Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision based on clear superiority over seven colleagues.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Bank of Greece against the Court of Appeal's decision to promote an employee. The employee argued that four other colleagues who were superior to him were overlooked during the promotion process. The court rejected this claim, noting that the employee's superiority over seven other promoted colleagues was sufficient to satisfy the legal requirements for promotion under the relevant articles of the Civil Code. Consequently, the court found the lower court's reasoning sound and upheld the promotion decision.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 201 and 207 of the Civil Code; A promotion decision is valid if the employee's superiority over the other candidates is clear and evident, rendering additional comparative arguments regarding overlooked colleagues legally irrelevant.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 949 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, τελούν δε υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις και η κρίση αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως, οπότε θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί ο εργοδότης να κινηθεί. Αν η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Αριθμός 949/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2663/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3565/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ.ν.3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ).
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980,μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, η προαγωγή των υπαλλήλων της στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 14-9-1971 και εξελίχθηκε κανονικά στην ιεραρχία της μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-7-1989.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς, όμως, να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών.
Κατά τον κρίσιμο χρόνο των ένδικων προαγωγών είχε παρακολουθήσει, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι 1) Συνάλλαγμα, 2) Αξιολόγηση προσωπικού, 3) μέσα επικοινωνίας, 4) έλεγχος μηχανογραφικών συστημάτων, 5) Παράγωγα Derivatives και 6)Συνάλλαγμα (ένωσης ελληνικών Τραπεζών).Από της προσλήψεως του τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση εμπορικών συναλλαγών, όπου και παρέμεινε μέχρι 1-9-1986,οπότε τοποθετήθηκε στην Εσωτερική Επιθεώρηση, στο Τμήμα Περιφερειακών Μονάδων της εναγόμενης, ασκώντας από 25-10-1990 καθήκοντα Επιθεωρητή Β' και από 8-4-1997 καθήκοντα Επιθεωρητή Α', επιφορτισμένου με τη Επιθεώρηση των Κεντρικών και Περιφερειακών Μονάδων της Τράπεζας.
Σημειώνεται ότι ανεξαρτήτως του αν, κατά τον Οργανισμό της εναγομένης, τα καθήκοντα του Επιθεωρητή δεν θεωρούνται, τυπικά, ως καθήκοντα θέσης ευθύνης, πλην όμως είναι γεγονός, ότι η θέση του Επιθεωρητή αποτελεί οπωσδήποτε εξειδικευμένη θέση, η οποία απαιτεί συνδυασμό ικανοτήτων και γνώσεων, που αποκτώνται είτε με πανεπιστημιακή εκπαίδευση είτε με μακρόχρονη εμπειρία, με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, η ανάθεση των εν λόγω καθηκόντων να αντιστοιχεί σε καθήκοντα υπεύθυνης θέσης και μάλιστα αυτής του Προϊσταμένου Τμήματος, γι' αυτό και ελάμβανε ως Επιθεωρητής Α' το προβλεπόμενο για τη θέση αυτή επίδομα.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκθέσεις αξιολόγησης του ενάγοντος προκύπτει, ότι αυτός βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 8 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός", τα έτη 2000 και 2001 με 11 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και το έτος 2002 (όπως και το 2003) με 13 "εξαίρετος". Επιπροσθέτως, συμμετείχε στις ακόλουθες Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας: 1 )στην Επιτροπή Αξιολόγησης Αγοράς Αυτοκινήτων, 2) στην Επιτροπή Αξιολόγησης Ρ/Ο Ταμείου Συντάξεων, 3) στην Επιτροπή Αξιολόγησης Μηχανολογικού Εξοπλισμού, Επίπλων και Σκευών, 4) στην Επιτροπή του Υπουργείου Εμπορίου, 5) στην Ομάδα Εργασίας για την κωδικοποίηση των Διαταγών και Εγκυκλίων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης.
Στις κρίσεις των ετών 1992, 1994 και 1997 για το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, κρίθηκε μη προακτέος και η αγωγή, την οποία άσκησε κατά της εναγομένης, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να τον προαγάγει στον προαναφερόμενο βαθμό κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 382/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8110/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, αναφορικά με τους προαχθέντες υπαλλήλους των κρίσεων του 2003, το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "Α) Ο ΑΑ: Προσλήφθηκε στις 20-4-1972 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1995.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα. Είχε παρακολουθήσει οκτώ επιμορφωτικά σεμινάρια "επικοινωνία, λύση προβλημάτων-συγκρούσεις", "Ηγεσία-Ομάδες-υποκίνηση", "Αξιολόγηση Προσωπικού" (δύο μέρη), "αναγνώριση γνησιότητας τραπεζογραμματίων και κερμάτων", "0ργάνωση Εργασίας, "Πρόγραμμα Επαγγελματικής Επιμόρφωσης Προσωπικού", "πλαστότητας ξένων τραπεζογραμματίων", "αξιολόγηση προσωπικού-διοίκηση".
Είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης Χαρτονομισμάτων από 1-12-1988, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Διαλογής και Καταμέτρησης στο Κεντρικό Κατάστημα από 8-6-2000. Έχει συντάξει σχέδιο Κανονισμού της Υπηρεσίας Παραλαβής Χρηματικού Ταμιών και Χρηματαποστολών.
Συμμετείχε επίσης σε διάφορες Επιτροπές. Στις εκθέσεις Αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Β) Ο ΒΒ: Προσλήφθηκε στις 14-11-1979 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-10-1999.Είναι απόφοιτος Λυκείου και πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ (Τμήμα Στελεχών Λογιστηρίου).
Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς τίτλο σπουδών, και είχε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια με θέμα "ηγεσία-Ομάδες-Υποκίνηση", "επικοινωνία-ανθρώπινες σχέσεις" και "λύση προβλημάτων-συγκρούσεις". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Διαχειρίσεων ΙΕΤΑ από 1-10-1989, Προϊσταμένου της ίδιας Υπηρεσίας από 29-4-1991 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Διοικητικών και Διαχειριστικών Υπηρεσιών από 17-3-1993, ενώ από 12-5-1997 αποσπάσθηκε στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γι' αυτό, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, δεν έχει βαθμολογηθεί.
Γ) Ο ΓΓ: Προσλήφθηκε στις 7-11-1974 και προήχθη σε Τμηματάρχη από 1-1-1995.Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και φοίτησε μέχρι το τρίτο έτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς πτυχίο, και είχε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια με θέμα "Βασικές Χρηματοδοτικές έννοιες"," νέοι χρηματοδοτικοί θεσμοί και "finance kit".
Υπηρέτησε στο τμήμα Εργασιών Εξωτερικού (υποκατάστημα Πειραιώς), στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης Συλλόγου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος από 6-5-1996, στο Τμήμα Οργάνωσης από 26-7-1999, στο τμήμα Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Υποστήριξης Διαδικασιών από 18-1-2000, ενώ από 18-6-2001 αποσπάστηκε στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης ΣΥΤΕ ως Διευθυντής Διοικητικών Διαδικασιών, λαμβάνοντας έκτοτε το επίδομα ευθύνης Προϊσταμένου τμήματος.
Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές του Ταμείου Υγείας και σε επιτροπές Αξιολόγησης Προσφορών. Στις εκθέσεις αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 και το 2002 με όλα "εξαίρετος". Δ) O ΔΔ: Προσλήφθηκε στις 24-1-1972 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1993.
Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και πτυχιούχος της Σχολής Λογιστών του ΥΠΕΠΘ. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών, και είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Εργασίες Δραχμών", "Βασικές Χρηματοδοτικές Έννοιες", "ΕΟΚ-Διεθνείς Οργανισμοί", "WORD 6.0", "ΕΧCEL 5,0", "Ανθρώπινες Σχέσεις-Συνεργασία-Διαχείριση Χρόνου", "Βελτίωση Ανθρωπίνων Σχέσεων-Συνεργασία-Διαχείριση Χρόνου".
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα ελέγχου (γεν. Επιθεώρησης) από 12-2-1992, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο τμήμα Λογιστικού ελέγχου από 22-7-1992, αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος Γραμματείας από 28-12-1993 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Γραμματείας Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας από 17-2-2003.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002 με όλα εξαίρετος. Ε) Ο ΕΕ: Προσλήφθηκε στις 11-9-1973 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1991. Είναι απόφοιτος Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα και είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Πρόγραμμα εκπαίδευσης στους πιστωτικούς ελέγχους" 1985, "Σεμινάριο Εποπτείας Τραπεζών και Τραπεζικών Κινδύνων" 1990, "Σεμινάριο Αξιολόγησης Προσωπικού" Ιούνιος και Σεπτέμβριος 1999, "Βελτίωση ανθρώπινων σχέσεων", "Σεμινάριο Πληροφορικής, Word-Windows", "Εκστρατεία ενημέρωσης Ευρώ 2000", "Σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας".
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3-11-1994 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας Λογιστηρίου και Γραμματείας από 27-3-1995. Εκπόνησε πρόταση τροποποίησης δελτίων πληροφοριών πιστούχων. Συμμετείχε στην εκστρατεία "Ενημέρωση Ευρώ", ενώ διετέλεσε αναπληρωματικό μέλος Περιφερειακού Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 1999-2002 βαθμολογήθηκε με 17 "εξαίρετος". ΣΤ) Η ΣΤ: Προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στο βαθμό της Τμηματάρχου από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά (κάτοχος διπλώματος Lower) και είχε παρακολουθήσει δέκα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Συναλλαγματικοί έλεγχοι" 1982, "Ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων" 1985, "ΚΑΠΕ-θεσμόςασφάλισης" 1985, "Ψυχολογίας" 1990, "Money Laundering" 1977, "Συλλογή στατιστικών στοιχείων", "Οικονομικής συγκυρίας", "Πληροφορικής Windows-Word", "Τραπεζικά θέματα", "Επικοιν.
Τεχν. Παρουσ.". Είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 16-3-1995. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το έτος 2000 με 14 "εξαίρετη" και 3 "πολύ καλή", το 2001 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή" και το 2002 με 1 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή". Ζ) Ο ΖΖ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 11-8-1980 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1996.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα. Δεν είχε παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Λόγω διαδοχικών αποσπάσεων του στον ΣΥΤΕ δεν ανέλαβε θέση ευθύνης και γι' αυτό δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 2001 και 2002, ενώ για το έτος 1999 αξιολογήθηκε με 10 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός "και για το έτος 2000 με 13 "εξαίρετος".
Η) Ο ΗΗ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 19-7-1976 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Πρόγραμμα βασικής εκπαίδευσης", "Πρόγραμμα εκπαίδευσης για διενέργεια πιστωτικών ελέγχων", "Τεχνικές συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων", "Αξιόλογη σης προσωπικού", "εποπτεία συνεταιριστικών τραπεζών", "Τραπεζικά χρηματοοικονομικά", ενώ διετέλεσε εισηγητής στο 1° Αναπτ.
Συνέδριο νήσων Β.Α. Αιγαίου με θέμα "Συγκοινωνίες-Επικοινωνίες". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-6-1995, Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές. Βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 έως 2002 με 17 "εξαίρετος". Θ) Ο ΘΘ: Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 31-10-1974 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-4-1992.
Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Βασικής εκπαίδευσης" και "Αξιολόγησης υπαλλήλων". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Πράκτορα στο Πρακτορείο ...
από 1-1-1987, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000. Συμμετείχε στην Επιτροπή αξιολόγησης ταμιακών μηχανών, καθώς και στη σύνταξη Σχεδίου Οργανισμού-Κανονισμού της Διεύθυνσης Ταμείων. Βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2002 με 17 "εξαίρετος". 10) Ο ΚΚ:
Προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 16-7-1974 και κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1998. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει καλά την γερμανική γλώσσα, κατέχοντας σχετικό τίτλο σπουδών. Είχε παρακολουθήσει τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι "Εποπτεία τραπεζών", "εκπαίδευσης σε Windows", "αξιολόγησης προσωπικού", "Συλλογή και επεξεργασία στοιχείων οικονομικής συγκυρίας" Α' και Β' φάση".
Έκτακτος καθηγητής στο μάθημα "Τραπεζική Λογιστική" στο ΤΕΙ Σερρών. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και εποπτείας από 15-2-1995. Στα δελτία αξιολόγησης βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με τέσσερα "εξαίρετος" και δέκα τρία "πολύ καλός", το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και οκτώ "πολύ καλός", το 2001 με δώδεκα "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα τέσσερα "εξαίρετος" και τρία "πολύ καλός".
Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος, για τον οποίο κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν προέκυψε καμία μεταβολή ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού, με τη σημείωση, απλώς, ότι για το έτος 2002 αξιολογήθηκε, επί δέκα τριών κριτηρίων, με 13 "εξαίρετος", και των αντίστοιχων προσόντων των ανωτέρω προταθέντων από αυτόν προς σύγκριση συναδέλφων του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Α) Έναντι του συγκρινόμενου ΑΑ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά επτά μήνες, περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά 5,5 έτη, περίπου, στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος σε μέτριο βαθμό, στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης Χαρτονομισμάτων από 1-12-1988, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Διαλογής και Καταμέτρησης στο Κεντρικό Κατάστημα από 8-6-2000, ήτοι ο ενάγων άσκησε ανώτερα υπεύθυνα καθήκοντα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα η ανάθεση στο συγκρινόμενο καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας σε χρόνο προγενέστερο (κατά δύο έτη περίπου), να μη αναιρεί την υπεροχή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο κριτήριο, καθώς επίσης και στη βαθμολογία, ελαφρά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", το 2001 με έντεκα "Εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και το 2002 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", ήτοι κατά το έτος 2000 ο ενάγων αξιολογήθηκε σ' όλα τα κριτήρια ως "εξαίρετος", και β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (αμφότεροι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου) και γ) υστερούσε στην επιμόρφωση ελαφρά (έξι σεμινάρια έναντι οκτώ του συγκρινόμενου).
Με βάση τα ανωτέρω, προκύπτει καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, αφού υπερέχει του συγκρινόμενου σε πέντε από τα επτά κριτήρια, στα οποία περιλαμβάνονται τα δύο βασικά κριτήρια της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας, αλλά και στο κριτήριο της ειδικής αρχαιότητας, στο οποίο υφίσταται, όπως αναφέρθηκε, μεγάλη υπεροχή του ενάγοντος (κατά 5,5 έτη), που υστερεί του συγκρινόμενου μόνο στο μη σημαντικό κριτήριο της επιμόρφωσης, ενώ ως προς το τρίτο αποφασιστικό κριτήριο των τίτλων σπουδών είναι ισοδύναμος του συγκρινόμενου.
Β) Έναντι του συγκρινόμενου ΒΒ, ο ενάγων α) υπερείχε κατά πολύ τόσο στη γενική όσο και στην ειδική αρχαιότητα(κατά οκτώ έτη και δέκα έτη, αντίστοιχα), στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τριών του συγκρινόμενου), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού μέχρι τις 12-5-1997, που ο συγκρινόμενος αποσπάστηκε, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος, ο ενάγων είχε ήδη ασκήσει καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος είχε ασκήσει μόνο τα υπεύθυνα καθήκοντα του αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας, με αποτέλεσμα, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί, ότι τα καθήκοντα του κατά τη διάρκεια της απόσπασης του στο Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος δεν ήσαν κατώτερα αυτών του Επιθεωρητή Α' αλλά ισότιμα με αυτά, και πάλι να προκύπτει υπεροχή του ενάγοντος ως προς το συγκεκριμένο κριτήριο, και β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (αμφότεροι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου) και στη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ, όσον αφορά στο κριτήριο της βαθμολογίας, το γεγονός ότι δεν συντάχθηκαν εκθέσεις αξιολόγησης για τα έτη 1999-2002, λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, δεν μπορεί να προσδώσει υπεροχή του ενάγοντος ως προς το συγκεκριμένο κριτήριο.
Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων υπερείχε του συγκρινόμενου στα ανωτέρω τέσσερα κριτήρια και ιδίως στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αλλά και στη γενική και την ειδική αρχαιότητα, όπου είναι προφανής η υπεροχή του έναντι του συγκρινόμενου (κατά οκτώ έτη και δέκα έτη, αντίστοιχα), χωρίς να υστερεί του τελευταίου σε κάποιο κριτήριο, η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου αποβαίνει καταφανής, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο συγκρινόμενος υπερτερεί στο κριτήριο των τίτλων σπουδών, λόγω του ότι είναι απόφοιτος ΚΑΤΕΕ, με τη σημείωση μάλιστα ότι ο ενάγων υπερείχε και ως προς τη λοιπή δραστηριότητα (συμμετοχή σε επιτροπές και ομάδες εργασίας κλπ) τουλάχιστον μέχρι την απόσπαση του συγκρινόμενου στο ΣΥΤΕ.
Γ) 'Εναντι του συγκρινόμενου ΓΓ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά τρία έτη περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά πεντέμισι έτη, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τριών), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο ενάγων είχε ασκήσει καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος μόνο από 18-6-2001 ανέλαβε τέτοια καθήκοντα, όταν αποσπάστηκε στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περίθαλψης ΣΥΤΕ ως Διευθυντής Διοικητικών Διαδικασιών, β) ήταν ισοδύναμος αυτού στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και γ) υστερούσε του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών (ελαφρά), αφού αμφότεροι είναι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου, αλλά ο συγκρινόμενος έχει φοιτήσει μέχρι το τρίτο έτος της Νομικής Σχολής, και στη βαθμολογία, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 και το 2002 με όλα εξαίρετος.
Όμως, ενόψει του ότι η ως άνω ελαφρά υπεροχή του συγκρινόμενου στους τίτλους σπουδών εξισορροπείται από την υπεροχή του ενάγοντος στην επιμόρφωση, η σημαντική υπεροχή του τελευταίου στο αποφασιστικό κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων καθώς και η μεγάλη υπεροχή αυτού στη γενική και ειδική αρχαιότητα, καθιστούν τη συνολική υπεροχή αυτού έναντι του συγκρινόμενου, παρά το ότι υστερεί αυτού στη βαθμολογία (μόνο των ετών 1999 και 2001), καταφανή, αφού ο ενάγων υπερέχει και στη λοιπή δραστηριότητα (εκπροσώπηση τράπεζας, συμμετοχή σε ομάδες και Επιτροπές εργασίας). ...
ΣΤ) Έναντι της συγκρινόμενης ΣΤ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα σημαντικά (κατά πέντε έτη περίπου),στην ειδική αρχαιότητα, επίσης σημαντικά (κατά πέντε έτη περίπου), στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων κατά πολύ, αφού ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ η συγκρινόμενη είχε ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένης Υπηρεσίας μόνο από 16-3-1995 ήτοι υποδεέστερα και για μικρότερο χρονικό διάστημα, καθώς και στην βαθμολογία ελαφρά, δεδομένου ότι ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ η συγκρινόμενη βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το 2000 με 14 "εξαίρετη" και 3 "πολύ καλή", το 2001 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή" και το 2002 με 16 "εξαίρετη" και 1 "πολύ καλή", ήτοι κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από τις ένδικες προαγωγές, ο ενάγων είχε αξιολογηθεί ως "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια, β) υστερούσε της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών, αφού η τελευταία είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν καλά την αγγλική γλώσσα, αλλά η συγκρινόμενη είναι κάτοχος και σχετικού διπλώματος, καθώς και στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι δέκα της συγκρινόμενης).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπεροχή της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών εξισορροπεί μεν πλήρως την υπεροχή του ενάγοντος στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, πλην όμως, η πολύ σημαντική υπεροχή του τελευταίου στα κριτήρια της γενικής αρχαιότητας και της ειδικής αρχαιότητας, σε συνδυασμό και με την ελαφρά υπεροχή αυτού στη βαθμολογία, καθιστούν τη συνολική υπεροχή του ενάγοντος, παρά την υστέρηση αυτού στα μη σημαντικά κριτήρια της γνώσης ξένης γλώσσας και της επιμόρφωσης, καταφανή, αφού ο ενάγων υπερέχει σαφώς και ως προς τη λοιπή δραστηριότητα (εκπροσώπηση τράπεζας, συμμετοχή σε διάφορες ομάδες και επιτροπές εργασίας).
Ζ) Έναντι του συγκρινόμενου ΖΖ ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά πολύ (ήτοι κατά εννέα έτη περίπου), στην ειδική αρχαιότητα επίσης κατά πολύ (ήτοι κατά επτά έτη) και στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια, έναντι κανενός του συγκρινόμενου), β) ήταν ισοδύναμος αυτού στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και γ) υστερούσε στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής.
Ως προς τα λοιπά δύο κριτήρια, της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας δεν μπορεί να γίνει σύγκριση, αφού, όπως αναφέρθηκε, λόγω διαδοχικών αποσπάσεων του συγκρινόμενου στον ΣΥΤΕ αυτός δεν ανέλαβε δέση ευθύνης και δεν αξιολογήθηκε για τα έτη 2001 και 2002, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν, προσδίδοντας αντίστοιχη υπεροχή του ενάγοντος.
Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη την πολύ μεγάλη, πράγματι, υπεροχή του ενάγοντος στη γενική και την ειδική αρχαιότητα(κατά εννέα και επτά έτη, αντίστοιχα),σε συνδυασμό και με τη σημαντική υπεροχή αυτού και στην επιμόρφωση, η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του συγκρινόμενου, παρά την υπεροχή του τελευταίου στους τίτλους σπουδών, καθίσταται καταφανής.
Η) Έναντι του συγκρινόμενου ΗΗ ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα, σημαντικά, κατά πέντε έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά τρία έτη περίπου, και στην άσκηση υπεύθυνων κάδη κοντών, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α '(ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-6-1995, Προϊσταμένου Υπηρεσίας Στατιστικής και Εποπτείας από 21-12-1995, β) ήταν ισοδύναμος του συγκρινόμενου στην γνώση ξένης γλώσσας, αφού και οι δύο γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχουν σχετικό τίτλο σπουδών, και στην επιμόρφωση (από έξι σεμινάρια έκαστος), και γ) υστερούσε αυτού στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, καθώς και στην βαθμολογία, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε σ' όλα τα έτη 1999 έως 2002 με 17 "εξαίρετος".
Ενόψει της ισοδυναμίας του ενάγοντος και του συγκρινόμενου στη γνώση ξένης γλώσσας και στην επιμόρφωση, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η υπεροχή του συγκρινόμενου στη βαθμολογία και τους τίτλους σπουδών εξουδετερώνει την υπεροχή του ενάγοντος στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και στην γενική αρχαιότητα, μόνη η υπεροχή του ενάγοντος στο κριτήριο της ειδικής αρχαιότητας κατά τρία έτη περίπου, καθιστά τη συνολική υπεροχή αυτού έναντι του συγκρινόμενου απλή και όχι καταφανή.
Θ) Έναντι του συγκρινόμενου ΘΘ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα κατά τρία έτη, περίπου, στην ειδική αρχαιότητα κατά τρία έτη, περίπου, στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος μέτρια, αλλά χωρίς να κατέχουν και οι δύο σχετικό τίτλο σπουδών, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι δύο του συγκρινόμενου), καθώς και στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Πράκτορα στο Πρακτορείο ...
από 2-1-1987, Προϊσταμένου Υπηρεσίας στο Τμήμα Διαλογής και Καταμέτρησης από 3-11-1994 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Ταμιακών Συναλλαγών από 8-6-2000, ήτοι ο ενάγων άσκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανώτερα υπεύθυνα καθήκοντα σε σχέση με το συγκρινόμενο, και β) υστερούσε στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, και στη βαθμολογία πολύ ελαφρά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999 με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το έτος 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με (14) "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός", το 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", το 2001 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός", το 2002 με 17 "εξαίρετος".
Ενόψει αυτών, είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει σε πέντε κριτήρια, έναντι δύο μόνο του συγκρινόμενου. 10) Έναντι του συγκρινόμενου ΚΚ, ο ενάγων α) υπερείχε στη γενική αρχαιότητα πάρα πολύ, ήτοι κατά δέκα τρία έτη περίπου, στην ειδική αρχαιότητα, ομοίως, κατά εννέα έτη, στην επιμόρφωση (έξι σεμινάρια έναντι τεσσάρων του συγκρινόμενου), στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Β' από το έτος 1990 και Επιθεωρητή Α' (ισότιμα με αυτά του προϊσταμένου Τμήματος) από 9-4-1997, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε μόνο καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15-2-1995, καθώς και στη βαθμολογία σημαντικά, αφού ο ενάγων αξιολογήθηκε για το 1999, με οκτώ "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός", για το έτος 2000 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", για το 2001 με έντεκα "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και για το 2002 με δέκα τρία "εξαίρετος", ενώ ο συγκρινόμενος βαθμολογήθηκε το έτος 1999 με τέσσερα "εξαίρετος" και δέκα τρία "πολύ καλός", το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και οκτώ "πολύ καλός", το 2001 με δώδεκα "εξαίρετος" και πέντε "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα τέσσερα "εξαίρετος" και τρία "πολύ καλός", και β) υστερούσε του συγκρινόμενου στη γνώση ξένης γλώσσας ελαφρά, αφού ο ενάγων γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ ο συγκρινόμενος επίσης καλά τη γερμανική, χωρίς να κατέχουν και οι δύο σχετικό τίτλο σπουδών, και στους τίτλους σπουδών, αφού ο συγκρινόμενος είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
Ενόψει των ανωτέρω, είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου, αφού υπερέχει σε πέντε κριτήρια, έναντι δύο μόνο του συγκρινόμενου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκύπτει, πράγματι, υπεροχή του ενάγοντος έναντι επτά από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, ήτοι των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΣΤ, ΖΖ, ΘΘ και ΚΚ, και μάλιστα υπεροχή καταφανής, δηλαδή τόσο σημαντική, που φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση των ως άνω προαχθέντων.
Επομένως, η παράλειψη του ενάγοντος κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003, αποτελεί περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων της καλής πίστεως και κατάφωρη αδικία και έτσι παρακωλύθηκε εκ μέρους της εναγομένης η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος. Η εναγομένη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι κατά τις ένδικες κρίσεις της 15-12-2003, και αν ακόμη δεν είχαν προαχθεί οι ανωτέρω προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον ενάγοντα, δεν θα είχε προαχθεί αυτός, αλλά οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ..., ..., ...
και ..., που υπερείχαν, έστω και απλά, του ενάγοντος και παρελείφθησαν και αυτοί κατά τις ίδιες ως άνω προαγωγικές κρίσεις, τον ισχυρισμό δε αυτό νόμιμα επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ενόψει, όμως, της υπεροχής του ενάγοντος έναντι επτά από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του, παρέλκει η σύγκριση αυτού με τους ως άνω αντιπροτεινόμενους, με την ένσταση της εναγομένης, τέσσερις συναδέλφους του, αφού η υπεροχή του έναντι επτά από τους προαχθέντες αρκεί για την πλήρωση της σχετικής αιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 207 ΑΚ καθόσον, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι οι τέσσερις αντιπροτεινόμενοι από την εναγομένη μη προαχθέντες υπάλληλοι υπερέχουν του ενάγοντος και πάλι παραμένουν τρεις θέσεις τη μία από τις οποίες καταλαμβάνει ο ενάγων.
Κατόπιν αυτών, δέχεται το Εφετείο, ότι η αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, είναι και ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη όφειλε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 15-12-2003". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κυρία βάση της, απέρριψε αυτήν κατά την βάση της εκείνη και στη συνέχεια, αφού απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 15-12-2003,δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ 1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής η δε προβληθείσα διακωλυτική ένσταση και αν ακόμη ήταν βάσιμη κατ' ουσία δε θα είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της με αριθμό 3565/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ