Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
946/2018 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of plaintiff's claims in civil dispute.

Geschäftsnummer 946/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the appellate court erred by failing to consider specific letters submitted by the defendant, claiming this violated the principle of proportionality under the Constitution. The court rejected this argument, ruling that the appellate court was legally entitled to evaluate all evidence, including informal documents, freely and without strict formal requirements, thereby upholding the lower court's decision.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality does not restrict the appellate court's free evaluation of evidence, including informal documents, when assessing the merits of a civil dispute.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility free evaluation of evidence proportionality principle informal documents appellate procedure Bankenrecht Bankgebühr Wechselfähigkeit

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
Article 524 of the Code of Civil Procedure
Article 270(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 946 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 946/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη (Εισηγητή), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δέδε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/11/2006 και 7/5/2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2094/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3090/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3090/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 2094/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 22.11.2006 και 7.5.2007 αγωγές του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται με τη διάταξη αυτή, επενεργεί και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.

Όμως, στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις, όπου υπάρχει συμβατικό θεμέλιο από το οποίο απορρέουν αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις και η αναλογία των παροχών κρίνεται από τις κοινές διατάξεις του αστικού κώδικα, δεν έλκεται σε εφαρμογή η αρχή αυτή της αναλογικότητας (ΑΠ 769/2007). Επίκληση αυτής της αρχής μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει αυτήν, θεσπίζοντας με το νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 850/2014).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998).

Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 191/2016). Εξάλλου, η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας στην καταρτισθείσα μεταξύ των ιδιωτών σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη σ' αυτήν κενού, ήτοι σημείου της όλης δικαιοπρακτικής ρύθμισης που έμεινε αρρύθμιστο, είτε γιατί δεν μπορούσε να προβλεφθεί, είτε γιατί προβλέφθηκε αλλά για οποιοδήποτε λόγο δεν ρυθμίστηκε, καθώς και την ανάγκη πλήρωσης αυτού για να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση του σκοπού της δικαιοπραξίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του νόμου δεν εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την εφαρμογή της, και λόγω του σφάλματός της απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσης αυτού.

Ειδικότερα δε ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με συμβατικό όρο της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβασης πιστωτικών καρτών, εάν ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας αμφισβητεί το περιεχόμενο λογαριασμού και δεν γνωστοποιήσει την αμφισβήτησή του στην τράπεζα μέσα σε είκοσι ημέρες από τη λήψη του λογαριασμού, θεωρείται ότι αποδέχθηκε και αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο του λογαριασμού και το ποσό της οφειλής, ώστε ο λογαριασμός να αποτελεί πλήρη απόδειξη κατ' αυτού και ότι έπρεπε το Εφετείο να εφαρμόσει την προβλεπόμενη από την ως άνω συνταγματική διάταξη αρχή της αναλογικότητας και να θεωρήσει ότι η μη απάντηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας στην από 17.4.2003 εξώδικη επιστολή του με την οποία την καλούσε να του γνωστοποιήσει εγγράφως τυχόν οφειλές του και η άπρακτη παρέλευση εικοσαήμερης προθεσμίας από τη λήψη αυτής της επιστολής, αποτελεί ανεπιφύλακτη αποδοχή και αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης περί μη οφειλής αυτού από τη σύμβαση των πιστωτικών καρτών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κατά το κρίσιμο, ως προς τον άνω λόγο αναίρεσης, τμήμα της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "σημειώνεται δε ότι ο ισχυρισμός ότι με την από 1.4.2003 εξώδικη επιστολή του κάλεσε την εναγομένη να του γνωστοποιήσει εγγράφως τις οφειλές του και εφόσον αυτή δεν του απάντησε εγγράφως εντός προθεσμίας είκοσι ημερών αποδέχθηκε τη μη ύπαρξη της οφειλής του, τυγχάνει προδήλως αβάσιμος, διότι τέτοιος συμβατικός όρος δεν προβλέφθηκε στην ένδικη σύμβαση.

Αντίθετα, πέραν του ότι εκ του περιεχομένου της άνω εξώδικης επιστολής του, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, όχι μόνο δεν ζήτησε τη γνωστοποίηση των μέχρι τότε οφειλών του, αλλά αμφισβήτησε τις αναφερόμενες στους λογαριασμούς του μηνός Μαρτίου 2003 χρεώσεις τους....από την επισκόπηση της ένδικης συμβάσεως αποδείχθηκε, ότι ο σχετικός συμβατικός όρος με τον οποίο ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας σε περίπτωση αμφισβητήσεως του περιεχομένου του λογαριασμού του όφειλε να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα εγγράφως, εντός είκοσι ημερών από της λήψεώς του τις αντιρρήσεις του αναφέροντας με λεπτομέρειες και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το λάθος και ότι σε περίπτωση παρελεύσεως της άνω προθεσμίας θα θεωρείτο ότι είχε αποδεχθεί και αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τον εν λόγω λογαριασμό και το αντίστοιχο ποσό της οφειλής, είχε τεθεί σε βάρος του κατόχου της πιστωτικής κάρτας, με συνέπεια ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος, περί αναλογικής εφαρμογής τούτου και σε βάρος της εναγομένης να στερείται έννομης επιρροής και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση ιδιωτικού δικαίου και ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση και τη μη αναλογική εφαρμογή συμβατικού όρου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι μη νόμιμος, διότι η αρχή της αναλογικότητας δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ανεξαρτήτως δε αυτού, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση, αναφορικά με τον στηρίζοντα το λόγο αναίρεσης όρο της σύμβασης, ώστε να τίθεται το πρόβλημα της πλήρωσης του κενού αυτού με ανάλογη εφαρμογή, αλλά από τα μέρη τέθηκε μόνο σε βάρος του κατόχου της κάρτας και δεν εφάρμοσε αυτόν ανάλογα και στην περίπτωση που ο αναιρεσείων ζήτησε, με εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.

Έτσι, το Εφετείο δεν ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά μέσα στα όρια της υπαρκτής βούλησης των μερών και της μη υπέρβασης των ορίων της ιδιωτικής αυτονομίας και μη μεταβολής του περιεχόμενου της σύμβασης με τη δημιουργία δικαιωμάτων ή δεσμεύσεων που αλλοιώνουν το χαρακτήρα αυτής, πέρα από όσα συνειδητά συμφώνησαν τα μέρη, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες απέρριψε την ανάλογη εφαρμογή του.

Επομένως, ο σχετικός με τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Περαιτέρω κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εξάλλου όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281 ΑΚ) στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η δε μη λήψη υπόψη τούτων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό αυτό αναιρετικό λόγο (ΑΠ 151/2016, ΑΠ 217/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με τις παρατιθέμενες παραδοχές της και την απόρριψη του έβδομου λόγου της έφεσης, που αναφέρεται στην απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο της έφεσης και δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν διευκρινίζει το νομικό σφάλμα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεν παραθέτει τις παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να κριθεί αφενός μεν εάν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, αφετέρου δε εάν υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία, παρά μόνο εκθέτει δύο αποσπασματικές κατ' επιλογή του παραδοχές που δεν αρκούν για να στηρίξουν τον προτεινόμενο λόγο, δεν διευκρινίζει ποια από τα επικαλούμενα για τη στήριξη της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτοτελή πραγματικά περιστατικά είχε νομίμως προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας και τούτο δεν έλαβε υπόψη του.

Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015). Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Για την πληρότητα, όμως, του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 516/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ' ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 886/2008).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 722/2016).

Δεν αρκεί, όμως, η βεβαίωση από το συμβολαιογράφο στην ένορκη βεβαίωση περί νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου, δεδομένου ότι η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ? εαυτή.

Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 708/2015). Τέλος, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου.

Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας. Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά τη λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων, αφού αποτελεί κανόνα που καθορίζει τα μέσα απόδειξης (ΑΠ 1897/2009).

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσβάλλει την απόφαση με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη της την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση που είχε επικαλεστεί και προσάγει αυτός κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και η οποία είχε ληφθεί ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου επειδή δεν είχε προσκομίσει αυτός έκθεση επίδοσης στον αναιρεσίβλητο της σχετικής με την εξέταση του μάρτυρα κλήσης και ότι έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι τη μη απόδειξη της κλήτευσης της αναιρεσίβλητης χωρίς η τελευταία να προτείνει πραγματικό ισχυρισμό και να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της ένορκης βεβαίωσης.

Προσάπτει δε, με τον ανωτέρω λόγο, στο Εφετείο ότι παραβίασε, αφού δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 2 και 3, 93 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 440 ΚΠολΔ, αποδίδοντας τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με την ένορκη αυτή βεβαίωση τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων........

και χωρίς να ληφθεί υπόψη η προσκομιζόμενη, επίσης, από την ενάγουσα (το σωστό ενάγοντα) …..67/2-4-2007 ένορκη βεβαίωση του Χ. Δ. του Ε. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Κ. διότι, παρότι ελήφθη για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, ο ενάγων - εκκαλών δεν επικαλείται ότι κλήτευσε δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη σύνταξή της την εναγομένη - εφεσίβλητη αναφέροντας συγχρόνως, τη σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή που προέβη στην επίδοση της σχετικής κλήσεως, ούτε εκθέτει αν η τελευταία παραστάθηκε κατά τη σύνταξη της άνω ένορκης βεβαιώσεως .....ούτε άλλωστε προσκομίζει αποδεικτικό της κλητεύσεως της εναγομένης - εφεσίβλητης πριν από δύο εργάσιμες ημέρες..., με την επιπλέον σημείωση ότι η περιλαμβανόμενη σ' αυτή βεβαίωση του συντάκτη της - συμβολαιογράφου, σύμφωνα με την οποία, η εναγομένη - εφεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν αρκεί για να βεβαιωθεί η νόμιμη κλήτευσή της, καθόσον η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 Κ.Πολ.Δ.

αποδεικνύεται μόνο από την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στην βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση των άνω ενόρκως βεβαιούντων, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔ, και δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, αφού αυτός δεν αποδείκνυε με την προσκόμιση της σχετικής έκθεσης επιδόσεως της κλήσεως προς εξέταση του μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου, την νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης για την εξέταση αυτού, η οποία δεν είχε παρασταθεί στην εξέταση και δεν αρκούσε η σημείωση του συμβολαιογράφου για την κλήτευσή της.

Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της μη λήψης της ως άνω ένορκης βεβαίωσης επειδή δεν είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων την έκθεση επιδόσεως της κλήσης για την εξέταση του μάρτυρα, είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, αφού αποδίδει μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, την οποία εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας και πράγματι είχε εφαρμογή, στην οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός του, όπως και η επικαλούμενη από τον ίδιο διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ (ΑΠ 177/2010).

Κρινόμενου δε του λόγου της αναίρεσης ότι αποδίδει πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας όφειλε αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης της αναιρεσίβλητης για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό περί μη κλήτευσής της και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, ο δε ανωτέρω λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν είναι νόμιμος.

Ομοίως, αόριστος είναι και ο ίδιος λόγος αναφορικά με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό, δεδομένου ότι δεν εκθέτει ποιον ισχυρισμό, "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρότεινε αυτός και δεν λήφθηκε υπόψη.

Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει πραγματικά περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17.4.2003 εξώδικης γνωστοποίησης - δήλωσης αυτού, την οποία είχε στείλει στην αναιρεσίβλητη και, εκτός των άλλων που διελάμβανε σ' αυτή, ζητούσε να του γνωστοποιήσει με έγγραφό της αναλυτικά τις τυχόν οφειλές του προκειμένου να τις εξοφλήσει, και συνεπεία αυτής δέχθηκε γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ήτοι ότι από το περιεχόμενό του αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων δεν ζήτησε τη γνωστοποίηση των οφειλών του.

Ο ανωτέρω λόγος με τον οποίο προσάπτει πλημμέλεια εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση για την σχετική κρίση της λαμβάνει υπόψη, όπως αναφέρεται στη σχετική περικοπή, την από 1.4.2003 εξώδικη επιστολή του αναιρεσείοντα και όχι την αναφερόμενη από αυτόν από 17.4.2003 εξώδικη γνωστοποίηση - δήλωση, επιπλέον δε είναι και αλυσιτελής, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχεται σχετικά ότι "σημειώνεται δε ότι ο ισχυρισμός ότι με την από 1.4.2003 εξώδικη επιστολή του κάλεσε την εναγομένη να του γνωστοποιήσει εγγράφως τις οφειλές του και εφόσον αυτή δεν του απάντησε εγγράφως εντός προθεσμίας είκοσι ημερών αποδέχθηκε τη μη ύπαρξη της οφειλής του, τυγχάνει προδήλως αβάσιμος, διότι τέτοιος συμβατικός όρος δεν προβλέφθηκε στην ένδικη σύμβαση.

Αντίθετα, πέραν του ότι εκ του περιεχομένου της άνω εξώδικης επιστολής του, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, όχι μόνο δεν ζήτησε τη γνωστοποίηση των μέχρι τότε οφειλών του, αλλά αμφισβήτησε τις αναφερόμενες στους λογαριασμούς του μηνός Μαρτίου 2003 χρεώσεις τους....από την επισκόπηση της ένδικης συμβάσεως αποδείχθηκε, ότι ο σχετικός συμβατικός όρος με τον οποίο ο κάτοχος της πιστωτικής κάρτας σε περίπτωση αμφισβητήσεως του περιεχομένου του λογαριασμού του όφειλε να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα εγγράφως, εντός είκοσι ημερών από της λήψεώς του τις αντιρρήσεις του αναφέροντας με λεπτομέρειες και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το λάθος και ότι σε περίπτωση παρελεύσεως της άνω προθεσμίας θα θεωρείτο ότι είχε αποδεχθεί και αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τον εν λόγω λογαριασμό και το αντίστοιχο ποσό της οφειλής, είχε τεθεί σε βάρος του κατόχου της πιστωτικής κάρτας, με συνέπεια ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος, περί αναλογικής εφαρμογής τούτου και σε βάρος της εναγομένης να στερείται έννομης επιρροής και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Συνεπώς, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο της αναφερόμενης εξώδικης επιστολής για την κρίση του σχετικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αναλογικής εφαρμογής του όρου της σύμβασης, απέρριψε δε τούτον κυρίως διότι από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα έκρινε ότι είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πέραν αυτού διότι από το περιεχόμενο της επιστολής δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε τη γνωστοποίηση των οφειλών του. 'Ετσι, εφόσον το Εφετείο το σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του στήριξε όχι αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο τούτο, η τυχόν εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στην παραδοχή αυτή δηλαδή στο επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2.7.2001 επιστολής του προς την αναιρεσίβλητη με θέμα "Αλλαγή διεύθυνσης αποστολής λογαριασμών", την οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, δεχθείσα ότι η αλλαγή της διεύθυνσης που δήλωσε ο αναιρεσείων με την ως άνω επιστολή του αφορούσε μόνο τη διεύθυνση στην οποία θα αποστέλλονται οι μηνιαίοι λογαριασμοί των πιστωτικών καρτών και όχι τη δηλωθείσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης έκδοσης των πιστωτικών καρτών διεύθυνση στην οποία έπρεπε να επιδίδονται δικαστικά και εξώδικα έγγραφα, εάν δε δεν μεσολαβούσε η παραμόρφωση του εγγράφου αυτού θα είχε αναγνωριστεί ως παράνομη και άκυρη η επίδοση της διαταγής πληρωμής προς αυτόν και εντεύθεν θα αποδεικνύονταν η δυσφήμισή του από την αναιρεσείβλητη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης, η επίδοση του ίδιου αντιγράφου εξ απογράφου του άνω εκτελεστού τίτλου στην κατοικία του ενάγοντος ήταν νόμιμη, χωρίς να επηρεάζεται η νομιμότητά της από το γεγονός ότι ο ενάγων, όπως ήδη προεκτέθηκε, γνωστοποίησε στην ενάγουσα (εναγομένη προφανώς) αλλαγή της διευθύνσεως αποστολής των μηνιαίων λογαριασμών της εν λόγω πιστωτικής κάρτας, δηλώνοντας ως τέτοια τη διεύθυνση …., διότι η τελευταία αφορούσε, ακριβώς, μόνον την αποστολή των άνω μηνιαίων λογαριασμών και όχι της δηλωθείσας κατά την κατάρτιση της συμβάσεως (μοναδικής) κατοικίας του, στην οποία η εναγομένη μπορούσε να επιδίδει στον ενάγοντα δικαστικά και εξώδικα έγγραφα".

Εξάλλου, το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής έχει ως ακολούθως "Subject: Αλλαγή διεύθυνσης αποστολής λογαριασμών. Είμαι κάτοχος των καρτών .....Επιβεβαιώνω αλλαγή διεύθυνσης και επιθυμώ πλέον να χρησιμοποιείται η παρακάτω διεύθυνση για την αποστολή λογαριασμών …. αρ. … … Αθήνα. Παρακαλώ επιβεβαιώστε λήψη του παρόντος ώστε να αναμένω τους λογαριασμούς στη νέα διεύθυνση".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτίμησε και αξιολόγησε το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού περί αλλαγής της διεύθυνσης και κατέληξε, κρίνοντας ότι η αλλαγή διεύθυνσης αφορά μόνο την αποστολή των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.

Δεν αναφέρει το δικαστήριο της ουσίας ότι στην επιστολή αναγράφεται ότι η αλλαγή αφορά μόνο την αποστολή των λογαριασμών. Έτσι, όμως, δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης καθόσον η αποδιδόμενη παραμόρφωση του άνω εγγράφου αφορά αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8, 10 και 19 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του ότι σύμφωνα με τον όρο 22 της σύμβασης χορήγησης των πιστωτικών καρτών "νόμιμη κατοικία θεωρείται αυτή που έχει δηλωθεί τελευταία" και έτσι δέχθηκε ότι η δηλωθείσα από αυτόν αλλαγή διεύθυνσης κατοικίας αφορούσε μόνο την αποστολή των λογαριασμών, δέχθηκε δε τούτο ως αληθινό χωρίς απόδειξη και με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Αναφορικά με την εκ του αριθμού 8 πλημμέλεια, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αλλά κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα ότι ανεξάρτητα από τη δήλωση αλλαγής διεύθυνσης κατοικίας η επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής στη διεύθυνση που αρχικά κατά την κατάρτιση της σύμβασης είχε δηλώσει ο αναιρεσείων, δεν ήταν παράνομη και καταχρηστική, διότι η αλλαγή διεύθυνσης αφορούσε μόνο την κοινοποίηση των λογαριασμών των καρτών και όχι όλες τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων εγγράφων.

Σχετικά με την εκ του αριθμού 10 πλημμέλεια, ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο άντλησε την κρίση του για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος από τη συνεκτίμηση των μνημονευόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και όλων των προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει την εκ του αριθμού 19 πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται το περιεχόμενο με τις σχετικές παραδοχές της απόφασης για να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, παρά μόνο η περικοπή με την απορριπτική και περί του λόγου αυτού διάταξη.

Λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται παραδοχή του δικαστηρίου η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης (ΑΠ 1120/2014). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτόν και συγκεκριμένα παραπονείται ότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής του ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι αυτός δεν επικαλέστηκε με τις δύο ένδικες αγωγές του την ύπαρξη βάσιμης πιθανότητας προσβολής στο μέλλον της τιμής και υπόληψης αυτού από την αναιρεσίβλητη με επανάληψη της συμπεριφοράς της, μολονότι αυτός με την πρώτη αγωγή του είχε ρητά επικαλεστεί ότι ελοχεύει ο κίνδυνος επανάληψης της ίδιας - ανάλογης προσβολής στο μέλλον και πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να παραλείψει την ίδια προσβολή στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και ως τέτοιος απορριπτέος. Τούτο διότι με την αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η απορριπτική κρίση της απόφασης, περί του ότι δεν υπήρξε παράνομη προσβολή της τιμής και προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, με τις αποδιδόμενες σ' αυτήν ενέργειες στις οποίες στηρίζονταν η βάση των δύο αγωγών του περί προσβολής της τιμής, υπόληψης και προσωπικότητας αυτού και επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.

Εφόσον το ζητούμενο προληπτικό μέτρο προστασίας του αναιρεσείοντος έναντι μελλοντικής προσβολής του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας στήριζε αυτός στην ήδη χωρήσασα κατά τους ισχυρισμούς του προσβολή, της οποίας ζητείται η παράλειψη στο μέλλον και το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε τέτοια προσβολή, το τυχόν σφάλμα στην απόρριψη του αιτήματος παράλειψης της προσβολής στο μέλλον αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι την 6.3.2003 κατήγγειλε αυτός τις συμβάσεις πιστωτικής κάρτας, ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη ότι την υπάρχουσα εξ αυτών οφειλή του θα κατέβαλε το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και παρέδωσε τα σώματα των δύο πιστωτικών καρτών, ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε να ενημερώσει τούτον για τις τυχόν οφειλές του με τρόπο προσήκοντα και όχι με απλή αλληλογραφία και ότι η ενημέρωσή του με απλή αλληλογραφία δεν συνάγει τεκμήριο γνώσης του, και συνεπεία της παράλειψης αυτής απέρριψε τους τέταρτο και όγδοο λόγους της έφεσής του.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ανεξάρτητα από το ότι οι δύο τελευταίοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω προταθέντα, πλην, όμως, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, απορρίπτοντας αυτούς τους ισχυρισμούς, δεχόμενο τα εξής: "Στις 6.3.2003 ο ενάγων με τηλεομοιοτυπικό του μήνυμα ενημέρωσε την εναγομένη ότι επιθυμεί τη διακοπή της συμβατικής τους σχέσεως και την ακύρωση των άνω πιστωτικών καρτών, διότι θα έκανε τη μεταφορά του υπολοίπου εκάστου εκ των αντίστοιχων λογαριασμών του από τις ένδικες πιστωτικές κάρτες, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο στο οποίο είχε προηγουμένως απευθυνθεί με σχετική αίτηση μεταφοράς υπολοίπου, η οποία είχε γίνει δεκτή....Τα ανωτέρω, αναφορικά με τη διαμόρφωση των λογαριασμών των δύο πιστωτικών καρτών του ενάγοντος, μετά την καταβολή των προαναφερθέντων ποσών από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, γνωστοποίησε στον τελευταίο με τις από 14.5.2003 και κυρίως από 23.9.2003 επιστολές της, απαντώντας στις προβαλλόμενες με την από 1.4.2003 τηλεομοιοτυπία και την από 17.4.2003 εξώδικη δήλωση αιτιάσεις του ενάγοντος, αναφορικά με την εμφάνιση στο λογαριασμό του μηνός Μαρτίου 2003 - του οποίου κατά τα εκτιθέμενα στην άνω τηλεομοιοτυπία έλαβε γνώση - περί εμφανίσεως νέων χρεώσεων σ' αυτούς, οι οποίες (χρεώσεις), όπως ήδη προεκτέθηκε, ήσαν πλήρως δικαιολογημένες.

Ακολούθως, επειδή ο ενάγων δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις από τις άνω πιστωτικές κάρτες, η εναγομένη με την από 30.11.2003 συστημένη επιστολή της, που τιτλοφορείται ως "Αναγγελία Κλεισίματος Λογαριασμού" και απεστάλη στη γνωστοποιηθείσα διεύθυνση του ενάγοντος (….), που γνωστοποίησε ότι σύμφωνα με ειδικότερο συμβατικό όρο της σχετικής συμβάσεως πιστωτικής κάρτας (Mastercard), προέβη στις 14.11.2003 στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που αφορούσε την εν λόγω πιστωτική κάρτα, ο οποίος παρουσίαζε κατά την άνω ημεροχρονολογία χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 414,12 Ευρώ και μετέφερε το τελευταίο σε λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως, στον οποίο από 15.11.2003 θα εκτοκιζόταν με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο υπερημερίας, πλέον ανατοκισμού, σύμφωνα με το ν. 2601/1998, καλώντας επιπλέον τον ενάγοντα να προβεί στην εξόφληση της εν λόγω οφειλής του και προειδοποιώντας τον για μελλοντική λήψη δικαστικών μέτρων σε βάρος του.

Σημειώνεται ότι η εναγομένη εξακολούθησε να αποστέλλει στον ενάγοντα, στη δηλωθείσα από τον ίδιο διεύθυνση (…..) και μετά τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου του άνω λογαριασμού σε λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως, ανά τρίμηνο, ενημερωτικές επιστολές περί του διαμορφωνόμενου κάθε φορά ύψους της οφειλής του...".

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 25/2016).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 165/2016, ΑΠ 502/2016).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο μνημονεύει σ? αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ειδικότερα δε και το γεγονός ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε τις αποσταλείσες από την αναιρεσίβλητη από 14.5.2003, 23.9.2003 επιστολές και την από 30.11.2003 συστημένη επιστολή και έλαβε γνώση αυτών.

Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το αντίστοιχο μέρος του έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα περί της παραλαβής των άνω επιστολών και γνώσης τούτων και ότι οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι αυθαίρετες, είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της προταθέντα από αυτόν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε έλαβε γνώση ή παρέλαβε τις από 14.5.2003, 23.9.2003 και 30.11.2003 (συστημένη) απαντητικές επιστολές που η αναιρεσίβλητη εμφάνισε στο δικαστήριο ως αληθινές, ότι οι επιστολές αυτές δεν προσφέρουν καμιά ασφάλεια ως προς το χρόνο σύνταξής τους, αφού δεν φέρουν το λογότυπο της αναιρεσίβλητης ή σχετικό αριθμό πρωτοκόλλου, ούτε υπάρχει απόδειξη ότι πράγματι απεστάλησαν, αφού δεν υπάρχει απόδειξη παραλαβής τους από αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ώστε να θεμελιώσουν την αποδιδόμενη πλημμέλεια. Αλλά και εάν εκτιμηθεί, ενόψει της αναφοράς ότι οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη ανωτέρω επιστολές δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ότι προτείνεται η πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πάλι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο στη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 524 ΚΠολΔ, της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, λαμβάνει υπόψη και κατά την τακτική διαδικασία, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ.2 εδ.

β του άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο (ΑΠ 716/2016, ΑΠ 897/2014) χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003).

Συνεπώς, η λήψη υπόψη των αναφερόμενων επιστολών της αναιρεσίβλητης και εάν ακόμη είναι αληθή τα ισχυριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28.3.2016 αίτηση για αναίρεση της 3090/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 149/29.3.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.3.2016 αίτηση του Θ. Τ. του Π. για αναίρεση της 3090/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ