Supreme Court dismisses appeal and additional grounds, ruling the appeal inadmissible and the additional grounds baseless.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional grounds against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims and evidence, while the appellee contended that the appeal was procedurally flawed. The court ruled that the additional grounds were inadmissible as they constituted legal arguments rather than factual matters, and the appeal itself was rejected for lack of other grounds for review.
Legislator-Regeste
KI-generiertΚΠολΔ 577 § 1; ΚΠολΔ 246, 573 § 1: Appeals and additional grounds must be heard together to expedite proceedings, but additional grounds alleging failure to consider claims are inadmissible if they constitute mere legal arguments rather than distinct factual issues.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 946 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 946/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Σιέτου, που ανακάλεσε την από 11/3/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Λ. A. Ν. Λ. του Ζ., χήρας Χ. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φούτση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16/3/2010 ανακοίνωση δίκης-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3168/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1422/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/7/2013 αίτησή του και τους από 3/10/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν ως απαραδέκτως ασκηθέντες οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Σε περίπτωση δε που κριθεί ότι αυτοί ασκήθηκαν παραδεκτώς να γίνει δεκτός ο τρίτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 24-7-2013 αίτηση αναίρεσης και από 3-10-2014 πρόσθετοι λόγοι, που ασκήθηκαν παραδεκτά (ΚΠολΔ 577 § 1) και με τους οποίους προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1422/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1). Η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1422/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 19-10-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 3168/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχαν απορριφθεί οι συνεκδικασθείσες από 31-7-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος και από 16-3-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης περί χορηγήσεως αντιγράφων των λεπτομερώς αναφερομένων στο δικόγραφό της εγγράφων.
Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α’ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.
Αυτός που επικαλείται την πιο πάνω εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, που αποτελεί ένσταση, φέρει και το βάρος της απόδειξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 § 4 Ν. 3283/2004 "Ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, αμοιβαία κεφάλαια και άλλες διατάξεις" και ήδη § 6 (άρθρο 28 § 3 Ν.3556/2007), οι διατάξεις του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" εφαρμόζονται ανάλογα και στα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, ενώ κατά το άρθρο 106 § 6 Ν. 4099/2012, οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 47 του ν. 3283/ 2004 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθώς και για τις σχετικές εκκρεμείς διαδικασίες.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο Έλληνας υπήκοος αμφιθαλής αδερφός του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης Χ. Σ. πέθανε στις 24.02.2007 στο Σάο Πάολο Βραζιλίας, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Αυτός δεν είχε αποκτήσει παιδιά, άφησε, δε, κατά το χρόνο θανάτου του πλησιέστερους συγγενείς, εκτός των ήδη μνημονευθέντων, της συζύγου και του αδελφού- ενάγοντα) δύο αμφιθαλείς αδελφές, την Π.
χήρα Ν. Γ. και τη Ν. χήρα Δ. Σ., τον γιό της προαποβιώσασας αδελφής του Φ. Κ., τον Θ. Κ., την κόρη της προαποβιώσασας αδελφής του Ε. Π., Α. Π.. Ο ως άνω θανών Χ. Σ., που είχε γεννηθεί το έτος 1934, ζούσε από το έτος 1955 στη Βραζιλία, όπου ανέπτυξε εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα. Το έτος 1973 γνώρισε την εναγομένη (η οποία είχε γεννηθεί το έτος 1956 και είναι Βραζιλιάνα) και την προσέλαβε ως υπεύθυνη του εμπορικού τομέα.
Από το έτος 1975 μέχρι το 1993 συμβιούσαν αλλά και εργάζονταν μαζί. Το 1993 παντρεύτηκαν αλλά δεν απέκτησαν παιδιά. Το 1980 ο θανών είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη περιουσία από ακίνητα στη Βραζιλία και την Ελλάδα, μετά από σκληρή δουλειά μαζί με την εναγομένη. Έκτοτε, σταμάτησε την εμπορική του δραστηριότητα και ασχολείτο μόνο με εκμισθώσεις ακινήτων.
Επίσης, συμμετείχε στην Ελλάδα, μαζί με τον αδελφό του ενάγοντα στην εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Σ. και ΣΙΑ EE". Ο Χ. Σ. φορολογείτο από τη ΔΟΥ Ψυχικού, μέχρι το θάνατο του και είχε δηλώσει διεύθυνση στην εν λόγω ΔΟΥ "..., Ψυχικό". Με τον εν λόγω ενάγοντα οι σχέσεις του θανόντα ήταν άριστες και ο πρώτος του τακτοποιούσε διάφορα θέματα στην Ελλάδα.
Επίσης, ο θανών είχε καλές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του στην Ελλάδα. Το 1993, μετά το γάμο τους, ο Χ. Σ. με τη σύζυγό του ταξίδευσαν στην Ελλάδα και άνοιξαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων και αμοιβαίων κεφαλαίων. Τα ταξίδια τους στην Ελλάδα εφεξής γίνονταν μία φορά το χρόνο, με χρονικό διάστημα διαμονής στην Ελλάδα περίπου ένα μήνα κάθε φορά.
Μετά το θάνατο του συζύγου της, η εναγομένη ήρθε στην Ελλάδα, ο δε ενάγων τη συνόδευσε στην Τράπεζα και την διευκόλυνε εκεί, ως μεταφραστής, καθόσον εκείνη δε γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα, προκειμένου να αναλάβει τα χρήματα από τους κοινούς λογαριασμούς, που διατηρούσε με τον αποβιώσαντα σύζυγό της, να εξαγοράσει τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων και να ανοίξει νέο, δικό της λογαριασμό, στον οποίο κατέθεσε το συνολικό ποσό των χρημάτων, που ανέλαβε όπως εκτέθηκε από την κοινή προθεσμιακή κατάθεση και την εξαγορά των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων.
Συγκεκριμένα, στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ο θανών με τη σύζυγο του, κατά το χρόνο θανάτου του πρώτου διατηρούσαν την υπ’ αριθμ. ... κοινή προθεσμιακή κατάθεση (αρ. Λογαριασμού ...) ποσού 6.101.038,53 $, διάρκειας 35 ημερών, ήτοι από 22.01.2007 μέχρι 26.02.2007, συνολικού ύψους μετά τόκων 6.131.941,97 $, ενώ στην "Εμπορική Asset Management ΑΕΔΑΚ" διατηρούσαν από κοινού τα ακόλουθα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων:
α) Το υπ’ αριθμ. ...16.11.2005 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 470.738,929 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 1.465.338 €. β) το υπ’ αριθμ. ...26.01.2006 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 9.606,148 , κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 29.878 €.
γ) το υπ’ αριθμ. ...07.03.2006 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 8.917,366 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 27.729 €. δ) το υπ’ αριθμ. ...08.05.2006 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 8.879,534 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 27.601 €.
ε) το υπ’ αριθμ. ...09.08.2006 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 13.408,771 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 41.622 €. στ) το υπ’ αριθμ. ...09.11.2006 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. VALUE PLUS ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 12.993,763 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 40.327 €.
ζ) το υπ’ αριθμ. ...15.10.1999 αμοιβαίο κεφάλαιο "Α/Κ Ε. ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", ήτοι 5.707,248 κοινά μερίδια συνολικής αξίας αγοράς μετά τόκων την ημέρα του θανάτου 175.000 €. Μολονότι ο ενάγων παρευρίσκετο στις εν λόγω τραπεζικές συναλλαγές και είχε πλήρη γνώση των ενεργειών της εναγομένης, αφού συμμετείχε, όπως αναφέρθηκε, ως μεταφραστής, δεν εναντιώθηκε για το ότι αυτή μετέφερε ολόκληρο ποσό των χρημάτων της κατάθεσης και των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων σε δικούς της λογαριασμούς.
Με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι όλα τα χρήματα αυτά ανήκουν στην εν Ελλάδι κληρονομιαία περιουσία του Χ. Σ., σύμφωνα με ρητή συμφωνία της εναγομένης και του τελευταίου. Όμως αποδείχθηκε ότι σε όλες τις αιτήσεις συμμετοχής σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζεται η εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ASSET MANAGEMENT ΑΕΔΑΚ" υπήρχε, όταν έγιναν από το θανόντα οι αιτήσεις για συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια και εξακολουθεί να υπάρχει στα σχετικά έντυπα της εταιρείας αυτής προδιατυπωμένος όρος "σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες".
Οι υπ’ αριθμ. όμως ... αιτήσεις συμμετοχής σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η ως άνω εταιρεία, καθώς και οι υπ’ αριθμ. ... ... αιτήσεις εξαγοράς των ως άνω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τηρούνταν στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (διαμεσολαβήτριας στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρείας Emporiki Asset Management), επί της οδού ...
αρ…., στην Αθήνα, το οποίο κάηκε στις 05.01.2007, από την πυρκαγιά δε αυτή καταστράφηκαν τα πρωτότυπα των αιτήσεων αυτών. Υπάρχει όμως και το ειδικό ηλεκτρονικό αρχείο μεριδιούχων, που τηρεί η εταιρεία "Emporiki Asset Management", το οποίο αποτελεί απόδειξη για τη συμμετοχή σε αμοιβαίο κεφάλαιο καθώς και για την εξέλιξη της συμμετοχής (όπως ημερομηνία συμμετοχής σε καθένα, αξία έκαστου, ημερομηνία εξαγοράς καθενός μεριδίου, αριθμός λογαριασμού στον οποίο κατατέθηκε το ποσό εξαγοράς).
Αν δεν περιήχετο ο προτυπωμένος ως άνω όρος στις συγκεκριμένες αιτήσεις συμμετοχής, δηλαδή ο όρος ότι σε περίπτωση θανάτου συνδικαιούχου τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στο αμοιβαίο κεφάλαιο θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, θα ήταν σχετικά ενημερωμένο το ηλεκτρονικό σύστημα. Επομένως, αφού δεν υπάρχει καμία ενημέρωση στο ηλεκτρονικό σύστημα, έχουν χρησιμοποιηθεί τα συνηθισμένα έντυπα, που φέρουν προεκτυπωμένο τον ως άνω όρο.
Επίσης, ο ίδιος ως άνω όρος υπήρχε προδιατυπωμένος στη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού και κοινού λογαριασμού προθεσμιακής κατάθεσης. Εάν αυτός είχε απαλειφθεί, θα ήταν επίσης ενημερωμένο το ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας. Καμία, δε, συμφωνία δεν είχε γίνει ανάμεσα στον θανόντα και στην εναγομένη, ότι ο όρος αυτός γράφτηκε για να διευκολύνει την ανάληψη του ποσού και στη συνέχεια αυτό (αφού αναληφθεί) θα περιέλθει στην κληρονομιαία περιουσία.
Ο θανών ήταν έξυπνος επιχειρηματίας πνευματικά υγιής, δε θα διάλεγε αυτόν τον τρόπο για να ευνοηθεί οικονομικά η οικογένειά του, αλλά θα μπορούσε να ανοίξει πολλούς κοινούς λογαριασμούς με συνδικαιούχους μέλη της οικογένειάς του, ώστε σε περίπτωση θανάτου του να περιέλθουν τα χρήματα στους συνδικαιούχους, χωρίς φορολογική επιβάρυνση.
Ακόμα και εάν κατάρτιζε με τη σύζυγο του τη συμφωνία να αποτελέσουν τα χρήματα του κοινού τους λογαριασμού κληρονομιαίο στοιχείο, η συμφωνία αυτή θα ήταν άκυρη, αφού θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 368 ΑΚ, στο άρθρο 2 Ν 5638/1932, και τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας για τη φορολογία των κληρονομιών. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το σύνολο των μνημονευθέντων στοιχείων.
Ειδικότερα, η μάρτυρας του ενάγοντος, πρώην σύζυγος του, κατέθεσε ότι ο ενάγων συνόδευσε την εναγομένη στην τράπεζα, όταν αυτή ήρθε στην Ελλάδα μετά το θάνατο του συζύγου της, βοηθώντας την ως μεταφραστής (αφού εκείνη δε γνωρίζει ελληνικά), ότι παρουσία του αυτή έκλεισε τους κοινούς λογαριασμούς, που είχε με το θανόντα σύζυγο της και μετέφερε τα χρήματα σε ατομικούς της λογαριασμούς.
Σε ερώτηση, εάν εναντιώθηκε προς τούτο ο ενάγων αυτή απάντησε "Μα ήταν συνδικαιούχος και ποτέ δεν πίστευε ήταν δυνατό να πάρει τα λεφτά και να μην τα μοιράσει κάποια στιγμή στους κληρονόμους". Στη συνέχεια η μάρτυρας ερωτήθηκε γιατί ο ενάγων δεν εναντιώθηκε στην τράπεζα, λέγοντας ότι δεν υπήρχε ο σχετικός όρος στο έντυπο της σύμβασης και ότι τα χρήματα ανήκουν στην κληρονομιαία περιουσία και η μάρτυρας απάντησε: "Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα...".
Τα ίδια κατέθεσε και η μάρτυρας της εναγομένης Β. Γ., ανιψιά του θανόντος, η οποία, επίσης, κατέθεσε ότι κανένας από τους εγγυτέρους συγγενείς (πλην του ενάγοντα) δεν αμφισβήτησε ότι τα εν λόγω χρήματα έπρεπε να τα πάρει η εναγομένη και ότι οι λοιποί κληρονόμοι γνωρίζουν ότι αυτοί δε δικαιούνται τα χρήματα αυτά.
Οι ανωτέρω καταθέσεις ενισχύονται από τα ιδιωτικά συμφωνητικά, που συντάχθηκαν ανάμεσα στην εναγομένη και τους κληρονόμους του θανόντα Γ. Σ., Β. Σ., Θ. Κ., Α. Π., που φέρουν θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής των ως άνω κληρονόμων, με τα οποία αυτοί αναγνωρίζουν ότι η προθεσμιακή κατάθεση και τα αμοιβαία κεφάλαια, που αναφέρθηκαν δεν ανήκουν στην κληρονομιαία περιουσία.
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τη συμπεριφορά του ενάγοντος, που αναμφισβήτητα παρευρίσκετο με την εναγομένη στην τράπεζα, χωρίς σχετική εναντίωση, όπως αναφέρθηκε. Η συμπεριφορά του αυτή αποδεικνύει ότι αυτός γνώριζε ότι ο επίμαχος όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 υπήρχε διατυπωμένος στις συμβάσεις για το άνοιγμα των κοινών λογαριασμών με την τράπεζα και στις αιτήσεις για συμμετοχή στα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου.
Ενόψει των αναφερθέντων η εναγομένη είναι "ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου" δικαιούχος των χρημάτων της κοινής προθεσμιακής καταθέσεως και των αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν μπορούν να στραφούν εναντίον της οι κληρονόμοι του θανόντος συνδικαιούχου συζύγου της και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις μέρος των χρημάτων αυτών, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο επίμαχος όρος".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση ότι οι κοινές τραπεζικές καταθέσεις και τα κοινά αμοιβαία κεφάλαια, που διατηρούσαν ο Χ.
Σ. και η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, σύζυγος του, μετά το θάνατο του πρώτου περιήλθαν στη δεύτερη, δυνάμει όρου που είχε τεθεί από αυτούς ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός των συνδικαιούχων οι κοινές καταθέσεις και τα δικαιώματα από τη συμμετοχή τους στα αμοιβαία κεφάλαια θα περιέρχονταν αυτοδικαίως στον επιζώντα και ότι ουδέν δικαίωμα έχει επ’ αυτών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος αδελφού του Χ.
Σ., εφόσον δεν περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία. Καθίσταται δε εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του και πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος, κατά το τέταρτο σκέλος του και τέταρτος των προσθέτων λόγων αυτής, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι τα χρήματα των κοινών λογαριασμών και το δικαίωμα συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια περιήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος Χ.
Σ. διότι προέρχονταν από αποκλειστικά δικά του χρήματα, αλλά και διότι δυνάμει συμφωνίας που είχε καταρτιστεί μεταξύ των προαναφερομένων συνδικαιούχων, σε περίπτωση θανάτου, αυτά θα αποτελούσαν στοιχεία της κληρονομιαίας περιουσίας. Η επικαλούμενη με το πρώτο σκέλος του τετάρτου των προσθέτων λόγων παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι σε κάθε συναλλαγή, όπως οι επίμαχες συμβάσεις, οι συμβαλλόμενοι καθορίζουν εάν θα τεθεί ή όχι ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 και δεν αποτελεί μονόδρομο η άνευ ερεύνης παραδοχή ότι αποκλείεται να υπάρχει σύμβαση ή αίτηση χωρίς το συγκεκριμένο όρο, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1β’ ΚΠολΔ, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων και συνεπώς ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος κατά το οικείο μέρος του είναι απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ’ άρθρο 591 § 1 του Κ.Πολ.Δικ.) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 925/2011).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Με τους πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος του, δεύτερο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη την ύπαρξη του κρίσιμου όρου του άρθρου 2 Ν. 5368/1932.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων ήτοι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Μ. και Β. Γ. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που με νόμιμη επίκληση προσκομίστηκαν, είτε αναγράφονται ονομαστικά, είτε όχι" και δεν ήταν αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, κατά τον αριθμό 11 περ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 257/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και με το τρίτο σκέλος του πρώτου των προσθέτων λόγων, καθώς και με το τρίτο σκέλος του δευτέρου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β’ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς νόμιμη επίκληση τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη ανυπόγραφα έντυπα αιτήσεων αγοράς μεριδίων κεφαλαίων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο στήριξε την κρίση του κυρίως στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η εταιρεία "Emporiki Asset Management" και στις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, ενόψει μάλιστα και του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πρωτότυπα των αιτήσεων συμμετοχής σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν η ως άνω εταιρεία, καθώς και των αιτήσεων εξαγοράς των ως άνω μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που τηρούνταν στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (διαμεσολαβήτριας στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρείας Emporiki Asset Management), επί της οδού ...
αρ…., στην Αθήνα, καταστράφηκαν στις 05.01.2007 από πυρκαγιά. Για τον ίδιο όπως παραπάνω λόγο είναι αβάσιμος και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά το τελευταίο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ανυπόγραφα έντυπα αιτήσεων αγοράς μεριδίων κεφαλαίων.
Αβάσιμος, περαιτέρω, είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ’ εκτίμηση, 12 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 443 ΚΠολΔ, αφού στήριξε την κρίση του σε ανυπόγραφα έγγραφα. Τούτο δε διότι ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 ΚΠολΔ και τα ηλεκτρονικά έγγραφα, ήτοι οι εγγραφές στο μαγνητικό μέσο αποθήκευσης του ηλεκτρονικού υπολογιστή (σκληρό δίσκο, USB κ.λπ.), οι οποίες, ύστερα από σχετική επεξεργασία από την κεντρική του μονάδα, αποτυπώνονται κατά τρόπο αναγνώσιμο στην οθόνη του υπολογιστή.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθ. 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 233/2011).
Με τον τρίτο των πρόσθετων λόγων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε τον ισχυρισμό της περί του ότι στις επίμαχες αιτήσεις και συμβάσεις είχε τεθεί ο εξαιρετικός όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 παρά το γεγονός ότι δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξή του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός έγινε δεκτός, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη σχετικές αποδείξεις. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 701/2008).
Με τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 περ. α’ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις της δίκης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά των εταιρειών "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" και "Amundi Ελλάς Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) περί χορήγησης αντιγράφων των σ’ αυτήν (αγωγή) αναφερομένων εγγράφων , καθώς και ισχυρισμούς που προτάθηκαν κατά τη δίκη εκείνη.
Οι συγκεκριμένοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον μετά τη συνεκδίκαση της αγωγής αυτής με την κύρια αγωγή του αναιρεσείοντος η αποδεικτική διαδικασία διεξήχθη ενιαία και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα κατέστησαν πλέον κοινά. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν καθόλου ή παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος όπως κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του προσθέτου όρου από το άρθρο 2 του ν. 5638/1932 και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το ουσιαστικό δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) κατά παραδεκτό τρόπο, και που δέχθηκε και κατ’ ουσία ως καταλυτικό με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην απόρριψη της αγωγής, χωρίς να βεβαιώνει ότι ο ίδιος ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά από τον εναγόμενο αφού το γεγονός αυτό ύστερα από προβολή σχετικού αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ ερευνάται από τον Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συνδυασμό με τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) ανεξάρτητα από την οποιοδήποτε σχετική διαπίστωση του ουσιαστικού Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά, διά των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες (προτάσεις) γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης στις οποίες προηγείται αυτοτελής επίκληση εγγράφων και ισχυρισμών που προσκομίσθηκαν και προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη συνέχεια περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι, με τον τρόπο αυτό, οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 982/2013, 476/2011).
Με το δεύτερο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 περ. γ ‘ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί του ότι στις επίμαχες αιτήσεις και συμβάσεις είχε τεθεί ο εξαιρετικός όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, παρά το γεγονός ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκλησή του εκ μέρους της, στο Εφετείο που εξέτασε την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε δε είχε επικαλεστεί και προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο προς απόδειξή του.
Από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι στο κείμενο των προτάσεών της αυτών η τελευταία περιέλαβε αυτούσιο και το κείμενο των προτάσεων που κατέθεσε στη πρωτοβάθμια δίκη, το οποίο και καλύπτεται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Φούτση που έχει τεθεί επί των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου και στις οποίες διαλαμβάνεται και η αναφορά ότι: "Επειδή και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου Σας συζήτηση της κρινόμενης διαφοράς, προσάγω παραδεκτώς και επικαλούμαι όσα έγγραφα προσκόμισα προσηκόντως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τα οποία πλήρως αποδεικνύεται το νόμω και ουσία βάσιμο των ισχυρισμών μου, προσέτι δε ....
κεκυρωμένο αντίγραφο των πρωτοεισάκτων προτάσεών μου κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος... κεκυρωμένο αντίγραφο των πρωτοεισάκτων προτάσεών μου κατά των β’ και γ’ εφεσιβλήτων, οι οποίες αποτελούν μετά των παρουσών ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο....". Έτσι, οι πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης αποτελούν ενιαίο κείμενο με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της και ως εκ τούτου παραδεκτώς προέβαλε με τις προτάσεις αυτές αφ’ ενός μεν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της, αφ’ ετέρου δε τα αποδεικτικά μέσα, που είχε προσκομίσει και πρωτοδίκως, τα οποία εκτίθενται αναλυτικά.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη το συγκεκριμένο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, καθώς και τα προς απόδειξή του προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αποτελεί ζήτημα συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων η ισχύς του όρου του άρθρου 2 Ν. 5638/1932 και "...δεν αποτελεί μονόδρομο ο προδιατυπωμένος αυτός όρος...", προς απόδειξη του οποίου προσκόμισε δύο παρόμοιες συμβάσεις με την αυτή τράπεζα.
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι προβληθέντες ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της προεκτεθείσας διάταξης αλλά νομικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ’ ουσίαν τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τους συγκροτούν.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).Τέλος, η τελευταία πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ