Supreme Court dismisses appeal and rejects lawsuit as legally unfounded, keeping case for final judgment.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by an anonymous company against a first-instance judgment that had accepted the plaintiffs' lawsuit. The court found the original civil action legally unfounded on both its main and subsidiary grounds, meaning the lower court was bound by its legal ruling. Consequently, the Supreme Court decided to retain the case for final judgment rather than remand it, dismissing the lawsuit as legally baseless and ordering the plaintiffs to pay the appellant's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 576(2), 580(3)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain and judge a case for final decision when no legal ground exists for remand to a lower court after an appeal, provided the lower court is bound by the appellate ruling.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 942 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 942/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Καλαντζόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Δ. του Σ., … και 45)Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 749/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 8899Γ'/16-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Μιχαήλ Καλαντζόπουλου, πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 13-4-2022 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-2-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-1-2024), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Δημήτριο Παπαδημητρίου, ο οποίος τους είχε εκπροσωπήσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 6-6-2016 αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 749/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο της ως άνω δικασίμου (23-1-2024), οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος όμως, όσον αφορά τους 3ο, 23ο, 24ο, 32ο και 35ο των αναιρεσιβλήτων, δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει την εκ μέρους των τελευταίων παροχή πληρεξουσιότητας προς αυτόν, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή.
Κατά συνέπεια, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι θεωρούνται δικονομικώς απόντες, επειδή όμως, όπως προελέχθη, αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 21-2-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-1-2024), πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την υπό κρίση από 13-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 42131/12/30-5-2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 749/25-6-2018 τελεσίδικης (δεδομένου ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 6-6-2016 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 19263/250/2016) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι) Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.
Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η εν λόγω αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 2/2023, 6/2018, 27/2008).
Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης και των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, κατ' αρχάς, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή (ΟλΑΠ 2/2013, 1/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 481/2018).
Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην έννοια της περιουσίας που προστατεύεται από την ως άνω διάταξη εμπίπτουν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, όμως, με τη διάταξη αυτή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας, απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΣτΕ 1307/2019, 481/2018), ούτε θίγεται το δικαίωμα του κράτους να νομοθετεί με τον τρόπο που κρίνει αναγκαίο, στα πλαίσια του γενικού δημόσιου συμφέροντος, δεδομένου ότι ο νομοθέτης χαίρει ευρείας διακριτικής ευχέρειας σχετικά με τον καθορισμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και των προτεραιοτήτων ως προς την κατανομή των περιορισμένων πόρων του κράτους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας).
Περαιτέρω, με το Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015" και στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", με έναρξη ισχύος των διατάξεων του ως άνω Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 31) από 1-11-2011 (άρθρο 32 παρ. 4), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Με το άρθρο 6 παρ.1 ορίζεται ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]".
Με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4, με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας τους, και με το άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Με το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε, από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 3 παρ. 3 της από 16-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 262/16-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/23-2-2012), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...
β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".
Ακόμη, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : α) Στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α' του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]", β) στις παραγράφους 3 και 4, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παραγράφους 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268/31.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/23-2-2012), ορίζονται, αντίστοιχα, ότι: "3.
Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α' με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.
Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γενικού Διευθυντή στο Δημόσιο.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α' από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α' του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900,00) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%" και γ) στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29".
Με το νόμο αυτό (4024/2011) επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Περαιτέρω, με το ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" ορίζονται στην περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου, όπως η περίπτωση 2 συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της, από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 και στην περίπτωση 12 της ίδιας υποπαραγράφου, αντίστοιχα, τα εξής: "2.
Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016 η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012. Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013" και "12.
Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α' του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".
Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 (Α' 28) Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί για το προσωπικό του στενού δημόσιου τομέα με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχάς τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών των φορέων τόσο του στενού δημόσιου τομέα όσο και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημόσιου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Περαιτέρω, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του ν. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις", με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1-1-2016 (άρθρο 35), επαναρρυθμίσθηκαν από 1-1-2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Με το άρθρο 34 του ως άνω νόμου καταργήθηκαν από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011 και η περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Εξάλλου, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)" ορίζονται τα εξής: "1.
Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό" (ΟλΑΠ 2/2023).
ΙΙ) Με βάση τις διατάξεις α) του άρθρου 6 παρ. 2 περ. ε' και στ' του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995 "Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών και Υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις", β) του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων ΟΣΕ και άλλες διατάξεις", όπως προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 10 του ν. 2898/2001, και γ) του άρθρου 5 του π.δ. 41/2005 "περί εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις Οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ αντιστοίχως, και της Οδηγίας 2001/14/ΕΚ για την ανάπτυξη των Κοινοτικών Σιδηροδρόμων, τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής και την πιστοποίηση ασφάλειας, και κατάργηση των π.δ. 324/1996, 76/1998 και 180/1998", ιδρύθηκε από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε. (ΟΣΕ Α.Ε.), ως θυγατρική εταιρεία του Οργανισμού αυτού σε ποσοστό 100%, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..." δυνάμει της υπ' αριθ. 14424/5-12-2005 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γουβέλη, ενώ με την υπ' αριθ. 39492/2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Τ.Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. 12948/20-12-2005, δόθηκε άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το Καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας, όπως αυτό καταρτίστηκε με την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 60201/ΕΓΔΕΚΟ 1964/19-12-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Ανάπτυξης, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Μεταφορών και Επικοινωνών (ΦΕΚ Β' 2602/22-12-2008), εγκρίθηκε η μεταβίβαση από τον ΟΣΕ Α.Ε.
προς το Ελληνικό Δημόσιο του συνόλου των μετοχών που ο Οργανισμός αυτός κατείχε στην .... Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 232/5.4.2013 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (ΦΕΚ Β' 803/5-4-2013) το σύνολο των μετοχών της ...., κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, μεταβιβάστηκε στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), το οποίο κατά τον ν. 3986/2011 είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί για την εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Κράτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3891/2010, η .... έχει, μεταξύ άλλων, ως αρμοδιότητα την ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών επιβατικών και εμπορευματικών σιδηροδρομικών μεταφορών, καθώς και μεταφορών πάσης φύσεως με συστήματα σταθερής τροχιάς. Ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία έχει μετονομασθεί σε ...
δυνάμει της από 11-10-2021 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 6390/1-7-2022 απόφαση της Υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, που καταχωρίστηκε την 1-7-2022 στο Γ.Ε.ΜΗ. με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης 2900711.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία υπάγεται, ως δημόσια επιχείρηση, στις διατάξεις του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" και ότι υπόκειται, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2013 έως 31-12-2015) στις ρυθμίσεις των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4024/2011 και των περιπτώσεων 2 και 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, επίσης, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όμως, με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το προσωπικό αυτό και συνακόλουθα και για το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (δημόσιας επιχείρησης) προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανώτατου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και ανώτατου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1-11-2012 έως 1-11-2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου, που εφαρμόζεται αναλογικά στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα (άρθρο 31 παρ. 7 ν. 4024/2011), του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31-12-2016 με τη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1-11-2011 μειώσεις επί των κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον το ως άνω ποσοστό (25%) μετά την 31-12-2016.
Ακολούθως, από 1-1-2013 οι ως άνω μισθωτοί υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του ν. 4024/2011, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρούνταν τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Κατά την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας εταιρείας από 1-1-2013 στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της και συνακόλουθα και των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις του ως άνω ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου και έκτοτε (από 1-1-2013) έπαυσε η ισχύς των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως άνευ αντικειμένου πλέον, εκτός της παραγράφου 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).
Λόγω δε της ένταξης των μισθωτών της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου από 1-1-2013, οι αποδοχές τους υπέστησαν νέες μειώσεις σε σχέση με τις καταβαλλόμενες την 31-12-2012, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31-12-2016. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και τον, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, προκύπτει ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια (πρώτη) μείωση την 1-11-2011 επί των κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31-12-2016 και μια (δεύτερη) μείωση την 1-1-2013 κατά ποσοστό, επίσης, μέχρι 25% επί των καταβαλλομένων τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31-12-2016.
Οι μισθολογικές αυτές ρυθμίσεις, που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, ενόψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθρο 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντίστοιχων αποδοχών των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί από 1-11-2011 με την εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4024/2011 και στο οποίο εντάχθηκαν από 1-1-2013 και οι απασχολούμενοι στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, ως προς τις ως άνω αποδοχές του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση συνολικά μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά την 31-10-2011 καταβαλλομένων αποδοχών τους, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31-12-2016 η εφαρμογή της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με την ως άνω ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (με την περίπτωση 12 της οποίας, όπως προεκτέθηκε, εισάγεται και η ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο του ν. 4024/2011), αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση αποδοχών κατά ποσοστό πλέον του 25%, λόγω της εφαρμογής από 1-1-2013 στο ως άνω προσωπικό των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης και της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και 2) από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 4354/2015, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, προστέθηκε νέο εδάφιο στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, από τότε που ίσχυσε, με το οποίο (εδάφιο) ορίσθηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 (δηλαδή των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα), η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής, από την ως άνω ημερομηνία, της υπαγωγής του προσωπικού των ως άνω φορέων στις μισθολογικές διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου του ν. 4024/2011, αλλά αφορά την αναστολή της τυχόν υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης αποδοχών της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 και τέθηκε ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (άρθρο 34 ν. 4354/2015) της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής να ισχύει η αναστολή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών σε σχέση με τις καταβαλλόμενες στις 31-12-2012 αποδοχές, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2016 (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι, παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων που προκύπτει από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό, που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016"), αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως η αναιρεσείουσα δημόσια επιχείρηση, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο εφαρμογής από 1-1-2013 στους μισθωτούς των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που συνεπάγεται, όπως προεκτέθηκε, περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, το οποίο λόγω της φύσης του συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών των ως άνω φορέων και συνακόλουθα και της Δημόσιας Διοίκησης.
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, όπως προεκτέθηκε, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά, από μόνη της, μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.
Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές των υπαλλήλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και, συνεπώς, και των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που ήταν υπέρτερες των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επελθούσα με την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 μείωση των συνολικών αποδοχών τους θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού δημόσιου συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ως άνω υπαλλήλων.
Συνεπώς η ένταξη, με την ως άνω διάταξη, του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα από 1-1-2013 στο ενιαίο μισθολόγιο και η εξ αυτής μείωση των αποδοχών του, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 2 του Ν. 4024/2011, της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 4354/2015, επικουρικά δε της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 4024/2011.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ότι οι ενάγοντες προσελήφθησαν από τον ΟΣΕ, με την ειδικότητα του μηχανοδηγού, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες και παρείχαν τις υπηρεσίες τους αρχικώς σε αυτόν και ακολούθως στην εναγομένη (θυγατρική του ΟΣΕ) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
Ότι στις 31-10-2011 οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων ανέρχονταν στα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης και ότι από 1-11-2011 μειώθηκαν, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 29 και 31 του Ν. 4024/2011, και διαμορφώθηκαν στα ποσά που, επίσης, αναφέρονται στο σκεπτικό. Ότι ακολούθως, με τη διάταξη της περ. 12 της υποπαρ.
Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, οι ενάγοντες εντάχθηκαν στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4024/2011 και ότι η εναγόμενη, σε εφαρμογή της υπ' αριθ. πρωτ. Οικ. 2/85127/0022/22-11-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου της 22ης Δ/νσης Μισθολογίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προέβη από 1-1-2013 σε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, ήτοι μετά την πρώτη μείωση, οι οποίες (αποδοχές) διαμορφώθηκαν έτσι στα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης.
Ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, οι οποίες απαγορεύουν τη μείωση αποδοχών ποσοστού πλέον του 25% έως 31-12-2016 και ότι, κατά συνέπεια, η εναγομένη εταιρεία μη νομίμως προέβη στις ανωτέρω περικοπές, αφενός διότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 29, στην οποία παραπέμπει η παρ. 7 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, προβλέπει τον τρόπο υλοποίησης της διάταξης της παρ. 4 του ιδίου άρθρου (31), η οποία απαγορεύει στα ΝΠΙΔ το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ μηνιαίως και αφετέρου διότι η διάταξη της περ. 12 της υποπαρ.
ΓΙ της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προβλέπει μεν την ένταξη του προσωπικού των ΝΠΙΔ στο ενιαίο μισθολόγιο (του κεφαλαίου δευτέρου Ν. 4024/2011) από 1-1-2013, ενώ περιλαμβάνει σχετικές εξουσιοδοτήσεις και παραπέμπει σε κοινές υπουργικές αποφάσεις που θα ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής, η οποία ένταξη συνεπάγεται την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων των ΝΠΙΔ, χωρίς, ωστόσο, να προβλέπει τρόπο υλοποίησης των μειώσεων αυτών αντίστοιχο με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 ν. 4024/2011.
Ότι, επομένως, εφόσον ο ν. 4093/2012 δεν περιέχει αντίστοιχη διάταξη που να ρυθμίζει την κατανομή των νέων μειώσεων ή να τροποποιεί τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 Ν. 4024/2011 και επιπλέον δεν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις, διατηρείται η αρχική ποσόστωση του ανωτέρω ορίου μείωσης (25%), η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στις αποδοχές των εναγόντων την 1-11-2011 και δεν είναι νόμιμη η εκ νέου και για δεύτερη φορά εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης από 1-1-2013.
Ότι, επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν από την εναγομένη εταιρεία τη διαφορά μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2015. Κατόπιν τούτων, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (ήτοι την κύρια εκ των προαναφερθεισών διατάξεων των νόμων 4024/2011, 4093/2012 και 4354/2015 και την επικουρική εκ των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες αμφότερες χαρακτήρισε ως κύριες βάσεις αντικειμενικά σωρευόμενες), δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε σε έκαστο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα αιτηθέντα με αυτή ποσά του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως 31-12-2015, τα οποία προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τον Οκτώβριο του έτους 2011, μειωμένων κατά ποσοστό 25% (κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 4024/2011) και των ως άνω αποδοχών τους όπως διαμορφώθηκαν μετά τη δεύτερη μείωση αυτών (κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του κεφαλαίου δεύτερου του ν. 4024/2011, οι οποίες με το άρθρο πρώτο παρ.
Γ υποπαρ. Γ.1 περ. 12 του ν. 4093/2012 επεκτάθηκαν από 1-1-2013 και στο προσωπικό των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ). Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (δημόσιας επιχείρησης) τυγχάνει συνολικώς εφαρμοστέα μια μείωση, από 1-11-2011, μέχρι ποσοστού 25% κατ' ανώτατο όριο επί των καταβαλλόμενων τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών τους (κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 31 του ν. 4024/2011) και ότι η εκ νέου (δεύτερη) μείωση των αποδοχών τους από την αναιρεσείουσα από 1-1-2013 (κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του κεφαλαίου δεύτερου του ν. 4024/2011, οι οποίες με το άρθρο πρώτο παρ.
Γ υποπαρ. Γ.1 περ. 12 του ν. 4093/2012 επεκτάθηκαν από 1-1-2013 και στο προσωπικό των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ) είναι παράνομη και ακολούθως να κρίνει ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, της περίπτωσης 12 της υποπαρ.
Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της περίπτωσης 2 της ως άνω υποπαραγράφου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της, από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015. Τούτο, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού της αναιρεσείουσας δημόσιας επιχείρησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011, οι αποδοχές των τελευταίων προσδιορίστηκαν από την ως άνω ημερομηνία (1-1-2013) με βάση τις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα, οι καταβαλλόμενες στους αναιρεσιβλήτους αποδοχές την 31-12-2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 1-11-2011, με την πρώτη μείωση αυτών μέχρι ποσοστού 25% σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σ' αυτούς αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2011, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, την 1-1-2013 μειώθηκαν εκ νέου λόγω της ένταξής τους, με τη διάταξη της περ. 12 της υποπαρ.
Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, στο ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011, κατά ποσοστό μέχρι 25%, ενώ η τυχόν υπερβάλλουσα το ως άνω ποσοστό (25%) μείωση ετεροχρονίστηκε μετά την 31-12-2016. Οι επίμαχες διατάξεις, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον με αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο ενιαίο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την διάταξη της περ. 12 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας εντάχθηκαν από 1-1-2013 στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και υπέστησαν (δεύτερη) μείωση αποδοχών, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στις κατοχυρωμένες από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, αντίστοιχα, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατά συνέπεια, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος κατά το κύριο σκέλος του και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου τούτου παρέλκει η εξέταση του δευτέρου (τελευταίου) λόγου εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 2 του Ν. 4024/2011, της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και του άρθρου 31 παρ. 1 του Ν. 4354/2015.
Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ 585/2022, 353/2021, 362/2020, 836/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η από 6-6-2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική) και αναιρείται στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 749/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή, δεν υφίσταται δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Ειρηνοδικείο, το οποίο δεσμεύεται ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.
Συνακόλουθα πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 749/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 6-6-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 19263/250/2016) αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ