Supreme Court dismisses appeal for first-time procedural objections raised after trial without oral argument.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding procedural objections. The appellate court correctly held that counter-objections raised for the first time via written addendum after the trial, without prior oral presentation, violated procedural rules. Consequently, the Supreme Court rejected the appeal and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(14), 115(3), 269, 671(1)(d), 670(a), 591(1)(b)(d) of the Code of Civil Procedure; First-time procedural objections raised after trial without oral argument are inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 942 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο, το οποίο 1) δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ΄ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενό του στα πρακτικά του δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 14, ΚΠολΔ πλημμέλεια, 2) δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996, αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας, δεν παραβίασε τους σχετικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι αντενστάσεις προτάθηκαν απαραδέκτως, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση και εντός της τριήμερης προθεσμίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
Αριθμός 942/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1)α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 26-12-2005, 2) ..., κατοίκου ..., 3) ..., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 27-3-2000, 4) ..., κατοίκου ..., έως και 25) α) ..., κατοίκου ..., β) ..., γ) ... και δ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 4-3-2009, 26) ..., κατοίκου ..., έως και 70)α) ..., β) ... και γ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 11-7-1999, 71) ..., κατοίκου ..., έως και 100)α) ..., β) ... και γ) ..., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ..., που πέθανε στις 17-10-2007. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 94ου αναιρεσείοντος ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 87ος αναιρεσείων ... πέθανε στις 2-3-2010 και την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) ..., β) ..., γ) ... και δ) ..., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο με πληρεξούσιο.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Goodyear Dunlop Ελαστικά Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", όπως μετονομάστηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της, από την αρχική "Goodyear Ελλάς ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κρεμαλή.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: Tριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη και προς τις: 1) Δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Πανελληνία Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη παρεμβαίνουσας, της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Διϋλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Θεσσαλονίκης".
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2623/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 1170/1999 και 8496/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2002 αίτησή τους και τους από 7-1-2002 πρόσθετους λόγους τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 30-10-2002 πρόσθετη παρέμβασή της. Εκδόθηκε η 138/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Μετά από νέα κλήση, εκδόθηκε η 1000/2004 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος και ακολούθως η 25/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία: 1) κήρυξε παραδεκτή την από 15-1-2002 αίτηση αναίρεσης, 2) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης, 3) απηύθυνε προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο ερώτημα: "Με δεδομένο ότι δεν προβλέπεται από το Ελληνικό (Εθνικό) δίκαιο προηγούμενη δικαστική απόφαση για την οριστική διακοπή της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως με μόνη τη βούληση του εργοδότου, ερωτάται αν, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 εδαφ.
δ' της Οδηγίας του Συμβουλίου 75/129 ΕΟΚ, οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίστηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη, χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση" και 4) διέταξε να διαβιβαστούν από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου προς τη γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίγραφα της απόφασης αυτής, της προσβαλλομένης 8496/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια το Δ.Ε.Κ., την 7η Σεπτεμβρίου 2006, εξέδωσε απόφαση επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-187/05, C-188/05, C-189/05 και C-190/05, με την οποία αποφάνθηκε επί του παραπάνω ερωτήματος. Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε η 38/2007 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 8496/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5260/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 25-1-2010 παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ - (Γ.Σ.Ε.Ε.)", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, με το από 25-1-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 2-2-2010, επιδόθηκε δε στους αρχικούς διαδίκους στις 22-2-2010 και 2-3-2010 (βλέπε τις εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμό ..., .../22-2-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...
και .../2-3-2010 του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ...), πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ. 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου κώδικος, που προστέθηκε με το άρθρο 1 αρ. 1 του Ν. 3189/2003, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού η παρεµβαίνουσα, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλος της οποίας είναι η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης", μέλος της οποίας είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων εργοστασίων ελαστικών αυτοκινήτων Βόρειας Ελλάδας (πρώην Goodyear)" και μέλη της τελευταίας είναι οι αναιρεσείοντες, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση.
Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ' ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../Β/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου ..., την 4-3-2009, δηλαδή πριν την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Δήμου ...
και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ..., ... και ... . Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../Λ/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ..., αποδεικνύεται ότι την 2-3-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσείων ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό του Δημάρχου ...
και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ... και τα τέκνα του ..., ... και ... . Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των παραπάνω αποβιωσάντων (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψή της.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. .../11-2-2010, ..., ..., .../16-2-2010, .../16-2-2010 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... και .../21-10-2009 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, α) στον 94ο αναιρεσείοντα ...
και β) τις προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβάσες, δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία "Πανελήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα διυλιστήρια και τις Χημικές Βιομηχανίες" και "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης". Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση, με προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία ...
β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο συμψηφισμός, ο οποίος συνίσταται στην δια συνυπολογισμού αυτοδικαίως επερχόμενη απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και έχει ως δικαιολογητική βάση της exceptio doli generali - αφού ο απαιτών για εκείνο που μέλλει να αποδώσει πρέπει να αποκρουσθεί ως πράττων εναντίον της συναλλακτικής ευθύτητας και δολίως φερόμενος - συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλο, η οποία περιέχει εκποίηση, δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση.
Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως. Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη 1) αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία και 2) χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ....", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ.
δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συμψηφισμού, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), για πρώτη φορά στο Εφετείο, στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρισμό περί συμψηφισμού εκατέρωθεν αξίωσης των διαδίκων, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση προτάσεις, δίχως να αναπτυχθεί προφορικά και να καταχωρηθεί συνοπτικά το περιεχόμενο του στα πρακτικά του δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου και των από 27-5-2008 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι τελευταίες κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού, που περιέχεται στις προτάσεις αυτές, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, που τον θεμελιώνουν.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή των διατάξεων τούτων έννοια, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ.
Όταν όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν.
Αλλοιώσεις που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.
Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 980/2009, 1255/2002). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης, παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη.
Περίπτωση παροχής αχρεώστητης αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη (αμυνόμενη κατά της έφεσης), προτείνει προς συμψηφισμό κατά των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσειόντων (για μισθούς υπερημερίας), τα ποσά τα οποία τους κατέβαλε, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο 1996, ως αποζημίωση απολύσεως, οι δε ενάγοντες συνομολογούν την είσπραξη των ποσών αυτών.
Μετά δε τη σχετική (περί συμψηφισμού) δήλωσή της, η οποία έγινε ενώπιόν του, οι αµοιβαίες απαιτήσεις των διαδίκων (οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για μισθούς υπερημερίας και οι ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης για επιστροφή των καταβληθεισών αποζημιώσεων λόγω ακυρότητας των γενοµένων καταγγελιών), αποσβέστηκαν αναδρομικά από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή, ενόψει της προηγηθείσας εφάπαξ καταβολής των αποζημιώσεων, από τότε που κάθε επί μέρους αξίωση των αναιρεσειόντων (για αποδοχές υπερημερίας), κατέστη απαιτητή και κατά το μέρος που οι απαιτήσεις αυτές αλληλοκαλύπτονται, µε συνέπεια να ανατρέπεται έκτοτε και η αρξαμένη υπερημερία της αναιρεσίβλητης και να μη γεννάται υποχρέωση της τελευταίας προς καταβολή τόκων υπερημερίας.
Με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι 1) η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, δίχως να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, 2) οι τελευταίοι είχαν κατά της αναιρεσίβλητης ανταπαίτηση, ίσου ποσού, για μισθούς υπερημερίας και 3) ο μεταξύ των απαιτήσεων αυτών συμψηφισμός δηλώθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου το πρώτον στις 27-5-2007, η βραδεία προβολή του οποίου κρίθηκε παραδεκτή.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις συνυπήρξαν κατά το χρόνο που έπρεπε να καταβληθούν οι αντίστοιχοι μισθοί υπερημερίας, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν από το χρόνο εκείνο, ότι την αποζημίωση έλαβαν αχρεωστήτως και όφειλαν να την αποδώσουν αφού, για το λόγο αυτό, άσκησαν και την κρινομένη, από 17 Οκτωβρίου 1996 αγωγή, επικαλούμενοι την ακυρότητα της καταγγελίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο πρώτος, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 269, 671 παρ.1δ και του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ.1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 του άνω άρθρου με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, στην ειδική διαδικασία των εργατικών όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση εγγράφων προτάσεων, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, πρέπει να προτείνονται προφορικώς και, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις, να καταχωρίζονται στα πρακτικά.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εφόσον προβάλλονται προς αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, δεν επιτρέπεται να προτείνονται για πρώτη φορά με την, εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση κατατιθέμενη, προσθήκη στις προτάσεις, αλλά πρέπει να προτείνονται προφορικώς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και να γίνεται σχετική καταχώριση στα πρακτικά, προκειμένου να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν αντίδικο να αμυνθεί στο δε δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ισχυρισμών (ΑΠ 1385/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των αναφερόμενων πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της έδρας την 27-5-2007, δηλαδή κατά τη διεξαχθείσα την ίδια ημέρα συζήτηση της υποθέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε την παραπάνω ένσταση του συμψηφισμού, η ένσταση δε αυτή καταχωρήθηκε και στα σχετικά πρακτικά της δίκης.
Οι αναιρεσείοντες, με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσαν εντός της τριήμερης προθεσμίας μετά τη συζήτηση, πρότειναν, προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, τις αντενστάσεις από τα άρθρα 905, 909, 281, 325, 329 ΑΚ. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι αντενστάσεις αυτές προτάθηκαν απαραδέκτως, όπως και το Εφετείο ορθώς έκρινε.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ των αναιρεσειόντων, παρέμβαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-6-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5260/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και την από 25-1-2010 πρόσθετη, υπέρ αυτών, παρέμβαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στα ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ