Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
943/2024 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against tax assessment, remanding case for further examination due to violation of constitutional equality and tax law principles.

Geschäftsnummer 943/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, which had upheld a tax assessment based on specific assumptions. The Court found the lower court violated constitutional provisions regarding equal contribution to public burdens and the requirement for a formal law defining tax subjects and income types. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded to the Second Instance Court for further examination by a different judge.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 4(5) and 78(1) of the Constitution; The court must examine constitutional violations regarding equal contribution to public burdens and the requirement for a formal law defining tax subjects and income types when lower courts apply assumptions contrary to these principles.

Schlagwörter

KI-generiert
Constitutional Equality Tax Law Violation Formal Law Requirement Public Burdens Remand for Further Examination Appeal Against Tax Assessment Constitutional Review Leistungskürzung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 4(5) of the Constitution
Article 78(1) of the Constitution
Article 1(2)-(4) of Law 3833/2010
Article 3(1)-(3) of Law 3845/2010
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision 134423 of 8.12.1992/20.1.1993
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 943 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 943/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Αλέξανδρου Σταυράκη, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Έ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) Φ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1759/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6861/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 3514 Γ'/7-11-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Σ., που προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ζαχαρούλας Χατζηπαύλου, πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της από 30-9-2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-2-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Δ.

Σ., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτές στο (δικάσαν ως Εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 1-10-2015 έφεσης και των από 9-3-2018 πρόσθετων λόγων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 6861/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη (21-2-2023), όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Δ. Σ. και η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-1-2024), κατά την οποία οι τελευταίες όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, δεδομένου ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.

Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο της ως άνω δικασίμου (23-1-2024), οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον αυτές δεν παραστάθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους.

Με την υπό κρίση από 30-9-2019 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 85084/ 120/2019) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6861/2019 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 1-10-2015 έφεση και τους από 9-3-2018 πρόσθετους λόγους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 1759/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 28-12-2011 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2831/2011) αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή ως προς την πρώτη εξ αυτών και εν μέρει δεκτή ως προς τη δεύτερη, κατά την κύρια βάση της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 155 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 3566/2007 "Κύρωση ως Κώδικα του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", όπως η παρ. 4 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 38 εδ. α' του Ν. 3712/2008, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Ως αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. 2.

Οι διπλωματικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών αποτελούν κλάδο με ειδικές αποδοχές, λόγω των ειδικών προσόντων, τα οποία απαιτούνται κατά την εισαγωγή τους στην υπηρεσία, των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων και ευθυνών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες εκτελούν τα καθήκοντά τους.... 4.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε ευρώ, ή συνάλλαγμα, πέραν των αποδοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται εκάστοτε με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 κοινή υπουργική απόφαση, για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Τα ανωτέρω ποσά που καταβάλλονται απαλλάσσονται από κάθε υπέρ του Δημοσίου.... κράτηση ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση.... 5. Το ανωτέρω επίδομα καθορίζεται, για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, λαμβανομένων υπόψη των πινάκων των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κόστος ζωής στις πρωτεύουσες όλου του κόσμου.

Για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με όμοια απόφαση, σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο είχε καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Η ως άνω υπουργική απόφαση επιτρέπεται να έχει αναδρομική ισχύ. 6. Το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναπροσαρμόζεται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής είτε της ισοτιμίας του συναλλάγματος προς το τοπικό νόμισμα ή το ευρώ είτε της αγοραστικής αξίας τούτων, με βάση επίσημα στοιχεία.

Με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται μετά από γνώμη επιτροπής.... καθορίζεται το ποσοστό της αναφερόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αναπροσαρμογής του επιδόματος". Όπως έχει κριθεί υπό το προϋφιστάμενο, αντίστοιχων ρυθμίσεων, νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 131 παρ. 1 Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που είχε κυρωθεί με το Ν. 419/1976, άρθρο 135 παρ. 4 και 5 του νέου Οργανισμού Υπουργείου Εξωτερικών, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), το επίδομα αλλοδαπής θεσπίσθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, στους οποίους περιλαμβάνεται και το βοηθητικό προσωπικό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφορά κόστους ζωής και οι ειδικές συνθήκες διαβίωσης σε κάθε χώρα, αναλόγως του κλάδου, στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, του βαθμού, τον οποίο κατέχει και του κόστους ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί.

Το εν λόγω επίδομα, ενόψει ακριβώς της φύσης και του ανωτέρω σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε, δηλαδή προς κάλυψη των δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπηρετούντες στην αλλοδαπή υπάλληλοι, λόγω της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, έχει χαρακτήρα αποζημιωτικό και χορηγείται επιπλέον των καταβαλλομένων στον υπάλληλο αποδοχών.

Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη διαπίστωση ότι στην Ελλάδα υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα, εξέδωσε στις 16-2-2010 την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9 σε συνδυασμό με το άρθρο 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ δε των μέτρων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Επακολούθησε η δημοσίευση, στις 15-3-2010, του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", με τον οποίο ελήφθησαν διάφορα μέτρα, με σκοπό, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, την "αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία".

Μεταξύ δε των ληφθέντων μέτρων περιλαμβανόταν η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο 1), αναδρομικά από 1-1-2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9) και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2).

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "....2. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)....3.

Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στις παρακάτω διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά: α) οικογενειακής παροχής..., β) χρόνου υπηρεσίας..., γ) εφημεριών..., δ) ραδιενέργειας..., ε) ειδικής απασχόλησης..., στ) ειδικών συνθηκών εργασίας..., ζ) επικίνδυνης εργασίας..., η) καταδυτικού..., θ) αναπηρίας και κινδύνου..., ι) μεταπτυχιακών σπουδών..., ια) αποφοίτων Εθνικής Σχολής δημόσιας Διοίκησης...

και αποφοίτων Εθνικής Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιβ) κινήτρου απόδοσης..., ιγ) ειδικής αποζημίωσης... καθώς και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων." Στη συνέχεια, στις 3-5-2010, υπεγράφη "Μνημόνιο Συνεννόησης" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο". Με το νόμο αυτό θεσπίσθηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος οικονομικού προγράμματος (άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα), μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιελήφθη και η περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 8% των αμοιβών των υπαλλήλων του Δημοσίου.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ως άνω Ν. 3845/2010, που άρχισαν να ισχύουν από 1-6-2010, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010...

μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τους εκατό (8%). 2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει...". Όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 1 του Ν. 3845/2010 (αναφερομένων σε "πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά" και στα "με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα"), καθώς και από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές σκοπό, που συνίστατο, κατά τα προεκτεθέντα, στην άμεση αντιμετώπιση της έκτακτης και εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και στη δημοσιονομική εξυγίανσή της, οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές ποσοστιαίες μειώσεις αφορούν, αδιακρίτως, όλα τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις και αμοιβές που χορηγούνταν στους εν ενεργεία λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου.

Εξαιρούνται δε μόνο τα επιδόματα που ρητώς αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, στις ρυθμίσεις της οποίας παρέπεμψε και η παράγραφος 2 του άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί ποσοστιαίων μειώσεων των αποδοχών εμπίπτει, κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και ενόψει του σκοπού τους, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 155 του Ν. 3566/2007 επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Τούτο δε, διότι το εν λόγω επίδομα, παρά τον αποζημιωτικό του χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, βαρύνει, πάντως, και αυτό τον κρατικό προϋπολογισμό, καταβαλλόμενο ως πρόσθετη παροχή για την υπηρεσία του ευρισκόμενου στην αλλοδαπή υπαλλήλου και επιπλέον δεν περιλαμβάνεται στα ρητώς εξαιρούμενα από το πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων επιδόματα.

Κατά την έννοια, δηλαδή, των διατάξεων αυτών, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης και του σκοπού τους, το ζήτημα της φύσης των καταβαλλόμενων επιδομάτων δεν είναι κρίσιμο για την υπαγωγή αυτών στη γενική ως άνω ρύθμιση περί μείωσης των αποδοχών. Περαιτέρω, η συναγόμενη βούληση του νομοθέτη να συμπεριλάβει και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής στις ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων περί ποσοστιαίας μείωσης των εν γένει αποδοχών δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 155 του Ν. 3566/2007, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία καθορισμού και αναπροσαρμογής του προβλεπόμενου στο άρθρο αυτό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως προεκτέθηκε.

Τούτο δε, διότι το θεσπισθέν με τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 μέτρο των ποσοστιαίων μειώσεων των εν γένει αποδοχών των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου είναι γενικό και δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Επίσης, οι εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον συνεπάγονται μείωση και όχι στέρηση των αποδοχών και επιδομάτων, τούτο δε προς εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην απορρέουσα από το άρθρο 2 του Συντάγματος αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (ΑΠ 1526/2023, ΑΠ 505/2023, ΑΠ 518/2022, ΣτΕ 1368/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, 19/2020, 319/2017, 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2-4 του Ν. 3833/2010, 3 παρ. 1-3 του Ν. 3845/2010, 131 του Ν. 419/1976, 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και 155 παρ. 4 και 5 του Ν. 3566/2007.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το (δικάσαν ως Εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα, Έ. Π., προσελήφθη από το Δημόσιο με την από 30-12-1994 σύμβαση με σχέση εργασίας ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Λονδίνο και στην οποία (άρθρο 1) ορίστηκε ότι θα λαμβάνει μηνιαία αποζημίωση ίση του μισθού εξωτερικού Γραμματέα Ε' Τάξης, καθώς και το στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Σύμφωνα με την με αριθμό 2/19609/0022/2006 ΚΥΑ καθορίσθηκε το μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδος στην Μ. Βρετανία σε 5.460 λίρες Αγγλίας και οι υπάλληλοι του κλάδου Διοικητικού Γραμματέων Ε' τάξης εισπράττουν επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής σε ποσοστό 50% επί του καταβαλλόμενου στον Πρέσβη. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/56884/0022/2008 ΚΥΑ αναπροσαρμόζεται από 1-1-2008 το μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδος στη Μ.

Βρετανία σε 6.600 λίρες Αγγλίας. Περαιτέρω, η δεύτερη ενάγουσα, Φ. Β., με την από 28-1-1991 σύμβαση προσελήφθη από το Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Αμβούργο, η οποία τροποποιήθηκε, στις 4-10-2004, ως προς το ύψος της αντιμισθίας, που ορίστηκε στο ποσό των 3.000 ευρώ, με αρμοδιότητες φύλακα - θυρωρού.

Η δεύτερη ενάγουσα, ως υπάλληλος εξομοιούμενη με το βαθμό (ΥΠΕΞ) βοηθ. Προσωπικού, εισέπραττε επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής σε ποσοστό 40% επί του καταβαλλόμενου μηνιαίου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στον Πρέσβη της Ελλάδος στο Αμβούργο. Από 1-1-2008 το μηνιαίο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβη της Ελλάδος στο Αμβούργο αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 7.300 ευρώ.

Περαιτέρω, από 1-1-2010 δυνάμει του ν. 3833/2010 το επίδομα αλλοδαπής του Πρέσβη μειώθηκε κατά 12% και από 1-6-2010 δυνάμει του ν. 3845/2010 μειώθηκε κατά 8% και κατά συνέπεια μειώθηκε και το επίδομα αλλοδαπής των εναγουσών κατά τα αντίστοιχα ποσοστά. Επίσης, οι αποδοχές επί του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής της πρώτης ενάγουσας περικόπηκαν κατά 12% από 1-1-2010 και 8% από 1-6-2010, ενώ η μηνιαία αντιμισθία της δεύτερης ενάγουσας περικόπηκε κατά 7% από 1-1-2010 και 3% από 1-6-2010.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι μειώσεις αυτές είναι αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 Σ, γιατί το επίδομα αυτό έχει χαρακτήρα αποζημίωσης και δεν αποτελεί εισόδημα που αποκτάται ως αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας του. Ειδικότερα, το επίδομα αυτό χορηγείται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και σε άλλους πολιτικούς υπαλλήλους που μεταβαίνουν για υπηρεσιακές ανάγκες στο εξωτερικό, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ανάγκη αντιμετώπισης του ιδιαίτερα αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα και κατά συνέπεια χορηγείται για την κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται για τις ανάγκες της υπηρεσίας τους.

Το εν λόγω επίδομα δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου που υπηρετεί στην αλλοδαπή ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του, αλλά είναι μία πρόσθετη παροχή σε συνάλλαγμα διαφοροποιούμενη ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας του υπαλλήλου, τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτόν, το κόστος ζωής, τις συνθήκες στεγάσεως, τις σχέσεις του ελληνικού νομίσματος προς αυτό του τόπου της υπηρεσίας του και η οποία παροχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπηρεσία του υπαλλήλου στην αλλοδαπή για εκτέλεση της εκεί υπηρεσίας.

Ο παραπάνω δε χαρακτήρας της εν λόγω παροχής ως εκτός των αποδοχών του υπαλλήλου δεν αίρεται από το ότι παρέχεται ανεξάρτητα από το εάν έγιναν και σε ποια έκταση οι σχετικές δαπάνες και χωρίς απόδοση λογαριασμού, διότι είναι δεδομένο εκ των πραγμάτων ότι τέτοιες δαπάνες είναι αναμενόμενες, γι' αυτό και προσαρμόζονται ανάλογα με τη χώρα στην οποία υπηρετεί ο υπάλληλος και απαλλάσσεται αυτός από την αναζήτηση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων για απόδοση λογαριασμού, πράγμα που θα ήταν περιττό και μειωτικό για τη θέση του υπηρετούντος στην αλλοδαπή κρατικού οργάνου.

Έτσι η πρώτη ενάγουσα κατά το έτος 2010 έπρεπε να εισπράττει μηνιαίως επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ίσο με το 50% των 6.600 λιρών, ήτοι 3.300 λίρες Αγγλίας Χ 12 μήνες = 39.600 λίρες. Με την υπ' αριθ. ΑΠΦ083/AM54084/ΑΣ3/33/15-3-2011 βεβαίωση του τμήματος μισθολογίου του Υπουργείου Εξωτερικών βεβαιώνεται ότι το επίδικο έτος η πρώτη ενάγουσα εισέπραξε επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ύψους 23.657,92 λιρών Αγγλίας αντί των 39.600 λιρών.

Κατόπιν αυτού, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει το ποσό των 15.942,08 αγγλικών λιρών ή 18.669,73 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η δεύτερη ενάγουσα αποδείχτηκε ότι εισέπραξε (2.790 Χ 5 μήνες) + (2.706,30 Χ 7 μήνες=) 32.894 ευρώ, έπρεπε δε κατά τα ανωτέρω να εισπράξει 36.000 ευρώ (3.000 Χ 12 μήνες). Επομένως, δικαιούται να λάβει επιπλέον από το εναγόμενο το ποσό των (36.000 - 32.894,10) = 3.105,90, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους που είχε ασκήσει το εναγόμενο Δημόσιο, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ' αριθ. 1759/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες τα ποσά των 18.669,73 ευρώ και 3.105,90 ευρώ αντίστοιχα, κατά παραδοχή (εν όλω για την πρώτη ενάγουσα και εν μέρει για τη δεύτερη) της κύριας βάσης της αγωγής, μη ερευνηθείσας, ως εκ τούτου, της επικουρικής βάσης εκ των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ και 914 επ.

ΑΚ. Με τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2-4 του Ν. 3833/2010 και 3 παρ. 1-3 του Ν. 3845/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, επειδή έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους" και του άρθρου 78 παρ. 1, που ορίζει ότι "Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος".

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6861/2019 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6861/2019 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ