Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
944/2009 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against default judgment on unjust enrichment claim due to misapplication of statute of limitations.

Geschäftsnummer 944/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the first appeal ground while dismissing the second, overturning the lower court's default judgment. The plaintiff argued the statute of limitations had expired, but the court found the lower court incorrectly applied the limitation period for stock transactions instead of the general rule for unjust enrichment. Consequently, the court ruled the claim was not time-barred and remanded the case for retrial with a different panel.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 560(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 904 and 249 of the Civil Code; Article 15(6) of Law 3632/1928; Article 20(1) of Law 1806/1988: When a claim arises from unjust enrichment rather than a contractual relationship, the specific statute of limitations for stock transactions does not apply, and the general limitation period for unjust enrichment must be used.

Schlagwörter

KI-generiert
unjust enrichment statute of limitations stock transactions default judgment remand for retrial civil procedure appeal legal error correction

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 15(6) of Law 3632/1928
Article 15(1) of Law 3632/1928
Article 20(1) of Law 1806/1988
Article 247 of the Civil Code

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 944 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 944/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μούσα, ο οποίος όπως αναφέρει στην από 6-2-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. μετονομάστηκε λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως σε "ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ-ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΜΤΟ ΑΕΠΕΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Του αναιρεσίβλητου: ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Τσίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2969/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5821/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ορίζει ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση....αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου....". Κατά το άρθρο 904 ΑΚ "όποιος έγινε

πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε η έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 (που δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ) "πάσα αξίωση πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή".

Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου (15 ν. 3632/1928) "χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι αι δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμεναι και έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 "Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων".

Κατά το άρθρο 1 παρ. 26 ν. 2533/1997 "ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι "από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται απ' αυτόν", δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές "και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς".

Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό μιας έννομης σχέσης ως χρηματιστηριακής συναλλαγής, βασικό προαπαιτούμενο συνιστά η ύπαρξη συμβατικής ή γενικότερα δικαιοπρακτικής βάσης, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της ενοχής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα χρηματιστηριακή εταιρία ιστορούσε, κατά λέξιν, στην από 25-6-2001 αγωγή της τα ακόλουθα: "Συνήψαμε με τον εναγόμενο σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε στο όνομά του ο κωδικός με αριθμό ....

Την ..., ο εναγόμενος κατέθεσε στον... τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας μας στην τράπεζα Πίστεως, το χρηματικό ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. ως προκαταβολή για την αγορά 800 μετοχών της εταιρείας ..., οι οποίες και αγοράσθηκαν στις 11.03.1999 αντί του συνολικού ποσού των 3.014.752 δρχ. με έκδοση του πινακιδίου ....

Κατά την κατάθεση ο εναγόμενος ανέγραψε ως όνομα καταθέτη "...", αντί του ορθού "...", που αναγραφόταν στην σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών την οποία είχε υπογράψει ο εναγόμενος και βάσει της οποίας η εταιρεία τηρούσε το αρχείο της. Το γεγονός αυτός προξένησε σύγχυση στο προσωπικό της εταιρείας και οδήγησε εν τέλει στο λάθος της διπλής εγγραφής πίστωσης του ποσού αυτού στη χρηματική καρτέλα του εναγομένου, τόσο την 15.03.1999 όσο και την 16.03.1999 δηλαδή συνολικά 4.000.000 δρχ.

αντί του ορθού 2.000.000 δρχ. Εν τέλει, στις 31 Μαϊου 2000, κατόπιν εσωτερικού ελέγχου και διασταύρωσης των καταθέσεων και των αριθμών των λογαριασμών, διαπιστώθηκε οριστικά η διπλή χρέωση και αντιλογίστηκε η λανθασμένη εγγραφή του ποσού των 2 εκατομμυρίων δρχ., που δεν εδικαιούτο και δεν άνηκαν στον εναγόμενο.

Σύμφωνα δε και με την ρητή παραδοχή του εναγομένου, την δεύτερη αυτή κατάθεση, ήτοι αυτή της 16.03.1999, ποτέ δεν πραγματοποίησε, όπως αποδεικνύεται από την από 26-3-2001 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή του προς την εταιρεία μας. Εντούτοις χρησιμοποίησε το ποσό αυτό προκειμένου να κερδοσκοπήσει προβαίνοντας σε αγορές μετοχών στον λογαριασμό του.

Εξάλλου, ο εναγόμενος ελάμβανε ανά τακτά χρονικά διαστήματα την συνοπτική παρουσίαση της θέσης του χαρτοφυλακίου του, απ' όπου φαινόταν η λανθασμένη εγγραφή του ανωτέρω ποσού, την οποία αν και αντελήφθη, ποτέ δεν μας ανέφερε όπως είχε υποχρέωση. Περαιτέρω, την 26.04.2001 του κοινοποιήσαμε την από 19.04.2001 εξώδικο δήλωση - απάντηση, με την οποία τον καλούσαμε να εξοφλήσει αμελλητί το χρεωστικό υπόλοιπο του 1.883.005 δρχ., (ό,τι δηλαδή είχε απομείνει μετά τον αντιλογισμό της διπλής κατάθεσης), στην οποία όμως ποτέ δεν απάντησε.

Επειδή, ο εναγόμενος μας οφείλει δραχμές 1.883.005 (5.526,06 ευρώ), (όπως διαμορφώθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο των δύο εκατομμυρίων δρχ.) επειδή κατέστη πλουσιότερος από την περιουσία μας χωρίς νόμιμη αιτία". Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα ζητούσε να της επιδικασθεί (νομιμοτόκως) το ανωτέρω ποσό. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέο το αγωγικό αίτημα, λόγω παραγραφής της επίδικης αξίωσης, αναφέροντας σχετικώς τα εξής: "Ο εναγόμενος με τις νόμιμες κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή και στη συνέχεια ισχυρίσθηκε "για την κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος", μεταξύ των άλλων, ότι η ένδικη αξίωση έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το τέλος του έτους 1999 κατά τη διάρκεια του οποίου η ενάγουσα διενήργησε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή της, για λογαριασμό του, την επίδικη συναλλαγή μέχρι την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν της υπό κρίση από 25-6-2001 αγωγής της (βλ.

την από ..., έκθεση επίδοσης με αριθμό ... του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, που είναι πλήρως ορισμένος κατά περιεχόμενο και συνιστά την ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως, όσον αφορά την ερειδόμενη στην επίδικη σύμβαση νομική θεμελίωση (βάση) της αγωγής, είναι νόμιμος, έχοντας έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 247 του ΑΚ και 15 και 6 του Ν. 3236/1928, δεδομένου ότι κατά τη σαφή διατύπωση της προαναφερθείσας νομικής διατάξεως στην εν λόγω βραχυχρόνια ενιαύσια παραγραφή υπάγεται "κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή", ενώ, όπως αναπτύσσεται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, μεταξύ των οριζομένων από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακών συναλλαγών συμπεριλαμβάνονται και οι δικαιοπραξίες, που είναι συναφείς (ή παρεπόμενες κατά την ορολογία της αντικατασταθείσας διάταξης του άρθρου 16 στοιχ.

ε' του Ν. 3632/1928) με τη διενέργεια και την εκτέλεση κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων, στις οποίες (συναφείς ή παρεπόμενες δικαιοπραξίες) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας (εντολής) για τη διενέργεια (κύριας) χρηματιστηριακής συναλλαγής, όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση, απορριπτομένων, ως "νομικά αδόκιμων", των συναφών ισχυρισμών της ενάγουσας, που υποστηρίζει τα αντίθετα".

Έτσι, όμως, που έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τις ανωτέρω περί χρηματιστηριακών συναλλαγών διατάξεις, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει στο ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 904 και 249 ΑΚ. Τούτο δε, διότι - υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο - η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά του αναιρεσιβλήτου δεν προήλθε από δικαιοπρακτική μεταξύ τους σχέση, αλλά από την αμιγώς εξωσυμβατική ενοχή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και δη από την εκ παραδρομής μετακίνηση οικονομικής (χρηματικής) αξίας από την περιουσία της πρώτης σε εκείνη του δευτέρου.

Και είχε μεν το γεγονός τούτο ως αφορμή την συμβατική σχέση των διαδίκων, συνέβη όμως για λόγο άσχετο προς αυτή, δυνάμενο να νοηθεί και να υπάρξει και αυτοτελώς, ήτοι ανεξάρτητα από την δικαιοπρακτική σχέση των μερών. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια.

Κατ'ακολουθίαν, παρελκούσης της εξετάσεως του δευτέρου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5821/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης, την οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ