Supreme Court dismisses appeal on labor dispute interest rates, ruling public sector interest differs from private sector rates.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against a labor court judgment regarding wage arrears and interest rates. The lower court had applied a 3% interest rate to the public entity (ERT) for delays occurring after a specific administrative decision, while the appellant argued for the standard 6% rate applicable to the state. The court rejected this argument, holding that the public entity's liability for subsequent delays constitutes a distinct fault requiring the lower statutory rate of 3% rather than the general 6% rate.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 664-676 of the Code of Civil Procedure; The interest rate applicable to the public entity for delays in paying labor claims following a specific administrative decision is 3% per annum, distinct from the 6% rate applicable to the state's general debts, as the entity's subsequent liability arises from a separate fault.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 941 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 941/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σοφίας Διαμαντοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Παναγούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2243/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3672/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 01-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8470/1054/01-11-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2234/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 3672/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή η από 24-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7030/540/24-01-2019 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 2243/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, την από 27-12-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 231106/6625/29-12-2011 αγωγή του, με αντικείμενο την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μη καταβολή των οφειλόμενων διαφορών βασικού μισθού και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση διαφορών βασικού μισθού και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, ακολούθως, δε, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν, κατά το μέρος αυτό, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, ως διαδόχου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε.
Ρ. - Τ. Α..Ε.., να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (20.645,94), με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 01-11-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση στις 04-10-2021, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Δ.. Ρ., επί του αντιγράφου της απόφασης αυτής). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 1 του Ν. 1730/1987 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «Ε. Ρ. Τ. Α. Ε. και το διακριτικό τίτλο «Ε.».Ρ..Τ.. Α..Ε.. , η οποία, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα (ν. 1256/1982), όπως ορίζεται και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 2, ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και τη συμβολή της στην ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, χωρίς την επιδίωξη απόκτησης κέρδους (Α.Π. 1670/2018, Α.Π. 639/2013).
Ακολούθως, με τη νομίμως δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Β' 1414/11.6.2013) Οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό " Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε.) ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14β του Ν. 3429/2005 (Α' 180), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε διαδοχικά με την παρ. 8 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 31/31.12.2011 και με την παρ. 2 του άρθρου τρίτου του Ν. 4047/2012, ορίστηκαν τα ακόλουθα :
Στο άρθρο 1 ότι : " 1. Η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε.), που ιδρύθηκε με τον Ν. 1730/1987 (Α' 145), ως ενιαίος φορέας, καταργείται... " και στο άρθρο 2, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο της κοινής απόφασης Οικ. 6/8.7.2013 του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1675/8.7.2013) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 42 παρ. 2 και 11 του Ν. 4262/2014 (Α' 114/10.5.2014), παρ. 1, ότι : " Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Ε.Ρ.Τ.-Α.Ε και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών... " και στην παρ. 2 αυτού, ότι : " Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο...
γ. Η κατάργηση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, συνιστά λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ. Η διακοπή επέρχεται με τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση του άρθρου 287 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση της διακοπής και του λόγου της από το Ελληνικό Δημόσιο.
Η δίκη που διακόπηκε συνεχίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 290 επ. του ΚΠολΔ, με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, εκπροσωπούμενο από τον Ειδικό Διαχειριστή ". Επίσης, με την Οικ. 03/12-6-2013 Κ.Υ.Α. προστέθηκε στην άνω Κ.Υ.Α. το άρθρο 4 Α, στο οποίο ορίζεται ότι : "1.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό ... διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, που μεταβιβάζονται με το άρθρο 2 στο Δημόσιο... ".
Με τις ανωτέρω διατάξεις, μετά την κατάργηση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. και των θυγατρικών της (ΣτΕ 4905/2014) και συγκεκριμένα κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής και των θυγατρικών της κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών τους έναντι τρίτων, ακόμη και των επιδίκων (Α.Π. 1287/2018). Τα ανωτέρω εξακολουθούν να ισχύουν και μετά τη σύσταση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε.)", με το άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 3 του Ν. 4324/2015, που αντικατέστησαν τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 4173/2013, η ισχύς του οποίου (Ν. 4324/2015) αρχίζει, κατά το άρθρο 20 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (29.04.2015), καθόσον, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 Α παρ. 7 εδ. α' του παραπάνω νόμου (4173/2013), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 4324/29.04.2015 : "7.
Η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και οι θυγατρικές της, που καταργήθηκαν με την υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, σύμφωνα με την Οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, το έργο δε της διαχείρισης πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου".
Το καθεστώς της ειδικής διαχείρισης παρατάθηκε έως 11.6.2017, με το άρθρο μόνο της Δ.Ο.Δ.Γ 4016208ΕΞ2015/30.7.2015 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Παράταση Έργου Ειδικής Διαχείρισης του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της, που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο " (ΦΕΚ Β' 1647/6.8.2015) και, ακολούθως έως 31.12.2020, δυνάμενο να παραταθεί, έτι περαιτέρω, με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος την Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. Υπουργού ή του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [άρθρο 74 του Ν. 4646/2019 (ΦΕΚ Α' 201/12.12.2019)]. Περαιτέρω, η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. διέπεται, ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού που απασχολεί, την υπηρεσιακή κατάστασή του, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στα εργασιακά θέματα, καθώς και τις εν γένει σχέσεις του με την εταιρία, από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της (Γ.Κ.Π.-Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε.), που αποτελεί κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο όλων των διατάξεων, που τροποποίησαν ή συμπλήρωσαν διατάξεις του αρχικού κειμένου του Γ.Κ.Π., ο οποίος καταρτίστηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8265/Ζ2/815/12.4.1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 283/20.4.1989) και έχει ισχύ νόμου (Α.Π. 639/2013).
Κατά τα άρθρα 2, 3, 5, 6 και 7 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 9 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 8 ν. 2328/1995) και 19 παρ. 4 του ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8256/22/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύθηκε στο 283Β'/20-4-1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Το τακτικό προσωπικό αυτής προσλαμβάνεται, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 αυτού, για την κάλυψη τακτικών οργανικών θέσεων, μόνο μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη, ο δε επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει στην ίδια την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού αυτού, των Ε.Σ.Σ.Ε.
και των Δ.Α. που ισχύουν για το εν λόγω προσωπικό αυτής και να αναλάβει υπηρεσία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της σειράς κατάταξής του, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ, αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη και ως ημερομηνία πρόσληψης θεωρείται εκείνη κατά την οποία ο προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει υπηρεσία.
Στο έκτακτο προσωπικό είναι μόνο εκείνοι που προσλαμβάνονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού, σε οργανικές θέσεις, για την κάλυψη ειδικών αναγκών και περιλαμβάνονται : α) οι ειδικοί σύμβουλοι - προσωπικό ειδικών θέσεων, β) οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες και οι βοηθοί σκηνοθέτες, γ) οι ιδιαίτεροι γραμματείς και δ) το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για την κάλυψη περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών.
Πέραν από το τακτικό και έκτακτο προσωπικό, η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., για την εκπλήρωση των σκοπών της, συνεργάζεται με έκτακτους, εναλλασσόμενους εξωτερικούς συνεργάτες προγράμματος, διαφόρων ειδικοτήτων. Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού, όπως συμπληρώθηκε με την από 23.6.2006 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ Ε.Ρ.Τ.
και ΠΟΣΠΕΡΤ, ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της Ε.Ρ.Τ. και δεν υπάγονται στον Κανονισμό της εκείνοι στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου, με τους ειδικότερους όρους, που καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, η δε σύμβαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή αυτής, μετά από γνώμη Τριμελούς Επιτροπής, σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου, στην οποία μετέχει και εκπρόσωπος των εργαζομένων.
Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα), που ρητά καθορίζεται από τη σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητα από το χρόνο, που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεση του έργου και εκδίδονται για την αμοιβή τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων στοιχεία.
Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. διέπονται αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις του νόμου (άρθρο 681 επ. Α.Κ.) (παρ. 1). Όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, η ανάθεση και εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού και αποκλείεται η μετατροπή, με οποιονδήποτε τρόπο, της σύμβασης έργου, σε σύμβαση εργασίας (Α.Π. 933/2013).
Για τη σύναψη των προαναφερομένων συμβάσεων έργου, τηρείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997 διαδικασία, με την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία καθορίζονται οι επιμέρους ειδικότητες, κατά κατηγορία προσφερόμενου έργου, καθώς και οι επιμέρους υπηρεσίες της Ραδιοφωνίας και της Τηλεόρασης, στις οποίες θα παρασχεθεί το εκάστοτε έργο, εντός των ορίων συγκεκριμένης δαπάνης (Α.Π. 639/2013).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους O.T.A." (ΦΕΚ Α' 48), που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, ορίζεται ότι : "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ. 1).
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ/τος 164/2004 (παρ. 2).
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3) Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4) Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.
και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ Α' 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005, που αναφέρεται στο προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των O.T.A. πρώτου και δεύτερου βαθμού, που ήδη συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση και συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004, εφαρμόζεται και στο προσωπικό που απασχολήθηκε με ανάλογες σχέσεις στην ΕΡΤ Α.Ε., κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 24 του Ν. 3491/2006.
Στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι : "Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 (ΦΕΚ 48 Α') εφαρμόζονται και για την Ε.Ρ.Τ Α.Ε.", ενώ στην παρ. 2 ότι : "Η μισθολογική και βαθμολογική κατάταξη, καθώς και η ένταξη σε κλάδους και ειδικότητες του προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., στις θέσεις των παραγράφων 1 και 2 του ν. 3320/2005, γίνεται κατά τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, οι απασχοληθέντες στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., με διαδοχικές συμβάσεις έργου, που αναγνωρίστηκε με τη διοικητική διαδικασία του άρθρου 11 π.δ/τος 164/2004 ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής τους, είτε σε συνιστώμενες οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου και εν προκειμένω του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ ρητά προβλέπεται ότι οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε κλάδους και ειδικότητες του προσωπικού, κατά τα οριζόμενα στον Γ.Κ.Π., σύμφωνα με τον οποίο γίνεται και η βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή τους.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 53 του Γ.Κ.Π. -Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της και μετά από εισήγηση του Π.Υ.Σ, το προσωπικό που θα ενταχθεί σε θέσεις τακτικού ή έκτακτου προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ/μα 164/2004, εντάσσεται σε κλάδους και ειδικότητες και κατατάσσεται σε βαθμούς και μισθολογικά κλιμάκια (παρ. 1), το δε μισθολογικό καθεστώς, που θεσπίζεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται για το προσωπικό που θα ενταχθεί σε θέσεις τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, από την ημέρα της κατάταξής του (παρ. 2).
Περαιτέρω, το προσωπικό του άρθρου 53 εντάσσεται σε ειδικότητες, σύμφωνα με τα τυπικά του προσόντα και σε αντίστοιχο με αυτά κλάδο και ειδικότητα (άρθρο 54 παρ. 1), το δε προσωπικό που εργαζόταν στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και οι απασχολούμενοι με σύμβαση μίσθωσης έργου, που έχουν τις προϋποθέσεις να ενταχθούν σε θέσεις τακτικού ή έκτακτου προσωπικού - σύμφωνα με την απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. - εντάσσονται σε κλάδους και ειδικότητες, σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα, που ορίζονται στο άρθρο 9 του Κανονισμού (άρθρο 54 παρ. 3 περ.
α'). Το προσωπικό που εργαζόταν στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. με συμβάσεις μίσθωσης έργου και θα ενταχθεί σε κλάδους και ειδικότητες τακτικού προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ/μα 164/2004, κατατάσσεται σε βαθμούς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 5 του Κανονισμού και η κατάταξη γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που έχει διανυθεί, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στην Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., καθώς και την προϋπηρεσία, που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 10 (άρθρο 55 παρ. 1 και 2). Το προσωπικό που θα ενταχθεί, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, σε κλάδους και ειδικότητες τακτικού προσωπικού, εντάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια, που ορίζονται στο άρθρο 12 του Κανονισμού και λαμβάνει τα βασικά και ειδικά επιδόματα και τις προσαυξήσεις, που προβλέπονται στα άρθρα 13 και 14 (άρθρο 56 παρ. 2).
Κατά ρητή πρόβλεψη του Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., μοναδικό μέτρο και προϋπόθεση για την κατάταξη και εξέλιξη του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια, αποτελεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας (άρθρο 10 παρ. 4), ο οποίος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.
και στους προκατόχους της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 11 του π.δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005 και 24 του Ν. του 3491/2006, συνάγεται ότι πραγματική υπηρεσία, που προσμετράται στο συνολικό χρόνο, για την ένταξη και εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια, συνιστά και αυτή που διανύθηκε πριν την κατάταξη, σε υφιστάμενες κενές, είτε σε συνιστώμενες οργανικές θέσεις στην Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, με συμβάσεις έργου, οι οποίες στην πραγματικότητα υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία, έστω και ακύρως, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών (που συνιστά και προϋπόθεση κατάταξης, κατά το άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004), ανεξάρτητα από τον, έχοντα ισχύ νόμου Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως μίσθωσης έργου (πρβλ. Ολ. Α.Π. 16/2017, Α.Π. 139/2020, Α.Π. 1670/2018, Α.Π. 86/2016, Α.Π. 398/2015, Α.Π. 866/2015, Α.Π. 942/2015, Α.Π. 2203/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην από 27-12-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 231106/6625/29-12-2011 αγωγή του, εξέθετε ότι, δυνάμει των αναφερόμενων στο δικόγραφο τριάντα τεσσάρων (34) διαδοχικών έγγραφων συμβάσεων ορισμένης διάρκειας που τιτλοφορούνταν ως συμβάσεις έργου, απασχολήθηκε συνεχώς από 01-06-1996 μέχρι και 31-10-2006, ως εργάτης - μεταφορέας (εργατοτεχνίτης) στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ε.
Ρ. - Τ. Α..Ε.. (εφεξής «Ε..Ρ..Τ.. Α..Ε..) και, συγκεκριμένα, στο τμήμα εξωτερικών μεταδόσεων της ΕΤ1, εκτελώντας εργασίες φορτοεκφόρτωσης και εγκατάστασης του ηλεκτρονικού, ηλεκτρολογικού και οπτικοακουστικού υλικού των κινητών μονάδων εξωτερικών μεταδόσεων, οι οποίες και αντιστοιχούσαν στις εργασίες της οργανικής θέσης του εργάτη - μεταφορέα της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. Ότι, καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, απασχολήθηκε με πλήρες ωράριο (οκτάωρο και πενθήμερο) και σε εναλλασσόμενες βάρδιες, που καθόριζε η εναγομένη, με επιπρόσθετη υπερωριακή απασχόληση και εργασία, κατά τις ημέρες Κυριακής και αργίας, υποκείμενος στην εποπτεία και τον έλεγχο των προϊσταμένων του, οι οποίοι του παρείχαν δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, απασχολούμενος, υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχαν την εργασία τους και οι μόνιμοι εργάτες - μεταφορείς της εναγομένης.
Ότι, με τη με αριθμό 26959/26-10-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομίας και Οικονομικών και Επικρατείας, συστάθηκαν οργανικές θέσεις του προσωπικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για την κάλυψη των διαπιστωθεισών πάγιων και διαρκών αναγκών της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, ενώ, με τη με αριθμό 1264/30-10-2006 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, έγινε η ένταξη του ανωτέρω προσωπικού σε ειδικότητες και μισθολογικά κλιμάκια, σύμφωνα με τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. (εφεξής Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.) και τα άρθρα 1 του Ν. 3320/2005 και 24 του Ν. 3491/2006. Στη συνέχεια εξέθετε ότι την 01-11-2006, στα πλαίσια των ανωτέρω αποφάσεων, κατήρτισε με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ίδια ειδικότητα του εργάτη - μεταφορέα (ΥΕΔ-2), που σύμφωνα με τον Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., εξελίσσεται σε δέκα εννέα (19) μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ), με εισαγωγικό το 2° και καταληκτικό το 20°.
Ότι η εναγομένη δεν αναγνώρισε, ως όφειλε, κατά τον Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., τον πριν την κατάταξή του χρόνο υπηρεσίας του, που διανύθηκε στην ίδια, υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, αφού οι, κατ' επίφαση, χαρακτηρισθείσες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, συνιστούσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας και, αντί να τον εντάξει στο 7° ΜΚ τον ενέταξε στο κατώτερο (2°) ΜΚ, με συνέπεια αφενός να επηρεασθεί η μισθολογική του εξέλιξη και να λάβει, κατά το από 01-11-2006 έως 31-12-2011 χρονικό διάστημα, βασικό μισθό και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, υπολειπόμενα αυτών που δικαιούταν, με βάση τον Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. μεταξύ Ε.Ρ.Τ. και ΠΟΣΠΕΡΤ, αφετέρου δε να υποστεί ηθική βλάβη, λόγω της έντονης ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε από την αποστέρηση των αποδοχών του. Με βάση το ιστορικό αυτό της αγωγής, η οποία εισήχθη προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από 22.12.2015 κλήση, στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας, μετά την άσκηση της αγωγής, αρχικώς εναγόμενης Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., ζήτησε κατ' ορθή εκτίμηση του αιτήματος και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει : (α) το ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (12.291,64), που αντιστοιχεί στις διαφορές μεταξύ του βασικού μισθού που έλαβε από 01.11.2006 έως 31.12.2011 και αυτού που έπρεπε να λάβει στο ίδιο χρονικό διάστημα, εάν κατά το χρόνο κατάταξής του (01.11.2006) σε οργανική θέση, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004, η εναγομένη τον είχε εντάξει στο ορθό (7°) ΜΚ και, συνακόλουθα, ανά δύο έτη στα ανώτερα ΜΚ, αναγνωρίζοντας και τον πριν την κατάταξή του χρόνο υπηρεσίας, υπολογίζοντας, δηλαδή, κατά τον Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., ως χρόνο υπηρεσίας και το χρονικό διάστημα από 01.06.1996 έως 31.10.2006, κατά το οποίο παρείχε αδιαλείπτως υπηρεσίες εργάτη - μεταφορέα (εργατοτεχνίτη), στο τμήμα εξωτερικών μεταδόσεων της ΕΤ1, με διαδοχικές συμβάσεις έργου που, όμως, στην πραγματικότητα υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα που έκαστο επιμέρους ποσό αφορά, άλλως από το τέλος του έτους, εντός του οποίου τα μερικότερα ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και όλως επικουρικώς με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, (β) το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα εννέα ευρώ (8.354,49), που αντιστοιχεί στις διαφορές μεταξύ του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που έλαβε από 01.11.2006 έως 31.12.2011 και αυτού που έπρεπε να λάβει εάν η εναγομένη τον είχε εντάξει, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, στα ορθά μισθολογικά κλιμάκια, αναγνωρίζοντας και τον πριν την κατάταξή του χρόνο υπηρεσίας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από το τέλος εκάστου ημερολογιακού μήνα που έκαστο επιμέρους ποσό αφορά, άλλως από το τέλος του έτους εντός του οποίου τα μερικότερα ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και όλως επικουρικώς με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και (γ) το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Τα ανωτέρω, υπό στοιχεία α' και β' χρηματικά ποσά ζήτησε επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τα ποσά αυτά θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, τον οποίο θα απασχολούσε, με την ίδια ειδικότητα και υπό τις αυτές συνθήκες με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 2243/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι χρόνος κατάρτισης της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι αυτός της έκδοσης της πράξης κατάταξης του ενάγοντος σε οργανική θέση της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., ήτοι η 01.11.2006, από την οποία εφεξής και όχι αναδρομικά, θεωρείται ότι ο τελευταίος προσελήφθη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε μόνο από την 01.11.2006 και εντεύθεν να δικαιούται τις αποδοχές εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να συντρέχει περίπτωση υπολογισμού ετών προϋπηρεσίας και συναφών επιδομάτων, ενώ απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, το αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 24-01-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7030/540/24.1.2019 έφεσης του ηττηθέντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία, ειδικότερα, παραπονείτο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 3672/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και, αφού απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη μη καταβολή των οφειλόμενων διαφορών βασικού μισθού και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, έκρινε, μετά από παράθεση των νομικών σκέψεων και διατάξεων που συγκροτούν τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση, ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 4, 12, 13, 53 παρ. 1 και 2, 54 παρ. 1 και 3 περ.
α', 55 παρ. 1 και 2 και 56 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου Γ.Κ.Π.-Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 11 του π.δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005 και 24 του Ν. 3491/2006, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 648 εδ. α', 653, 655, 341, 345, 346 του Α.Κ. και 70 του ΚΠολΔ και, στη συνέχεια, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν και κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που αντιστοιχούσε στην επιδίκαση των διαφορών μεταξύ του βασικού μισθού και επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που έλαβε από 01.11.2006 έως 31.12.2011 και αυτών που έπρεπε να λάβει στο ίδιο χρονικό διάστημα, εάν η εναγομένη τον είχε εντάξει στα ορθά μισθολογικά κλιμάκια, αναγνωρίζοντας και τον πριν την κατάταξή του χρόνο υπηρεσίας.
Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, δέχθηκε την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, ως διαδόχου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε.
Ρ. - Τ. Α..Ε.., να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (12.291,64) για διαφορές βασικού μισθού του χρονικού διαστήματος από 1.11.2006 έως 31.12.2011, καθώς και το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα λεπτών (8.354,30) για διαφορές επιδόματος χρόνου υπηρεσίας του ιδίου χρονικού διαστήματος και συνολικά το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (20.645,94), με το νόμιμο τόκο, ανερχόμενο στο εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες ποσοστό μέχρι και 10.6.2013, ακολούθως και από 11.6.2013 [χρόνος δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1414/11.6.2013) της οικ. 2/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε.)"] σε ποσοστό 6% ετησίως (άρθρο 21 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 " Περί Κώδικα νόμων δικών Δημοσίου ") και από 1.5.2019 σε 3% (άρθρο 45 Ν. 4607/2019), για κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά για τις διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους που αφορούν, για τις διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα από την επομένη της 30ης Απριλίου εκάστου έτους που αφορούν και για τις διαφορές επιδομάτων αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις ακόλουθες επί της ουσίας αλλά και νομικές παραδοχές, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής : "Ο ενάγων Θ. Π. του Δ. [ ήδη αναιρεσίβλητος ] κατήρτισε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.
Ρ. - Τ. Α. «Ε. (εφεξής Ε. Α..Ε..), η οποία ιδρύθηκε με το Ν. 1730/1987, συνιστά δημόσια επιχείρηση, ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο νομέα και, μετά την κατάργησή της, με την οικ. 2/11.6.2013 (ΦΕΚ Β' 1414/11.6.2013) κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, το Ελληνικό Δημόσιο [ ήδη αναιρεσείον ] κατέστη διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της, την από 1.6.1996 έγγραφη "σύμβαση μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής", διάρκειας έως 30.6.1996.
Κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε., ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, το έργο " Εργάτη " στη Διεύθυνση Ειδήσεων της ΕΡΤ Α.Ε., για την εκπομπή "Τηλεόραση και Ειδήσεις". Η προαναφερόμενη αρχική σύμβαση ανανεώθηκε με το ίδιο περιεχόμενο, με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις, για τα χρονικά διαστήματα από 1.7.1996 έως 30.9.1996, από 1.10.1996 έως 31.12.1996, από 1.1.1997 έως 31.3.1997, από 1.4.1997 έως 30.6.1997, από 1.7.1997 έως 30.9.1997 και από 1.10.1997 έως 31.12.1997.
Ακολούθως, με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις, καταρτισθείσες, επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΓΚΠ- ΕΡΤ Α.Ε. και το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, κατά το περιεχόμενο των οποίων ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος το έργο " Βοηθός Παραγωγής ", στη Διεύθυνση Προγράμματος, για τη μετάδοση της Θείας Λειτουργίας της Κυριακής, η αρχική σύμβαση ανανεώθηκε περαιτέρω και για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.1998 έως 30.6.1998, από 1.7.1998 έως 30.9.1998, από 1.10.1998 έως 30.11.1998, από 1.12.1998 έως 28.2.1999, από 1.3.1999 έως 30.4.1999, από 1.5.1999 έως 30.6.1999, από 1.7.1999 έως 31.8.1999, από 1.9.1999 έως 31.12.1999, από 1.1.2000 έως 31.3.2000, από 1.4.2000 έως 30.6.2000, από 1.7.2000 έως 31.12.2000, από 1.1.2001 έως 30.4.2001, από 1.5.2001 έως 30.6.2001, από 1.7.2001 έως 31.8.2001, από 1.9.2001 έως 31.12.2001, από 1.1.2002 έως 30.4.2002, από 1.5.2002 έως 30.6.2002, από 1.7.2002 έως 30.9.2002, από 1.10.2002 έως 31.12.2002, από 2.1.2003 έως 28.2.2003, από 1.3.2003 έως 31.5.2003, από 2.6.2003 έως 30.6.2003, από 1.7.2003 έως 31.12.2003, από 1.1.2004 έως 30.6.2004, από 1.7.2004 έως 31.10.2004, από 1.11.2004 έως 31.5.2005 και από 1.6.2005 έως 30.6.2006 [...].
Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1.6.1996 έως 30.6.1996, ο ενάγων απασχολήθηκε στο τμήμα εξωτερικών μεταδόσεων της ΕΡΤ Α.Ε., ως εργάτης - μεταφορέας, με ειδικότερα καθήκοντα φορτοεκφόρτωσης και εγκατάστασης του ηλεκτρολογικού και οπτικοακουστικού υλικού των κινητών μονάδων εξωτερικών μεταδόσεων της ΕΤ1, παρέχοντας τις υπηρεσίες του, επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, σε εναλλασσόμενες βάρδιες.
Το ωράριο (βάρδια), τον τρόπο και τον τόπο παροχής, ανάλογα με την εκπομπή εξωτερικής μετάδοσης, των υπηρεσιών του ενάγοντος, που ουδόλως διέφεραν από αυτές των εργατών του τακτικού προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., οι οποίοι απασχολούνταν στο τμήμα εξωτερικών μεταδόσεων, καθόριζαν δεσμευτικά οι προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Ειδήσεων και, εν συνεχεία, της Διεύθυνσης Προγράμματος, υπό τις εντολές, τον έλεγχο και την εποπτεία των οποίων ο ενάγων τελούσε.
Η μεγάλη αθροιστικά διάρκεια των συμβάσεων, ανερχόμενη σε δέκα έτη και ένα μήνα, όπως και η χρονική διάρκεια κάθε σύμβασης, δεν ταυτιζόταν με την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, η δε ΕΡΤ Α.Ε., προκειμένου να εξασφαλίσει τη σταθερή και ακώλυτη λειτουργία του τμήματος εξωτερικών μεταδόσεων, για τη ζωντανή μετάδοση διάφορων γεγονότων και όχι μόνο της Θείας Λειτουργίας της Κυριακής, συνήψε τις τιτλοφορούμενες συμβάσεις έργου, οι οποίες μετά τη λήξη της αρχικής ανανεώθηκαν με τριάντα τρεις (33) διαδοχικές και αλλεπάλληλες συμβάσεις, χωρίς να αποδεικνύεται λόγος σύναψης τόσο μεγάλου αριθμού διαδοχικών " συμβάσεων έργου ".
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [...], προκύπτει ότι η ΕΡΤ Α.Ε. απέβλεπε στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος, ο δε τελευταίος υπόκειτο σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την ΕΡΤ Α.Ε., που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά της να δίνει, δια των προϊσταμένων των Διευθύνσεών της, δεσμευτικές για τον ανωτέρω εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [...], το Δικαστήριο κρίνει ότι κάθε καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της ΕΡΤ Α.Ε., που συνιστά νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπέκρυπτε παροχή εξαρτημένης εργασίας και, συνεπώς, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου (άρθρο 3 ΓΚΠ) χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως συμβάσεων " μίσθωσης έργου ", η έννομη σχέση που κάθε φορά συνέδεε τον ενάγοντα και την ΕΡΤ Α.Ε.
ήταν αυτή της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εντός δύο (2) μηνών από τη θέση σε ισχύ, στις 19.7.2004, του π.δ. 164/2004, ο ενάγων υπέβαλε στο Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Π.Υ.Σ.) της ΕΡΤ Α.Ε., την από 9.9.2004 και με αριθμό πρωτοκόλλου 27884/10.9.2004 αίτηση προς διαπίστωση συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων του άρθρου 11 του ως άνω π.δ.
και υπαγωγής του στις διατάξεις του άρθρου αυτού, την οποία το ανωτέρω όργανο, ως αρμόδιος φορέας, με την 8/30.3.2005 απόφασή του, έκρινε θετικά και επί της κρίσης αυτής απεφάνθη θετικά και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) με την 1543/22.12.2005 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του ενάγοντος στο άρθρο 11 του π.δ 164/2004.
Κατόπιν τούτου, με την 26959/26.10.2006 (ΦΕΚ Β' 1578/26.10.2006) κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομίας και Οικονομικών - Επικρατείας, συστάθηκαν οργανικές θέσεις του προσωπικού της ΕΡΤ Α.Ε., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για την κάλυψη των διαπιστωθεισών πάγιων και διαρκών αναγκών της, κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 του π.δ 164/2004, 1 του Ν. 3320/2005 και 24 του Ν. 3491/2006, ενώ, με την 1264/30.10.2006 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΡΤ Α.Ε., έγινε η ένταξη του προσωπικού σε κλάδους, ειδικότητες και μισθολογικά κλιμάκια, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν. 3320/2005, 24 του Ν. 3491/2006 και τα άρθρα του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε.
Έτσι, την 1.11.2006, ο ενάγων κατήρτισε με την ΕΡΤ Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενη, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε και έκτοτε απασχολείται με την ειδικότητα του εργάτη - μεταφορέα (ΥΕΔ-2) του κλάδου Διοίκησης Διαχείρισης [...]. Η ένταξη σε κλάδο και ειδικότητα έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 1 και 2 και 9 του ΓΚΠ- ΕΡΤ Α.Ε., στα οποία παραπέμπει και για το προσωπικό που εντάσσεται κατά το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 το άρθρο 53 παρ. 1 ΓΚΠ ΕΡΤ Α.Ε., με τα οποία ορίζεται ότι οι θέσεις του τακτικού προσωπικού κατανέμονται με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΡΤ Α.Ε., σε κλάδους και ειδικότητες, ανάλογα με το υπηρεσιακό έργο, που παρέχει ο κάτοχός τους και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που απαιτούνται για την πρόσληψη, ότι, με κριτήριο την εκπαιδευτική βαθμίδα του τίτλου που κατέχουν, οι θέσεις κατανέμονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) Τριτοβάθμιας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), β) Τριτοβάθμιας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), γ) Τριτοβάθμιας Καλλιτεχνικής Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΚΤΕ), δ) Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) και ότι, για την ειδικότητα ΥΕΔ-2 Εργατών - Μεταφορών Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, απαιτείται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης (δηλαδή απολυτήριο τριτάξιου Γυμνασίου ή απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου για όσους έχουν αποφοιτήσει μέχρι το 1980 ή ισοδύναμος απολυτήριος τίτλος κατώτερης Τεχνικής Σχολής του Ν.Δ. 580/1970 ή απολυτήριος τίτλος Εργαστηρίων Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης ή Κατάρτισης του άρθρου 1 του Ν. 2817/2000).
Περαιτέρω ο ενάγων εντάχθηκε στη μισθολογική κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ1), στην οποία ανήκει και η ειδικότητα Εργατών - Μεταφορών (ΥΕΔ-2), που εξελίσσεται σε δέκα εννέα (19) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.), με εισαγωγικό το 2° και καταληκτικό το 20° και κατατάχθηκε στο 2° Μ.Κ. Στο άρθρο 12 του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε., στο οποίο παραπέμπει και η διάταξη του άρθρου 56 παρ. 2, που αφορά το εντασσόμενο προσωπικό, κατά το π.δ 164/2004, ορίζεται ότι το τακτικό προσωπικό εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που έχει, σε ενιαία μισθολογικά κλιμάκια, σε καθένα των οποίων αντιστοιχεί ο ίδιος βασικός μισθός, οι δε υπάλληλοι που έχουν το ίδιο μισθολογικά κλιμάκιο δικαιούνται το βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε αυτό, ανεξάρτητα από την κατηγορία στην οποία ανήκει η ειδικότητά τους (παρ. 1 εδ.
α' και β'), ότι τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών ορίζονται σε τριάντα πέντε (35), ότι το εισαγωγικό κλιμάκιο (1° Μ.Κ.) από 1.1.2007 ορίζεται στο ύψος των 713,21 ευρώ και κάθε επόμενο προσαυξάνεται με σταθερό ποσοστό 2% και ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, αλλά και την αύξηση του ποσοστού προσαύξησης των Μ.Κ από 1.1.2007 και εν συνεχεία από 1.1.2008, που προβλέφθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 της από 21.7.2007 Σ.Σ.Ε.
μεταξύ ΕΡΤ και ΠΟΣΠΕΡΤ, οι βασικοί μισθοί διαμορφώθηκαν στο ύψος που αναφέρεται για κάθε Μ.Κ. στον εκεί παρατιθέμενο πίνακα (παρ. 1 εδ. γ' και δ'), ότι όλοι οι υπάλληλοι εντάσσονται στις αναφερόμενες δώδεκα (12) μισθολογικές κατηγορίες, εκάστη των οποίων εξελίσσεται σε δέκα εννέα (19) μισθολογικά κλιμάκια και σε κάθε μία ανήκουν οι εκεί αναφερόμενες ειδικότητες (παρ. 1 εδ.
ε'), ότι όλα τα μισθολογικά κλιμάκια κάθε κατηγορίας (19 Μ.Κ.) διανύονται ανά διετία, πλην του πρώτου και του δεύτερου κάθε κατηγορίας, που χορηγούνται κατά την είσοδο του υπαλλήλου στην ΕΡΤ Α.Ε. το πρώτο και μετά τη συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας το δεύτερο, αντίστοιχα (εδ. ε') και ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (εδ.
στ'). Κατά ρητή δε πρόβλεψη του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε., μοναδικό μέτρο και προϋπόθεση για την κατάταξη και εξέλιξη του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια, αποτελεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του, ο οποίος, κατά τον ίδιο τον Κανονισμό, καθορίζεται από το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του στην ΕΡΤ Α.Ε. και στους προκατόχους της (άρθρο 10 παρ. 1 και 4).
Με βάση τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε. και το αποδειχθέν γεγονός ότι, κατά το χρόνο ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της ΕΡΤ Α.Ε., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήτοι την 1.11.2006, ο ενάγων είχε, ως ήδη προαναφέρθηκε, υπηρεσία δέκα ετών και ενός μηνός, που διανύθηκε από 1.6.1996 έως 30.6.2006, με απλή σχέση εργασίας, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό των προαναφερόμενων "συμβάσεων έργου", αφού στην πραγματικότητα παρείχε εξαρτημένη εργασία, κρίση που επιβεβαιώνεται και από την υπαγωγή του στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ 164/2004, η οποία συνιστά πραγματική υπηρεσία, κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1 και 4 του ΓΚΠ-ΕΡΤ Α.Ε., έπρεπε η υπηρεσία αυτή να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική του κατάταξη την 1.11.2006 και την εν συνεχεία εξέλιξή του στα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια.
Επομένως, εσφαλμένα ο ενάγων κατατάχθηκε την 1.11.2006 στο εισαγωγικό (2°) μισθολογικό κλιμάκιο. Αντιθέτως, με βάση τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΓΚΠ και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην ΕΡΤ Α.Ε. πριν την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της, έπρεπε να καταταγεί την 1.11.2006 στο 7° Μ.Κ και, ακολούθως, από 1.1.2008 στο 8° Μ.Κ και από 1.1.2010 στο 9° Μ.Κ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 αρ. 1 εδ. α' του Γ.Κ.Π. - Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., στο προσωπικό χορηγείται και επίδομα χρόνου υπηρεσίας, το οποίο ορίζεται σε ποσοστό τέσσερα (4%) με τη συμπλήρωση δύο (2) ετών υπηρεσίας και μέχρι συνολικού ποσοστού ογδόντα τέσσερα (84%) μετά τη συμπλήρωση τριάντα δύο (32) ετών υπηρεσίας, σύμφωνα με τον παρατιθέμενο στο ως άνω άρθρο Πίνακα και ειδικότερα 4% για 2 έτη υπηρεσίας, 12% για 4 έτη υπηρεσίας, 20% για 6 έτη υπηρεσίας 28% για 8 έτη υπηρεσίας, 36% για 11 έτη υπηρεσίας, 44% για 14 έτη υπηρεσίας, 52% για 17 έτη υπηρεσίας, 60% για 20 έτη υπηρεσίας, 70% για 23 έτη υπηρεσίας, 74% για 26 έτη υπηρεσίας, 78% για 29 έτη υπηρεσίας, 80% για 30 έτη υπηρεσίας, 82% για 31 έτη υπηρεσίας και 84% για 32 και άνω έτη υπηρεσίας.
Το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έχει κάθε φορά ο υπάλληλος, με βάση την πραγματική υπηρεσία στην ΕΡΤ Α.Ε. και την τυχόν προϋπηρεσία, που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του Γ.Κ.Π. και η καταβολή του αρχίζει από την πρώτη του μήνα, κατά τον οποίο ο μισθωτός συμπληρώνει τον απαιτούμενο χρόνο για τη χορήγησή του.
Λόγω της ένταξης του ενάγοντος, την 1.11.2006, στο 2° (εισαγωγικό) Μ.Κ. της μισθολογικής κατηγορίας ΥΕΔ-2 Εργατών - Μεταφορέων, ενώ, με βάση τον, κατά τα ως άνω, χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του στην ΕΡΤ Α.Ε., με απλή σχέση εργασίας έπρεπε να καταταγεί στο 7° Μ.Κ. και, ακολούθως, από 1.1.2008 στο 8° Μ.Κ και από 1.1.2010 στο 9° Μ.Κ., προκύπτουν υπέρ αυτού, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως 31.12.2011, αφενός διαφορές μεταξύ του βασικού μισθού, που αντιστοιχεί στα Μ.Κ., στα οποία έπρεπε να καταταγεί και εξελιχθεί και εκείνου που του κατέβαλε η ΕΡΤ Α.Ε.
και αντιστοιχεί σε κατώτερα Μ.Κ., αφετέρου δε διαφορές μεταξύ του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που έπρεπε να λαμβάνει, υπολογιζόμενου επί του βασικού μισθού που δικαιούταν και εκείνου που έλαβε από την ΕΡΤ Α.Ε., υπολογιζόμενου επί του αντιστοιχούντος στα κατώτερα Μ.Κ., που τον κατέταξε βασικού μισθού ...".
Σε ακολουθία της κρίσης αυτής, δέχθηκε ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως 31.12.2011, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται για διαφορές βασικού μισθού, όπως αυτός καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. μεταξύ ΕΡΤ και ΠΟΣΠΕΡΤ, το συνολικό χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (12.291,64) και, περαιτέρω, ότι με βάση τον αντιστοιχούντα στα ως άνω Μ.Κ., βασικό μισθό, σε συνδυασμό και με το συνολικό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας του στην ΕΡΤ Α.Ε., στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο διανυθείς πριν την κατάταξή του στο τακτικό προσωπικό, την 1.11.2006, χρόνος, δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως 31.12.2011, ως διαφορές επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, το συνολικό χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα λεπτών (8.354,30)".
Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ως νόμιμη, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού πρώτου αναιρετικού λόγου, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005, 10 παρ. 1 και 4 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 του ν. 3320/2005 και 24 του ν. 3491/2006, που κατά περιεχόμενο αναλύονται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση των παρ. 3, 4 και 5 του Ν. 3320/2005, οι οποίες, κατά το αναιρεσείον, δεν εφαρμόζονται, καθόσον για το κατατασσόμενο σε συσταθησόμενες οργανικές θέσεις προσωπικό της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε, υφίσταται η ειδική πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3491/2006, κατά τα ειδικότερα στον λόγο αναιρέσεως περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, αλλά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1, 4 και 5 και 55 παρ. 1 και 2 του έχοντος ισχύ νόμου Γ.Κ.Π.-Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., 11 του π.δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 3320/2005 και 24 του Ν. 3491/2006, από τον συνδυασμό των οποίων συνάγεται ότι πραγματική υπηρεσία, που προσμετράται στον συνολικό χρόνο, για την ένταξη και εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια, συνιστά και αυτή που διανύθηκε πριν την κατάταξη, σε υφιστάμενες κενές, είτε σε συνιστώμενες οργανικές θέσεις στην Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, με συμβάσεις έργου, οι οποίες στην πραγματικότητα υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία, έστω και ακύρως, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, που συνιστά και προϋπόθεση κατάταξης κατά το άρθρο 11 π.δ. 164/2004. Προκύπτει περαιτέρω ότι, για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ/μα 164/2004 και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται, για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, κ.λ.π.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ, αντιθέτως, τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Επομένως, οι κατατασσόμενοι σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησης τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται, με βάσει τις παραπάνω εφαρμοζόμενες διατάξεις ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται, δηλαδή, ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια.
Κατά συνέπεια ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζεται, ότι : "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.
Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.
Εφόσον δε η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, δεν συνδέει, δηλαδή, την έννομη συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης, ως προς το ζήτημα τούτο, της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, ακόμη και όταν η αρχικά καταψηφιστική αγωγή περιορίζεται σε αναγνωριστική, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης τέμνει δε και αυτή τη διαφορά, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου Επομένως, στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της κατά του Ελληνικού Δημοσίου αγωγής σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (Α.Ε.Δ. 7/2011).
Εξάλλου με τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της "Ε.Ρ.Τ. Α.Ε." και των θυγατρικών της, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο κατέστη διάδοχος της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. και των θυγατρικών της και συγκεκριμένα κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής και των θυγατρικών της κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών τους έναντι τρίτων, ακόμη και των επιδίκων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της άνω εταιρείας και των θυγατρικών της, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στον τελευταίο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν (Α.Π. 1101/2019, Α.Π. 1287/2018).
Έτσι, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, σε όποια έκταση ευρίσκοντο, κατά το χρόνο δημοσίευσης της ως άνω Οικ. 2/11.6.2013 Κ.Υ.Α. και, επομένως, μεταβιβάστηκαν και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις απαιτήσεις των τρίτων κατά των άνω οφειλέτιδων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί παροχής τόκων.
Ειδικότερα, το Δημόσιο κατέστη οφειλέτης και των μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας επί των απαιτήσεων αυτών, με το ποσοστό τόκου, που ίσχυε για την "Ε.Ρ.Τ. Α.Ε." και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο και όχι με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου για το Δημόσιο και με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ιδρυτικού της "Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε." ν. 1730/1987 επεκτείνεται και σ' αυτή, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη έρχεται σε αντίθεση : α) προς το άρθρο 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, β) προς το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. και προς το άρθρ. 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ. Α.Π. 12/2013). Η υποχρέωση όμως του Δημοσίου προς καταβολή τόκων υπερημερίας για το, από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω Κ.Υ.Α.
και εφεξής χρονικό διάστημα, έχουσα, ως αναγκαία προϋπόθεση και την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του για την υπ' αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή, για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, διακεκριμένη από εκείνη των αρχικών οφειλέτιδων, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, σύμφωνα με το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκoς ορίζεται εις 6% ετησίως και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί καταψηφιστικής, που περιορίστηκε σε αναγνωριστική.
Συνεπώς, οι τόκοι υπερημερίας επί απαιτήσεων τρίτων κατά της "Ε.Ρ.Τ. Α.Ε." και των θυγατρικών της για το από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω Κ.Υ.Α. και εφεξής χρονικό διάστημα πρέπει να υπολογισθούν με ποσοστό 6% ετησίως (Α.Π. 1287/2018). Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 74 παρ. 15 του Ν. 4690/2020 "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης" :
Για το χρονικό διάστημα της αναστολής (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας, κατά δε το άρθρο 72 παρ. 6 Ν. 4722/2020 Διατάξεις για τη λειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων Για το χρονικό διάστημα της αναστολής (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας. Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 83 παρ. 14 Ν. 4790/2021 Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης Για το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας (05.04.2021) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020, 72 παρ. 6 του ν. 4722/2020 και 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021, υποστηρίζοντας ότι τα χρονικά διαστήματα από 13-03-2020 έως 31-05-2020 και από 07-11-2020 έως 06-04-2021 εξαιρούνται της τοκογονίας.
Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (20.645,94), κατά το σχετικό αγωγικό αίτημα, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις και όχι, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, με τον τόκο επιδικίας.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, όσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο: "Το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας, με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο είναι νόμιμο μόνο για το χρόνο πριν τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Β' 1414/11.6.2013) της οικ. 2/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία (Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε.)".
Ειδικότερα [...], το Δημόσιο κατέστη διάδοχος της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και συγκεκριμένα κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων αυτής κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων, ακόμη και των επιδίκων. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις της άνω εταιρίας, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στον τελευταίο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν.
Έτσι, μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, σε όποια έκταση ευρίσκοντο, κατά το χρόνο δημοσίευσης της άνω Κ.Υ.Α. και, επομένως μεταβιβάστηκαν και εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις απαιτήσεις των τρίτων κατά της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε., μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί παροχής τόκων. Ειδικότερα, το Δημόσιο κατέστη οφειλέτης και των μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας, επί των απαιτήσεων αυτών, με το ποσοστό τόκου που ίσχυε για την Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο και όχι με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "Περί του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου", για το Δημόσιο και με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ιδρυτικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.
Ν. 1730/1987 επεκτείνεται και σ' αυτή, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη έρχεται σε αντίθεση: α) προς το άρθρο 4 παρ.1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος β) προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και γ) προς το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. [...]. Η υποχρέωση, όμως, του Δημοσίου προς καταβολή τόκων υπερημερίας για το από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω Κ.Υ.Α.
και εφεξής χρονικό διάστημα, έχουσα, ως αναγκαία προϋπόθεση και την ιδίαν αυτοτελή υπαιτιότητά του, για την υπ' αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά ιδίαν αυτού επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή, για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, διακεκριμένη από εκείνη της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. (αρχική οφειλέτης), η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "Περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου", σύμφωνα με το οποίο ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος ορίζεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ανεξαρτήτως αν πρόκειται περί καταψηφιστικής, που περιορίστηκε σε αναγνωριστική.
Συνεπώς, οι τόκοι υπερημερίας επί απαιτήσεων τρίτων κατά της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. για το από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω Κ.Υ.Α. και εφεξής χρονικό διάστημα πρέπει να υπολογισθούν με ποσοστό 6% ετησίως και από 1.5.2019 με ποσοστό 3% κατ' άρθρο 45 του Ν. 4607/2019 ...". Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα πρόταση της παρούσας, ο σχετικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδαφ. τελ. του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στις δίκες στις οποίες μετέχει ως διάδικος το Ελληνικό Δημόσιο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-11-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8470/1054/01-11-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2234/2021, αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3672/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ