Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
942/2015 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on equal treatment claims against OPAAP, remanding other grounds to plenary session.

Geschäftsnummer 942/2015
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the fourth, fifth, and sixth grounds of the appeal filed by former guards against OPAAP's 2013 appellate decision. The court found the lower court's reasoning on equal treatment and good administration sufficient, noting the guards performed different work than permanent staff under different conditions. However, the court deemed the fifth ground inadmissible as it improperly challenged the trial court's factual findings on job qualifications and colleagues.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 8(3) of Law 1876/1990, Article 22(1)(b) of the Constitution, and Article 141 of the EEC Treaty; The appellate court's assessment of evidence regarding equal treatment and good administration is reviewable if clearly stated, but factual determinations on job qualifications and colleagues are not subject to annulment under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.

Schlagwörter

KI-generiert
equal treatment principle good administration standard annulment appeal grounds factual findings review public enterprise employment inadmissible appeal remittal to plenary unrechtmässiger Arbeitslosentaggeldbezug

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 8(3) of Law 1876/1990
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 141 of the EEC Treaty
Law 1876/1990
Constitution of Greece
EEC Treaty

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 15/2006
Supreme Court 1/1999
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 942 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 942/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1. Α. Φ. του Σ., 2.Δ. Π. του Η., 3.Ι. Μ. του Χ., 4.Ι. Κ. του Ε. απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστρατίου Μαυραγάνη ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουμαντάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2010 αγωγή των ήδη αναρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκ-δόθηκαν οι αποφάσεις: 29595/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 855/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 31-10-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το β.δ. 20/29-12-1958 (άρθρα 1,3 και 5), εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του ν.δ. 3865/1958, με το π.δ. 228/1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 ‘ ‘ Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις’ ‘ και του κ.ν. 2190/1920 ‘ ‘ περί ανωνύμων εταιρειών’ ‘ , όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ.1 του καταστατικού της προβλέπεται ότι οι μετοχές της εταιρείας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 2084/1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Κατά τον ως άνω Κανονισμό το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ.1α ).

Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζόμενων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟΠΟ.

Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ.2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ.

και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4).Εξάλλου, ανεξάρτητα από την επακολουθήσασα 1999/70 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και της οποίας η ισχύς άρχισε στις 10-7-2001, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2-4-2003 με το π.δ. 81/2003, στην τελευταία η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν κατά το παρελθόν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το π.δ. 180/2004, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι ‘ ‘ με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004... το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ’ αυτού’ ‘ , με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ’ του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι ‘ ‘ δημόσιος τομέας ( για την εφαρμογή του π.δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003’ ‘ .

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία είναι και η αναιρεσίβλητη, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (από 11-4-2001 απόφαση του Δ.Σ. αυτής, ΦΕΚ 2212/2001, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004,υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003 και β)) Στο άρθρο 8Α του π.δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, ορίζεται ότι ‘ ‘ Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990...

ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω ΠΔ 164/2004...’ ‘ . Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19.7.2004, και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του παραπάνω π.δ. 164/2004 απαγορεύθηκε κατ’ αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, οι διατάξεις του άρθρου 11, που είναι συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις ‘ ‘ τακτοποίησης’ ‘ εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.

Οι διατάξεις αυτές ορίζουν, ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων. Επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ.1).

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (παρ.2).

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ.3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ.4).

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α’ ).

Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5)". Aπό τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει και η αναιρεσίβλητη, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 του πδ 164/2004 και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας κλπ),εκτός από τη λήψη των αποδοχών της θέσης στην οποία εντάχθηκαν, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 460/2014, ΑΠ 1040/2011).Tις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται οι εργαζόμενοι αυτοί από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης, καθόσον τα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι παράγονται αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά ότι ο χρόνος που διανύθηκε με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρείται ότι έχει διανυθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τη θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον (πρβλ.

ΑΠ 1073/2014). Η ρύθμιση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων (ΑΠ 365/2013). Και ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3320/2005 αναφέρεται στο προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, το οποίο συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή άλλη σχέση και του οποίου οι συμβάσεις συνιστούσαν συμβάσεις αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του πδ 164/2004 και καθορίζει τις συνέπειες της διαπίστωσης αυτής της τελευταίας θέσης, που έλαβε χώρα βάσει της προβλεπόμενης από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διοικητικής διαδικασίας, όμως ο σκοπός που επεδίωξε ο νομοθέτης με τις ανωτέρω ρυθμίσεις πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής και στην προκείμενη περίπτωση, που η ύπαρξη σύμβασης αορίστου χρόνου αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση και όχι με την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διοικητική διαδικασία.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2011, Ολ ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (Ολ ΑΠ 30/1998).

Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (Ολ ΑΠ 7/2011, Ολ ΑΠ 654/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη, από 11-12-2008, αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ" στις 29-9-1991 ο πρώτος, στις 26-1-1994 ο δεύτερος, στις 10-5-1994 ο τρίτος και την 1-2-1991 ο τέταρτος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ανέλαβαν καθήκοντα φύλακα των εγκαταστάσεων της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη.

Ότι από την πρόσληψή τους και μέχρι τις 21-4-2008, που η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, απασχολούντο 12 έως 14 ημέρες το μήνα, εκ των οποίων 2 ημέρες ήταν Κυριακές ή αργία, εκ περιτροπής σε τρείς οκτάωρες βάρδιες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Ότι η σύμβασή τους δεν ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα κάθε φορά μιας ημέρας, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, για το λόγο ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες, όπως άλλωστε αρμόζει στην ίδια τη φύση της εργασίας τους, αλλά παρά ταύτα η εναγομένη τους ενέταξε, βάσει του εσωτερικού κανονισμού της, στην κατηγορία του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού, προσλαμβάνοντάς τους με σύμβαση εργασίας διάρκειας του καθενός μιας ημέρας και για την εργασία τους αυτή αμείβονταν με το προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργατοτεχνίτη, αρνούμενη να εφαρμόσει τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας " για τους όρους αμοιβής και εργασίας της ΟΠΑΠ ΑΕ", οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ της εναγομένης και του "Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΠΑΠ ΑΕ".

Ότι η σχέση που τους συνέδεε με την εναγομένη είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με τις συνεχείς ανανεώσεις των ημερήσιων συμβάσεων αορίστου χρόνου και την εργασία τους σύμφωνα με το πρόγραμμα που κατάρτιζε η εναγομένη κάθε μήνα, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης, οι συμβάσεις δε αυτές έγιναν προς καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 1 εδ.

β του ν. 2112/1920,του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, του π.δ. 164/2004, τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της Οδηγίας 97/81/ΕΚ, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση απόλυσης και, εξομοιούμενοι αναδρομικά με τους μονίμους υπαλλήλους, τις διαφορές μεταξύ των καταβληθείσων αποδοχών τους και των αποδοχών που αντιστοιχούν στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ " για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ", που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή και αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 21-4-2008.

Επικουρικά, για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας τους ήθελε κριθεί άκυρη, ζήτησαν να τους καταβληθούν τα παραπάνω κονδύλια με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ’ αριθμ. 29.595/2009 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω παρέλευσης της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής αξίωσης, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με την εναγομένη με απλή σχέση εργασίας, η οποία ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του προβλεπόμενου από το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 1892/1990 έγγραφου τύπου και ακολούθως έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, την οποία όμως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι αυτοί έλαβαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα όσα εδικαιούντο βάσει των οικείων ΣΣΕ, που θα εφαρμόζονταν σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 1876/1990.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 10-2-2012 έφεσή τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 855/2013 απόφασή του, η οποία, αφού έκρινε ότι είναι νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής, στη συνέχεια εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της ουσίας τη βάση αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:

Ότι η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ιδρύθηκε με το β.δ. 20/29-12-1958, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.δ. 3865/1958 και στη συνέχεια, με το π.δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 ‘ ‘ Για τον εκσυγχρονισμό των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις’ ‘ και του κ.ν.. 2190/1920 " περί ανωνύμων εταιρειών ", επί πλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της προβλέπεται, ότι οι μετοχές της εταιρείας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ότι η εφεσίβλητη διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ.10 του α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 770/31-10-1986, τεύχος Β’ , και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Ότι, κατά τον Κανονισμό αυτό, το προσωπικό του ΟΠΑΠ συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (άρθρο 13). Ότι τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων (άρθρο 14 ) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ 1α ), έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζόμενων εποχιακών ή έκτακτων αναγκών και ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής του δελτίου ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟΠΟ.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3 ).

Ότι η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών, γίνεται με πάγια απόφαση του ΔΣ και η τελική επιλογή του γίνεται από τον Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ.4).

Ότι οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αρχικά στο δικαιοπάροχο της εναγομένης ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου" και ακολούθως στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία του δημόσιου τομέα, ως ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό, με συμβάσεις μιας ημέρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Εσωτερικού της Κανονισμού, ο πρώτος από 29-9-1991, ο δεύτερος από 26-1-1994, ο τρίτος από 10-5-1994 και ο τέταρτος από 1-9-1991 και έως τις 21-4-2008, οπότε η εναγομένη σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία τους.

Ότι οι ενάγοντες έως το έτος 1998 απασχολούνταν ως κλητήρες, ενώ έκτοτε πρόσφεραν υπηρεσίες φύλαξης των εγκαταστάσεων της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, εργαζόμενοι βάσει μηνιαίου προγράμματος που καταρτιζόταν από τα αρμόδια όργανά της και παραδινόταν στους ενάγοντες από το τέλος του προηγούμενου της απασχόλησης μήνα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες μηνιαία προγράμματα φύλαξης.

Ότι οι ενάγοντες εργάζονταν επί 3 ημέρες την εβδομάδα εκ περιτροπής σε οκτάωρες βάρδιες, οι συμβάσεις αυτές τυπικά είχαν τη μορφή συμβάσεων μιας ημέρας και αναφέρονταν σε ευκαιριακή απασχόληση σε έκτακτα συνεργεία, ενώ αυτοί στην πραγματικότητα καθ’ όλη την εργασιακή τους απασχόληση εργάζονταν σταθερά επί τρείς ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες την ημέρα σύμφωνα με το πρόγραμμα που κατάρτιζε ο ΟΠΑΠ κάθε μήνα, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, πράγμα που μαρτυρείται αβίαστα τόσο από το μεγάλο του διαστήματος χρόνο απασχολήσεώς τους (από 14 έως 17 συνολικά έτη), όσο και από το αδιάλειπτο των ανανεώσεων των συμβάσεων.

Ότι οι συμβάσεις αυτές καταχρηστικά και με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συνάπτονταν από την εναγομένη ως συμβάσεις εργασίας μιας ημέρας, δηλαδή ορισμένου χρόνου, ενώ είχαν το χαρακτήρα των συμβάσεων αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, δεδομένου ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, καθόσον συντρέχουν όλες οι αναφερόμενες στις εφαρμοστέες διατάξεις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν με την ιδιότητα του φύλακα των εγκαταστάσεών της στη Θεσσαλονίκη επί 24 μήνες συνολικά σε μία τουλάχιστον ανανέωση μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ, εξάλλου, είχαν ενεργό σύμβαση κατά τις 19-7-2004, που δημοσιεύτηκε το π.δ. 164/2004, απασχολήθηκαν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα στον ίδιο φορέα και με την ίδια ειδικότητα, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης.

Έτσι, οι ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου όχι από της προσλήψεώς τους, αλλά από τις 19-7-2004, και ότι αυτοί, όπως ομολογούν στην αγωγή τους, έχουν εισπράξει από την εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 21-4-2008 το σύνολο των συμφωνημένων αποδοχών τους.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι το αίτημα των εναγόντων για επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν και των υπέρτερων που θα ελάμβαναν, εξομοιούμενοι αναδρομικά με τους μονίμους υπαλλήλους της εναγομένης και που αντιστοιχούν στις θέσεις αυτές με βάση τις ΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ", για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 21-4-2008, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσία, καθόσον αξίωση καταβολής τέτοιων αποδοχών ρητώς προβλέπεται ότι μπορεί να έχουν οι ενάγοντες μόνο από την κατάταξή τους είτε σε υφιστάμενη είτε σε συσταθείσα κατά τη διαδικασία του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3320/2005 κενή οργανική θέση, με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψή τους οργάνου, πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε ενέργειες για να επιτύχουν την κατάταξή τους σε οργανική θέση (γεγονός άλλωστε το οποίο ούτε οι ίδιοι επικαλούνται), ώστε να επέλθει η έναρξη της υποχρεώσεως της εναγομένης να τους καταβάλει τις αποδοχές της θέσης στην οποία θα κατατασσόταν.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τους τρείς πρώτους λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004, 1 του ν. 3320/2005, 1,5 και 8 του π.δ. 81/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των από 1-1-2003, 3-12-2004 και 5-9-2007 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ , των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ 1 και 3 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 49 παρ.2 του προϊσχύσαντος Κανονισμού και 29 του ισχύοντος Κανονισμού και του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990.

Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, εν όψει των προεκτεθέντων, η παράβαση του νόμου κρίνεται με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281 και 671ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και της αναφερόμενης Κοινοτικής Οδηγίας, αλλά αυτές των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005.

Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του και συγκεκριμένα τις υπ’ αριθμ. 2203/2004 και 277/2015 του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, δέχθηκε ότι από αυτές συνάγεται ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο Δημόσιο κ.λ.π. σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

β’ του ν. 3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια), ο χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κ.λ.π.

με σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις που ορίζουν τη σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κ.λ.π., τόσο του ν. 2470/1997 ‘ ‘ Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις’ ‘ (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β’ 462, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 ‘ ‘ Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις’ ‘ (με την ΚΥΑ Οικ. 2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β’ 215), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου).

Κατά τις προαναφερόμενες αποφάσεις, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη ερμηνεία από τη διάταξη του εδαφίου α’ της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3320/2005, που ορίζει ότι ‘ ‘ οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους’ ‘ , καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντίστοιχων αποδοχών, λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται, δηλαδή, για άλλη αξίωση θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση.

Την άποψη, όμως, αυτή δεν θεωρεί ορθή το Τμήμα τούτο, διότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 εδ α’ και β’ του ν. 3320/2005 προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας, που αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων εργασίας λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λ.π.), εκτός από τη λήψη των αποδοχών της θέσης στην οποία εντάχθηκαν, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται οι εργαζόμενοι αυτοί από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, σύμφωνα με το οποίο ‘ ‘ οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους’ ‘ , αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου, σύμφωνα με το οποίο ‘ ‘ Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου’ ‘ .

Σύμφωνη με την άποψη αυτή είναι και η υπ’ αριθμ. 365/2013 απόφαση του ίδιου Τμήματος, η οποία έκρινε επί όμοιας υποθέσεως, δηλαδή εργαζόμενης με διαδοχικές συμβάσεις έργου σε ΝΠΔΔ, του οποίου αναγνωρίστηκε με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, ότι η σύμβασή του ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν κατετάγη είτε σε κενή υφιστάμενη οργανική θέση, είτε σε οργανική θέση που να συνεστήθη κατά τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3320/2005.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης δημιουργούν ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλο αριθμό της αυτής κατηγορίας εργαζομένων, των οποίων οι συμβάσεις αναγνωρίστηκαν ως αορίστου χρόνου βάσει των προαναφερόμενων διατάξεων, σχετικά με την αληθή έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

α’ και β’ του ν. 3320/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, με ομόφωνη απόφαση του παρόντος Τμήματος, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ.

β’ Κ.Πολ.Δ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ περ. β’ του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 ‘ ‘ Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών’ ‘ .

Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που εισάγει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική ( Ολ ΑΠ 3/2013, Ολ ΑΠ 32/2009, Ολ ΑΠ 19/2004).

Εξάλλου, από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 22 παρ. 1 εδάφ. β του ισχύοντος Συντάγματος - σε συνδυασμό με τα άρθρα 141 (πρώην 119) Συνθήκης ΕΟΚ και 288 ΑΚ - περί παροχής ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία- που αποτελεί ειδικότερη μορφή της με το άρθρο 4 παρ. 1, 2 του ίδιου Συντάγματος καθιερούμενης αρχής της ισότητας, δεν δεσμεύεται μόνο ο νομοθέτης.

Με την επιταγή αυτή θεσπίζεται συγχρόνως και κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται ευθέως στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη την αμοιβή που καταβάλλει ο τελευταίος οικειοθελώς σε άλλο μισθωτό του, που ανήκει στην ίδια κατηγορία και παρέχει υπό τις ίδιες συνθήκες την ίδια εργασία, εκτός αν η εξαίρεση από την αμοιβή είναι δίκαιη και εύλογη συνεπεία συνδρομής ειδικού και σοβαρού, κατ` αντικειμενική κρίση, λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο εργοδότης.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του ιδίου Συντάγματος, με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, συμπληρούμενοι από τις με ελεύθερες διαπραγματεύσεις συναπτόμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων αυτών, με τους κανόνες που θεσπίζονται από τη διαιτησία (άρθρο 22 παρ. 2), ενώ το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για την διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ακώλυτη άσκηση των συναφών προς αυτή δικαιωμάτων από κάθε προσβολή τους, μέσα στα όρια του νόμου (άρθρο 23 παρ. 1).

Με τις διατάξεις αυτές σκοπήθηκε η κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας των επαγγελματικών οργανώσεων, έτσι ώστε, κατά την άσκηση του αποκλειστικού προνομίου τους, να ρυθμίζουν τους όρους των μεταξύ των μελών τους συναπτόμενων συμβάσεων εργασίας, είτε με την κατάρτιση συλλογικής συμβάσεως εργασίας, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας των σχετικών διαπραγματεύσεων, με την προσφυγή στη διαιτησία.

Οι όροι αυτοί, που ενσαρκώνουν την εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων, στην οποία στηρίζεται και από την οποία εξαρτάται η λειτουργία και βιωσιμότητα οποιασδήποτε οικονομικής ιδιωτικής ή δημόσιας επιχείρησης ή ιδρύματος ως εκ τούτου δε και η τύχη των μισθωτών τους: Α) Ούτε από τον κρατικό νομοθέτη μπορούν να θιγούν με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός αν πρόκειται για γενικούς όρους εργασίας, δηλαδή για εκείνους που έχουν ως αντικείμενο τη γενική διάπλαση της σχέσεως εργασίας ή τη ρύθμιση θέματος που ενδιαφέρει τη γενική έννομη τάξη, γιατί αφορά το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, που αποτελεί και το κρίσιμο για την οριοθέτηση του χώρου λειτουργίας του κρατικού νομοθέτη (Ολ.

ΑΠ 626/1988), Β) Αλλά ούτε και σε μισθωτούς που δεν ήταν μέλη των οργανώσεων οι οποίες συμβλήθηκαν ή έλαβαν μέρος στη διαιτησία μπορούν να εφαρμοστούν, έστω και αν: α) οι τελευταίοι εργάζονται υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες συγκριτικώς με τους μισθωτούς για τους οποίους ισχύουν οι περιέχουσες ευνοϊκότερους όρους ΣΣΕ ή ΔΑ, β) οι δύο αυτές ομάδες μισθωτών απασχολούνται στον ίδιο ή διαφορετικό εργοδότη και γ) είναι ευνοϊκότεροι των όρων των ΣΣΕ ή ΔΑ που ισχύουν για αυτούς.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η από τον εργοδότη εφαρμογή της, για συγκεκριμένο μισθωτό, ισχύουσας ΣΣΕ ή ΔΑ είναι υποχρεωτική και συνεπώς η κατ` εφαρμογή τέτοιων ΣΣΕ ή ΔΑ καταβολή από αυτόν μεγαλύτερης αμοιβής σε μερικούς μισθωτούς του και μικρότερης σε άλλους εργαζόμενους, υπό τις ίδιες εν γένει συνθήκες με τους πρώτους, δεν είναι οικειοθελής παροχή, ώστε να ισχύει για εκείνους που λαμβάνουν τη μικρότερη αμοιβή η επιταγή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος, η οποία, καθώς και η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 αυτού, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, εφαρμόζεται μόνο για τον έλεγχο συγκεκριμένης ΣΣΕ ή ΔΑ, δηλαδή αν οι κανονιστικές διατάξεις της κάνουν δυσμενή διάκριση σε βάρος ορισμένης κατηγορίας προσώπων έναντι άλλης που καλύπτονται και οι δύο από την ίδια διάταξη, καίτοι επιβάλλεται ίση μεταχείριση αμφοτέρων των κατηγοριών αυτών, των οποίων ρυθμίζει τους όρους εργασίας (ΑΠ 288/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω, για την απόρριψη των βάσεων της αγωγής από την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, τα εξής: Ότι οι ενάγοντες αμείβονταν από την εναγομένη, ως προσληφθέντες και απασχοληθέντες στην κατηγορία του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού, με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις.

Ότι το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης λαμβάνει τις επικαλούμενες από τους ενάγοντες υπέρτερες αποδοχές κατ’ επιταγή του νόμου και όχι κατά οικειοθελή παροχή της εναγομένης. Ότι η μη καταβολή των υπέρτερων αυτών αποδοχών και στους ενάγοντες για το επίδικο χρονικό διάστημα δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η διαφοροποίηση αυτή, η οποία γίνεται κατ’ επιταγή νόμου, είναι δίκαιη και εύλογη, καθόσον πρόκειται για μισθωτούς άλλης κατηγορίας, που δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με το μόνιμο προσωπικό και δεν παρέχουν την εργασία τους κάτω από ίδιους με το μόνιμο προσωπικό όρους και συνθήκες.

Δεν υπάρχει, επομένως, καταλήγει το Εφετείο αδικαιολόγητα δυσμενής σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους της εναγομένης μεταχείριση και η γενόμενη διαφοροποίηση στην αμοιβή των εναγόντων σε σχέση με τους μόνιμους υπαλλήλους της εναγομένης είναι δίκαιη και εύλογη και ως εκ τούτου, λόγω των παραπάνω λόγων που τη δικαιολογούν, δεν παραβιάζεται ούτε και η συνταγματική αρχή της ισότητας.

Επομένως το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 288 ΑΚ, 22παρ. 1 εδ.β’ του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφ’ όσον η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση που προβλέπεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό της εναγομένης, καθορίζει την αμοιβή των εργαζομένων στην τελευταία απρόσωπα και αντικειμενικά, ανάλογα με τον τρόπο πρόσληψης αυτών, τη μονιμότητα, την υπηρεσιακή εξέλιξη, την έλλειψη οργανικού δεσμού με την υπηρεσία, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των εναγόντων από τους μόνιμους υπαλλήλους και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη άνιση ρύθμιση ομοίων, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, διότι, εν όψει των παραπάνω, υφίσταται παροχή εργασίας υπό ουσιωδώς διάφορες συνθήκες.

Ούτε η διαφορετική αμοιβή μεταξύ των εναγόντων και των μονίμων υπαλλήλων της εναγομένης συνιστά διάκριση κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ.1 εδ.β’ του Συντάγματος, εφόσον, εκτός όλων των άλλων, οι υπέρτερες αποδοχές του μόνιμου προσωπικού παρέχονται ευθέως από το νόμο και όχι οικειοθελώς από την εναγομένη εργοδότρια.

Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον έκτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999).

Με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα της μη παράβασης των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και των κατοχυρωμένων από το Ευρωπαϊκό δίκαιο αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990,288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ.

β’ του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των από 1-1-2003, 3-12-2004 και 5-9-2007 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ" και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το γεγονός ότι οι υπέρτερες αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της εναγομένης δόθηκαν απ’ αυτή από νομική υποχρέωση και όχι οικειοθελώς, ώστε να τίθεται ζήτημα άνισης μεταχείρισης των εναγόντων σε σχέση με το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης από τη διαφοροποίηση στην αμοιβή των παραπάνω προσώπων, ότι οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν ως ευκαιριακό προσωπικό και εργάστηκαν κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα ως φύλακες των εγκαταστάσεων της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, δεν παρείχαν την ίδια εργασία με τους μόνιμους υπαλλήλους αυτής, κάτω από τους ίδιους όρους και συνθήκες.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όμως, κατά το μέρος που με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς σε αυτή αν υπήρχαν άλλοι συνάδελφοί των αναιρεσειόντων που απασχολούντο ως φύλακες και ανήκαν στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης και σε τι διαφοροποιείτο η εργασία τους σε σχέση με αυτή του μόνιμου προσωπικού και, τέλος, ποια ήταν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που διέθετε το τακτικό προσωπικό και σε τι διαφοροποιούνταν από τα δικά τους, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πραγματικά περιστατικά.

Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι τρεις τελευταίοι λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της από 31-10-2013 αίτησης αναίρεσης των Α. Φ. κ.λ.π. κατά της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 855/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της ίδιας αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 855/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ