Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of abuse of process in commercial dispute.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance regarding a commercial dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific contract regarding market data subscriptions, claiming this constituted an error in evidence evaluation. The court rejected this claim, ruling that the lower court had properly weighed all evidence, including the contract, without needing a separate mention of it in the final decision.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 552, 553, 556, 558, 561 § 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals only for specific legal errors; a failure to separately mention evidence already considered and weighed by the lower court does not constitute grounds for overturning the judgment.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 945 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 945/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΜΟΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΜΟΙΛ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κουτσούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΙΛΙΣΗΣ, ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΟΧΗΜΙΚΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Δ.Ε.Π.Π.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4731/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2883/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 8.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2883/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20-11-2020 έφεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 4731/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως και κατ' ουσία αβάσιμη η από 11.3.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ", λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, κατ' αποδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ως άνω ένστασης. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 9.11.2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα, που έλαβε χώρα την 12.10.2022, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Γ. Φ. επί της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1 και 566 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ.Α. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 203/2021, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 1724/2014).
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 721/2022). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 227/2024, ΑΠ 509/2024, ΑΠ 10/2024, ΑΠ 51/2024, ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 203/2021, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 1209/2020, ΑΠ 493/2008). Για τη διαπίστωση αυτή, ήτοι αν έγινε εσφαλμένη (ψευδής) ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δικαστήριο της ουσίας που κατέληξε στο πιο πάνω νομικό συμπέρασμα διέλαβε σ' αυτό πανηγυρικά τη φρασεολογία και διατύπωση του νόμου, αλλά αν τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 1209/2020, ΑΠ 474/2017).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 67/2022, ΑΠ 73/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 6/2022, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 37/2022, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 849/2007)
Γ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 458/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 19/2024, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 60/2024, ΑΠ 5/2024).
Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι παρά το νόμο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκανε δεκτή την ένσταση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας περί της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να ασκήσει την ερευνώμενη αγωγή, την οποία απέρριψε δεχόμενη ως κατ' ουσία βάσιμη την ως άνω ένσταση.
Αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε, σε σχέση με την, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, προβληθείσα ένσταση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, τα ακόλουθα: "...Ακολούθως, με την επιστολή της με αριθμό πρωτοκόλλου 10096/ 7.2.2009 με θέμα "Νέα τιμολογιακή και πιστωτική πολιτική ΕΛ.ΠΕ.
για το έτος 2009 - Σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών", η εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα ότι ήδη από το τελευταίο δίμηνο του έτους 2008 εξέταζε το ενδεχόμενο αλλαγής της τιμολογιακής πολιτικής της και με την εν λόγω επιστολή γνωστοποιούσε την τελική της πρόταση για τη νέα τιμολόγηση από την 1.3.2009, ζητούσε δε να της γνωστοποιηθεί τυχόν συμφωνία της αγοράστριας ενάγουσας με την εν λόγω μεταβολή μέχρι την 24.2.2009, προκειμένου να προβεί στην τροποποίηση της σύμβασης.
Με την προτεινόμενη αυτή μεταβολή ο τύπος υπολογισμού του τιμήματος (formula) που προβλεπόταν στο άρθρο 8 της σύμβασης λάμβανε την εξής μορφή: .... Η ως άνω μεταβολή του τρόπου συμβατικού υπολογισμού του τιμήματος στηρίχθηκε στην εισήγηση της Διεύθυνσης Πωλήσεων Πετρελαιοειδών Ελλάδας της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Λ.Ε." με αριθμό πρωτοκόλλου 75/12.2.2009.
Σύμφωνα με αυτήν, ήταν απαραίτητη η μεταβολή του τύπου υπολογισμού των τιμών από την 1.3.2009, λόγω της υποχρέωσης της προμηθεύτριας εταιρείας να γνωστοποιεί στο Υπουργείο και στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών το εκάστοτε ισχύον αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, σύμφωνα με την ως άνω υπ' αριθ. ....2008 Υ.Α.
προκειμένου να εμφανίζεται το αντάλλαγμα αυτό στο τίμημα. Επιπλέον η εισήγηση αναφέρει τα εξής: α) Προκειμένου να υπάρχει αντιστοιχία της αγοράς της χώρας με την αντίστοιχη του εξωτερικού, ήτοι τις τιμές εισαγωγών, θεωρείται πιο αντιπροσωπευτική ως βάση τιμολόγησης η τιμή CIF ανά προϊόν αντί της ισχύουσας τιμής FOB, β) διαφοροποιείται ο τρόπος μετατροπής των δολαρίων σε ευρώ, ώστε αντί της ισοτιμίας που δημοσιεύει καθημερινά η Τράπεζα της Ελλάδος, να χρησιμοποιείται η ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με επιβάρυνση 5%.
Περαιτέρω, με την επιστολή με αριθμό πρωτοκόλλου 10170/26.2.2009 η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι λόγω μη ανταπόκρισης στην προηγούμενη επιστολή της και εφόσον δεν υπάρξει απάντηση μέχρι την 27.2.2009, θα θεωρήσει ότι συμφωνεί με την πρότασή της για τροποποίηση της σύμβασης από την 1.3.2009. Με την υπ' αριθ. πρωτ. 493/8.2.2010 επιστολή της, η οποία συνομολογείται ότι παρελήφθη από την ενάγουσα, η εναγομένη της απέστειλε νέο κείμενο σύμβασης προμήθειας πετρελαιοειδών προϊόντων, ζητώντας από αυτή να της επιστραφεί υπογεγραμμένο από το νόμιμο εκπρόσωπό της, προκειμένου να υπογραφεί και από το νόμιμο εκπρόσωπο της ίδιας. Στο εν λόγω σχέδιο σύμβασης προβλεπόταν στο άρθρο 8 ότι το τίμημα για τις πωλούμενες ποσότητες προϊόντων θα καθορίζεται με βάση τον τύπο υπολογισμού του τιμήματος (formula), όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω.
Εξάλλου, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα απάντησε οποτεδήποτε στις ως άνω επιστολές, ούτε δε ότι υπογράφηκε από τους νομίμους εκπροσώπους της το νέο κείμενο σύμβασης.
Περαιτέρω, η εναγομένη ξεκίνησε από την 1.3.2009 να τιμολογεί τις πωλούμενες ποσότητες πετρελαιοειδών με βάση τον μαθηματικό τύπο που αναφέρει στην επιστολή της με α.π. 10096/17-02-2009. ήτοι HC1F + PR + (Cm + Ca) χ (ευρώ/δολάριο) χ 1.005 χ D. Όπως προαναφέρθηκε, με τη νέα τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης μεταβλήθηκαν οι παράγοντες καθορισμού της τιμής πώλησης των προϊόντων, που είχαν συμφωνηθεί με την ένδικη σύμβαση, ειδικότερα δε από την 1.3.2009 και εφεξής ως βάση υπολογισμού των τιμών τέθηκε η τιμή HIGH C1F, η οποία ήταν υψηλότερη της μέχρι τότε ισχύουσας τιμής HIGH FOB.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν οι τελικές τιμές των προϊόντων να είναι μεγαλύτερες από αυτές που θα προέκυπταν, αν οι τιμές υπολογίζονταν με βάση την προβλεπόμενη από την ένδικη σύμβαση τιμή HIGH FOB, αφετέρου δε να επιβαρυνθεί οικονομικά η ενάγουσα. Η κατά τα ανωτέρω μεταβολή των παραγόντων καθορισμού της τιμής πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων δεν αποτέλεσε νομοθετική επιταγή, αλλά επιλογή της εναγομένης, η οποία προέβη σε αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τιμών των πωλουμένων στην εκκαλούσα προϊόντων, χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 8.2 περ.
γ' της επίδικης σύμβασης, ήτοι απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών αγοράς, με βάση την οποία η πωλήτρια εναγόμενη θα μπορούσε να ζητήσει την αλλαγή της βάσης υπολογισμού, κατά την προβλεπόμενη από τον όρο 8.2. περ. α' της επίδικης σύμβασης διαδικασία, μη δυναμένου ως εκ τούτου, εκ της ανυπαρξίας απάντησης της εταιρείας "ΚΜΟΙΛ ΑΕ" στις προαναφερθείσες επιστολές της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", να θεωρηθεί ότι τροποποιήθηκε ο σχετικός συμβατικός όρος μετά την πάροδο ενός μηνός από την ειδοποίησή της, σύμφωνα με το άρθρο 8.2 της σύμβασης, η δε εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", η οποία από την 1.3.2009 ξεκίνησε να εφαρμόζει τον ως άνω τύπο υπολογισμού για την τιμολόγηση των πωλουμένων ποσοτήτων προϊόντων προς την ενάγουσα, δεσμευόταν από το αρχικό κείμενο της σύμβασης και δεν είχε το δικαίωμα επιβολής μεγαλυτέρων τιμών για τα πωλούμενα προϊόντα από τις τιμές που προέκυπταν με βάση την από 25.1.2004 σύμβαση.
Πλην όμως, κατά τα προδιαληφθέντα, η ενάγουσα όχι μόνο δεν απάντησε στις ως άνω επιστολές που της απέστειλε η εναγόμενη, αλλά και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ήτοι από 1.3.2009 μέχρι την 11.4.2014 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής), δεν εξέφρασε καμία διαμαρτυρία, παράπονο ή αντιρρήσεις για τον νέο τρόπο υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών, τον οποίο εφάρμοζε η εφεσίβλητη, καθώς και για τις οικονομικές συνέπειες του νέου αυτού τρόπου υπολογισμού, ενώ αντίθετα εξακολούθησε να προβαίνει σε παραγγελίες προϊόντων και να εξοφλεί τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης πετρελαιοειδών, η αξία των οποίων προσδιορίστηκε με τη νέα ως άνω βάση υπολογισμού του συμβατικού τιμήματος.
Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας ότι την 6.3.2014 έλαβε το πρώτον γνώση των τιμών PLATT'S FOB BASIS ITALY και από την αντιπαραβολή αυτών με τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια τιμές διαπίστωσε την αντισυμβατική χρέωσή της με ποσά ανώτερα των συμφωνηθέντων, δεν κρίνεται βάσιμος και τούτο, διότι ενόψει του ότι οι ανωτέρω τιμές PLATT'S δημοσιεύονται καθημερινά στο ευρωπαϊκό περιοδικό PLAΤΤ' S ΕUROPΕAN MARKΕTSCAN, αλλά και στο παρατηρητήριο τιμών, η ενάγουσα καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, μπορούσε να έχει πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου, στις δημοσιευθείσες τιμές και τους δείκτες που την ενδιέφεραν κι έτσι από τη σύγκριση των τιμών αυτών με εκείνες που συμφωνήθηκαν με την επίδικη σύμβαση, μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν προέκυπτε ή όχι επιβάρυνσή της από την εφαρμογή του, κατά τα προεκτεθέντα νέου τρόπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών.
Επιπροσθέτως, η εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 είχε αποστείλει και στην ενάγουσα επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης κ.λπ. (βλ. σχετ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη επιστολές). Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα εταιρεία με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα (δηλαδή από 1.3.2009 έως 11.4.2014) δημιούργησε στην εφεσίβλητη - εναγόμενη εταιρεία την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή πολιτική της και συγκεκριμένα τον υπολογισμό του τιμήματος με βάση την νέα formula, η οποία, σημειωτέον εφαρμόστηκε οριζόντια σε όλες τις εταιρείες πετρελαιοειδών προϊόντων, εταιρείες υγραερίου, ασφάλτου και στις εταιρείες αεροπορικών και ναυτιλιακών καυσίμων.
Συνεπώς, η άσκηση με την ένδικη αγωγή του δικαιώματος της εκκαλούσας - ενάγουσας να επιδιώξει τον καθορισμό του τιμήματος πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων με βάση τον συμβατικά καθορισμένο τύπο υπολογισμού και την καταβολή της διαφοράς που προέκυψε από την εφαρμογή του νέου τύπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων από την 1.3.2009 και εφεξής υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και σκοπούς...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αποφαινόμενο ότι υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δημιουργήθηκε πραγματική κατάσταση η ανατροπή της οποίας θα προκαλέσει στην αναιρεσίβλητη επαχθείς συνέπειες, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος της δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός της, και ότι συνεπώς η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας ενάγουσας υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια που θέτουν και επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη, την οποία δεν παραβίασε ευθέως και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τούτο δε, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, έγινε δεκτό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, εφόσον σε αυτές διαλαμβάνεται ότι οι προαναφερόμενες περιστάσεις ήταν απολύτως επαρκείς για τη θεμελίωσή της ένστασης αυτής.
Ειδικότερα, το εφετείο έκρινε ως και κατ' ουσία βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για την άσκηση της αγωγής της που αφορούσε την ζημία που υπέστη από την νέα τιμολογιακή πολιτική που ακολούθησε η αναιρεσίβλητη κατά την πώληση των καυσίμων και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα αδράνησε να ασκήσει την αγωγή της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και συγκεκριμένα από 1-3-2009 έως 11-4-2014 καθώς και ότι με την συμπεριφορά της που προηγήθηκε κατά το ως άνω διάστημα, όπως αναλυτικά θα εκτεθεί κατωτέρω, δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή της πολιτική και συγκεκριμένα τον υπολογισμό του τιμήματος με βάση την νέα formula.
Για να καταλήξει δε στο παραπάνω αποδεικτικό της πόρισμα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προηγήθηκαν από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου σε συνδυασμό και με την αδράνεια του δικαιούχου εξέρχονται των ορίων που τάσσει το άρθρο 281 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, αναφερόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση στις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που μεσολάβησαν μέχρι την άσκηση της αγωγής δέχθηκε ανέλεγκτα α) ότι η αναιρεσίβλητη με την επιστολή της με αριθμό πρωτοκόλλου 10096/17.2.2009 με θέμα "Νέα τιμολογιακή και πιστωτική πολιτική ΕΛ.ΠΕ. για το έτος 2009 - Σύμβαση προμήθειας πετρελαιοειδών" ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι ήδη από το τελευταίο δίμηνο του έτους 2008 εξέταζε το ενδεχόμενο αλλαγής της τιμολογιακής πολιτικής της και με την εν λόγω επιστολή γνωστοποιούσε την τελική της πρόταση για τη νέα τιμολόγηση από την 1.3.2009, ζητούσε δε να της γνωστοποιηθεί τυχόν συμφωνία της αγοράστριας αναιρεσείουσας με την εν λόγω μεταβολή μέχρι την 24.2.2009, προκειμένου να προβεί στην τροποποίηση της σύμβασης, β) ότι η μεταβολή του τρόπου συμβατικού υπολογισμού του τιμήματος από 1-3-2009, που έγινε από την αναιρεσίβλητη, στηρίχθηκε στην Εισήγηση της Διεύθυνσης Πωλήσεων Πετρελαιοειδών Ελλάδας της ως άνω εταιρείας και ήταν απαραίτητη λόγω της υποχρέωσής της, ως προμηθεύτριας εταιρείας, να γνωστοποιεί στο Υπουργείο και στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών το εκάστοτε ισχύον αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας προκειμένου να εναρμονίζεται το αντάλλαγμα αυτό στο τίμημα, γ) ότι η αναιρεσίβλητη με την (δεύτερη) επιστολή της με αριθμό πρωτοκόλλου 10170/26.2.2009 γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα ότι λόγω μη ανταπόκρισης στην προηγούμενη επιστολή της και εφόσον δεν υπάρξει απάντηση μέχρι την 27.2.2009, θα θεωρήσει ότι η αναιρεσείουσα συμφωνεί με την πρότασή της για τροποποίηση της σύμβασης από την 1.3.2009, δ) ότι η αναιρεσίβλητη με την (τρίτη) υπ' αριθ.
πρωτ. 493/8.2.2010 επιστολή της, η οποία συνομολογείται από την αναιρεσείουσα ότι παρελήφθη, απέστειλε στην τελευταία νέο κείμενο σύμβασης προμήθειας πετρελαιοειδών προϊόντων, ζητώντας από αυτή να της επιστραφεί υπογεγραμμένο από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, προκειμένου να υπογραφεί και από τον εκπρόσωπό της, ε) ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε απάντησε στις ως άνω τρεις επιστολές της ούτε οι εκπρόσωποί της υπέγραψαν το νέο κείμενο της σύμβασης, στ) ότι αν και η αναιρεσίβλητη από τις 1.3.2009 ξεκίνησε να τιμολογεί τις πωλούμενες προς την αναιρεσείουσα ποσότητες πετρελαιοειδών με βάση την νέα αυξημένη τιμολογιακή πολιτική που ανέφερε στις επιστολές της, μεταβάλλοντας μάλιστα τους παράγοντες καθορισμού της τιμής πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων, κατά παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης, η αναιρεσείουσα, όχι μόνο δεν απάντησε στις ως άνω επιστολές, αλλά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ήτοι από 1.3.2009 μέχρι 11.4.2014 (ημερομηνία άσκησης της ένδικης αγωγής) δεν εξέφρασε καμιά διαμαρτυρία, παράπονο ή αντιρρήσεις για τον νέο τρόπο υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών, τον οποίο εφάρμοζε η αναιρεσίβλητη, καθώς και για τις οικονομικές συνέπειες του νέου αυτού τρόπου υπολογισμού σε βάρος της, αντίθετα εξακολούθησε να προβαίνει σε παραγγελίες προϊόντων προς την αναιρεσίβλητη και να εξοφλεί τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης πετρελαιοειδών, η αξία των οποίων προσδιοριζόταν με τη νέα βάση υπολογισμού του συμβατικού τιμήματος, ζ) ότι η αναιρεσείουσα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 1.3.2009 έως 11.4.2014) μπορούσε να έχει πρόσβαση, μέσω του διαδικτύου, στις δημοσιευθείσες καθημερινά στο ευρωπαϊκό περιοδικό τιμές PLATT' S και στους δείκτες που την ενδιέφεραν και έτσι, από τη σύγκριση των τιμών αυτών με εκείνες που συμφωνήθηκαν με την επίδικη σύμβαση, μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν προέκυπτε ή όχι επιβάρυνσή της από την εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού των τιμών πώλησης, η) ότι η αναιρεσίβλητη και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 είχε αποστείλει και στην αναιρεσείουσα επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνες, θ) η καθυστέρηση άσκησης της αγωγής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και ι) η εν γένει συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή της πολιτική, έτσι ώστε τυχόν ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε και παγιώθηκε, εξαιτίας της παραπάνω, προηγηθείσας της άσκησης της ένδικης αγωγής, συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της να ζητήσει τις διαφορές τιμών, επάγεται επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσίβλητη, ενόψει και του ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχεία ΙΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, η επιχειρούμενη από την αναιρεσείουσα ανατροπή της διαμορφωμένης κατάστασης δεν απαιτείται να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στην αναιρεσίβλητη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά της, καταφάσκουν την ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της αναιρεσίβλητης.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά ανελέγκτως από αυτήν ως αποδειχθέντα επαρκούν για την θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Και τούτο διότι, η επί τρεις φορές γνωστοποίηση από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα της νέας φόρμουλας τιμολόγησης των πωλουμένων προϊόντων, η έλλειψη διαμαρτυρίας της αναιρεσείουσας στις επίδικες νέες τιμολογήσεις των προϊόντων πετρελαίου επί σειράν ετών αν και είχε γνώση των τιμών PLATT'S, σε συνδυασμό με την αδράνεια της τελευταίας να ασκήσει την αγωγή της αλλά και τις σοβαρές συνέπειες, που θα επέλθουν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, συνιστάμενες στην επαναφορά της προγενέστερης τιμολογιακής πολιτικής της και συνακόλουθα στις επαχθείς συνέπειες από το γεγονός αυτό, αφού αφενός μεν η μεταβολή των τιμών ήταν αναγκαία λόγω της υποχρέωσής της να γνωστοποιεί στο Υπουργείο και στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών το εκάστοτε ισχύον αντάλλαγμα τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ....2008 ΥΑ, προκειμένου να εμφανίζεται το αντάλλαγμα αυτό στο τίμημα, αφετέρου δε, επειδή, κατά τα δεκτά γενόμενα αναιρετικώς ανέλεγκτα, ουδόλως προέκυψε ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης είχε επίδραση στην επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας και στα μεικτά κέρδη της κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αρκούσαν για να δημιουργήσουν στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και να καταστήσουν την επιχειρούμενη ανατροπή της κατάστασης αυτής ότι υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, όπως απαιτείται, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη.
Η αναιρεσείουσα, με τις επί μέρους αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι παρά το νόμο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή έκανε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείβλητη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, α) επειδή προκύπτει σαφέστατα ότι η αδράνεια που επέδειξε στην άσκηση της αγωγής οφείλεται σε εύλογη αιτία και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι μόλις στις 6.3.2014 πληροφορήθηκε τις συμβατικές τιμές Platts HFOB, βάσει των οποίων επιβλήθηκαν οι χρεώσεις της αναιρεσίβλητης, καθόσον για να υπάρξει έλεγχος ορθότητας των χρεώσεων της αναιρεσίβλητης έπρεπε να γνωρίζει τις τιμές Platts HFOB MED BASIS ITALY και όχι τις τιμές HCIF PLATT'S προσαρμοσμένες σε άλλη formula τιμολόγησης, όπως εσφαλμένα, κατά την άποψή της, εκλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, επιπλέον δε και επειδή οι συμβατικές τιμές Platt's ουδέποτε της γνωστοποιήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά έλαβε γνώση αυτών μόλις στις 6.3.2014 έναντι σημαντικής αμοιβής από τον διεθνή οργανισμό EUROPEAN MARKETSAN, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να ασκήσει έγκαιρα τα νόμιμα δικαιώματά της, σημειουμένου μάλιστα ότι εσφαλμένα απερρίφθη ως αβάσιμος ο παραπάνω ισχυρισμός της, με την εσφαλμένη κρίση ότι ήταν δυνατόν να ενημερώνεται για τις νέες τιμές από το παρατηρητήριο, αφού στο παρατηρητήριο τιμών δεν δημοσιεύονται οι τιμές PLATT'S αλλά οι τιμές λιανικής των πρατηρίων, β) επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα περιέλαβε κρίση ότι "η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 είχε αποστείλει και στην ενάγουσα επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης κ.λπ." και τούτο διότι από τα στοιχεία που της γνωστοποιούνταν με τις ανωτέρω επιστολές δεν προέκυπταν οι υπέρμετρες χρεώσεις, αφού, πριν την αναφερόμενη νομοθετική παρέμβαση, το κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας και τα υπόλοιπα στοιχεία δεν δημοσιεύονταν και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η σύγκριση τιμών και η διαπίστωση των παράνομων χρεώσεων της αναιρεσίβλητης, γ) επειδή από τα περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα το Εφετείο προκύπτει ανενδοίαστα ότι η συμπεριφορά της, αντικειμενικά κρινόμενη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, επουδενί παρείχε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, καθόσον δεν συντρέχουν οι απαραίτητες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, αντίθετα μόνο το γεγονός της άρνησής της να υπογράψει τη νέα σύμβαση αποκλείει κατ' αντικειμενική εκτίμηση την υποτιθέμενη εύλογη πεποίθηση ότι είναι σύμφωνη με τις χρεώσεις της και ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και δ) επειδή, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι αδράνησε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της και ότι από την αδράνεια αυτή προκλήθηκε η πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη ότι δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά της ουδόλως προκύπτει από τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τη δική της προηγούμενη συμπεριφορά, δηλαδή η αναιρεσίβλητη θα προχωρούσε ούτως ή άλλως στην επιβολή υπέρτερων, παράνομων χρεώσεων σε βάρος της, χωρίς να λάβει υπόψη της οποιαδήποτε δική της αντίρρηση και συνεπώς η υποτιθέμενη πεποίθηση που της δημιουργήθηκε από δήθεν δικές της πράξεις δεν είναι σε καμία περίπτωση άξια προστασίας.
Οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Ειδικότερα, οι με στοιχεία α, β και δ αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες καθόσον με το πρόσχημα ότι υπήρξε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα αυτός της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας.
Επίσης, η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συνέτρεξαν ειδικές περιστάσεις και συνθήκες, για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτές αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω και συνιστούν τις παραδοχές της και όχι μόνο η άρνηση της αναιρεσείουσας να υπογράψει τη νέα σύμβαση.
Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της απόρριψης του ισχυρισμού της ότι έλαβε το πρώτον γνώση των τιμών Platts HFOB MED BASIS ITALY την 6.3.2014 (και συνεπώς ουδόλως αδράνησε στην άσκηση της επίδικης αγωγής της), είναι προδήλως ελλιπής, ασαφής, ενδοιαστική και υποθετική διότι η προσβαλλομένη απόφαση παραγνωρίζει τα εξής:
α) ότι για να υπάρξει έλεγχος ορθότητας των χρεώσεων της αναιρεσίβλητης έπρεπε (η αναιρεσείουσα) να γνωρίζει τις τιμές Platts HFOB MED BASIS ITALY και όχι τις τιμές HCIF PLATT'S προσαρμοσμένες σε άλλη formula τιμολόγησης, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει η απόφαση, β) ότι οι συμβατικές τιμές Platts HFOB ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν στην ίδια από την αναιρεσίβλητη, αλλά έλαβε γνώση αυτών έναντι σημαντικής αμοιβής, από τον διεθνή οργανισμό EUROPEAN MARKETSAN μόλις στις 6.3.2014 και συνεπώς έως την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε ούτε ήταν δυνατόν να γνωρίζει τις υπέρτερες τιμολογήσεις της αναιρεσίβλητης για να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της και γ) ότι η πρόσβαση στον οργανισμό PLATTS EUROPEAN MARKETSAN, δηλαδή η πρόσβαση στην πηγή από την οποία μπορεί κανείς να πληροφορηθεί τις τιμές Platts HFOB MED BASIS ITALY δεν είναι ελεύθερη, αλλά απαιτείται η καταβολή υψηλότατης συνδρομής, η οποία στοιχίζει - ανάλογα με την περίπτωση - από 5.000 δολάρια μηνιαίως έως 14.000 δολάρια μηνιαίως, κόστος το οποίο είναι πραγματικά υπέρογκο και το οποίο ουδεμία επιχείρηση, πλην μεγαλοεισαγωγέων και καθετοποιημένων εμπορικών ομίλων πετρελαιοειδών, μπορεί να επωμιστεί και συνεπώς η πρόσβαση στις ανωτέρω πηγές είναι πραγματικά δυσβάστακτη για μία εταιρεία όπως η αναιρεσείουσα.
Επίσης, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και αναιτιολόγητη η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης: αα) περί δήθεν δυνατότητάς της να γνωρίζει τις τιμές από το παρατηρητήριο τιμών, αφού στο παρατηρητήριο τιμών δεν δημοσιεύονται οι τιμές Platts αλλά οι τιμές λιανικής των πρατηρίων, ββ) περί του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013 η αναιρεσίβλητη της είχε αποστείλει επιστολές για τις διακυμάνσεις στο κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας, τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης κλπ..., καθόσον από τα στοιχεία αυτά που της γνωστοποιούνταν με τις ανωτέρω επιστολές δεν προέκυπταν οι υπέρμετρες χρεώσεις της αναιρεσίβλητης και τούτο διότι πριν την νομοθετική παρέμβαση το κόστος των αποθεμάτων ασφαλείας και τα υπόλοιπα στοιχεία δεν δημοσιεύονταν και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η σύγκριση τιμών και η διαπίστωση των παράνομων χρεώσεων της αναιρεσίβλητης και γγ) περί του ότι η αναιρεσείουσα "...μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει αν προέκυπτε ή όχι επιβάρυνσή της από την εφαρμογή του, κατά τα προεκτεθέντα νέου τρόπου υπολογισμού των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών.
Με το άνω, όμως, περιεχόμενό τους οι παραπάνω αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση παράβασης από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες) στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΚΠολΔ 561 § 1).
Επιπρόσθετα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, βάσει των οποίων καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η ίδια με την συμπεριφορά της κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 11.4.2014 δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη εταιρεία την εύλογη πεποίθηση ότι αποδέχεται τη νέα τιμολογιακή πολιτική της και συγκεκριμένα τον υπολογισμό του τιμήματος με βάση την νέα formula.
Ειδικότερα, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί κατά τρόπο πειστικό και αιτιολογημένο ποιες είναι οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, ενόψει των οποίων, σε συνδυασμό με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος, η άσκηση του δικαιώματός της, εξέρχεται των τιθέμενων με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων και δεν παραθέτει κανένα απολύτως περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την δική της προηγούμενη συμπεριφορά, δηλαδή δεν παραθέτει κανένα απολύτως περιστατικό, από το οποίο να προκύπτει ότι οι μεταγενέστερες ενέργειες της αναιρεσίβλητης είχαν ως βάση την υποτιθέμενη πεποίθηση που της δημιουργήθηκε από τις δικές της πράξεις και εν τέλει ότι η υποτιθέμενη πεποίθηση της αναιρεσίβλητης είναι άξια προστασίας.
Οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου της ως άνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΓ νομική σκέψη της παρούσας.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα διαλαμβάνει στον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσδίδει δυσανάλογη βαρύτητα στο γεγονός ότι αυτή δεν διαμαρτυρήθηκε και δη εγγράφως στις υπέρμετρες χρεώσεις της αναιρεσίβλητης και ότι δεν απάντησε στις επιστολές που της απέστειλε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2013, ενώ είναι απολύτως σαφές και προκύπτει άνευ της παραμικρής αμφιβολίας ότι πριν από τις 6.3.2014 δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι οι χρεώσεις αυτές είναι υπέρμετρες και ως εκ τούτου από την στιγμή που δεν γνώριζε έως την 6.3.2014 ότι υπήρχε διαφορά στην τελική τιμή μεταξύ των δύο τρόπων υπολογισμού (αυτής της σύμβασης και αυτής που εφάρμοζε) δεν ετίθετο θέμα προγενέστερης διαμαρτυρίας της για το διάστημα από 1.3.2009 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, για το περιεχόμενο και τις συνέπειες του υπολογισμού.
Παράλληλα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολογεί καθόλου, άλλως δεν προσδίδει τη δέουσα βαρύτητα σε μία σειρά άλλων ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία η ίδια κάνει ανελέγκτως δεκτά, όπως το γεγονός ότι αρνήθηκε να υπογράψει τη νέα σύμβαση που της έστειλε η αναιρεσίβλητη καθώς και ότι η ασάφεια και η ανεπάρκεια της αιτιολογίας αυτής καθίσταται ιδιαιτέρα εμφανής επειδή αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση στο προφανές ερώτημα πώς είναι δυνατόν να δημιουργείται στην αναιρεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα είναι σύμφωνη με τις χρεώσεις της και ότι δεν θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, όταν αρνείται κατηγορηματικά να υπογράψει τη νέα σύμβαση.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, με τις οποίες, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει παράλειψη του δικαστηρίου να συναγάγει τεκμήρια από τα προσκομισθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτες, αφού η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν.
Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί, ότι προβάλλεται η αιτίαση, ότι με βάση τα τεκμήρια αυτά συνάγεται πόρισμα αντίθετο από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω τεκμηρίων, καθόσον αυτά είναι στην πραγματικότητα επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, με τα οποία αυτή επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, που συνήγαγε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα γνώριζε πριν τις 6.3.2014 ότι οι χρεώσεις που είχε επιβάλλει η αναιρεσίβλητη ήταν υπέρμετρες (ΑΠ 1651/2023).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη παντελούς αιτιολογίας ως προς την κρίση της ότι η άσκηση με την ένδικη αγωγή του δικαιώματός της να επιδιώξει τον καθορισμό του τιμήματος πώλησης των πετρελαιοειδών προϊόντων με βάση τον συμβατικά καθορισμένο τύπο υπολογισμού...υπερβαίνει προφανώς τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και σκοπούς, επειδή, όπως αιτιάται, η προσβαλλόμενη δεν παραθέτει ούτε ένα στοιχείο, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση της ως προς το "προφανές" της υπέρβασης των ορίων της 281 ΑΚ. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον το "προφανές" της υπέρβασης των ορίων και των σκοπών της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά παραδοχή, με βάση την οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά επιχείρημα εμφατικό του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν αποτελεί αιτιολογία της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για έλλειψη αιτιολογίας, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχεία ΙΙΓ νομική σκέψη της παρούσας.
Προσέτι, με το υπό στοιχείο (στ) του δεύτερου λόγου αναίρεσης πλήττονται οι ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "Εξάλλου η εκκαλούσα δεν αντέκρουσε με σαφήνεια και κατά τρόπο συγκεκριμένο τον προβαλλόμενο από την εφεσίβλητη ισχυρισμό, ότι τη σχετική ως άνω διαφορά, που προέκυψε από την αλλαγή της τιμολογιακής πολιτικής αυτής (εφεσίβλητης) η πρώτη (εκκαλούσα) την μετακύλησε στους τελικούς καταναλωτές των ανωτέρω προϊόντων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, αν η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εφεσίβλητης είχε και σε ποιά έκταση επίδραση στην επιχειρηματική της δραστηριότητα και στα μεικτά κέρδη της κατά το προειρημένο χρονικό διάστημα".
Κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν σχετίζονται με τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού της δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που προέβαλε η αναιρεσίβλητη και έγινε δεκτός από το Εφετείο, αλλά αφορούν μόνο στο ύψος της ζημίας που υπέστη η ίδια από την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας εσφαλμένα το Εφετείο στήριξε τη δικαιοδοτική του κρίση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού της δικαιώματος και στις συγκεκριμένες παραδοχές.
Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς. Τούτο, δε, διότι, αναφέρονται στην επάλληλη και πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της ύπαρξης ή μη ζημίας και της έκτασης αυτής, την οποία ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα ότι υπέστη από την προαναφερόμενη χαρακτηριζόμενη από την ίδια ως αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
Η αιτιολογία όμως αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της, και εκφέρθηκε εκ περισσού, καθόσον η κύρια παραδοχή της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 234/2024, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1785/2022).
Τέλος, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα ακόλουθα, απαραίτητα για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ζητήματα, ήτοι: α) ποια ήταν η διαφορά μεταξύ των δύο τιμών Platts (αφού άλλες είναι οι τιμές HIGH CIF Med Genova/Lavera και άλλες οι τιμές Platts FOB MED BASIS ITALY), β) Αν οι δύο αυτές τιμές PLATTS διαφέρουν μεταξύ τους και εάν η διαφορά μεταξύ των τιμών PLATTS (της ισχύουσας σύμβασης σε σχέση με τον νέο υπολογισμό που εφάρμοσε) σχετίζεται μερικώς ή απόλυτα με την αντισυμβατική χρέωση της αναιρεσίβλητης ή αν η αντισυμβατική χρέωση σχετίζεται και με άλλες μεταβολές και μεταβλητές που έλαβαν χώρα, χωρίς, όπως έκρινε η αναιρεσίβλητη, να είχε λάβει χώρα τροποποίηση της σύμβασης, γ) Ποια ήταν η διαφορά που προέκυπτε από τις δύο διαφορετικές οικονομικές φόρμουλες, δ) Αν η αναιρεσίβλητη τους γνωστοποίησε τις συμβατικές τιμές Platts FOB MED BASIS ITALY και πότε το έπραξε, ώστε να προκύπτει πράγματι γνώση μας μεταξύ της τιμολογηθείσης και τιμολογητέας αξίας και ε) Ποιες τιμές PLATTS δημοσιεύονταν, αυτές της από 25.1.2004 σύμβασης που στηρίζονταν σε τιμές Platts FOB MED BASIS ITALY ή με βάση τον νέο τρόπο υπολογισμού, τον οποίο εφάρμοσε η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη από την 1.3.2009, που βασίζονται σε διαφορετικές τιμές PLATTS και συγκεκριμένα στις τιμές PLATTSHIGH GIF MED GENOVA/LAVERA.
Οι παραπάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι στο σύνολό τους απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, με διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από αυτούς (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Όπως δε αναφέρθηκε στην υπό στοιχεία ΙΙΓ νομική σκέψη της παρούσας, ο ΑΠ δεν ερευνά γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε ένα περιστατικό και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 472/2023).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες καθόσον όσα αναφέρονται παραπάνω αφορούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 19/2024).
Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς να απαιτείται η παράθεση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε περιστατικών, ως προς τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, με βάση τις οποίες, σε συνδυασμό και με την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να εξέρχεται των τιθέμενων με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορίων. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τον αριθ. 8 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ... και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νοούνται και εκείνα των οποίων δεν έγινε νομότυπη και παραδεκτή επίκληση από τον διάδικο που τα επικαλείται.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορρίψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση που προβλήθηκε στον πρώτο βαθμό και έγινε δεκτή. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1042/2020, ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 747/2017).
Με τον τρίτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης που είχε προβάλλει η εναγομένη πρωτοδίκως και η οποία έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να την επαναφέρει παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Στην περίπτωση που κρίνεται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την 4731/2018 απόφασή του, απέρριψε την από 11.3.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατ' αποδοχή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - εναγομένης υποβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας - ενάγουσας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.11.2020 έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας. Με την άσκηση της έφεσης αυτής και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου (ΚΠολΔ 561 § 2), μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, τόσο η αγωγή, όσο και η κατ' αυτής ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία μάλιστα προσβάλλονταν με ειδικό λόγο (τον πρώτο) της έφεσης και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά αυτής με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο (με σύντομη περίληψη αυτής και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που την περιέχουν, με προσκομιδή και των τελευταίων).
Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την ένσταση αυτή, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σε αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, για το οποίο, όπως είχε υποχρέωση, αποφάνθηκε, δεχόμενο την ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν ενήργησε πέραν του πλαισίου του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο, "πράγμα" που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται σε αυτό η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία αν αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σε αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται, είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1634/2024, ΑΠ 8972023, ΑΠ 3/2022).
Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 284/2018).
Συνεπώς, αν το Εφετείο λάβει υπόψη του και δεν αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό, ως απαράδεκτα, σημαίνει, πως δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου αυτών (ΑΠ 147/2024, ΑΠ 1050/2022, ΑΠ 842/2021, ΑΠ 895/2014, ΑΠ 1212/2007). Ουδόλως δε απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία, ότι η μη προσκομιδή αυτών από το διάδικο στην πρωτόδικη δίκη, δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαρεία αμέλειά του (ΑΠ 10/2024, ΑΠ 147/2024, ΑΠ 500/2024, ΑΠ 147/2024, ΑΠ 248/2023, ΑΠ 383/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι αυτή του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, και συγκεκριμένα επειδή η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο τα σχετικά με αριθμούς 11, 12 και 13, ήτοι αντίγραφα δημοσιεύσεων του περιοδικού PLATT'S EUROPEAN MARKETSCAN, αντίγραφα επιστολών της και δελτία τιμών, τα οποία δεν είχε προσκομίσει πρωτοδίκως, κατά παράβαση του άρθρου 529 ΚΠολΔ. Ο τέταρτος αυτός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή παραδοχές ότι το έγγραφο αυτό προσκομίστηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από πρόθεση στρεψοδικίας της αναιρεσίβλητης ή από βαριά αμέλειά της και συνεπώς νόμιμα λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αφού προσκομίστηκε νόμιμα με επίκληση από την αναιρεσίβλητη και δεν αποκρούστηκε ρητά, κατά τα ανωτέρω, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 529/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον Ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ), το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε, κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, "αν το έγγραφο που προσάγεται έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το υπουργείο εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά το νόμο πρόσωπο....". Επομένως, αν προσαχθεί στο δικαστήριο έγγραφο που έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, χωρίς να συνοδεύεται και από επίσημη μετάφρασή του, θεωρείται ότι αυτό δεν πληροί τους όρους του νόμου, ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1511/2009).
Με βάση, όμως, την άνω διάταξη του άρθρου 340 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, το προσκομιζόμενο στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο, λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1483/2021).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά τη γνώση της αναιρεσείουσας σχετικά με το ύψος των τιμών πώλησης των πετρελαιοειδών, τα προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιόν του με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ως σχετικό 11, επικυρωμένα αντίγραφα δημοσιεύσεων του περιοδικού "PLATT'S EUROPEAN MARKET SCAN", που είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, διότι τα έγγραφα αυτά δεν συνοδεύονταν από επικυρωμένη επίσημη μετάφραση.
Ωστόσο, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, ο άνω πέμπτος, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, στην τακτική διαδικασία, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως τα ξενόγλωσσα έγγραφα, που δεν συνοδεύονται από μετάφραση, εφόσον παράλληλα είναι επιτρεπτή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η εμμάρτυρη απόδειξη.
VΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Δεν περιλαμβάνεται, όμως, στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 1/2025, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 438/2021).
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 41/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 106/2024, ΑΠ 129/2024, ΑΠ 333/2023, ΑΠ 45/2023).
Η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου αντιγράφων δημοσιεύσεων του περιοδικού "PLATT'S EUROPEAN MARKET SCAN", ως προς τις αναφορές, "CONTACT SALES" (δηλ.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ) και SUBSCRIPTIONS (δηλαδή ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ), δεχόμενο εσφαλμένα ότι από τα έγγραφα αυτά και τις συγκεκριμένες αναφορές, προκύπτει ότι οι τιμές πετρελαιοειδών δημοσιεύονταν και με αυτό τον τρόπο καθίσταντο προσιτές σε κάθε ενδιαφερόμενο και επομένως και στην ίδια (αναιρεσείουσα). Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, ώστε από τη σχετική σύγκριση αυτών με το παραμορφωμένο, κατά την αναιρεσείουσα, περιεχόμενο, που του προσέδωσε το Δικαστήριο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και διότι η αναιρεσείουσα δεν αποδίδει στο Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των εγγράφων, με συνέπεια την παραδοχή πραγματικών περιστατικών, διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται σ' αυτά, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό τους, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ' αυτή, αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με την αλήθεια κρίσιμου πραγματικού περιστατικού, ήτοι τη γνώση της αναιρεσείουσας περί των τιμών των πετρελαιοειδών. Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να ιδρύσει τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Επίσης, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τις τιμές των πετρελαιοειδών, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι αναφερόμενες επιστολές της αναιρεσίβλητης, με τις οποίες αυτή είχε ενημερώσει την αναιρεσείουσα αναλυτικά για τις τιμές αυτές και τον τρόπο υπολογισμού τους.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 697/2022, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την από αυτή προσκομιζόμενη με την προσθήκη των προτάσεών της σύμβαση, από την οποία προκύπτει ότι για να έχει κάποιος ενημέρωση των τιμών PLATT'S, από τον Οργανισμό, PLATT'S EUROPEAN MARKET SCAN, απαιτείτο η καταβολή συνδρομής, ύψους από 1.500 δολάρια έως 14.000 δολάρια, μηνιαίως.
Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν "...απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), στα οποία περιλαμβάνονται και τα ξενόγλωσσα έγγραφα άνευ ελληνικής μετάφρασης..., χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία...", σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή του, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
VIII. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.11.2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "KMOIL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2883/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης