Supreme Court suspends appeal hearing pending full bench ruling on jurisdiction over public health workers' disputes.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding a labor dispute between a public health region and medical staff. The plaintiff argued that civil courts lacked jurisdiction over these specific public health workers, while the defendant contested this claim. The court deferred the decision to the full bench to ensure uniformity in the pending precedent case.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 249 para. 1 of the Code of Civil Procedure; When a case depends on a legal relationship or act subject to another pending civil or administrative suit, the court may suspend proceedings until that other suit concludes.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 947 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 947/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παρασκευής Γεωργίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Τ. του Β., … και 34) Σ. Σ. του Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 2368/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 439/2020 μη οριστική και 581/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-10-2022 (αρ. εκθ. καταθ. 982/80/2022) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών- διαφορών με αριθμ. 581/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της από 28-6-2018 έφεσης και των από 6-2-2020 προσθέτων λόγων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2368/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 1203/2023, 347/2021, 1125/2019).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-9-2019 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την κύρια βάση της κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί, εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και τέλος στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου), ισχυρίστηκαν ότι το εναγόμενο, μετά την μετάταξη/μεταφορά τους σε αυτό και την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις, τους κατέβαλλε αποδοχές μικρότερες των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, και δη αποδοχές Επιμελητή Α', εφαρμόζοντας μάλιστα τις αντισυνταγματικές περικοπές που επιβλήθηκαν με την διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.
α, β και γ του Ν. 4093/2012, καθώς επίσης εσφαλμένα υπολόγιζε το καταβαλλόμενο σ' αυτούς επίδομα χρόνου υπηρεσίας, και με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι τους οφείλονται, νομιμοτόκως, οι μηνιαίες μισθολογικές διαφορές που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή τους και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως και 31-12-2016.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 2368/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της εν μέρει κατ' ουσίαν.
Ακολούθως, μετά την άσκηση εφέσεως και προσθέτων λόγων από το εναγόμενο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, δεχόμενο ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρων 16 παρ. 1 εδ. α - δ και 17 παρ. 1 και 4, 18, 21 παρ. 2 και 25 του Ν. 4238/2014 και την με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 (Β'485) Κ.Υ.Α, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι έχουν ενταχθεί στο προσωπικό του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ σε οργανικές θέσεις ΠΕ ιατρών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, καθόσον αφορά στην οφειλή μισθολογικών διαφορών σε αυτούς από την εργασία τους στις μονάδες υγείας του εκκαλούντος, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης, στη συνέχεια δε, κρίνοντας ότι κατά το χρόνο ένταξής τους οι ενάγοντες θα έπρεπε να λαμβάνουν αποδοχές Διευθυντή και όχι Επιμελητή Α' (πλην τριών εξ αυτών, που δεν πληρούσαν το κριτήριο της προϋπηρεσίας), αφ' ετέρου ότι η διαμόρφωση των αποδοχών τους κατά τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 4093/2012 αντίκειται στις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, και, τέλος, ότι το χρονοεπίδομα εκάστου εξ αυτών θα έδει να υπολογιστεί επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκη, επιδίκασε στον καθένα, αναγνωριστικά, τα εκεί αναγραφόμενα ποσά, νομιμοτόκως.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 4 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, επικαλούμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι, μετά την αξιολόγηση και ένταξή τους στο προσωπικό του σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του κλάδου ΠΕ Ιατρών, που συστάθηκαν με την υπ' αριθμ.
Γ.Π./οικ.18936/26.2.2014 ΚΥΑ, στις οποίες μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν ως ιατρικό προσωπικό του ΕΟΠΥΥ, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014, από τις 31-12-2014 και εντεύθεν, με την υπ' αριθμ. ΔΑΑΔ 25913/35556/2014 (ΦΕΚ Β 3577/31-12-2014) Πράξη του Διοικητή του, που εκδόθηκε νομίμως, κατέχουν οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών ΕΣΥ, συνδεόμενοι έκτοτε μαζί του με εργασιακή σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς ως προς ανωτέρω αντιδίκους του και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο της έφεσής του.
Το ως άνω όμως ζήτημα, δηλαδή το εάν τα πολιτικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν μισθολογικές διαφορές ιατρών, οι οποίοι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και μεταφέρθηκαν/μετατάχθηκαν στον ΕΟΠΠΥ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.4238/2014, κατέχοντας πλέον, δυνάμει του άρθ. 50 παρ. 4 υποπ.Β1.ν.4305/2014, οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ.
σε διάφορες Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών όλης της χώρας (μετά την έκδοση της οικείας διαπιστωτικής πράξης της αντίστοιχης ΔΥΠΕ για την αυτοδίκαιη μετατροπή των οργανικών θέσεων μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικού προσωπικού σε οργανικές θέσεις κλάδου ειδικευμένων ιατρών του ΕΣΥ), ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, με την υπ' αριθμ. 662/2024 απόφαση του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση επί του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 662/2024 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ