision regarding the fee objection and remanded the case for further examination by a different judge.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 58(1) of Law 4194/2013; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: When a lower court decision contradicts the principle of good faith by relying on outdated fee tables despite a valid agreement allowing free fee determination, the decision is flawed and must be partially set aside for remand.

Schlagwörter

KI-generiert
labor fee dispute good faith principles contradictory reasoning legal fee agreement remand for retrial Code of Civil Procedure partially allowed appeal Mangelnde Umsetzung der wettbewerbswidrigen Vereinbarungen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 58(1) of Law 4194/2013
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 949 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 949/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "E. Α. Μ. Α. «Ε., (όπως η επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε από «E. Α. Α. Ε."), που εδρεύει στην….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α. Ε." μετά την συγχώνευση με απορρόφηση της τελευταίας από την "E. A.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-1-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας, - προηγουμένως άρθρα 663 επ. και 678 έως 681 του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 4.1.2022 και με αριθ.

κατάθεσης 1/7.1.2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 146/29.9.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με αντικείμενο αμοιβές για την παροχή εργασίας, μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. 44781401295203080005 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

2.-Με την κρινόμενη από 4.1.2022 και με αριθ. κατάθεσης 1/7.1.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές, υπ` αριθ. 146/29.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επί της από 25.2.2021 και με αριθμό καταθ. 24/26.2.2021 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι.

Ζ., κατά της υπ' αριθμ. 57/11.2.2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 20.12.2018 και με αριθμό κατάθ. 1374/20.12.2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία «E. Α. Α. Ε.», κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) 110.552,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) 26.581,19 ευρώ, που αφορά ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του πιο πάνω ποσού των 110.552,5 ευρώ, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 10.12.2021, όπως τούτο προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Κ., στο αντίγραφο αυτής, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ενώ η κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 7 Ιανουαρίου 2022, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). 3.-Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 8/2001, Ολ ΑΠ 17/1995, Ολ ΑΠ 62/1990).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερθείσα έννοια (ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 971/2004). Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της αμοιβής τους, για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, η οποία, αν δεν προκύπτει η ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, καθορίζεται αναλόγως, είτε με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης (άρθρα 63 επόμ.

ν. 4194/2013), είτε με βάση τα (σταθερά) ποσά που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα για τη διενέργεια των εκεί διαλαμβανομένων εργασιών (σχετ. ΑΠ 85/2019, ΑΠ 961/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5, 34, 36, 37, 38, 57, 58, 63 επόμ. και 84 του κατά την επίδικη περίοδο [ως εκ του επικαλούμενου χρόνου διενεργείας των επί μέρους εργασιών του αναιρεσίβλητου] ισχύοντος από 27 Σεπτεμβρίου 2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) - κατ` άρθρο 166 παρ. 3 αυτού - σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.

και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει το χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία που διενήργησε (σχετ.

ΑΠ 574/2018, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007 υπό τις διατάξεις του προηγουμένου ν.δ/τος 3026/1954). Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική έγγραφη συμφωνία ως προς την αμοιβή, το ύψος αυτής καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα όρια.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του άνω ν. 4194/2013 ορίζεται ότι (ο δικηγόρος) για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση, είτε με πάγια αντιμισθία ή με μισθό, με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1, 2 και 3 αυτού ορίζεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του (παρ. 1), ότι η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες (παρ. 2) και ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού (παρ. 3).

Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα διενεργείται η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 84, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και η αμοιβή δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις (εδ.

α), προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας κλπ (εδ. β) και υπολογίζονται οι εισφορές - κρατήσεις, τις οποίες υποχρεούνται να προκαταβάλλουν οι δικηγόροι στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παράστασή τους ενώπιον των δικαστηρίων ή δικαστικών συμβουλίων, κάθε είδους αρχών (ανακριτικών, εισαγγελικών, διοικητικών κλπ) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 61 παρ. 1 του Κώδικα (εδ.

γ). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α του νόμου αυτού ορίζεται ότι τα δικαστήρια κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου ή του αντιπροσώπου του, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις αμοιβές του Κώδικα, εκτός αν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετικά.

Με τις διατάξεις αυτές [αλλά και τις αντίστοιχες του προγενεστέρου ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" - καταργηθέντος μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4194/2013 κατ` άρθ. 166 παρ. 1 αυτού - μετά την κατάργηση των εκεί προβλεπομένων ελαχίστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, ως υποχρεωτικών, με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α 32) που αντικατέστησε την περί τούτου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 92 του ως άνω Κώδικα] θεσπίσθηκε καθεστώς συμβατικής ελευθερίας μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής, οι δε οριζόμενες υπό το πριν το ν. 3919/2011 νομοθετικό καθεστώς ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με βάση διατάξεις αναγκαστικού δικαίου έπαψαν να ισχύουν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτού.

Επομένως, η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, χωρίς να είναι υποχρεωτικό πλέον η αμοιβή αυτή να μην υπολείπεται των ελαχίστων ορίων αμοιβών, οι οποίες ορίζονταν στο παρελθόν με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ως υποχρεωτικές. Ωστόσο με τις διατάξεις αυτές δεν επήλθε και κατάργηση εν γένει των σχετικών με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής ρυθμίσεων, δεδομένου ότι ορίσθηκε ρητά ότι σε περίπτωση που δεν προκύπτει η ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών ισχύουν οι οριζόμενες στις ως άνω διατάξεις αμοιβές, οι οποίες υπολογίζονται αναλόγως, είτε με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης (άρθρα 63 επόμ.

ν. 4194/2013), είτε με βάση τα (σταθερά) ποσά που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα για τη διενέργεια των εκεί διαλαμβανομένων εργασιών (σχετ. ΑΠ 85/2019, ΑΠ 961/2017). Δεν αποκλείεται βεβαίως να συμφωνηθεί εγγράφως (άρθρο 361 του ΑΚ) μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ότι το ύψος της οφειλομένης από τον πρώτο αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών από το δεύτερο θα ανέρχεται στα οριζόμενα από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όρια.

Για τον υπολογισμό της οφειλομένης κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβής, στην περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της παροχής της αντίστοιχης υπηρεσίας από το δικηγόρο, καθόσον τότε γεννάται η σχετική αξίωση αυτού (ΑΠ 677/2020). 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 320/2022).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 29/2022, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 750/2020).

5.-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε αντίθεση με τον πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την προβληθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα δε το Εφετείο, επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όπως και όλοι οι δικηγόροι εξωτερικοί συνεργάτες της εναγομένης σε όλη την επικράτεια, πληρωνόταν με βάση τους πίνακες αμοιβών, που αυτή είχε συντάξει μονομερώς και προέβλεπαν αμοιβές κατώτερες των προβλεπόμενων από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Η δικαιοπάροχος της εναγομένης διατηρούσε μέχρι αρχές του 2018, που συγχωνεύτηκε από την τελευταία, περιφερειακό υποκατάστημα στην πόλη των …, το οποίο ήταν πλήρως οργανωμένο. Ο ενάγων ως εξωτερικός συνεργάτης είχε άμεση συνεργασία για τις υποθέσεις που διεκπεραίωνε κατ' εντολή της εναγομένης με το ως άνω περιφερειακό υποκατάστημα, από το οποίο και παραλάμβανε τους φακέλους των υποθέσεων που του ανατίθετο και στο οποίο απευθυνόταν για κάθε σχετικό ζήτημα που αφορούσε τη συνεργασία του με την εναγομένη.

Για το χαμηλό ύψος της καταβαλλόμενης αμοιβής του ο ενάγων διαμαρτυρόταν προφορικά τόσο στον Προϊστάμενο του άνω υποκαταστήματος στα …. όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό του υποκαταστήματος, τις δε προφορικές διαμαρτυρίες του οι ανωτέρω τις μετέφεραν στην κεντρική διοίκηση της εταιρίας στην…, ο οποία έτσι λάμβανε γνώση αυτών.

Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με τις προφορικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος για το χαμηλό ύψος της αμοιβής του στηρίζεται στις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Γ. και Ε. Μ. που περιέχονται στις υπ' αριθμ. ..και …/ 25.11.2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου .... Οι καταθέσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία, διότι στηρίζονται σε προσωπική αντίληψη, δεδομένου ότι ο μεν πρώτος ήταν Προϊστάμενος του υποκαταστήματος της εναγόμενης στα … από το έτος 1997 έως το έτος 2010, που συνταξιοδοτήθηκε, η δε δεύτερη ήταν υπάλληλος στο ίδιο υποκατάστημα από το έτος 2002 έως το έτος 2018, που αυτό έκλεισε με απόφαση της εναγόμενης.

Ειδικότερα ο πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως ότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν προφορικά συχνά για τις χαμηλές αμοιβές του, τις δε προφορικές διαμαρτυρίες του τις μετέφερε στην κεντρική διοίκηση, πλην όμως αυτή αρνούνταν να ασχοληθεί με το θέμα. Επίσης ο ίδιος κατέθεσε ότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν και στην υπεύθυνη του ταμείου στο υποκατάστημα στα …..

Σ. Σ. για τις μικρές αμοιβές που εισέπραττε με βάση τον πίνακα αμοιβών, πλην όμως η τελευταία τον διαβεβαίωνε ρητά ότι και σε περίπτωση που εξέδιδε παραστατικά για μεγαλύτερα ποσά από τον πίνακα αμοιβών δεν θα τον εξοφλούσε για αυτά. Τα ίδια κατέθεσε ενόρκως και η δεύτερη μάρτυρας. Η δε κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγόμενης, οι οποίες παρέχουν μειωμένη αξιοπιστία αφενός, μεν λόγω της εργασιακής σχέσης που τους συνδέει με την εναγόμενη αφετέρου δε διότι όσα καταθέτουν δεν στηρίζονται σε προσωπική αντίληψη, καθόσον αυτοί δεν είχαν άμεση συνεργασία με τον ενάγοντα.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε τη λήψη αμοιβής μικρότερης της νόμιμης και ουδέποτε παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμά του να διεκδικήσει τα κατώτερα όρια της αμοιβής του με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων στις υποθέσεις που του ανατέθηκαν από την εναγομένη. Από το γεγονός ότι αυτός γνώριζε και δέχθηκε να αμείβεται με βάση τους πίνακες αμοιβών της εναγόμενης δεν προκύπτει, ενόψει και των ως άνω διαμαρτυριών του, βούλησή του για σιωπηρή παραίτηση του από τη διεκδίκηση επιπλέον δικηγορικής αμοιβής για τις υποθέσεις που χειρίστηκε, αφού οι μικρότερες δικηγορικές αμοιβές που του καταβαλλόταν με βάση τον πίνακα αμοιβών ήταν κοινές, όπως προαναφέρθηκε, για όλους τους συνεργαζόμενους με την εναγομένη δικηγόρους και συνεπώς αυτός δεν είχε περιθώρια διαπραγμάτευσης της αμοιβής του.

Σημειώνεται ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία και παραίτηση του ενάγοντος από τα κατώτατα όρια αμοιβής, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων. Ούτε εξάλλου η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα μετά το 2011, που ήταν δυνατή η έγγραφη συμφωνία για δικηγορική αμοιβή κατώτερη των ελάχιστων ορίων που προβλέπονται στο Κώδικα περί Δικηγόρων, να συμφωνήσει εγγράφως για αμοιβή του σύμφωνα με τον πίνακα αμοιβών της, έτσι ώστε να αποκλείσει το ενδεχόμενο διεκδίκησης από αυτόν της επιπλέον ελάχιστης αμοιβής του.

Συνεπώς, ενόψει των ως άνω προφορικών διαμαρτυριών του ενάγοντος για το ύψος των καταβαλλόμενων από την εναγομένη αμοιβών δεν μπορεί να θεωρηθεί λογικό και πειστικό ότι δημιουργήθηκε σε αυτή η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή του για την καταβολή της ελάχιστης αμοιβής που προβλέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά ακριβώς το αντίθετο, δεδομένου ότι αυτές (διαμαρτυρίες) εμπεριείχαν σιωπηρά την πρόθεσή του για μελλοντική διεκδίκηση της αμοιβής του, σύμφωνα με τα κατώτερα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν διατύπωσε στην εναγόμενη τη βούλησή του εγγράφως ή προφορικώς να διεκδικήσει επιπλέον αμοιβή για τις υποθέσεις που χειρίστηκε. Το γεγονός όμως αυτό, σε συνδυασμό με το ότι αυτός διαμαρτυρόταν προφορικά σε αυτή (εναγομένη) για τις κατώτερες αμοιβές που λάμβανε με βάση τον πίνακα αμοιβών της, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε αποδεχθεί αυτές παραιτούμενος σιωπηρά της διεκδίκησης επιπλέον ελάχιστης αμοιβής με βάση των Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη.

Εξάλλου με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν ο ενάγων διεκδικούσε επιπλέον αμοιβή για τις υποθέσεις που του ανέθετε η εναγομένη, η τελευταία θα προχωρούσε σε διακοπή της συνεργασίας τους, γεγονός που θα απέβαινε σε βάρος του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση, και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα αμοιβών της, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νόμιμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Η παράλειψη αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια των αρχών αυτών, έστω και αν είχε την επικαλούμενη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, που θα αμειβόταν με τις αμοιβές του πίνακα αμοιβών ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα της εναγομένης να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή, δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αποτρέψει ο ενάγων.

Εξάλλου, από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά, ως αμοιβή για δικαστικές ενέργειες και ο τελευταίος εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, χωρίς μνεία σ' αυτά για οριστική εξόφληση, καθίσταται σαφής η πρόθεσή του να αξιώσει την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή του [. . .]. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως η ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), που παραδεκτά πρότεινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστική αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει συνεπώς να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους ο ενάγων παραπονείται για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. . .".

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την υπ` αριθ. 57/12.2.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως βάσιμη κατ` ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) 110.552,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) 26.581,19 ευρώ, που αφορά ΦΠΑ, υπό τον όρο έκδοσης των σχετικών τιμολογίων και με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του πιο πάνω ποσού των 110.552,5 ευρώ, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, που νομίμως και παραδεκτώς είχε προβάλει η εναγομένη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αντιθέσεως του αγωγικού δικαιώματος προς το άρθρο 281 ΑΚ, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής, την οποία δεν εφάρμοσε.

Ειδικότερα: Α) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων διαμαρτύρονταν προφορικά για το ύψος των καταβαλλομένων αμοιβών, δεν αναφέρει από πότε άρχισε να διαμαρτύρεται προφορικά, ενόψει του ότι η συνεργασία του ενάγοντος με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης και την εναγομένη, διάρκεσε συνολικά 22 έτη, Β) ενώ δέχεται ότι ο ενάγων διαμαρτύρονταν προφορικά στους υπαλλήλους του υποκαταστήματος των ….

της εναγομένης, δεν αναφέρει αν οι διαμαρτυρίες αυτές περιήλθαν σε γνώση της κεντρικής διοίκησης της εναγομένης, Γ) δεν αιτιολογεί γιατί ενώ η συνεργασία των δύο πλευρών ήταν πάντα έγγραφη και τυπική, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι διαμαρτυρίες του ενάγοντος διατυπώνονταν μόνον προφορικά και όχι εγγράφως, Δ) δεν αιτιολογεί γιατί ο ενάγων στις 27.11.2018, τέσσερις (4) μόλις ημέρες μετά την αποστολή της από 23.11.2018 επιστολής του, με συνημμένο το (τελευταίο) με αριθμό…., τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του, στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (mail), που απέστειλε προς την προϊσταμένη του δικαστικού τμήματος της εναγομένης Χ.

Κ., ενώ διαμαρτύρεται ότι η εναγομένη του χρέωνε λίγες και με μικρό αντικείμενο υποθέσεις και για το λόγο αυτό δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας, δεν κάνει καμία μνεία, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία για το ύψος των αμοιβών του. Επίσης, ενώ αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι ο ενάγων διαμαρτύρονταν προφορικά τόσο στον Προϊστάμενο του υποκαταστήματος της εναγομένης στα … όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό του υποκαταστήματος (βλ.

σελ. 12), εντελώς αντιφατικά στη συνέχεια αναφέρει ότι "με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν ο ενάγων διεκδικούσε επί πλέον αμοιβή για τις υποθέσεις που του ανέθετε η εναγομένη, η τελευταία θα προχωρούσε σε διακοπή της συνεργασίας τους, γεγονός που θα απέβαινε σε βάρος του ενάγοντος" (βλ.

σελ. 14), αναιρώντας την προηγούμενη κρίση της. Τέλος, ενώ αναφέρει ότι "Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση, και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές του πίνακα αμοιβών της, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών" (βλ.

σελ. 14), στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά ισχυρίζεται ότι "η παράλειψη αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια των αρχών αυτών, έστω και αν είχε την επικαλούμενη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου, που θα αμειβόταν με τις αμοιβές του πίνακα αμοιβών ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα της εναγομένης να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή, δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αποτρέψει ο ενάγων" (βλ.

σελ. 14), παραβλέποντας σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ότι με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του ν. 4194/2013, η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται πλέον ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Λόγω δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, καθ' ο μέρος έγινε αυτός δεκτός, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση α) του ιδίου αναιρετικού λόγου κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 9/2023) και β) του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

Συνεπώς, πρέπει, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

- ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει τη με αριθμό 146/29.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ