Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations error regarding separate lawsuits merging into one claim.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision that dismissed claims due to the statute of limitations. The Court found the lower court erred in treating two distinct legal actions as separate proceedings, which incorrectly extended the limitation period. Consequently, the Court set aside the dismissal on limitation grounds and remanded the case for re-examination.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; When a lower court erroneously treats two distinct legal actions as separate proceedings for statute of limitations purposes, the Supreme Court must correct this error and remand the case for re-examination.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 949 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 949/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Μ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο δικηγόρος και νόμιμος διαχειριστής της Λ. Μ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3036/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 13/5/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς διαχειριστής της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 6151Γ/24-10-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Β. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 & 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Με την από 13-5-2019 και με αριθ. κατάθεσης 5371/531/13-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 3036/20-6-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22-12-2015 έφεση της αναιρεσείουσας ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 272/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε εν μέρει λόγω παραγραφής η από 25-8-2014 αγωγή δικηγορικής αμοιβής της κατά του αναιρεσίβλητου - εναγομένου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3) . Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (εφεξής ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής (νόμιμη αμοιβή από 3-7- 2011 κατά το άρθ. 5 § 6 ν. 3919/2011) ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ΚπΔ (ΑΠ 1800/2017, ΑΠ 1309/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 190 του ίδ.κ. "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενεργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του ΚπΔ περιπτώσεων: "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής. Ενόψει τούτων, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες, το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως (ΑΠ 1276/2018, ΑΠ 478/2017).
Εφόσον δε η εκτέλεση της εντολής προϋποθέτει και τη διεξαγωγή προηγούμενης επιτυχούς δίκης, χρόνος ενάρξεως της ως άνω πενταετούς παραγραφής και ως προς την πρώτη δίκη, είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής. Τούτο προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 190 ΚπΔ, που αναφέρεται σε "δίκες" και στην τελευταία διαδικαστική πράξη του δικηγόρου σ' αυτές.
Η σκοπιμότητα δε της διατάξεως είναι προφανής, διότι με αυτή κατοχυρώνονται οι δικηγορικές απαιτήσεις, οι οποίες υπό την αντίθετη εκδοχή θα κινδύνευαν να παραγραφούν σε περιπτώσεις μακροχρόνιων δικών, λόγω ευλόγων ηθικών ενδοιασμών των δικηγόρων να εγείρουν αγωγές κατά πελατών τους με αντικείμενο την επιδίκαση καθυστερούμενων αμοιβών, ενώ συνεχίζεται η σχέση εντολής και ο χειρισμός των υποθέσεών τους από αυτούς (πρβλ.
ΟλομΑΠ 42/1990, ΑΠ 407/2008) . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, επί των κρισίμων για την αναιρετική δίκη ζητημάτων, δέχθηκε τα εξής: Περί τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο Λ.
Μ. δικηγόρος Αθηνών, την αναγνώρισή του (εναγομένου) ως δικαιούχου της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης 211.034,48 € που είχε καθοριστεί οριστικά με την 7589/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί εδαφικής εκτάσεως 1428,26 τ.μ. στη ... με φερόμενους συνιδιοκτήτες τον εναγόμενο και τον Ι. Α. κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ' αδιαιρέτου, η οποία είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά υπέρ του Οργανισμού ..., καθώς και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια δικαστική ή εξώδικη ήταν αναγκαία για την είσπραξη της προαναφερθείσας αποζημίωσης, δεδομένου ότι εκκρεμούσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 20-6-1988 κύρια διεκδικητική αγωγή επί του ακινήτου τούτου τρίτων κατά του εναγομένου και του Ι.Α.
και οι συναφείς με αυτή από 25-9-1988 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-αλλιώς αγωγή αποζημίωσης και από 30-11-1988 πρόσθετη παρέμβαση. Η απόρριψη δηλ. της διεκδικητικής αυτής αγωγής ήταν αναγκαία για την αναγνώριση του εναγομένου - αναιρεσίβλητου ως δικαιούχου και την είσπραξη απ' αυτόν της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης.
Ιδιαίτερη αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ισχυουσών των ελαχίστων ορίων αμοιβών του ΚπΔ. Η ενάγουσα εντολοδόχος δικηγορική εταιρεία δια του εταίρου αυτής δικηγόρου Λ. Μ. διεξήγαγε επιτυχώς για τα συμφέροντα του εντολέα της τη διεκδικητική δίκη, εκδοθείσας της 1977/2009 απορριπτικής της διεκδικητικής αγωγής τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και μετά ταύτα, με την από 29-2-2012 κλήση του εναγομένου που συνέταξε ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος του επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 10-3-2006 αίτησή του (εναγομένου) περί αναγνώρισης αυτού ως δικαιούχου της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, η οποία είχε συνταχθεί από τον ίδιο δικηγόρο και απευθυνόταν κατά του ...και της Ε.
χήρας Ι. Α., της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 1-6-2012 και επ' αυτής εκδόθηκε η 561/2012 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) που αναγνώρισε τον εναγόμενο δικαιούχο κατά ποσοστό 50% της αποζημίωσης των 211.034,48 € που καθορίστηκε οριστικά με την 7589/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τα οποία και εισέπραξε από τον ...
κατά το ποσοστό που του αναλογούσε (50%). Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών της προς τον εναγόμενο δικαιούται συνολικής αμοιβής ποσού 17.368,15 €, εκ των οποίων 16.277,78 € για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στην εμπράγματη δίκη (διεκδικητική αγωγή και συναφείς) και 1.090,37 € για τη δίκη αναγνώρισης του εναγομένου ως δικαιούχου της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, καθώς και για έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, ποσό 1.128 € και ότι ο εναγόμενος προς εξόφληση των ανωτέρω οικονομικών του υποχρεώσεων της κατέβαλε το ποσό των 2.800 €, με αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 423 ΑΚ να αποσβεστεί η αξίωση της ενάγουσας για απόδοση του ως άνω ποσού των εξόδων (2800- 1128) και το υπόλοιπο ποσό των 1.672 € καταλογίζεται κατ' άρθρο 422 ΑΚ στα αρχαιότερα χρέη για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στην εμπράγματη δίκη (διεκδικητική αγωγή), για την οποία έτσι απομένει οφειλόμενο από τον εναγόμενο υπόλοιπο 14.605,78 € (16227,78-1672).
Περαιτέρω δε έκρινε ότι οι εναπομένουσες αξιώσεις της ενάγουσας για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στην εμπράγματη δίκη (διεκδικητική αγωγή) (14.605,78 €) έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του ΚπΔ, γενομένης δεκτής και ως ουσία βάσιμης της περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων ενστάσεως του εναγομένου "καθόσον πρόκειται για κονδύλια αμοιβών που αφορούν σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και έχουν άμεση σχέση με τη δίκη επί της ως άνω εμπράγματης διαφοράς (διεκδικητικής αγωγής), που ολοκληρώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1977/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και η τελευταία διαδικαστική πράξη, που διενεργήθηκε σε αυτήν ήταν η παράσταση του εταίρου της ενάγουσας Λ.
Μ. κατά την κατ' επανάληψη συζήτηση της έφεσης και επικουρικής έφεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 20-11- 2008, έκτοτε δε, δηλαδή από το τέλος του έτους 2008, παρήλθε πενταετία ήδη πριν ασκηθεί, κατά την 15-9-2014 (χρόνος επίδοσης) η επίδικη αγωγή". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ορθή την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, κατά παραδοχή της σχετικής περί παραγραφής ένστασης του εναγομένου, ότι οι ως άνω ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας (14.605,78 €) είναι παραγεγραμμένες και, μετά ταύτα, απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης, όπως και την έφεση στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ορθή (κατά το Εφετείο) κρίση του, η οποία κατά το μέρος τούτο δεν βάλλεται με λόγο αναίρεσης, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την αιτούμενη από την ενάγουσα αμοιβή της για τη δίκη αναγνώρισης του εναγομένου ως δικαιούχου της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης και υποχρέωσε προς τούτο τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό (που δέχθηκε και το Εφετείο) των 1.090,37 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ υπολογιζόμενου με ποσοστό 23%.
Ωστόσο το Εφετείο με το να δεχθεί ότι όλες οι μέχρι την 20-11-2008 απαιτήσεις της ενάγουσας -αναιρεσείουσας είναι παραγεγραμμένες, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 190 ΚπΔ και 251 ΑΚ, καθώς προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Συγκεκριμένα, αν και δέχθηκε ότι τον Ιανουάριο του 2003, ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην ενάγουσα -αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, την αναγνώρισή του (εναγομένου) ως δικαιούχου της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των 211.034,48 € που είχε καθοριστεί οριστικά με την 7589/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια δικαστική ή εξώδικη ήταν αναγκαία για την είσπραξη της προαναφερθείσας αποζημίωσης, δεδομένου ότι εκκρεμούσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 20-6-1988 κύρια διεκδικητική αγωγή επί του ακινήτου τούτου τρίτων και συναφή με αυτή δικόγραφα, η προηγούμενη δηλ.
τελεσίδικη απόρριψη της διεκδικητικής αυτής αγωγής αποτελούσε όρο "sine qua non" για την αναγνώριση του εναγομένου -αναιρεσίβλητου ως δικαιούχου και την είσπραξη απ' αυτόν της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, οπότε επρόκειτο περί μιας υποθέσεως με περισσότερες δίκες, με αποτέλεσμα, κατά τις ως άνω διατάξεις, όπως ερμηνεύθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον η εκτέλεση της εντολής προϋποθέτει και τη διεξαγωγή προηγούμενης επιτυχούς δίκης, χρόνος ενάρξεως της υπό του άρθρου 190 ΚπΔ πενταετούς παραγραφής και ως προς την πρώτη δίκη, είναι το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής, το Εφετείο έκρινε ότι επρόκειτο για δύο αυτοτελείς δίκες, μιας που είχε ως αντικείμενο την απόρριψη της σε βάρος του αναιρεσίβλητου διεκδικητικής αγωγής και μιας δεύτερης που είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση αυτού ως δικαιούχου της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα να καταλήξει σε ξεχωριστή, αντί ενιαία παραγραφή, αρχομένη από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής, ήτοι από 1-6-2012, όταν συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 10-3-2006 αίτηση του αναιρεσίβλητου, για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε υπ' αριθμ. 561/2012 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου.
Εάν ορθώς έκρινε περί τούτου, τότε θα έπρεπε να δεχθεί ότι η πενταετής παραγραφή και της κριθείσας εσφαλμένα ως παραγεγραμμένης αξίωσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας ως ενιαίας αρχίζει, όχι από 31-12-2008 (όπως έκρινε), αλλά από 31-12-2012 (δηλ. από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από τον δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη προς εκπλήρωση της εντολής), οπότε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής της (15-9-2014) δεν είχε παρέλθει πενταετία και δεν είχε παραγραφεί.
Έσφαλε επομένως, κατά την ορθή εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία. Μετά ταύτα δε, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται με την αναίρεση, ήτοι κατά το μέρος που έκρινε τις αγωγικές αξιώσεις απορριπτέες λόγω παραγραφής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 3036/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη κατά το μέρος που έκρινε τις αγωγικές αξιώσεις απορριπτέες λόγω παραγραφής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 949/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου