Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
946/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive challenge to debt offset claim.

Geschäftsnummer 946/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment regarding a debt offset claim. The appellants argued that the lower court failed to verify specific loan details before allowing the offset, but the court found this argument baseless. The court ruled that the offset was valid based on the debtor's unilateral declaration and the clear evidence of the debt's maturity and amount.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 440, 441, 442 of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: A procedural objection is inadmissible if it improperly attacks the court's substantive judgment on the merits.

Schlagwörter

KI-generiert
procedural objection inadmissible appeal debt offset substantive judgment unilateral declaration legal costs appeal dismissal Entzug der unentgeltlichen Rechtspflege

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 82(3)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 81(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 440, 441, 442 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 946 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 946/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Ι. - Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5) Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Χ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Α. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 8) Γ. Α. του Β., κατοίκου ..., 9) Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 10) Κ Γ. του Π., κατοίκου ..., 11) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 12) Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 13) Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 14) Θ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 15) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 16) Φ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 17) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 18) Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 19) Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μη Κερδοσκοπικού Σωματείου με την επωνυμία "..." και σε συντομογραφία "....", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασιλική Κουζιώρτη - Στεργίου και Ανέστη Αϊβαζίδη, που κατέθεσαν προτάσεις.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων στην κατ' έφεση δίκη, υπέρ του αναιρεσιβλήτου: 1)Λ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 2)Ι. Ι. του Β., κατοίκου ..., 3)Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 4)Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., και 5)Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15181/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 358/2017 μη οριστική και 474/2018 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/4/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 82 εδ. γ` Κ.Πολ.Δ., αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη της παρ.3 εδ. α` του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται, ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται, ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρ. 568 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβαίνοντος, για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον 'Αρειο Πάγο (ΑΠ 194/2016, ΑΠ 910/2013, ΑΠ 1462/2011, Α.Π. 445/2009).

2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.: α) ο Λ. Λ., β)ο Ι. Ι., γ)η Ε. Π., δ)ο Κ. Κ. και ε) η Ε. Μ., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, είχαν παρέμβει προσθέτως στο Εφετείο υπέρ του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, και είχαν παρασταθεί με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Ελευθερίου, και έπρεπε να κληθούν, για να παραστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.

Όπως δε προκύπτει από τις με αριθμούς ...28,...29,...30,...31 και ...32/17-7-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Γ. Λ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 27-4-2018 αίτησης αναίρεσης αυτού με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 12-2-2019, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους προσθέτως παρεμβαίνοντες.

Εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους.

3. Φέρεται προς συζήτηση η από 27-4-2018 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 474/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 17-12-2015(με αριθμό κατάθεσης 4314/2015) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και συνεκδίκασής της με την από 22-6-2017 πρόσθετη υπέρ του τελευταίου παρέμβαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η ανωτέρω έφεση του εναγομένου και η πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, 15181/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και με την οποία είχε γίνει εν όλω δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 26-9-2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Μετά δε εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω αποφάσεως, και αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους ενάγοντες που εκεί αναφέρονται, στην συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες αυτούς τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής και του προσθέτου λόγου(άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

4. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την από 26.9.2013 (και με αρ. εκθέσεως καταθέσεως 23979/2013) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίζονται ότι εργάσθηκαν και έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί ως μόνιμοι μισθωτοί υπάλληλοι των επιχειρήσεων του Ομίλου ...

και ότι μέχρι τη συνταξιοδότηση τους ήταν μέλη του εναγόμενου αλληλοβοηθητικού σωματείου, στους σκοπούς του οποίου ανάγεται και η καταβολή εφάπαξ χρηματικής ενίσχυσης στα μέλη του, που εξέρχονται της υπηρεσίας, λόγω συνταξιοδότησης, για την οποία (εφάπαξ ενίσχυση) τους παρακρατούσαν τις αναφερόμενες στο δικόγραφο εισφορές από το μηνιαίο μισθό τους.

Ότι, παρά το γεγονός πως υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις, το Δ. Σ. του εναγόμενου σωματείου δεν τους χορήγησε εντός τριών μηνών - όπως προβλέπει το καταστατικό - τις αναλυτικώς εκτιθέμενες δικαιούμενες εφάπαξ ενισχύσεις με βάση τα εκτιθέμενα έτη εργασίας καθενός. Με βάση τα προαναφερόμενα, οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως παραδεκτά (άρθρο 223 ΚΠολΔ) διόρθωσαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το αίτημα της αγωγής τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο με απόφαση προσωρινά εκτελεστή αφενός μεν να εκδώσει δια του Δ.Σ.

του απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, αφετέρου δε να τους καταβάλει: στον 1° ενάγοντα το ποσό των 34.862,25 €, στον 2° ενάγοντα το ποσό των 40.436,15 €, στον 3° ενάγοντα το ποσό των 42.665,71 €, στον 4° ενάγοντα το ποσό των 38.409,25 €, στον 5° ενάγοντα το ποσό των 36.686,45 €, στον 6° ενάγοντα το ποσό των 28.882,98 €, στην 711 ενάγουσα το ποσό των 36.281,13 €, στον 8° ενάγοντα το ποσό των 37.091,85 €, στον 9° ενάγοντα το ποσό των 33.038,07 €, στον 11° ενάγοντα το ποσό των 19.762,04 €, στον 12° ενάγοντα το ποσό των 26.653,42 €, στον 13° ενάγοντα το ποσό των 32.430 €, στον 14° ενάγοντα το ποσό των 31.011,20 €, στον 15° ενάγοντα το ποσό των 27.464,16 €, στον 16° ενάγοντα το ποσό των 36.787,80 €, στον 17° ενάγοντα το ποσό των 42.665,73 €, στον 18° ενάγοντα το ποσό των 26.450,73 €, στον 19° ενάγοντα το ποσό των 26.768,19 € και στον 20° ενάγοντα το ποσό των 36.889,13 €, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου οι προαναφερόμενοι πέντε (5) εργαζόμενοι του Ομίλου ..., του οποίου είναι μέλη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού διέταξε τη συνεκδίκαση της πρόσθετης παρέμβασης με την αγωγή, κατάργησε τη δίκη ως προς την 10η ενάγουσα, απέρριψε, ως μη νόμιμο το αίτημα, περί της υποχρέωσης του ΔΣ του εναγόμενου σωματείου να λάβει απόφαση, για τη χορήγηση των επίδικων εφάπαξ βοηθημάτων, δεδομένου, ότι δεν υφίσταντο εν προκειμένω οι προϋποθέσεις, για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, δέχθηκε περαιτέρω την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στον κάθε ενάγοντα τα παραπάνω αιτούμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και απέρριψε την προφορικά ασκηθείσα υπέρ του εναγομένου πρόσθετη παρέμβαση.

Κατά της απόφασης άσκησε έφεση το εναγόμενο. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη , η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς μερικούς ενάγοντες και υποχρέωσε το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά νομιμότοκα με τις εκεί διακρίσεις ποσά που εκεί αναφέρονται νομιμότοκα, και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς, πλην του κεφαλαίου των τόκων και ως προς αυτούς.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες. 5. Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (ΑΠ 911/1980).

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (ΟλΑΠ 927/1982 και ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 63/2000, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 398/2008).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινος στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 334/2015).

Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας -στην περίπτωση αυτή- η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990).

Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν, από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνον του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη προβλέψεως επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί.

Δηλαδή το άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 1290/2011).

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρ. 388 ΑΚ προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως ή λύσεως αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής.

Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ. Έτσι τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η μεταβολή της αξίας του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, εφόσον δεν υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο, ώστε να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή η γενική οικονομική κρίση με την επιβολή μέτρων λιτότητας, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δυνάμεως των καταναλωτών, δεν αποτελούν περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως σε οικονομίες, όπως η ελληνική, στις οποίες είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας (ΑΠ 1171/2004).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ό,τι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 1009/2010) 6.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Άπαντες οι ενάγοντες είναι ήδη συνταξιούχοι του Ι.Κ.Α., καθένας δε απ' αυτούς εργάστηκε και συνταξιοδοτήθηκε ως μόνιμος μισθωτός υπάλληλος των επιχειρήσεων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε." (.... Α.Ε.), που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια, ενώ το εναγόμενο Ταμείο (....) αποτελεί σωματείο, το οποίο συστάθηκε με την υπ' αριθ. 19/1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Αναγνωρισμένων Σωματείων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθ. 1056, στο οποίο η "....

Α.Ε." κατέβαλε, για λογαριασμό των εργαζομένων σ' αυτή, τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές και εισφορές εργαζομένων. Το εναγόμενο αυτό Ταμείο, το οποίο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση της σκέψης, λειτουργεί ως σωματείο, είναι αυτόνομο και αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο, έχει σκοπό του τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος και μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στα μέλη του, που αποχωρούν από την υπηρεσία, υπαλλήλους της "....

Α.Ε.", εφόσον θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης, από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα ή από οιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, κατά την επέλευση των ασφαλιστικών κινδύνων, που ορίζονται από το καταστατικό του και εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες απ' αυτό προϋποθέσεις (βλ. άρθρ. 2 του καταστατικού του εναγομένου).

Τα μέλη του ασφαλίζονται σε δύο κλάδους, τον κλάδο εφάπαξ και τον κλάδο επικουρικής σύνταξης και οι πόροι του, για κάθε κλάδο είναι οι εξής : εισφορές από τους μισθούς των μελών του εναγόμενου συνολικού ποσοστού ύψους 4%, αποτελούμενου κατά ποσοστό 3% από εισφορές των εργαζομένων και κατά ποσοστό 1% από εργοδοτικές εισφορές, από κάθε είδους δωρεές, κληροδοτήματα και γενικά, κάθε έσοδο, που εισφέρεται νόμιμα στο εναγόμενο και κάθε άλλο νόμιμο έσοδο αυτού (βλ.

άρθρ. 6 του καταστατικού του εναγομένου). Τα δε ποσά που συγκεντρώνονται, για τον σκοπό αυτό, κατατίθενται σε ιδιαίτερο λογαριασμό, που τηρεί το εναγόμενο, καλούμενο "... ....". Σημειώνεται, ότι ο έτερος λογαριασμός, που τηρούσε το εναγόμενο, είχε την ονομασία "... ..." και αποσκοπούσε, όπως υποδηλώνει και η ονομασία του, στην καταβολή επικουρικής σύνταξης στα μέλη του.

Ο λογαριασμός αυτός καταργήθηκε, με την από 24-8-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου και ακολούθως με το άρθρο 29 του Ν. 4325/2015 (ΦΕΚ 47/11-5-2015 - τεύχος Α') ορίστηκε, ότι οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι του εναγομένου Ταμείου, που ήταν δικαιούχοι του λογαριασμού αυτού, υπάγονται πλέον υποχρεωτικά στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης(τέως ΕΤΕΑΜ).

Τα δε περί επικουρικής σύνταξης και εφάπαξ παροχών του εναγομένου Ταμείου ρυθμίζονται από τα άρθρα 6,19 και 20 του Καταστατικού του. Ειδικότερα με βάση το άρθρο 20 του εν λόγω Καταστατικού, το εφάπαξ βοήθημα καθορίζεται, με βάση αναλογιστική μελέτη και κανονισμό, που προκαλείται τακτικά από το Δ. Σ. και συντάσσεται από ειδικούς αναλογιστές και εγκρίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, καταβάλλεται δε, εφόσον υπάρχουν οι σχετικές νόμιμες προϋποθέσεις, με απόφαση του Δ.Σ.

του Ταμείου, που επιβάλλεται να ληφθεί εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών, από την υποβολή της σχετικής αίτησης του μέλους. Το ύψος δε του βοηθήματος καθορίζεται ως εξής: Με βάση το ήμισυ (50%) του ανωτάτου ορίου των ασφαλιστέων αποδοχών (ανώτατης ασφαλιστικής κλίμακας) των παλαιών ασφαλισμένων (εισαχθέντων στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης - πλην Ο.Γ.Α. - μέχρι 31/12/1992), όπως αυτό είχε προσδιορισθεί και ίσχυε, κατά τον χρόνο συνταξιοδότησης (εν προκειμένω, για συνταξιοδοτούμενους μεταξύ Ιουνίου 2011 και Οκτωβρίου 2012), δηλαδή, όπως ορίσθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4093/2012 από την υπ' αριθ. 13/1-3-2013 Εγκύκλιο του Ι.Κ.Α. -ΕΤΑΜ. (2.432,25 Ευρώ: 2=) με βάση το ποσό των 1.216,125 Ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο με τον συνολικώς βεβαιωθέντα χρόνο, για τον οποίο ο συνταξιοδοτούμενος υπήρξε ασφαλισμένος στον κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ) του εναγόμενου (Ταμείου Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων ... - ....).

Οι ενάγοντες αμέσως μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, που είχαν με την ".... Α.Ε.", λόγω συνταξιοδοτήσεως, υπέβαλαν αιτήσεις προς το εναγόμενο Ταμείο, προκειμένου να τους καταβληθεί το εφάπαξ, το οποίο ωστόσο δεν τους καταβλήθηκε μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής. Όπως προαναφέρθηκε, με βάση το άρθρο 20 του Καταστατικού του εναγομένου, το εφάπαξ βοήθημα καθορίζεται, με βάση αναλογιστική μελέτη και κανονισμό, που προκαλείται τακτικά από το Δ.

Σ. και συντάσσεται από ειδικούς αναλογιστές και εγκρίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Το εναγόμενο Ταμείο, πριν ακόμα οι ενάγοντες υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις τους για την καταβολή σ' αυτούς των αιτούμενων με την ένδικη αγωγή ποσών εφάπαξ και δη αρχές του έτους 2011, ανέθεσε, για την αποτίμηση των υποχρεώσεων του, που προέκυπταν από την εφάπαξ και από την συνταξιοδοτική παροχή αυτού και για την σύνταξη αναλογιστικού Ισοζυγίου κάθε φορέα, με σκοπό την εκτίμηση της μακροχρόνιας ισορροπίας του, σύμφωνα με τα υπάρχοντα συστήματα παροχών, στην εδρεύουσα στην ….

εταιρία με τον τίτλο "..." τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης. Πράγματι συντάχθηκε από την τελευταία, με ημερομηνία αποτίμησης η 31 Μαΐου του έτους 2011, η από 13 Ιουλίου 2011 Αναλογιστική Μελέτη, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός πρόνοιας (εφ' άπαξ βοήθημα) είναι οριακά πλεονασματικός σε αντίθεση με την επικουρική σύνταξη, όπου το αναλογιστικό έλλειμμα είναι περίπου δυόμισι φορές του ενεργητικού του Ταμείου, προτάθηκαν δε μειώσεις στο λογαριασμό επικουρικής σύνταξης, με σκοπό να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου, ενώ σημειώθηκε ότι η σχέση μεταξύ ασφαλισμένων και συνταξιούχων ήταν 1 : 4, δηλαδή 1 ενεργός για 4 συνταξιούχους, ότι η σχέση αυτή είναι μία από τις δυσμενέστερες περιπτώσεις σε επικουρικό φορέα ασφάλισης για την ελληνική πραγματικότητα και ότι η ελλειμματική κατάσταση στο Λογαριασμό Πρόνοιας οφείλεται στην χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει τα θεμελιωμένα δικαιώματα των ασφαλισμένων.

Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε ότι έκτοτε η βιωσιμότητα του εναγομένου ταμείου διαταράχθηκε από διάφορα γεγονότα, μεταξύ των οποίων οι περικοπές των μισθών των εργαζομένων στην .... Α.Ε. και ασφαλισμένων συγχρόνως του Ταμείου, της τάξης του 8%, που είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση των εισφορών, τις οποίες εισέπραττε το εναγόμενο Ταμείο, οι πρόωρες αποχωρήσεις- απολύσεις και εθελούσιες πρόωρες αποχωρήσεις- και συνταξιοδοτήσεις των εργαζομένων, που και αυτό επέφερε πρόωρες και μη αναμενόμενες διαγραφές ασφαλισμένων στο εναγόμενο Ταμείο, το γεγονός ότι για την ....

Α.Ε. τέθηκε σε εφαρμογή και πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, στο οποίο εντάχθηκαν στις 5.2.2012 ακόμη 51 εργαζόμενοι-ασφαλισμένοι του εναγομένου Ταμείου, οι ομαδικές αιτήσεις διαγραφής από τον κλάδο σύνταξης και τον κλάδο πρόνοιας πολλών μελών αυτού, που είχε σαν συνέπεια την επιβάρυνση της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου Ταμείου, και τέλος, το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης της χώρας (ΡSI), η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως είναι ήδη γνωστό στο παρόν Δικαστήριο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), τον Μάρτιο του έτους 2012 και είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση "κούρεμα", κατά ποσοστό 53,5%, των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατείχε το εναγόμενο Ταμείο, ύψους 5.883.78,15 ευρώ (μείωση ύψους 2.960.710 ευρώ).

Επιπλέον το εναγόμενο Ταμείο με αιτήματα στο Υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε οριστική διάλυση ο Κλάδος Επικουρικής Σύνταξης, στον οποίον, όπως προεκτέθηκε, το αναλογιστικό έλλειμμα ήταν περίπου δυόμισι φορές του ενεργητικού του, ζήτησε την ένταξη και απορρόφηση του Κλάδου αυτού από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), με τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης προς το τελευταίο και του τμήματος των περιουσιακών στοιχείων, που είχε σχηματιστεί για τον κλάδο αυτό, κατά την κοινή συμφωνία των δύο Ταμείων, που ανερχόταν σε ποσοστό 60% επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο 40% θα αντιστοιχούσε στον κλάδο πρόνοιας (εφ' άπαξ βοήθημα).

Προ αυτής της καταστάσεως με την από 18.6.2011 απόφαση της Γ.Σ. των μελών του εναγομένου Ταμείου αποφασίστηκε και εγκρίθηκε η μείωση της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, που αυτό χορηγούσε σε όλους τους ενεργούς συνταξιούχους, αλλά και των μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ενεργών ασφαλισμένων του, κατά ποσοστό 62% και δη αναδρομικά από 1.5.2011, ενώ με την από 17.12.2011 απόφαση της Γ.Σ.

αυτού αποφασίστηκε να επεκταθεί ο χρόνος των τριών (3) μηνών, που ορίζει το καταστατικό για τη λήψη απόφασης απονομής του εφ' άπαξ βοηθήματος, σε δύο χρόνια από την ημερομηνία διαγραφής του μέλους από την ".... Α.Ε.", προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου, ενώ, εφόσον συνεχίζονταν οι προσπάθειες για την ένταξη του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης στο ΕΤΕΑ δεν ήταν δυνατή η σύνταξη νεότερης επικαιροποιημένης αναλογιστικής μελέτης για την προσαρμογή του ύψους του εφάπαξ βοηθήματος στις οικονομικές δυνατότητες του εναγομένου Ταμείου, αφού δεν μπορούσε να είναι γνωστό εκ των προτέρων το ακριβές ποσοστό της περιουσίας του εναγομένου Ταμείου, το οποίο θα μεταβιβαζόταν στο ΕΤΕΑ και θα προέκυπτε μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις.

Τελικά η συγχώνευση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του εναγομένου Ταμείου στο ΕΤΕΑΜ και ήδη ΕΤΕΑ (Ν.4052/2012) επήλθε με το άρθρο 29 Ν. 4325/2015, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το οποίο με τη συγχώνευση θα μεταβιβαστεί εκ του νόμου στο ΕΤΕΑ το 60% της συνολικής (κινητής και ακίνητης) περιουσίας, που αντιστοιχεί στο ενεργητικό και το παθητικό του καταργούμενου Κλάδου και με την από 14.6.2016 με αριθ.

πρωτ. Β/20021/23207/1322 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίστηκε ότι : "Από την ως άνω κατανομή του ποσοστού 60% εξαιρούνται τα διαθέσιμα που είχε στην κατοχή του το ΤΑΥΕΒΖ στις 29.5.2015, προκειμένου να καταβάλλει τις συντάξεις και τις λοιπές παροχές μέχρι 31.5.2016.". Μετά δε απ' αυτά, κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου Ταμείου, δόθηκε εντολή στην ίδια ως άνω εταιρία "...", να συντάξει νέα αναλογιστική μελέτη, η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2016 και την οποίαν νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, λαμβάνεται δε υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 529 ΚΠολΔ, εφόσον κρίνεται ότι η παράλειψη προσκομιδής της στην Πρωτοβάθμια δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια του εναγομένου, αφού αυτή συντάχθηκε μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

Η εν λόγω αναλογιστική μελέτη κατέληξε, εκτός των άλλων, στο συμπέρασμα ότι "Ο Λογαριασμός πρόνοιας με την ισχύουσα μορφή είναι ελλειμματικός, γεγονός που οφείλεται κυρίως στη χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των οφειλών του Ταμείου στις 30.6.2016. Αν δεν ληφθούν υπόψη οι αγωγές που έχουν κατατεθεί από ορισμένα μέλη, τότε προκειμένου να μηδενιστεί το έλλειμμα του Ταμείου απαιτείται μείωση παροχών κατά 38,9%, έναντι 48,6% στην περίπτωση, που ευοδωθούν οι αγωγές......

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, των ενεργειών της εργοδότριας επιχείρησης "ΕΒΖ. Α. Ε.", της ένταξης του Κλάδου Επικουρικής Σύνταξης στο ΕΤΕΑ και της εξ αυτής μείωσης της συνολικής (κινητής και ακίνητης) περιουσίας του εναγομένου Ταμείου κατά ποσοστό 60%, του ΡSI τον Μάρτιο του έτους 2012, συντρέχουν ειδικές συνθήκες με βάση τις οποίες μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου Ταμείου και δη της καταβολής ολόκληρου του αιτούμενου ποσού εφάπαξ στους ενάγοντες ασφαλισμένους του με βάση την αναλογιστική μελέτη του έτους 2011, η οποία θα επιφέρει δυσβάστακτη ζημία σ' αυτό, που υπερβαίνει τον κίνδυνο, που αυτό ανέλαβε το θέρος του έτους 2011, όταν κάτω από τις επικρατούσες αρχές του έτους 2011 συνηθισμένες συνθήκες, ενέκρινε την αναλογιστική ως άνω μελέτη από 13 Ιουλίου του 2011 και ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής ολοκλήρου του ποσού του εφάπαξ, οι οποίες όμως (συνθήκες), όπως προαναφέρθηκε, μεταβλήθηκαν απρόοπτα, η εμμονή δε των εναγόντων στην καταβολή ολόκληρου του ποσού του εφάπαξ είναι αντίθετη προς την εντιμότητα και ευθύτητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές.

Αφού, λοιπόν συνεκτιμηθεί και η ανάγκη για την ασφάλεια των συναλλαγών επιβάλλεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να μειωθεί το αιτούμενο ποσό εφάπαξ κατά 35%, καθόσον κρίνεται ότι με την μείωση αυτή, η οποία, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και η "από Οκτώβριος 2016" Αναλογιστική Μελέτη, η οποία συντάχθηκε μετά από σχετική εντολή του Δ.

Σ. του εναγομένου Ταμείου και αποτυπώνει την πραγματική οικονομική κατάσταση του στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (2016), κρίνεται εύλογη και δίκαιη, αποκαθιστώσα την καλή πίστη, η οποία διαταράχθηκε. Άλλωστε με την παραπάνω μείωση επέρχεται η προστασία της βιωσιμότητας του τελευταίου, που αποτελεί υποχρέωση του, κατά τρόπο ώστε αν διαπιστωθεί μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η οποία μεταβολή εγκυμονεί κινδύνους για την βιωσιμότητα αυτού, πρέπει να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ των οποίων και η μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι εφάπαξ παροχές, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτού (πρβλ και ΟλΣτΕ 734/2016)".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την νομίμως προβληθείσα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση του εναγομένου, η οποία απορρίφθηκε σιγή απ'αυτό, την οποία επανέφερε και με σχετικό λόγο έφεσης του ενώπιον του Εφετείου, στηριζομένη στο άρθρο 288 ΑΚ, με την οποία ισχυριζόταν ότι υπήρχαν ειδικές συνθήκες, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋπόθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής του, ήτοι του εφάπαξ βοηθήματος προς τους ενάγοντες, στο μέτρο, που είχε συμφωνηθεί και είχε οριστεί με βάση την αναλογιστική μελέτη του έτους 2011 και δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές την μείωση της(παροχής) κατά ποσοστό 53,50 % για καθένα απ'αυτούς (ενάγοντες), καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ανάγκη προσαρμογής της στις αρχές της καλής πίστης, και στην συνέχεια το Εφετείο προσδιόρισε το ύψος της μείωσης αυτής του εφάπαξ βοηθήματος μετά την αναλογιστική μελέτη του έτους 2016, κατά μερική παραδοχή του εν λόγω αιτήματος του εναγομένου-εκκαλούντος στο ποσοστό των 35 %.

Με τις παραδοχές το Εφετείο ότι :1)με βάση το άρθρο 20 του Καταστατικού του εναγομένου, το εφάπαξ βοήθημα καθορίζεται, με βάση αναλογιστική μελέτη και κανονισμό, που προκαλείται τακτικά από το Δ. Σ. και συντάσσεται από ειδικούς αναλογιστές και εγκρίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, 2) το εναγόμενο Ταμείο, πριν ακόμα οι ενάγοντες υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις τους για την καταβολή σ' αυτούς των αιτούμενων με την ένδικη αγωγή ποσών εφάπαξ και δη αρχές του έτους 2011, ανέθεσε, για την αποτίμηση των υποχρεώσεών του, που προέκυπταν από την εφάπαξ και από την συνταξιοδοτική παροχή αυτού και για την σύνταξη αναλογιστικού Ισοζυγίου κάθε φορέα, με σκοπό την εκτίμηση της μακροχρόνιας ισορροπίας του, σύμφωνα με τα υπάρχοντα συστήματα παροχών, στην εδρεύουσα στην … εταιρία με τον τίτλο "..." τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, 3) συντάχθηκε από την τελευταία, με ημερομηνία αποτίμησης η 31 Μαΐου του έτους 2011, η από 13 Ιουλίου 2011 Αναλογιστική Μελέτη, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα:

α)ότι ο λογαριασμός πρόνοιας (εφ' άπαξ βοήθημα) είναι οριακά πλεονασματικός σε αντίθεση με την επικουρική σύνταξη, όπου το αναλογιστικό έλλειμμα είναι περίπου δυόμισι φορές του ενεργητικού του Ταμείου, β)ότι προτάθηκαν μειώσεις στο λογαριασμό επικουρικής σύνταξης, με σκοπό να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου, γ) ότι σημειώθηκε ότι η σχέση μεταξύ ασφαλισμένων και συνταξιούχων ήταν 1 : 4, δηλαδή 1 ενεργός για 4 συνταξιούχους, δ)ότι η σχέση αυτή είναι μία από τις δυσμενέστερες περιπτώσεις σε επικουρικό φορέα ασφάλισης για την ελληνική πραγματικότητα και ότι η ελλειμματική κατάσταση στο Λογαριασμό Πρόνοιας οφείλεται στην χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει τα θεμελιωμένα δικαιώματα των ασφαλισμένων και περαιτέρω 4) ότι έκτοτε η βιωσιμότητα του εναγομένου ταμείου διαταράχθηκε από διάφορα γεγονότα, μεταξύ των οποίων ήσαν οι περικοπές των μισθών των εργαζομένων στην ....

Α.Ε. και ασφαλισμένων συγχρόνως του Ταμείου, της τάξης του 8%, που είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση των εισφορών, τις οποίες εισέπραττε το εναγόμενο Ταμείο, οι πρόωρες αποχωρήσεις- απολύσεις και εθελούσιες πρόωρες αποχωρήσεις- και συνταξιοδοτήσεις των εργαζομένων, που και αυτό επέφερε πρόωρες και μη αναμενόμενες διαγραφές ασφαλισμένων στο εναγόμενο Ταμείο, το γεγονός ότι για την ....

Α.Ε. τέθηκε σε εφαρμογή και πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, στο οποίο εντάχθηκαν στις 5.2.2012 ακόμη 51 εργαζόμενοι-ασφαλισμένοι του εναγομένου Ταμείου, οι ομαδικές αιτήσεις διαγραφής από τον κλάδο σύνταξης και τον κλάδο πρόνοιας πολλών μελών αυτού, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου Ταμείου, και τέλος, ότι το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης της χώρας (ΡSI), η οποία πραγματοποιήθηκε, τον Μάρτιο του έτους 2012 και είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση "κούρεμα", κατά ποσοστό 53,5%, των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατείχε το εναγόμενο Ταμείο, ύψους 5.883.78,15 ευρώ (μείωση ύψους 2.960.710 ευρώ), 5) ότι το εναγόμενο Ταμείο με αιτήματα στο Υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε οριστική διάλυση ο Κλάδος Επικουρικής Σύνταξης ζήτησε την ένταξη και απορρόφηση του Κλάδου αυτού από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), με τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης προς το τελευταίο και του τμήματος των περιουσιακών στοιχείων, που είχε σχηματιστεί για τον κλάδο αυτό, κατά την κοινή συμφωνία των δύο Ταμείων, που ανερχόταν σε ποσοστό 60% επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο 40% θα αντιστοιχούσε στον κλάδο πρόνοιας (εφ' άπαξ βοήθημα), 6) ότι με την από 18.6.2011 απόφαση της Γ.

Σ. των μελών του εναγομένου Ταμείου αποφασίστηκε και εγκρίθηκε η μείωση της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, που αυτό χορηγούσε σε όλους τους ενεργούς συνταξιούχους, αλλά και των μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ενεργών ασφαλισμένων του, κατά ποσοστό 62% και δη αναδρομικά από 1.5.2011, ενώ με την από 17.12.2011 απόφαση της Γ.Σ.

αυτού αποφασίστηκε να επεκταθεί ο χρόνος των τριών (3) μηνών, που ορίζει το καταστατικό για τη λήψη απόφασης απονομής του εφ' άπαξ βοηθήματος, σε δύο χρόνια από την ημερομηνία διαγραφής του μέλους από την ".... Α.Ε.", προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου, 7) ότι τελικά η συγχώνευση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του εναγομένου Ταμείου στο ΕΤΕΑΜ και ήδη ΕΤΕΑ (Ν.4052/2012) επήλθε με το άρθρο 29 Ν. 4325/2015, σύμφωνα με το οποίο με τη συγχώνευση θα μεταβιβαστεί εκ του νόμου στο ΕΤΕΑ το 60% της συνολικής (κινητής και ακίνητης) περιουσίας, που αντιστοιχεί στο ενεργητικό και το παθητικό του καταργούμενου Κλάδου και με την από 14.6.2016 με αριθ.

πρωτ. Β/20021/23207/1322 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίστηκε ότι : "Από την ως άνω κατανομή του ποσοστού 60% εξαιρούνται τα διαθέσιμα που είχε στην κατοχή του το ΤΑΥΕΒΖ στις 29.5.2015, προκειμένου να καταβάλλει τις συντάξεις και τις λοιπές παροχές μέχρι 31.5.2016.", 8) ότι κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου Ταμείου, δόθηκε εντολή στην ίδια ως άνω εταιρία "...", να συντάξει νέα αναλογιστική μελέτη, η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2016 η οποία κατέληξε, εκτός των άλλων, στο συμπέρασμα ότι "Ο Λογαριασμός πρόνοιας με την ισχύουσα μορφή είναι ελλειμματικός γεγονός, που οφείλεται κυρίως στη χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των οφειλών του Ταμείου στις 30.6.2016 και ότι αν δεν ληφθούν υπόψη οι αγωγές που έχουν κατατεθεί από ορισμένα μέλη, τότε προκειμένου να μηδενιστεί το έλλειμμα του Ταμείου απαιτείται μείωση παροχών κατά 38,9%, έναντι 48,6% στην περίπτωση, που ευοδωθούν οι αγωγές......

και στην συνέχεια με την κρίση του το Εφετείο ότι με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει α) ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν ειδικές συνθήκες με βάση τις οποίες μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου Ταμείου και δη της καταβολής ολόκληρου του αιτούμενου ποσού εφάπαξ στους ενάγοντες ασφαλισμένους του με βάση την αναλογιστική μελέτη του έτους 2011, β) ότι αυτή (η καταβολή) θα επιφέρει δυσβάστακτη ζημία σ' αυτό, που υπερβαίνει τον κίνδυνο, που αυτό ανέλαβε το θέρος του έτους 2011, όταν κάτω από τις επικρατούσες αρχές του έτους 2011 συνηθισμένες συνθήκες, ενέκρινε την αναλογιστική ως άνω μελέτη από 13 Ιουλίου του 2011 και ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής ολοκλήρου του ποσού του εφάπαξ, οι οποίες όμως (συνθήκες), μεταβλήθηκαν απρόοπτα, γ) ότι πληρωμή στους ενάγοντες ολοκλήρου του ποσού του εφάπαξ είναι αντίθετη προς την εντιμότητα και ευθύτητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και δ) ότι αφού συνεκτιμηθεί και η ανάγκη για την ασφάλεια των συναλλαγών επιβάλλεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να μειωθεί το αιτούμενο ποσό εφάπαξ κατά 35%, καθόσον κρίνεται ότι με την μείωση αυτή, η οποία, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και η "από Οκτωβρίου 2016" Αναλογιστική Μελέτη, η οποία αποτυπώνει την πραγματική οικονομική κατάσταση του εναγομένου στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (2016), κρίνεται εύλογη και δίκαιη, αποκαθιστώσα την καλή πίστη, η οποία διαταράχθηκε και ε) με την παραπάνω μείωση επέρχεται η προστασία της βιωσιμότητας του τελευταίου, που αποτελεί υποχρέωσή του, κατά τρόπο ώστε αν διαπιστωθεί μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η οποία μεταβολή εγκυμονεί κινδύνους για την βιωσιμότητα αυτού, πρέπει να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ των οποίων και η μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι εφάπαξ παροχές, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτού, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος περί της αρχής της ισότητας και 288 ΑΚ, ερμήνευσε και εφάρμοσε και η απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται επαρκώς και με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη επί του ζητήματος της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τους πρώτο κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο λόγους της αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 7.

Από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, και ότι οι ενστάσεις του εναγομένου που είχαν προταθεί πρωτοδίκως και απορριφθεί, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτοι. 'Αλλως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.

Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.πολ.Δ παραδεκτώς προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του (ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 821/1998) (ΚΠολΔ 527, AΠ 194/2012, AΠ 88/2011, ΑΠ 1372/2010, AΠ 1308/2006, AΠ 821/1998). 8.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη οι αναιρεσείοντες την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί εξοφλήσεως ή συμψηφισμού (441 και 416 ΑΚ) του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που υποβλήθηκε απαράδεκτα κατ'άρθρο 527 ΚΠολΔ το πρώτον απ'αυτό με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και ότι δίκασε περισσότερα απ'όσα ζητήθηκαν.

Επίσης, με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του(συναφή με τον άνω λόγο), προσάπτει την πλημμέλεια στο Εφετείο ότι με την κρίση του ότι οι χρηματικές καταβολές που πραγματοποίησε το αναιρεσίβλητο τον Δεκέμβριο του 2015 και τον Ιανουάριο του 2017 μονομερώς και χωρίς άλλη συνοδευτική ή ερμηνευτική της προθέσεώς του έγγραφη απόδειξη, συνιστούν "εξόφληση" και "συμψηφισμό", παραβίασε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 416 και 441 ΑΚ, (αυτολεξεί) "περί προσήκουσας καταβολής και μάλιστα εν μέρει εξοφλητικής προς έκαστον των εναγόντων και περί επικαλουμένου δικαιώματός του προς συμψηφισμό υπέρ αυτού από το καταβλητέο ποσό στους 2ο, 4ο, 13ο και 16ο εξ αυτών, αυθαιρέτως υπολογισθέντων ποσών δήθεν οφειλομένων εκ δανείων, χορηγηθέντων κατά το παρελθόν από το εναγόμενο σωματείο".

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης σχετικά με το ζήτημα αυτό αυτή ανελέγκτως δέχθηκε τα εξής: "Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ως άνω από Οκτώβριος 2016 Αναλογιστική Μελέτη την 12ην Νοεμβρίου του έτους 2016 εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση του εναγομένου Ταμείου και αποφασίστηκε: "1. Καταβολή των οφειλομένων εφάπαξ με ποσοστό μείωσης 35% για όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της Γ.Σ. (12.11.2016) και εντάχθηκαν στο ταμείο ως 31.12.2001.

Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους έχουν αποχωρήσει με το πρόγραμμα πενταετίας, αλλά και για όσους αποχωρήσουν μέχρι τη λήξη του προγράμματος. 2. Καταβολή των οφειλομένων εφάπαξ με ποσοστό μείωσης 20% για όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της Γ.Σ. (12.11.2016) και εντάχθηκε στο ταμείο από 1.1.2002. 3.

Καταβολή των οφειλομένων συντάξεων από 1.1.2013 έως 31.5.2015 με αναλογική μείωση έπειτα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. 4. Καταβολή των οφειλομένων άτοκων εισφορών των ασφαλισμένων με ποσοστό μείωσης 20% για όσους υπέβαλαν αίτηση διαγραφής και για όσους θα υποβάλλουν στο μέλλον". Το εναγόμενο Ταμείο με βάση τις ως άνω ληφθείσες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του την 15-5-2017 κατέβαλλε στους ενάγοντες σε εξόφληση των ανωτέρω οφειλομένων ποσών του εφάπαξ βοηθήματος και δη: 1) στον Π.

Π. το ποσό των 22.659,94 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 2) στον Ε. Λ. το ποσό των 26.283,51 €, από το οποίο ποσό 2.187,24 €, που αποτελεί υπόλοιπο δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο, συμψηφιστικά, το δε τελευταίο είχε δικαίωμα να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 3) στην Ε.

Σ. το ποσό των 27.723,22 € και της οφείλει ακόμη το ποσό των 9,49 € (27.732,71 €- 27.723,22 €, που της κατέβαλε), 4) στον Σ. Γ. το ποσό των 24.965,78 €, από το οποίο ποσά 3.103,05 € και 3.227,44 €, που αποτελούν υπόλοιπα δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο, συμψηφιστικά, το δε τελευταίο είχε δικαίωμα να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 5) στον Χ.

Κ. το ποσό των 23.789,97 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 56,22 € (23.846,19 € -23.789,97 €, που του κατέβαλε), 6) στον Χ. Ζ. το ποσό των 18.773,93 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 7) στην Α. Γ. το ποσό των 23.562,77 € και της οφείλει ακόμη το ποσό των 19,96 € (23.582,73 € - 23.562,77 €, που της κατέβαλε), 8) στον Γ. Α. το ποσό των 24.082,73 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 26,97 € (24.109,70 € - 24.082,73 €, που του κατέβαλε), 9) στον Δ.

Μ. το ποσό των 20.394,19 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 1.080,56 € (21.474,75 € - 20.394,19 €, που του κατέβαλε), 10) στον 1 το ποσό των 12.845,33 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 11) στον Α. Κ. το ποσό των 17.301,37 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 23,35 € (17.324,72 € - 17.301,37 €, που του κατέβαλε), 12) στον Ε. Γ. το ποσό των 21.078,98 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 13) στον Σ.

Β. το ποσό των 20.157,28 €, από το οποίο ποσό 2.569,87 €, που αποτελεί υπόλοιπο δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο συμψηφιστικά, είχε δε δικαίωμα το τελευταίο να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 14) στον Θ. Κ. το ποσό των 15.905,62 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 1.946,08 € (17.851.70 €-15.905,62 €, που του κατέβαλε), 15) στον Χ.

Π. το ποσό των 23.875,83 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 16) στον Φ. Φ. το ποσό των 27.732,46 ευρώ, από το οποίο ποσό 3.475,72 ευρώ, που αποτελεί υπόλοιπο δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο συμψηφιστικά, είχε δε δικαίωμα το τελευταίο να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 17) στον Δ.

Κ. το ποσό των 17.051,58 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 141,39 € (17.192,97 € - 17.051,58 €, που του κατέβαλε), 18) στον Μ. Μ. το ποσό των 17.700,74 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 348,58 € (18.049,32 € - 17.700,74 €, που του κατέβαλε) και 19) στον Σ. Τ. το ποσό των 23.916,75 € και του οφείλει ακόμη το ποσό των 61,18 € (23.977,93 € - 23.916,75 €, που του κατέβαλε)- βλ.

για τις ως άνω καταβολές προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη αποδείξεις πληρωμής της ... και έγγραφα καταβολής δανείων, ενώ και οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν τις ως άνω καταβολές). Το εκκαλούν- εναγόμενο Ταμείο, ενόψει των παραπάνω καταβολών, όπως προκύπτει από τις από 18.9.2017 προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προβάλλει ένσταση, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 416 και 441 ΑΚ.

Η επίκληση του ισχυρισμού αυτού και της προβλεπόμενης προϋποθέσεως, από το άρθρο 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις του ισχύουν, μετά την αντικατάσταση τους με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 12, 24 παρ. 1 εδ. β' και 69 Εισ ΝΚΠολΔικ και το ταυτόσημο, προς τα άρθρα 12 και 24, άρθρο ένατο του ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου, που έλαβαν χώρα οι ένδικες διαδικαστικές πράξεις, έγινε με τις προτάσεις του εκκαλούντος ενώπιον του Εφετείου.

Και ναι μεν ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 520 του ΚΠολΔ, η, από τον εκκαλούντα, κατ' εξαίρεση, παραδεκτή προβολή, στην κατ' έφεση δίκη, νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση ή αντένσταση, [τέτοιο δε ισχυρισμό συνιστά και η ένσταση του εναγόμενου, περί εξόφλησης του επίδικου χρέους ή συμψηφισμού (άρθρα 416, 441 ΑΚ)], πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσσεις, δεδομένου, ότι μετά την σιωπηρή κατάργηση της 674 παρ. 1 ΚΠολΔ, με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται παραδεκτώς, μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο (βλ και ΑΠ 574/2015 ΤΝΠ Νόμος), ωστόσο, όμως, εν προκειμένω, συντρέχουν οι όροι του παραδεκτού και της απόδειξης του νέου κατ' έφεση ισχυρισμού περί εξόφλησης- συμψηφισμού του ένδικου εφάπαξ βοηθήματος, διότι παραδεκτά υποβάλλεται με τις προτάσεις, εφόσον η έφεση γίνεται δεκτή και το δικαστήριο, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη θα δικάσει πλέον την υπόθεση κατ' ουσία (βλ Ν.

Νικάς Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2016 σελ. 847).

Συνεπώς, μετά την καταβολή- συμψηφισμό των παραπάνω ποσών πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες και δη: 1) στην Ε. Σ. το ποσό των εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (9,49 €), 2) στον Χ. Κ. το ποσό των πενήντα έξι ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (56,22 €) 3) στην Α. Γ. το ποσό των δέκα εννιά ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (19,96 €), 4) στον Γ.

Α. το ποσό των είκοσι έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (26,97 €), 5) στον Δ. Μ. το ποσό των χιλίων ογδόντα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (1.080,56 €), 6) στον Α. Κ. το ποσό των είκοσι τριών ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (23,35 €), 7) στον Θ. Κ. το ποσό των χιλίων εννιακοσίων σαράντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτών (1.946,08 €), 8) στο Δ. Κ.

το ποσό των εκατόν σαράντα ενός ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (141,39 €), 9) στον Μ. Μ. το ποσό των τριακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτά (348,58 €) και 10) στον Σ. Τ. το ποσό των εξήντα ένα ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (61,18 €), κατά μερική αποδοχή της ένστασης εξόφλησης, ενώ στους λοιπούς ενάγοντες ουδέν ποσό οφείλεται κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης- συμψηφισμού.

Κατόπιν αυτών, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί, δεκτού καθισταμένου του σχετικού λόγου της ένδικης έφεσης, με την οποίαν το εναγόμενο Ταμείο παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 288 Α. Κ. Περαιτέρω η υπόθεση πρέπει να διακρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αφού ερευνηθεί η από 26.9.2013 αγωγή, επανακαθοριστεί η εφάπαξ παροχή προαναφερθέντα ποσά, ήτοι μειωμένη κατά ποσοστό 35%, και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η ένσταση μερικής εξόφλησης ως προς τους: 1) στην Ε.

Σ. 2) στον Χ. Κ. 3) στην Α. Γ., 4) στον Γ. Α., 5) στον Δ. Μ., 6) στον Α. Κ., 7) στον Θ. Κ., 8) στο Δ. Κ., 9) στον Μ. Μ. και 10) στον Σ. Τ., και υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο να τους καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από 20.6.2013, οπότε και οχλήθηκε το εναγόμενο Ταμείο, καθώς και το νόμιμο τόκο του υπόλοιπου επανακαθορισθέντος εφάπαξ από την παραπάνω όχληση, υπολογιζόμενων των ενδιάμεσων καταβολών, και γίνει δεκτή η ένσταση εξόφλησης- συμψηφισμού ως προς τους : 1) Π.

Π., 2) Ε. Λ., 3) Σ. Γ., 4) Χ. Ζ., 5) Κ. Γ., 6) Ε. Γ., 7) Σ. Β. 8) Φ. Φ. και 9) Χ. Π., και απορριφθεί ως προς αυτούς η αγωγή για το κεφάλαιο της εφάπαξ παροχής, χωρίς όμως να θίγεται το παρεπόμενο κεφάλαιο των τόκων, που οφείλεται από 20.6.2013, οπότε και οχλήθηκε το εναγόμενο Ταμείο, υπολογιζόμενων των ενδιάμεσων καταβολών... ....... Η εκκαλουμένη απόφαση κήρυξε ως προσωρινά εκτελεστό το ποσό των 10.000 € για καθένα από τους ενάγοντες.

Ωστόσο από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχτηκε ότι το εναγόμενο Ταμείο κατέβαλε σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης το προσωρινά εκτελεστό ποσό των 10.000 € σε καθένα από τους ενάγοντες.

Συνεπώς το υποβαλλόμενο με την υπό κρίση έφεση αίτημα του εκκαλούντος Ταμείου, για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, κατ' άρθρ. 914 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Να σημειωθεί ότι τα καταβληθέντα ποσά 4.500 € και 5.500 €, από τις προαναφερθείσες αποδείξεις της ... προκύπτει ότι καταβλήθηκαν ως "προκαταβολή έναντι του εφάπαξ" και όχι ως προσωρινά εκτελεστό ποσό, γι' αυτό και τα ως άνω ποσά συνυπολογίστηκαν για την εξεύρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού σε καθένα από τους ενάγοντες και την αποδοχή της ένστασης εξόφλησης, κατά τα προεκτεθέντα, όπως άλλωστε τα υπολόγισε και το εναγόμενο Ταμείο".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ότι παραδεκτώς προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως-συμψηφισμού του εναγομένου-εκκαλούντος, που το πρώτον προβλήθηκε απ'αυτόν με τις προτάσεις του ενώπιον του, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106, 520 και 527 ΚΠολ, διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 7 μείζονα σκέψη, εφόσον προκύπτει από την προσβαλλομένη ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εξαφανίστηκε με βάση άλλο λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και δη λόγω γενομένου δεκτού του ισχυρισμού του περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, το Εφετείο, είχε το δικαίωμα να ερευνήσει τις σχετικές ενστάσεις περί εξοφλήσεως και συμψηφισμού, που το πρώτο προβλήθηκαν με τις προτάσεις ενώπιόν του, οι οποίες προέκυψαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την άσκηση εκ μέρους του εφέσεως, ως προς τις οποίες συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ, και εφόσον με αυτές ζητείτο η απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Περαιτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 441 ΑΚ, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και δη α) "ότι η ως άνω από Οκτωβρίου 2016 Αναλογιστική Μελέτη την 12ην Νοεμβρίου του έτους 2016 εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση του εναγομένου Ταμείου και αποφασίστηκε: "1.

Καταβολή των οφειλομένων εφάπαξ με ποσοστό μείωσης 35% για όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της Γ.Σ. (12.11.2016) και εντάχθηκαν στο ταμείο ως 31.12.2001", β)ότι το εναγόμενο Ταμείο με βάση τις ως άνω ληφθείσες αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του την 15-5-2017 κατέβαλλε στους ενάγοντες σε εξόφληση των ανωτέρω οφειλομένων ποσών του εφάπαξ βοηθήματος και δη : 1) στον Π.

Π. το ποσό των 22.659,94 € και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 2) στον Ε. Λ. το ποσό των 26.283,51 €, από το οποίο ποσό 2.187,24 €, που αποτελεί υπόλοιπο δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο, συμψηφιστικά, το δε τελευταίο είχε δικαίωμα να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 3) στην Ε.

Σ. το ποσό των 27.723,22 € και της οφείλει ακόμη το ποσό των 9,49 € (27.732,71 €- 27.723,22 €, που της κατέβαλε), 4) στον Σ. Γ. το ποσό των 24.965,78 €, από το οποίο ποσά 3.103,05 € και 3.227,44 €, που αποτελούν υπόλοιπα δανείου και ο εν λόγω ενάγων είχε λάβει από το εναγόμενο Ταμείο, συμψηφιστικά, το δε τελευταίο είχε δικαίωμα να παρακρατήσει από το εφάπαξ, και ουδέν ποσό του οφείλει πλέον, 5) στον......., γ) ότι αφού ερευνηθεί η από 26.9.2013 αγωγή, επανακαθοριστεί η εφάπαξ παροχή προαναφερθέντα ποσά, ήτοι μειωμένη κατά ποσοστό 35%,...

δ)ότι τα καταβληθέντα στους ενάγοντες ποσά 4.500 € και 5.500 €, από τις προαναφερθείσες αποδείξεις της ... προκύπτει ότι καταβλήθηκαν ως "προκαταβολή έναντι του εφάπαξ" και όχι ως προσωρινά εκτελεστό ποσό", ήσαν αρκετά για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 416 και 441 ΑΚ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης και ο συναφής πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό την επίφαση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άνω κανόνων δικαίου, πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. 9.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των ων 440, 441 και 442 ΑΚ, προκύπτει ότι, ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δυο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο, και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.

Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία. Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 1617/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. 4/2005). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, ένστασης κλπ, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1508/2003).

10. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, κατ'εκτίμηση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 440, 441 και 442 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως υπαρκτή και εκκαθαρισμένη απαίτηση εκ δανείου του αναιρεσιβλήτου κατά των 2ου, 4ου, 13ου, και 16ου των αναιρεσειόντων και αντιτάξιμη σε συμψηφισμό, χωρίς για το ορισμένο του ισχυρισμού του αυτού να εκτίθενται στις προτάσεις του εναγομένου, τα στοιχεία που συγκροτούν τον ισχυρισμό του αυτό, ήτοι χωρίς να εκτίθεται το ποσό του ληφθέντος δανείου από τους άνω ενάγοντες, η ημερομηνία υπολογισμού του υπολοίπου του, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ποιο το αποπληρωθέν εκ μέρους εκάστου ποσό μέχρι την 13-1-2017.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος και επί αναληθούς προϋπόθεσης ερείδεται, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη από τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου του εναγομένου και στην σελίδα 7 τέλος αυτών, προκύπτει ότι το εναγόμενο επικαλούμενο ότι την 13-1-2017, ήτοι μετά την άσκηση της εφέσεως, καταβλήθηκαν στους εναγομένους αυτούς οι οφειλόμενες αποδοχές του εφάπαξ μειωμένες κατά ποσοστό 35%, με αναλογική δηλαδή μείωση βάσει σχετικής απόφασης του Δ.Σ του εναγομένου, και εις εξόφληση του (εφάπαξ), ρητά αναφέρει, ότι από τα ποσά αυτά του εφάπαξ παρακρατήθηκαν τα "ληξιπρόθεσμα" ποσά δανείου στον τέταρτο, έβδομο δέκατο τρίτο και δέκατο έκτο των εναγόντων, τα οποία είχαν λάβει σε προηγούμενο χρόνο από το εναγόμενο και τα οποία βάσει της μεταξύ τους δανειακής σύμβασης μπορούσε να παρακρατήσει το εναγόμενο κατά την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος, εννοώντας δηλαδή συμψηφιστικά.

Επομένως η απαίτηση αυτή του εναγομένου κατά τα εκτιθέμενα στον ισχυρισμό του, ήταν ληξιπρόθεσμη, εφόσον δεν υπόκειτο σε κάποια ουσιαστική ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, και αντιτάξιμη προς συμψηφισμό, συντελέστηκε δε με δήλωση μονομερή εκ μέρους του εναγομένου, απευθυντέα προς τους ενάγοντες, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, χωρίς να είναι απαραίτητο για το ορισμένο του ισχυρισμού αυτού να αναφερθεί στη δήλωση αυτή το ποσό του ληφθέντος δανείου από τους ενάγοντες, αφού αρκεί να αναφέρεται το υπόλοιπο ανεξόφλητο μόνο ποσό αυτού, το οποίο προτείνεται προς συμψηφισμό και σαφώς αναφέρεται η ημερομηνία υπολογισμού του υπολοίπου, που είναι αυτή της καταβολής του εφάπαξ, ήτοι η 13-1-2017.

Συνεπώς το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ'αυτά που απαιτούνται για την προβολή του. Κατά το λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό την επίφαση παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων 440, 441 και 442, πλήττεται απαράδεκτα κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. 11. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των προσθέτως παρεμβαινόντων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Απορρίπτει την από 27-4-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 474/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ