Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of new evidence and procedural errors.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant insurance company's appeal against the second-instance court's liability judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider an out-of-court admission of liability, but the court found no evidence of such admission and noted the admission was already part of the lower court's considered documents. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1) and 559(8), 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged failure to consider evidence is inadmissible if the evidence was already reviewed by the lower court and the appellant fails to prove the evidence was not taken into account.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 942 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 942/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΕ", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε οριστικά για παράβαση νόμου και στη θέση της έχει ήδη υπεισέλθει το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και το δ.τ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-10-2004, 3-1-2005 και 4-2-2005 αγωγές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν με τις από 3-1-2005 (αρ. εκθ. καταθ. 1/2005 και 2/2005) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπτίπτουσες (εξ αναγωγής) αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 4-11-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 370/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Κατσιμαγκλή διάβασε την από 20-4-2020 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Τσαλαπόρτα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της από 16-6-2012 αίτησης για την αναίρεση της 370/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, καθώς και την απόρριψη των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8, 8 και 11, αντίστοιχα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-06-2012 (με αριθμό κατάθεσης 45/18-06-2012) αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος, λόγω οριστικής ανακλήσεως της αδείας της, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", για την αναίρεση της υπ' αριθμ.
τελεσίδικης 370/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015) και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής, όπως άλλωστε και η αναιρεσείουσα αναφέρει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 370/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Με την από 12-10-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η ενάγουσα Γ.
Σ. που ενεργούσε για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, καθώς και άλλοι δεκαέξι ενάγοντες (ήτοι συνολικά 17 ενάγοντες) στρεφόμενοι κατά :1) του Α. Τ. του Η. και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και ήδη αναιρεσείουσας), εξέθεταν ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην άνω δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους Π.
Σ., σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 09-12-2003 στην παραλιακή οδό Αγιόκαμπου - Βελίκας Λάρισας, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες και ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα - σύζυγο του θανόντος αποζημίωση για τα έξοδα της κηδείας και για στέρηση διατροφής, στο ανήλικο τέκνο τους, που αυτή εκπροσωπούσε στη δίκη, αποζημίωση για στέρηση διατροφής και σε όλους τους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Η ανωτέρω δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 03-01-2005 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) έναντι των άνω κυρίως εναγόντων, διότι με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφαλίσεως κάλυπτε ασφαλιστικά και η ίδια (παρεμπιπτόντως εναγομένη) κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ήμισυ κάθε ποσού που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
H άνω παρεμπιπτόντως εναγομένη με τις από 12-01-2006 έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του άνω δικαστηρίου, επικαλούμενη έννομο συμφέρον να αποβεί η κυρία δίκη υπέρ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, άσκησε πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας εξέδωσε την υπ' αριθμ. 326/2006 απόφασή του, με την οποία συνεκδίκασε (μεταξύ άλλων δικογράφων που δεν ενδιαφέρουν στην ένδικη περίπτωση) την κύρια αγωγή, την παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση και ακολούθως απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς εννέα ενάγοντες (θείους και θείες του θανόντος), λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, αφού προηγουμένως έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους Π.
Σ. ήταν ο πρώτος εναγόμενος Α. Τ. και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους κριθέντες ως δικαιούχους λοιπούς ενάγοντες, τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και περαιτέρω δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ήμισυ (1/2) κάθε ποσού με τους νόμιμους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, τα οποία τυχόν η τελευταία θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της άνω κύριας αγωγής.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, εκτός των άλλων, και α) από τους κυρίως ενάγοντες ως προς τους οποίους έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά των εναγομένων της κύριας αγωγής, β) από τη δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής κατά των άνω κυρίως εναγόντων και γ) από την παρεμπιπτόντως εναγομένη κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας.
Ειδικότερα ασκήθηκε η από 02-04-2008 (με αριθμό καταθέσεως 82/2008) έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας. Επί των άνω αντίθετων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 370/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία :
Ι) όσον αφορά τις άνω υπό στοιχείο α' και β' εφέσεις δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν αυτές και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς όλους τους λοιπούς ενάγοντες, εκτός από την πρώτη ενάγουσα - σύζυγο του θανόντος και το από αυτή εκπροσωπούμενο στη δίκη ανήλικο τέκνο τους, ως προς τους οποίους δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και τους επιδίκασε τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και
ΙΙ) όσον αφορά την άνω υπό στοιχείο γ' έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 02-04-2008 αυτή έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997 [όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος (09.12.2003), και πριν από την ισχύ του άρθρου 8 του ν. 3557/2007, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και ορίστηκε ότι επί πολλαπλής ασφάλισης έγκυρη είναι μόνο η τελευταία προκειμένου περί οχημάτων], αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ.
Α.Κ.), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 487 Α.Κ. "μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", ενώ κατά το άρθρο 488 Α.Κ., εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.
Επομένως, υπό την ισχύ του ανωτέρω άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997 σε περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρον (άρθρο 481 επ. Α.Κ.), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους, ενώ στις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, και εάν ένας από τους περισσότερους ασφαλιστές ικανοποίησε το δανειστή έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 489/1976 το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή, κατά δε το άρθρο 11 του ίδιου νόμου (όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος) : "1. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την, κατά το άρθρο 10 παρ. 1, αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού. 2.
Η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την, εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής". Η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 489/1976 ως άνω γνωστοποίηση, απαιτείται οπωσδήποτε να τηρηθεί, ανεξάρτητα από τον τρόπο λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης (καταγγελία ή αντίθετη συμφωνία).
Και τούτο, γιατί σκοπός της γνωστοποίησης είναι η άρση κάθε αμφισβήτησης, ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και η εντεύθεν αποτροπή της δυνατότητας συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου αποβλέπει (ΑΠ 318/2020, ΑΠ 142/2018, ΑΠ 1277/2004).
Όμως η ανάγκη τήρησης της γνωστοποίησης αυτής ισχύει μόνο στις σχέσεις ασφαλιστή και παθόντος τρίτου, δηλαδή κυρίως για την έναντι του τελευταίου απαλλαγή του ασφαλιστή. Δεν ισχύει στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου, όπου η λύση της σύμβασης επέρχεται όταν ολοκληρωθεί κατά νόμο ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η λύση (ΑΠ 1977/2007, ΑΠ 1052/2006, ΑΠ 1577/2005 ΑΠ 1277/2004, ΑΠ 560/2003).
Κατά συνέπεια, η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως, επιφέρει τα αποτελέσματά της για τον ασφαλισμένο χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η ως άνω διαδικασία γνωστοποίησης αυτής (ΑΠ 1116/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της υπό στοιχεία Κ4/585/1978 κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (Φ Ε Κ 795 - τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976 και καθορίζει τους όρους του ασφαλιστηρίου που καλύπτει την αστική ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, και η οποία ισχύει στην ένδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ήτοι 09.12.2003, [ενώ αυτή καταργήθηκε με το νόμο 3557/2007] "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν.
Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Εξάλλου, η σύμβαση ασφαλίσεως δύναται να λυθεί είτε με μονομερή καταγγελία καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο 9 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, είτε με κατάργησή της με αντίθετη συμφωνία των μερών (αντισυμφωνία) κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 24/1994, ΑΠ 142/2018). Έτσι, με βάση την από το τελευταίο τούτο άρθρο αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δύνανται οι συμβαλλόμενοι οποτεδήποτε να συμφωνήσουν τη λύση της σύμβασης και μάλιστα είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφάλισης, είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη (ΑΠ 971/1999), ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία (ΑΠ 930/1992), η οποία ως σύμβαση, περιλαμβάνει την πρόταση για τη σύναψή της και την αποδοχή της πρότασης αυτής, κατ` άρθρα 185 επ.
Α.Κ., οπότε η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων λύεται (ΑΠ 510/2009, ΑΠ 305/2008, ΑΠ 581/2008). Η κατά τα άνω λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, με αντίθετη συμφωνία των μερών (άρθρο 361 Α.Κ.), επέρχεται με άμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται κάτι διαφορετικό στη σύμβαση. Επέρχεται δε, όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος, στον οποίο στηρίζεται η λύση (Ολ.
ΑΠ 24/1994, ΑΠ 1977/2007). Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, η λύση επέρχεται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 9 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, μετά την παρέλευση 20 ημερών από την κοινοποίηση του περί καταγγελίας εγγράφου, τούτο δε χάριν της προστασίας του ασφαλισμένου.
Στην περίπτωση όμως της συμβατικής κατάργησης της ασφαλιστικής κάλυψης, ήτοι με μεταγενέστερη αντισυμφωνία κατ' άρθρο 361 ΑΚ., στην οποία συμμετέχει ο ασφαλιστής, αλλά και ο αντισυμβαλλόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε γνωστοποίηση, η οποία άλλωστε, θα ήταν χωρίς νόημα, αφού η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του τελευταίου στην καταργητική σύμβαση και επομένως γνωρίζει τη λύση της (ΑΠ 638/2007, ΑΠ 759/2000), αλλά στην περίπτωση αυτή η λύση της σύμβασης επέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, άμεσα όταν ολοκληρωθεί κατά νόμο ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η λύση (ΑΠ 1977/2007, ΑΠ 1052/2006, ΑΠ 1577/2005 ΑΠ 1277/2004, ΑΠ 560/2003).
Εξάλλου, όταν το ίδιο αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της σύμβασης ασφάλισης του ν. 489/1976, με τον πρώτο ασφαλιστή ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή, δεν συντρέχει η, από το άρθρο 15 του ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης και συνακόλουθα η, εις ολόκληρο μεν ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (άρθρο 15 παρ. 3 ν. 2496/1997 και 481 ΑΚ), κατ` ίσα δε μέρη στην εσωτερική τους σχέση (άρθρο 487 παρ. 1 ΑΚ).
Επομένως δεν ερευνάται στις σχέσεις των δύο ασφαλιστών, κανείς από τους οποίους δεν θεωρείται, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.489/1976 ως "τρίτος που ζημιώθηκε", αν ο ασφαλιστής της πρώτης σύμβασης ασφάλισης γνωστοποίησε κατά το ίδιο άρθρο τη λύση της σύμβασης στον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενό του (ΑΠ 1277/2004, ΑΠ 560/2003).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εάν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 9/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 32/2002, Ολ. ΑΠ 30/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 370/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, όσον αφορά την από 03-01-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας (αναιρεσείουσας) κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης (αναιρεσίβλητης), που ενδιαφέρει στην ένδικη περίπτωση, δέχθηκε κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: " Μετά την άσκηση της (κύριας) αγωγής των οικείων του θανόντος (Γ.
Σ. κ.λπ.), η (εκεί εναγομένη) εφεσίβλητη "Υδρόγειος ΑΕ" ανακοίνωσε τη δίκη στην εκκαλούσα "Διεθνής Ένωση ΑΕ" και την προσεπικάλεσε να παρέμβει στη δίκη υπέρ αυτής, επικαλούμενη ότι είναι δικονομικός της εγγυητής διότι το ζημιογόνο όχημα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν πολλαπλώς ασφαλισμένο κατά το 15 του ν. 2496/1997 και στις δύο ασφαλιστικές εταιρίες, έτσι ώστε αυτές μεν να ενέχονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων, μεταξύ τους δε να συντρέχει λόγος ισομερούς αναγωγής.
Στο ίδιο δικόγραφο ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη "Διεθνής Ένωση ΑΕ" είναι υποχρεωμένη να της καταβάλλει τα μισά απ' όσα αυτή θα υποχρεωθεί να πληρώσει στους παθόντες ενάγοντες της κύριας αγωγής. Η "Διεθνής Ένωση ΑΕ" προσήλθε στη δίκη και παρενέβη πρόσθετα υπέρ αυτής, ομολογώντας ρητά την ανωτέρω σχέση δικονομικής εγγυήσεως.
Τόσο η κύρια αγωγή, όσο και η παρεμπίπτουσα έγιναν δεκτές με την εκκαλούμενη και (αναφορικά με τη διάταξη που ενδιαφέρει εν προκειμένω) αναγνωρίστηκε ότι η "Διεθνής Ένωση ΑΕ" είναι υποχρεωμένη, να αποδώσει στην εναγομένη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα "Υδρόγειος ΑΕ" κάθε ποσό που αυτή υποχρεώθηκε να πληρώσει στους παθόντες.
Η εκκαλούμενη απόφαση για την απόδειξη της σχέσεως δικονομικής εγγυήσεως, δηλαδή την ύπαρξη διπλής ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος και από τις δύο διάδικες ασφαλιστικές εταιρίες, αρκέστηκε στην ομολογία της "Διεθνής Ένωση ΑΕ". Ωστόσο, η τελευταία με την έφεσή της ισχυρίζεται ότι μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πληροφορήθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα κατά το κρίσιμο διάστημα του ατυχήματος (9.12.2003) δεν ήταν ασφαλισμένο σ' αυτήν διότι η μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως είχε λήξει την 19.11.2003 με μονομερή καταγγελία, στην οποία προέβη εγγράφως ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλισμένος της Η.
Τ.. Για το λόγο αυτό ζητεί την εξαφάνιση της απόφασης ως προς τη διάταξή της που αναφέρεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή και την απόρριψη της τελευταίας. Ο ισχυρισμός της αυτός συνιστά ανάκληση της ομολογίας, στην οποία προέβη πρωτόδικα (άρθρο 354 ΚΠολΔ). Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ανάκληση αυτή παραδεκτώς γίνεται με το εφετήριο, αφού δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει κατά πάσα στάση της δίκης με δήλωση του ομολογήσαντος, περιεχόμενη σε διαδικαστικό έγγραφο, όπως είναι και η έφεση που επιδίδεται στον αντίδικό του.
Σύμφωνα λοιπόν με τις ίδιες αιτιολογίες, το βάρος να αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, ότι δηλαδή το ζημιογόνο όχημα δεν ήταν κατά το κρίσιμο χρόνο ασφαλισμένο στην εκκαλούσα "Διεθνής Ένωση ΑΕ", φέρει η εκκαλούσα. Πράγματι όπως προκύπτει: α) Από την με ημερομηνία 19.11.2003 "αίτηση ακύρωσης-δήλωση" του Η.
Τ. προς την εκκαλούσα "Διεθνής Ένωση ΑΕ", η οποία παραλήφθηκε από την τελευταία την 21.11.2003 και β) την από 21.11.2003 απάντηση της εκκαλούσας προς τον ανωτέρω αντισυμβαλλόμενό της ότι προέβη στην ακύρωση του συμβολαίου με βάση τη δική του καταγγελία, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι πράγματι ο αντισυμβαλλόμενος αυτής Η.
Τ., έχοντας αποφασίσει να αλλάξει ασφαλιστή και να ασφαλίσει το υπ' αριθ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο του (ζημιογόνο) στην εφεσίβλητη "Υδρόγειος ΑΕ" (πράγμα που όντως έπραξε την 29.11.2003), κατάγγειλε μονομερώς, όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 9 της ΥΑ K4/585/1978, τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση κατά το ν. 489/1976, για την οποία είχε εκδοθεί το υπ' αριθ.
… ασφαλιστήριο. Η καταγγελία έγινε εγγράφως, όπως απαιτεί το άρθρο 9 της Υ.Α. Κ4/585/1978 και (ως μονομερής και ληψιδεής δήλωση βουλήσεως) επέφερε το αποτέλεσμα της λύσεως της συμβάσεως, από τη στιγμή που περιήλθε στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, δηλαδή από την 21.11.2003. Κοινοποίηση της καταγγελίας με έγγραφο επί αποδείξει ή με συστημένη επιστολή δεν ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση των αποτελεσμάτων της διότι από τη διάταξη του άρθρου 9 της Υ.Α.
Κ4/585/1978 που προβλέπει τον τρόπο της καταγγελίας δεν προκύπτει ότι αποκλείεται και οποιοσδήποτε άλλος τρόπος κοινοποιήσεως της καταγγελίας, εφόσον με αυτόν εξασφαλίζεται η ίδια δυνατότητα γνώσεως. Έτσι η καταγγελία μπορεί να γίνει με ιδιωτική επιστολή που επιδίδεται αυτοπροσώπως στον παραλήπτη χωρίς την παρεμβολή άλλου προσώπου....
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης Υδρόγειος ΑΕ" ότι η ανωτέρω καταγγελία δεν είναι γνήσια, δηλαδή δεν προέρχεται από τον εκδότη του Η. Τ., είναι αβάσιμος, διότι σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν θεμελιώνεται, και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, και ο ισχυρισμός της ότι η κατάργηση της σύμβασης έγινε μετά το ατύχημα διότι τότε έγινε και η αποδοχή της καταγγελίας από την εκκαλούσα πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε με κοινή συμφωνία των μερών (πρόταση και αποδοχή), οπότε θα ήταν πράγματι κρίσιμος ο χρόνος της αποδοχής, ενώ η αλήθεια είναι ότι η σύμβαση λύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, μονομερώς με καταγγελία του αντισυμβαλλομένου, οπότε η αποδοχή αυτής από τον προς ον η καταγγελία είναι αδιάφορη.
Εξάλλου, ούτε και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 489/1976 γνωστοποίηση απαιτούνταν εν προκειμένω να τηρηθεί διότι ανάγκη τέτοιας γνωστοποιήσεως δεν συντρέχει στις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η λύση, σε μία τέτοια περίπτωση, της συμβάσεως ασφαλίσεως επέρχεται, όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος, στον οποίο στηρίζεται η λύση.
Επομένως, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν υπάρχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 του ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφαλίσεως όταν το ίδιο αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως του ν. 489/1976 με τον πρώτο ασφαλιστή, όπως συνέβη εν προκειμένω, ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή ("Υδρόγειος ΑΕ").
Επομένως, δεν ερευνάται στις σχέσεις των δύο ασφαλιστών, κανείς από τους οποίους δεν θεωρείται κατά το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 489/1976 ως "τρίτος που ζημιώθηκε", αν ο ασφαλιστής της πρώτης συμβάσεως ασφαλίσεως γνωστοποίησε κατά το ίδιο άρθρο τη λύση της συμβάσεως στον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενό του....
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, η ομολογία της εκκαλούσας "Διεθνής Ένωση ΑΕ" που ανακλήθηκε έχασε την αποδεικτική της δύναμη, η δε ιστορική βάση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής παρέμεινε, αναφορικά με την ύπαρξη σχέσεως δικονομικής εγγυήσεως μεταξύ των διαδίκων, αναπόδεικτη. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή της εφεσίβλητης έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Εφόσον η εκκαλούμενη είπε τα αντίθετα, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή ως βάσιμη η έφεση της εναγομένης και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη ως προς τη διάταξη της αυτή, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω, το δικαστήριο, αφού κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 02-04-2008 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 326/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε κρίνει διαφορετικά και είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, απέρριψε την ένδικη αυτή από 03-01-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ., που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την πληττόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
β' της υπ' αριθμ. Κ4/585/5-4-1978 Αποφάσεως Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρ. 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αστικής ευθύνης" και 30 του Ν.Δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως". Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι : "Η καταγγελία έγινε εγγράφως, όπως απαιτεί το άρθρο 9 της Υ.Α.
ΚΑ/585/1978 και (ως μονομερής και ληψιδεής δήλωση βουλήσεως) επέφερε το αποτέλεσμα της λύσεως της συμβάσεως, από τη στιγμή που περιήλθε στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, δηλαδή από την 21-11-2003", είναι εσφαλμένη και συνιστά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β' της υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αφού κατά τη διάταξη αυτή η υπό τους όρους του άρθρου αυτού (δηλαδή η γενομένη δια μονομερούς καταγγελίας) ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επέρχεται μετά πάροδο 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του εγγράφου της καταγγελίας, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη σε θέματα για τα οποία η εν λόγω διάταξη έχει τεθεί και συνεπώς και οι συνακόλουθες παραδοχές της εκκαλουμένης ότι : "Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν υπάρχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 του ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφαλίσεως όταν το ίδιο αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως του ν. 489/1976 με τον πρώτο ασφαλιστή, όπως συνέβη εν προκειμένω, ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή ("Υδρόγειος ΑΕ")...
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ομολογία της εκκαλούσας "Διεθνής Ένωση ΑΕ" που ανακλήθηκε έχασε την αποδεικτική της δύναμη, η δε ιστορική βάση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής παρέμεινε, αναφορικά με την ύπαρξη σχέσεως δικονομικής εγγυήσεως μεταξύ των διαδίκων, αναπόδεικτη. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή της εφεσίβλητης έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη", οι οποίες στηρίζονται στην πρώτη ως άνω παραδοχή, απορρέουν και αυτές από την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
β' της υπ' αριθμ. Κ4 585/1978 Α.Υ.Ε., και είναι εσφαλμένες, καθόσον με βάση όσα η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και δη ότι, η από τον ασφαλισμένο Η. Τ. μονομερής καταγγελία της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης εταιρείας ασφαλιστικής σύμβασης, έγινε στις 19-11-2003, έπρεπε περαιτέρω να δεχθεί ότι τα αποτελέσματα της άνω καταγγελίας επήλθαν, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
β' της υπ' αριθμ. Κ4/585/5-4-1978 Α.Υ.Ε., στις 12-12-2004, δηλαδή μετά πάροδο 20 ημερών από την επομένη της περιέλευσης της καταγγελίας στην αναιρεσίβλητη (21-11-2003) και ότι το άνω αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο και στην αναιρεσίβλητη και ότι επομένως υπήρχε πολλαπλή ασφάλιση. Οι ανωτέρω αιτιάσεις όμως της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες, καθόσον με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε ορθό μεν διατακτικό, αλλά με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία (578 Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία Η. Τ., με την από 19-11-2003 "αίτηση ακύρωσης - δήλωση", που απέστειλε προς την τελευταία και παραλήφθηκε από αυτή στις 21-11-2003, ζήτησε την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο είχε ασφαλίσει στην εν λόγω εταιρεία και η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αποδεχόμενη την πρόταση αυτή του άνω ασφαλισμένου της, προέβη σε ακύρωση του εν λόγω μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου και απάντησε στις 21-11-2003 στον άνω αντισυμβαλλόμενό της ότι προέβη στην εν λόγω ακύρωση και κατόπιν όλων αυτών επήλθε η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης από τις 21-11-2003.
Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε πρόταση του προαναφερόμενου ασφαλισμένου περί ακύρωσης του ως άνω συμβολαίου, που έλαβε χώρα με την από 19-11-2003 έγγραφη "αίτηση ακύρωσης - δήλωση" του τελευταίου και αποδοχή της πρότασής του αυτής περί ακύρωσης του εν λόγω συμβολαίου από την αναιρεσίβλητη, η οποία ακύρωσε πράγματι το συμβόλαιο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και απάντησε στον άνω αντισυμβαλλόμενό της ότι προέβη στην ακύρωση αυτή στις 21-11-2003, συνακόλουθα επήλθε η λύση της επίμαχης συμβάσεως ασφαλίσεως, όχι με μονομερή καταγγελία, αλλά με αντίθετη κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (αντισυμφωνία) κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον υπήρξε στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση και παρά την αναφορά της σε μονομερή καταγγελία, σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως του άνω ασφαλισμένου Η.
Τ. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ζημιογόνου οχήματος και λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία (λύση) επήλθε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 21-11-2003 κατά την οποία απάντησε η αναιρεσίβλητη στον άνω ασφαλισμένο της ότι προέβη στην ακύρωση του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Η ανωτέρω δε παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απάντησε στον άνω ασφαλισμένο της ότι προέβη στη λύση του συμβολαίου στις 21-11-2003, κατόπιν του σχετικού αιτήματός του και ότι η σύμβαση λύθηκε από τότε, ήτοι από τις 21-11-2003, εμπεριέχει και την παραδοχή ότι περιήλθε την ίδια αυτή ημέρα (21-11-2003) στον άνω προτείναντα ασφαλισμένο η απάντησή της αυτή, ήτοι η αποδοχή της αναιρεσίβλητης στην πρότασή του για τη λύση της σύμβασης, έτσι ώστε να συντελεστεί την ίδια ημέρα, όπως δέχεται ανέλεγκτα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δη στις 21-11-2003, η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως, δηλαδή άμεσα, όταν ολοκληρώθηκαν την ημέρα αυτή όλα τα απαιτούμενα στοιχεία κατά νόμο και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 361 και 185 επ.
του Α.Κ., στα οποία στηρίζεται η λύση της, η οποία κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, συντελέστηκε πριν από το ένδικο ατύχημα, που συνέβη στις 09-12-2003. Άλλωστε, η πριν από το ένδικο ατύχημα (09-12-2003) περιέλευση σε γνώση του άνω προτείνοντος ασφαλισμένου της αποδοχής της πρότασής του από την αναιρεσίβλητη για τη λύση και κατάργηση του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προσεπιβεβαιώνεται και από τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες ο άνω ασφαλισμένος Η.
Τ. έχοντας αποφασίσει να αλλάξει ασφαλιστή και να ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προέβη στην ανωτέρω από 19-11-2003 αίτηση για την ακύρωση του συμβολαίου του με την αναιρεσίβλητη, και πολύ λίγες ημέρες μετά την απάντηση προς αυτόν της αναιρεσίβλητης περί αποδοχής της πρότασής του (21-11-2003) και ακύρωσης του συμβολαίου, ασφάλισε στις 29-11-2003, δηλαδή πριν το ατύχημα (09-12-2003), το όχημά του στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, ήτοι γνωρίζοντας την αποδοχή της πρότασης από την αναιρεσίβλητη και την ακύρωση του μεταξύ τους συμβολαίου και τη συνακόλουθη συντέλεση της λύσης της σύμβασής του με την τελευταία, προέβη κατόπιν της λύσης αυτής και πριν το ατύχημα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη στις 29-11-2003, στην ασφάλιση του αυτοκινήτου του σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και ειδικότερα στην αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η σύμβαση ασφαλίσεως δύναται να λυθεί είτε με μονομερή καταγγελία καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο 9 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, οπότε η λύση επέρχεται μετά την παρέλευση 20 ημερών από την κοινοποίηση του περί καταγγελίας εγγράφου και αυτό χάριν της προστασίας του ασφαλισμένου, είτε με κατάργησή της με αντίθετη συμφωνία των μερών (αντισυμφωνία) κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 Α.Κ., η οποία ως σύμβαση, περιλαμβάνει την πρόταση για τη σύναψή της και την αποδοχή της πρότασης αυτής, κατ` άρθρα 185 επ.
Α.Κ., οπότε η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων λύεται και η λύση τότε επέρχεται με άμεσα αποτελέσματα, όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος, στον οποίο στηρίζεται η λύση, εκτός αν ορίζεται κάτι διαφορετικό στη σύμβαση, στην περίπτωση δε αυτή της συμβατικής κατάργησης της ασφαλιστικής κάλυψης, με μεταγενέστερη αντισυμφωνία κατ' άρθρο 361 Α.Κ., στην οποία συμμετέχει ο ασφαλιστής αλλά και ο αντισυμβαλλόμενος, δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε γνωστοποίηση, αφού η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του τελευταίου στην καταργητική σύμβαση και επομένως γνωρίζει τη λύση της.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η λύση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης επήλθε με συμφωνία των άνω συμβαλλομένων κατά τις επιταγές του γενικού κανόνα του άρθρου 361 Α.Κ., στις 21-11-2003, οπότε ολοκληρώθηκαν κατά νόμο τα απαιτούμενα στοιχεία του λόγου στον οποίο στηρίζεται η λύση της, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οριζόταν κάτι διαφορετικό στη σύμβαση αυτή και τα αποτελέσματά της ήταν άμεσα, ενώ δεν απαιτείτο να γίνει οποιαδήποτε γνωστοποίηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, το οποίο δεν ισχύει στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, αφού η λύση της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του άνω ασφαλισμένου της στην καταργητική σύμβαση Η.
Τ. και επομένως αυτός γνώριζε τη λύση της.
Συνεπώς, παρά την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περί λύσεως της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης με καταγγελία από τον ασφαλισμένο, οι προεκτιθέμενες παραδοχές της πλήρως συνιστούν, όπως προεκτέθηκε, λύση της σύμβασης αυτής με συμφωνία των άνω συμβαλλομένων κατά τις επιταγές του γενικού κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, οπότε η λύση και η κατάργησή της επήλθε όχι μετά παρέλευση είκοσι (20) ημερών από της κοινοποιήσεως του περί καταγγελίας εγγράφου, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., το οποίο κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεν έχει εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση της συμβατικής κατάργησης της σύμβασης, αλλά η λύση αυτή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, επήλθε άμεσα στις 21-11-2003, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, εφόσον, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης του ζημιογόνου αυτοκινήτου μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της Η. Τ. ολοκληρώθηκε στις 21-11-2003 και ακολούθως μεταγενέστερα και δη στις 29-11-2003 ο τελευταίος ασφάλισε το όχημά του αυτό στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, το δε ατύχημα έλαβε χώρα στις 09-12-2003, δεν υπήρχε στην ένδικη περίπτωση κατά το χρόνο του ατυχήματος πολλαπλή ασφάλιση, αφού είχε ήδη επέλθει νόμιμη λύση της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του άνω ασφαλισμένου της.
Κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας έναντι της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, αφού κατά το ατύχημα δεν υφίστατο πλέον η με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφάλισης και συνακόλουθα, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν σε ισχύ πλείονες ασφαλίσεις αστικής ευθύνης του ίδιου ζημιωμένου αυτοκινήτου σε διάφορους ασφαλιστές, με αποτέλεσμα το ανεφάρμοστο στην προκειμένη περίπτωση των από την αναιρεσείουσα επικαλούμενων στην παρεμπίπτουσα αγωγή της, διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 3 του ν. 1496/1996, 481, 487 και 488 Α.Κ., δεδομένου ότι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, όταν το ίδιο αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της σύμβασης ασφάλισης με τον πρώτο ασφαλιστή, ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή, δεν συντρέχει η, από το άρθρο 15 του ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης και συνακόλουθα η εις ολόκληρο μεν ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2496/1997 και 481 ΑΚ), η κατ` ίσα δε μέρη στην εσωτερική τους σχέση (άρθρο 487 παρ. 1 ΑΚ), ούτε περαιτέρω ερευνάται στις σχέσεις μεταξύ των δύο ασφαλιστών, κανείς από τους οποίους δεν θεωρείται, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 ως "τρίτος που ζημιώθηκε", αν ο ασφαλιστής της πρώτης σύμβασης ασφάλισης γνωστοποίησε κατά το ίδιο άρθρο τη λύση της σύμβασης στον ασφαλισμένο του.
Επομένως, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα η από 03-01-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρά την ανωτέρω εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία του περί λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης με μονομερή καταγγελία κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. [η οποία όμως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά προσήκουσα υπαγωγή των άνω γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών, η σύμβαση λύθηκε με συμφωνία των συμβαλλομένων κατά τις επιταγές του γενικού κανόνα του άρθρου 361 Α.Κ.], ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και σε ορθό κατέληξε διατακτικό.
Συνεπώς είναι αβάσιμα όσα αντίθετα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. β της υπ' αριθμ. Κ4 585/1978 Α. Υ.Ε.. Σύμφωνα επομένως με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., αφού άλλωστε η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. [ που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) ], ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά τη λύση της καταρτισθείσας μεταξύ του Η.
Τ. και της αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του υπ' αριθμ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, για το χρονικό διάστημα από 19-11-2002 μέχρι 19-05-2004, και για την οποία ασφαλιστική σύμβαση είχε εκδώσει το υπ' αριθμ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιό της, δέχθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση λύθηκε την 21-11-2003, με μονομερή καταγγελία της σύμβασης αυτής, η οποία καταγγελία έλαβε χώρα από τον Η.
Τ., όπως τούτος είχε δικαίωμα, υπό τους όρους του άρθρου 9 της Κ4/585/1978 AYE, πλην όμως η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της ισχυρίσθηκε ότι η ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε συμβατικά (361 ΑΚ) μεταξύ αυτής και του Η. Τ., και δεν ισχυρίσθηκε ότι λύθηκε με μονομερή καταγγελία από τον τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο 9 της Κ4/585/1978, οπότε, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, το Εφετείο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στον προεκτεθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, η λύση της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης επήλθε μετά από πρόταση του προαναφερόμενου ασφαλισμένου περί ακύρωσης του ως άνω συμβολαίου, που έλαβε χώρα με την από 19-11-2003 έγγραφη "αίτηση ακύρωσης - δήλωση" του τελευταίου και αποδοχή της πρότασής του αυτής από την αναιρεσίβλητη, η οποία ακύρωσε πράγματι το συμβόλαιο και απάντησε στον αντισυμβαλλόμενό της ότι προέβη στην ακύρωση αυτή στις 21-11-2003, και συνακόλουθα η λύση της εν λόγω συμβάσεως ασφαλίσεως επήλθε όχι με μονομερή καταγγελία του άνω ασφαλισμένου, αλλά, όπως και η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε με την έφεσή της, με αντίθετη κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών (αντισυμφωνία), κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον υπήρξε, σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση και παρά την αναφορά της σε μονομερή καταγγελία, σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως του άνω ασφαλισμένου Η.
Τ. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ζημιογόνου οχήματος και λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία (λύση) επήλθε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 21-11-2003. Επομένως δεν ευσταθούν οι προεκτιθέμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιλαμβάνονται στον ανωτέρω δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού όπως προεκτέθηκε, κατ' αποτέλεσμα το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω περιλαμβανόμενο στην έφεση της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ.1).
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 Κ.Πολ.Δ., κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικος του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 158/2009).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκείμενη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε από την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 354, αλλά ούτε και από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 του Κ.Πολ.Δ., διότι η ανάκληση της ομολογίας "δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού" με την έννοια των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών.
Επομένως, αν η ομολογία έγινε στον πρώτο βαθμό από τον ηττηθέντα διάδικο, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, να δηλωθεί δηλαδή νομίμως η ανάκληση από τον ομολογήσαντα με λόγο έφεσης, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωσή του ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί, ενώ αν η έφεση ευδοκιμήσει για άλλο λόγο - η ανάκληση - μπορεί να γίνει και στο στάδιο της έρευνας της αγωγής (ΑΠ 791/2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 80/2015, ΑΠ 1176/2009).
Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ' αυτή και κατ' ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 1414/2007, ΑΠ 255/2003, ΑΠ 184/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015), "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά [...] β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά [...]". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Πολ.Δ., τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, [...]"• Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (Κ.Πολ.Δ. 591 παρ.1) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α επ.) καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το νόμο 4335/2015, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως και τις αιτήσεις και δηλώσεις τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (Κ.Πολ.Δ. 262 παρ.1), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (Κ.Πολ.Δ. 256 παρ.1 στοιχ. δ') συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (Κ.Πολ.Δ. 591 παρ.1 στοιχ.
β') σημείωση της προφορικής προβολής του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής του, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 220/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 128/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται, όπως προαναφέρθηκε, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα η συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ` ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της από 03-01-2005 παρεμπίπτουσας αγωγής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που συνεκδικάσθηκε με την ανωτέρω κύρια αγωγή, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανέφερε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτά, κατά λέξη τα εξής : "Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Β καθ' ής η προσεπίκληση και παρεμπιπτόντως εναγομένης, αφού πήρε το λόγο δήλωσε ότι ασκεί με τις προτάσεις του πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ΥΔΡΟΓΕΙΟΥ ΑΑ και κατά των Α' εναγόντων και συνομολογεί ότι το αυτοκίνητο ήταν διπλοασφαλισμένο, επίσης δήλωσε ότι συνομολογεί τις ενστάσεις της κύριας αγωγής που πρότεινε ο πληρεξούσιος της ΥΔΡΟΓΕΙΟΥ ΑΑ και αναφέρθηκε λεπτομερέστερα στις προκατατεθείσες προτάσεις του".
Επίσης, με τις από 12-01-2006 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε η παρεμπιπτόντως εναγόμενη στις 16-01-2006 κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της από 03-01-2005 παρεμπίπτουσας αγωγής, με τις οποίες άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και κατά των άνω εναγόντων της κύριας αγωγής, προέβη στην ακόλουθη ομολογία, αναφέροντας κατά λέξη τα εξής : "Επειδή νομιμοποιούμαι να παρέμβω στην μεταξύ των ανωτέρω δίκη και μάλιστα προσθέτως υπέρ της β' εναγομένης, κατ' επέκταση δε και υπέρ του α' εναγομένου και κατά των εναγόντων αυτούς, προσεπικληθείσα σε αναγκαστική παρέμβαση, ως έχουσα και εγώ ασφαλίσει το δήθεν ζημιογόνο όχημα για τους κινδύνους που αναφέρονται στο ασφαλιστήριο από την κυκλοφορία του και έως του ποσού της ασφάλισης και ως εκ τούτου, σε περίπτωση ήττας των εναγομένων θα υποχρεωθώ και εγώ να τους καταβάλω την ασφάλεια και διότι με την παρέμβαση μου επιδιώκοντας την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής των αντιδίκων εναγόντων πρέπει η παρέμβασή μου να γίνει δεκτή.....
Εν προκειμένω προσάγω και επικαλούμαι : α) το υπ' αριθμ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο μου..., σε συνδυασμό με την οικεία βεβαίωσή μου ασφαλίσεως και το ειδικό σήμα .... από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι ασφάλισα και εγώ το υπ' αριθμ. … Ε.Ι.Χ. αυτ/το, εργoστασίου κατασκευής RENAULT κυριότητος Η. Τ. και ανέλαβα τους ασφαλιστικούς κινδύνους εκ της κυκλοφορίας του ως άνω αυτ/του για το χρονικό διάστημα από 19-11-2002 μέχρι 19-05-2004.
Ειδικώτερα ανάλαβα την αστική ευθύνη για σωματικές βλάβες (Σ.Β.) τρίτων και επιβατών του καλυπτομένου οχήματος μέχρι του ποσού 500.000 ευρώ κατ' ανώτατο όριο, το οποίο αποτελεί το όριο της ευθύνης μου για τυχόν ζημίες προκαλούμενες από το ασφαλιζόμενο όχημα για την ανωτέρω αιτία, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα....".
Μετά τη συζήτηση των συνεκδικασθεισών κυρίων και παρεμπιπτουσών αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εκδόθηκε η με αριθμό 326/2006 πρωτόδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία δέχθηκε την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με το αιτιολογικό ότι το άνω ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος πέραν της ασφαλιστικής κάλυψης που του παρείχε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, ήταν ασφαλισμένο με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης και στην παρεμπιπτόντως εναγομένη, γι' αυτό δε το γεγονός αρκέστηκε στην προεκτιθέμενη δικαστική ομολογία της παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε, μεταξύ των άλλων, έφεση και η παρεμπιπτόντως εναγομένη στην οποία ανέφερε και τα εξής: "Με την παρούσα έφεση μας, ΑΝΑΚΑΛΟΥΜΕ, ΩΣ ΜΗ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΣ που περιέχεται στις πρωτόδικες γραπτές προτάσεις που καταθέσαμε επί της με αριθμό κατάθεσης 1/2005 παρεμπίπτουσας αγωγής της εφεσίβλητης και στην ασκηθείσα με αυτές πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση μας ότι, "το υπ' αριθμ.
… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του Η. Τ., ήταν ασφαλισμένο και στην ασφαλιστική εταιρία μας, δυνάμει του υπ' αριθμ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, για το χρονικό διάστημα από 19.11.2002 μέχρι 19.05.2004, η δε ασφαλιστική σύμβαση ουδέποτε είχε διακοπεί και ήταν έγκυρη και ισχυρή και κατά τον χρόνο του ατυχήματος", αφού, αποδεδειγμένα, ουδεμία έννομη σχέση μας συνέδεε με τον Η.
Τ., κύριο, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (09.12.2003), του φερομένου ως ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ούτε είχαμε με οποιοδήποτε τρόπο αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος αυτού, εφόσον η άλλοτε καταρτισθείσα μεταξύ μας ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί νομίμως, από τις 19.11.2003, με έγγραφη καταγγελία-αίτημα-δήλωση του ως άνω ιδιοκτήτη αυτού Η.
Τ., ο οποίος, εξ αυτού του λόγου, στη συνέχεια, από τις 29.11.2003 και μετέπειτα, ασφάλισε το όχημα του στην εφεσίβλητη...... η άλλοτε καταρτισθείσα μεταξύ μας ασφαλιστική σύμβαση όπως όψιμα ανακαλύψαμε ...... είχε λυθεί νομίμως κατά τις επιταγές του γενικού κανόνα του άρθρου 361 του Α.Κ., από τις 19.11.2003, με έγγραφη καταγγελία-αίτημα-δήλωση του ως άνω ιδιοκτήτη αυτού Η.
Τ., την οποία αυτός παρέδωσε στην εταιρεία μας και στη συνέχεια ασφάλισε το όχημά του στην εφεσίβλητη". Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία νόμιμα και παραδεκτά προτάθηκαν από εκείνη με τις έγγραφες προτάσεις της που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, κατά τη δικάσιμο της 08-05-2009, προς αντίκρουση της κατά τη δικάσιμο αυτή συζητούμενης υπ' αριθμ.
καταθέσεως 82/02-04-2008 έφεσης της αναιρεσίβλητης και τα οποία πράγματα έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι εφόσον η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της ανακάλεσε ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια τη δικαστική ομολογία, η οποία περιέχεται στις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε επί της με αριθμό κατάθεσης 1/2005 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας και στην ασκηθείσα με αυτές πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβασή της και δεν ανακάλεσε τη δικαστική ομολογία που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τότε η τελευταία αυτή ομολογία, ως δικαστική, λαμβανομένη μάλιστα αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αποδείκνυε πλήρως την παρεμπίπτουσα αγωγή της εκ του λόγου αυτού, και συγκεκριμένα ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο και σε εκείνη (αναιρεσείουσα) και στην αναιρεσίβλητη, η οποία, ως εκ τούτου, είχε την υποχρέωση να την αποζημιώσει, με την καταβολή του ημίσεως κάθε ποσού που θα κατέβαλε στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, καθόσον ήταν δικονομική εγγυήτριά της, ανεξαρτήτως της ανακλήσεως της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσιβλήτης, κατά το μέρος κατά το οποίο η ομολογία αυτή έλαβε χώρα με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης και συνεπώς εάν λαμβάνονταν υπόψη και γινόταν δεκτός ο ως άνω ισχυρισμός της θα απορριπτόταν η έφεση της αναιρεσίβλητης και η παρεμπίπτουσα αγωγή της (αναιρεσείουσας) θα κρινόταν αποδεδειγμένη και κατ' ακολουθίαν ουσιαστικά βάσιμη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, κατά τη συζήτηση, στις 16-01-2006, της παρεμπίπτουσας αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δίκαζε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α επ.) καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της παρεμπιπτόντως εναγομένης προέβη σύννομα, κατά τα άρθρα 590 παρ. 1 και 256 παρ. 1 σοιχ.
δ' ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν τότε και πριν την αντικατάστασή τους από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015) σε προφορική, συνοπτική προβολή των ισχυρισμών και των δηλώσεών του και αναφέρθηκε για τη λεπτομερέστερη έκθεση των ισχυρισμών και δηλώσεών του αυτών στις κατατεθείσες προτάσεις του. Μεταξύ των δηλώσεων του πληρεξούσιου δικηγόρου της παρεμπιπτόντως εναγομένης, που προβλήθηκαν προφορικά και συνοπτικά στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, ήταν και ότι "συνομολογεί ότι το αυτοκίνητο ήταν διπλοασφαλισμένο", που συνιστά δικαστική ομολογία της παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Τους ισχυρισμούς και τις δηλώσεις, που προφορικά και συνοπτικά προέβαλε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, η παρεμπιπτόντως εναγομένη τις ανάπτυξε εκτενέστερα με τις νόμιμα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, μεταξύ δε αυτών και την ανωτέρω δικαστική ομολογία, που ενδιαφέρει στην ένδικη περίπτωση.
Ειδικότερα, την ίδια αυτή ομολογία, ήτοι του ιδίου ακριβώς πραγματικού γεγονότος και δη ότι το ζημιογόνο όχημα "ήταν διπλοασφαλισμένο", όπως συνοπτικά είχε δηλωθεί στο ακροατήριο και καταχωρηθεί στα πρακτικά, η παρεμπιπτόντως εναγομένη την ανέφερε αναλυτικότερα στις άνω προτάσεις της εκθέτοντας ειδικότερα και συνομολογώντας ότι ασφάλισε και αυτή το υπ' αριθμ.
… Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, εργoστασίου κατασκευής RENAULT, κυριότητος Η. Τ. και ανέλαβε τους ασφαλιστικούς κινδύνους εκ της κυκλοφορίας του για το χρονικό διάστημα από 19-11-2002 μέχρι 19-05-2004. Επομένως η περιλαμβανόμενη στα πρακτικά δικαστική ομολογία της παρεμπιμπόντως εναγομένης, δεν είναι διαφορετική ή επιπλέον ομολογία, πέραν της αναφερόμενης στις κατατεθείσες προτάσεις της, αλλά και οι δύο ανωτέρω αναφορές (στα πρακτικά και στις προτάσεις) συνιστούν την ίδια δικαστική ομολογία του αυτού πραγματικού γεγονότος, που έγινε συνοπτικά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε με τις προτάσεις της και ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται για μια μόνο δικαστική ομολογία του ιδίου γεγονότος, παραδεκτά και νόμιμα στην προκειμένη περίπτωση με λόγο έφεσης ανακάλεσε στο σύνολό της αυτή την ομολογία η παρεμπιπτόντως εναγόμενη.
Εξάλλου, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, για την ανάκληση δεν απαιτείται, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ρητή πανηγυρική ανακλητική αυτής δήλωση, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη αμφισβητούνται από την ομολογήσασα διάδικο τα πραγματικά περιστατικά που αυτή ομολόγησε, της ανακλήσεως δυνάμενης να συναχθεί από το συνδυασμό του συνόλου των προς θεμελίωση του σχετικού προβαλλομένου λόγου εφέσεως εκτιθέμενων, εφόσον περιέχουν τέτοια αμφισβήτηση ή και αναιρούν τα ως αληθή ομολογηθέντα πραγματικά περιστατικά και στην ένδικη περίπτωση η αναφορά στην έφεση της παρεμπιμπόντως εναγομένης ότι ανακαλεί ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, τη δικαστική ομολογία της ότι "το υπ' αριθμ.
… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του Η. Τ., ήταν ασφαλισμένο και στην ασφαλιστική εταιρία μας, δυνάμει του υπ' αριθμ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, για το χρονικό διάστημα από 19.11.2002 μέχρι 19.05.2004, η δε ασφαλιστική σύμβαση ουδέποτε είχε διακοπεί και ήταν έγκυρη και ισχυρή και κατά τον χρόνο του ατυχήματος", συνιστά σαφή ανάκληση της ομολογίας του ιδίου ανωτέρω ομολογηθέντος γεγονότος, που έγινε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της παρεμπιπτόντως εναγομένης και επομένως, ακόμη και αν στο δικόγραφο της έφεσης δεν γίνεται ειδική πανηγυρική αναφορά στην ανάκληση της ομολογίας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτή συνάγεται από τη σαφή προαναφερόμενη διατύπωση του περιεχομένου της ανακλητικής δήλωσης, που περιελήφθηκε στην έφεση, η οποία (ανωτέρω ανακλητική δήλωση) καταλαμβάνει και αναιρεί (ανακαλεί) κατά περιεχόμενο πλήρως τόσο την άνω δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και αυτή που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις της παρεμπιπτόντως εναγομένης, περί διπλής ασφάλισης κατά το χρόνο του ατυχήματος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και συνακόλουθα ορθώς εκτιμήθηκε από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στην έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης [ήτοι, ότι ανακαλεί ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, τη δικαστική ομολογία της ότι το υπ' αριθμ.
… Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Η. Τ., ήταν ασφαλισμένο και στην δική της ασφαλιστική εταιρία, για το χρονικό διάστημα από 19.11.2002 μέχρι 19.05.2004 ], συνιστούν ανάκληση της ομολογίας στην οποία αυτή προέβη πρωτοδίκως, ήτοι ορθώς δέχθηκε ότι συνιστούν ανάκληση της εν λόγω ομολογίας στο σύνολό της και όχι μόνο της περιεχόμενης στις πρωτόδικες προτάσεις της.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου, έγγραφα είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1531/2012). Επομένως, δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι το δικόγραφο της αγωγής, της έφεσης, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 42/2014).
Επίσης, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπ` όψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ` Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτιμάται ελευθέρως, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ, εξάλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
γ' Κ.Πολ.Δ., αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ` όψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 297/2009). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα : 1) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 16-01-2006, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, η οποία καταχωρίσθηκε στο υπ' αριθμ. 326/ 2006 πρακτικό συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου, στο οποίο αναφέρεται κατά λέξη ότι " ο πληρεξουσίος δικηγόρος της Β καθ' ής ...συνομολογεί ότι το αυτοκίνητο ήταν διπλοασφαλισμένο", η οποία (δικαστική ομολογία), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δεν ανακλήθηκε και ως εκ τούτου ήταν έγκυρη και ισχυρή και εξακολουθούσε να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, τη μη ανακληθείσα δε αυτή δικαστική ομολογία, την επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, προσκομίζοντας το ανωτέρω πρακτικό συνεδριάσεως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς την ως άνω αιτίασή του, είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στον προηγηθέντα τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθμ. 82/02-04-2008 έφεσή της ανακάλεσε στο σύνολό της τη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη πρωτοδίκως και δη τόσο την άνω δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και αυτή που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις της περί διπλής ασφάλισης κατά το χρόνο του ατυχήματος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που συνιστούν, όπως προεκτέθηκε, μία μόνο ομολογία του ιδίου γεγονότος, και ως εκ τούτου μετά την ανωτέρω ορθή παραδοχή του Εφετείου περί ανακλήσεως της πρωτοδίκως γενομένης δικαστικής ομολογίας (στο σύνολό της) από την αναιρεσίβλητη και την περαιτέρω ανέλεγκτη παραδοχή του ότι η εν λόγω ομολογία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, έπαυσε να αποτελεί η εν λόγω δικαστική ομολογία απόδειξη κατά της αναιρεσίβλητης, που προέβη σ' αυτή και κατ' ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της και συνακόλουθα ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη ως τέτοιο αποδεικτικό μέσο από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σε κάθε περίπτωση οι αναφερόμενες αιτιάσεις στον ως άνω λόγο αναίρεσης από την αναιρεσείουσα, περί μη ανακλήσεως της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και για το λόγο ότι στηρίζονται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι, παρά τη μη ανάκληση της εν λόγω δικαστικής ομολογίας, αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην όμως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ανωτέρω δικαστική ομολογία ανακλήθηκε από την αναιρεσίβλητη με την έφεσή της στο σύνολό της και επομένως νομίμως δεν την έλαβε υπόψη. 2) Το με αριθμό πρωτ.
…/…-10-2004 έγγραφο - επιστολή της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος - Διεύθυνση Πληροφορικής (Υ.Σ.Α.Ε) προς την αναιρεσείουσα, με το προσαρτώμενο σε αυτό έγγραφο αναζήτησης στοιχείων από το ON - LINE αρχείο της 30-09-2004 της Υπηρεσίας Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών (Υ.Σ.Α.Ε.), τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου και από τα οποία, ως άνω έγγραφα, προκύπτει ότι το όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΥΖΗ 6526 ήταν ασφαλισμένο στην ανώνυμη εταιρία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." για το χρονικό διάστημα από την 19-11-2002 έως και την 19-5-2004, με αριθμό ασφαλιστηρίου συμβολαίου …".
Ο λόγος αναίρεσης ως προς τα συγκεκριμένα έγγραφα είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη μεταξύ των άλλων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ρητά τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος.
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Και 3) Τις ουδέποτε ανακληθείσες από την αναιρεσίβλητη και επικληθείσες από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης που έλαβαν χώρα :
α) με την απευθυνόμενη ενώπιον του Εφετείου Λάρισας από 2-11-2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 397/2006 έφεση της αναιρεσίβλητης, η οποία στρεφόταν κατά των εναγόντων της κυρίας αγωγής Γ. Σ., Κ. Σ., Ι. Σ., Τ. Μ., Γ. Σ., Φ. Σ., Α. Σ., Γ. Ρ., Μ. Ρ., ως και της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη συζήτηση της οποίας εφέσεως επέσπευσε η ίδια η αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα) αρχικά για τη δικάσιμο της 21-9-2007 και μετ' αναβολήν για τη δικάσιμο της 4-4-2008, και β) με τον επί της ως άνω εφέσεως ασκηθέντα, δια του από 12-9-2007 και με αριθμό κατάθεσης 1008/19-9-2007 δικογράφου, πρόσθετο λόγο έφεσης, απευθυνόμενο ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, και στρεφομένου κατά αυτών των ως άνω εναγόντων της κυρίας αγωγής Γ.
Σ. κλπ, ως και κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη συζήτηση της οποίας εφέσεως επέσπευσε η ίδια η αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα) αρχικά για τη δικάσιμο της 21-9-2007 και μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 4-4-2008, από τα οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί δυνάμει εξώδικης ομολογίας της αντιδίκου της ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο και στην ίδια (αναιρεσείουσα) και στην αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα ανωτέρω έγγραφα (δικόγραφα άλλης δίκης) από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της συνάγεται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, παρεκτός του ότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, όπου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, περιέχεται εξώδικη ομολογία, αφετέρου δε η εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-06-2012 (με αριθμό κατάθεσης 45/18-06-2012) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 370/2009 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του).
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και ήδη του ανωτέρω ειδικού διαδόχου της, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου