Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
940/2024 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal against company's refusal to pay Christmas and Easter bonuses to employees.

Geschäftsnummer 940/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, which had dismissed the plaintiffs' claim for holiday bonuses. The court found that the company failed to prove the absence of a contractual obligation to pay these specific bonuses, despite the defendants' argument regarding the nature of the employment contract. Consequently, the court reinstated the lower court's order to pay the disputed amounts to the two affected employees.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 10 and 11 of the Labor Code; The employer bears the burden of proving the absence of a contractual obligation to pay statutory or customary bonuses, and failure to do so results in the court's finding of such an obligation.

Schlagwörter

KI-generiert
Labor Code Holiday Bonuses Burden of Proof Employment Contract Statutory Obligations Appeal Decision Company Liability

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 10 and 11 of the Labor Code
Article 242 of the Civil Procedure Code

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 940 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 940/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ-Χ.Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχάλη Καρβέλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Τ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2.Θ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 3.Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., 4.Χ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 5.Α. Β. του Α., κατοίκου ..., 6.Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 7.Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 8.Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 9. Θ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 10. Σ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 11. Α. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Κ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 13.Ε.

Θ. του Α., κατοίκου ..., 14.Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 15.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 16.Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 17.Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα της ως κληρονόμου - καθολικής διαδόχου του Κ. Κ. του Σ., 18. Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα της ως κληρονόμου - καθολικής διαδόχου του Κ. Κ. του Σ., 19. Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητα της ως κληρονόμου - καθολικής διαδόχου του Κ.

Κ. του Σ., 20.Ε. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 21.Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 22.Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 23.Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 24.Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 25.Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., 26.Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 27. Κ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 28.Θ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., 29.Ι. Π. του Θ., κατοίκου ..., 30.Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 31.Β. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 32.Δ.

Τ. του Β., κατοίκου ..., 33.Β. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 34.Π. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 35.Α. Χ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν όλοι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου καθώς επίσης, οι με α/α 2ος, 3ος,4ος, 7ος, 10ος,13ος,16ος,17ος,18ος, 19ος, 21ος,23ος, 24ος, 25ος,28ος,29ος, 30ος, 31ος,32ος, 33ος και 34ος παραστάθηκαν και δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μπαρσούκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1654/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 765/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε), ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου, που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, που αφορούν τη διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου, για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που αυτός δεν εμφανισθεί, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης δεν είχε λάβει χώρα εγκύρως, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ. Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, Α.Π. 446/2020, Α.Π. 1389/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. Α.Π. 39/2005, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς αυτόν (Α.Π. 1923/2022, Α.Π. 446/2020, Α.Π. 1374/2017, Α.Π. 526/2016).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων, προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (Α.Π. 540/2020) και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Ολ. Α.Π. 14/2015, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 1036/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 42/2019, Α.Π. 533/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 21-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7325/910/23-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 633/2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 765/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.

Ψ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία στρέφεται κατά τριάντα πέντε (35) συνολικά αναιρεσιβλήτων (επί συνόλου 33 αρχικά εναγόντων), επισπεύδουν οι δεύτερος, τέταρτος, έβδομος, όγδοος, δέκατος, δέκατος έκτος δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, οι οποίες μετά τον επι συμβάντα θάνατο του αρχικώς δεκάτου εβδόμου των εναγόντων Κ.

Κ. του Σ. δήλωσαν, σε διαφορετικό στάδιο της ανοιγείσας ως άνω δίκης, τη βίαιη διακοπή και την συνέχιση αυτής από τις ίδιες, ως κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα αυτών, αντίστοιχα, εικοστός πρώτος, εικοστός τρίτος, εικοστός τέταρτος, εικοστός πέμπτος, εικοστός όγδοος, εικοστός ένατος, τριακοστός, τριακοστός πρώτος, τριακοστός δεύτερος, τριακοστός τρίτος και τριακοστός τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, με επιμέλεια των οποίων και κατόπιν έγγραφης εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αντ.

Μπαρσούκη, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία ακριβές αντίγραφο αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης αυτής (15-11-2022), όπως τούτο προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ.

Σ. Π. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Δ.

Αναγνωστόπουλο, ο οποίος υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι είκοσι ένα (21) εκ των αναιρεσιβλήτων, ήτοι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έβδομος, δέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος, εικοστός πρώτος, εικοστός τρίτος, εικοστός τέταρτος, εικοστός πέμπτος, εικοστός όγδοος, εικοστός ένατος, τριακοστός, τριακοστός πρώτος, τριακοστός δεύτερος, τριακοστός τρίτος και τριακοστός τέταρτος αυτών, φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν και από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Τρικάλων Ιωάννη Αντ.

Μπαρσούκη, ο οποίος υπέβαλε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, προς απόδειξη δε της πληρεξουσιότητάς του, προσκόμισε μετ' επικλήσεως τα με αριθμούς ...-2022 και ...-2022 Ειδικά Πληρεξούσια των Συμβολαιογράφων Τρικάλων Δ. Η. Κ. και Α. Ν. Μ.

Περαιτέρω, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του, ο Δικηγόρος Αθηνών Νικόλαος Δ. Αναγνωστόπουλος, για τους τέσσερις (4) εκ των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο δι' αυτού, ήτοι για τους όγδοο, δέκατη πέμπτη, εικοστό και εικοστό έβδομο, Κ. Ζ. του Α., Α. Κ. του Γ., Ε. Λ. του Σ. και Κ. Ν. του Α., προσκομίζει και επικαλείται τις από 26-10-2022, 24-10-2022, 25-10-2022 και 04-11-2022 τέσσερις (4) εξουσιοδοτήσεις, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σε αυτόν να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω Δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και για τους λοιπούς δέκα (10) εκ των αναιρεσιβλήτων, ήτοι για τους πρώτο, πέμπτο, έκτο, ένατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τέταρτο, εικοστό δεύτερο, εικοστό έκτο και τριακοστό πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Τ.

Α. του Κ. Α. Β. του Α., Α. Γ. του Γ., Θ. Ζ. του Π., Α. Ζ. του Ν., Κ. Ζ. του Ν., Γ. Κ. του Α., Κ. Μ. του Α., Κ. Ν. του Γ. και Α. Χ. του Β., αφού δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτών, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια, ενώ η προσκομιζόμενη μετ' επιλήσεως από 25-10-2022 Εξουσιοδότηση, δεν αφορά κάποιον από τους διαδίκους της προκείμενης υπόθεσης, αλλά τρίτο πρόσωπο ονόματι "Ν.

Κ. του Δ.". Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς στον ως άνω παραστάντα Δικηγόρο, προηγούμενη της συζήτησης, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), αυτοί δεν μετέχουν της αναιρετικής δίκης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Εξάλλου, δεν προκύπτει η κλήτευση αυτών, εκ μέρους της αντιδίκου τους ή εκ μέρους των λοιπών αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να παραστούν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Επομένως αυτοί, ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται, ούτε προκύπτει ότι κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικό τους, δεν παρέστησαν προσηκόντως κατά τη συζήτηση και, ως εκ τούτου, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 765/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστηρίο, δέχθηκε τυπικά την από 20-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65072/4382/03-07-2018 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1654/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 20-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 87644/2962/21-06-2013 αγωγή τους, με αντικείμενο αξιώσεις από την, μεταξύ αυτών και της εναγομένης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας, συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών από την υπερημερία της αναιρεσείουσας εργοδότριάς τους ανωνύμου εταιρείας, στην οποία αυτή περιήλθε, κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους εξαιτίας της μη καταβολής των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών τους.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την αγωγή για αποδοχές υπερημερίας, ενόσω οι ενάγοντες τελούσαν σε επίσχεση εργασίας, ακολούθως, δε κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή δέχθηκε αυτήν, κατά το μέρος αυτό, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα εκεί επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης διακρίσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) με την κατάθεση στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 23-09-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση την 02-09-2021, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από αυτούς (άρθρο 261 εδαφ.

β' του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του Α.Κ., ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας, που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του Α.Κ., που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου, στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει, επομένως, προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη), προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (Α.Π. 114/2017, Α.Π. 1342/2014).

Κατ` ακολουθίαν, αν υφίσταται ασφάλεια, ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του, αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού, για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς, κατά τα λοιπά, να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας, για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση, καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει μεν την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα, από το άρθρο 281 του Α.Κ., όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (Α.Π. 117/2017, Α.Π. 114/2017 Α.Π. 447/2015, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 1248/2015, Α.Π. 790/2014).

Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (Α.Π. 117/2017, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 1248/2015, Α.Π. 790/2014, Α.Π. 1342/2014, Α.Π. 2094/2014, Α.Π. 1502/2010, Α.Π. 1153/2009).

Υπό την επίκληση, όμως, της οικονομικής δυσπραγίας, που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του, επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού, υπό την εκδοχή αυτή, το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου.

Ο εργοδότης οφείλει, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες, προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης.

Περαιτέρω, η κατά τα άνω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας, καθιστά την επίσχεση παράνομη, με συνέπεια να μην παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή να μην καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει να καταβάλει στον μισθωτό, που ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης, τις αποδοχές υπερημερίας (Α.Π. 1044/2020, Α.Π. 1096/2018, Α.Π. 766/2018, Α.Π. 117/2017, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 2094/2014, Α.Π. 1502/2010, Α.Π. 1153/2009).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (Α.Π. 1114/2017). Τέλος, όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα"που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (Α.Π. 1127/2008, Α.Π. 363/2007). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1127/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος, ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 20-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 87644/2962/21-06-2013 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Moνομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν άπαντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου - πλην της δέκατης τρίτης εξ αυτών, η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης - κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2011, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.

Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προκειμένου να απασχοληθούν με τις ειδικότητες και την αμοιβή που αναφέρεται ειδικότερα για έκαστο εξ αυτών στην αγωγή. Ότι, λόγω του ότι η εναγομένη τους όφειλε τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή αποδοχές, άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ενόσω αυτοί τελούσαν σε επίσχεση εργασίας, όπως τα επιμέρους χρηματικά ποσά αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015 ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 1654/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, όσον αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων, στους οποίους επιδίκασε το σύνολο των αιτηθέντων, με εξαίρεση τους έβδομο, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτο, εικοστό τέταρτο, τριακοστό πρώτο και τριακοστό τρίτο των εναγόντων, στους οποίους επιδίκασε χαμηλότερα των αιτηθέντων χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ενώ, όσον αφορά τις αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η επίσχεση ασκήθηκε μεν νόμιμα, πλην όμως η καθυστέρηση των αποδοχών τους δεν έγινε από υπαιτιότητα της εναγομένης, αλλά λόγω απρόβλεπτων για την εποχή εκείνη περιστάσεων, καθόσον η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να προβλέψει το εύρος της κρίσης, που έπληξε την χώρα και ιδιαίτερα τον κατασκευαστικό κλάδο, στον οποίο αυτή δραστηριοποιείται.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 20-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65072/4382/03-07-2018 έφεσης των εν μέρει ηττηθέντων εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία αυτοί παραπονούντο για την απόρριψη της αγωγής, κατά το σχετικό κεφάλαιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, ενόσω αυτοί τελούσαν σε επίσχεση εργασίας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 765/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά την έφεση και κατά παραδοχή των σχετικών λόγων αυτής, ως βάσιμων κατ' ουσίαν, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κατά το απορριφθέν, ως άνω, κεφάλαιο, κράτησε την υπόθεση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους ενάγοντες, για την αιτία αυτή, τα αναγραφόμενα εκεί επιμέρους χρηματικά ποσά, με τον νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης διακρίσεις.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας επί του αγωγικού αιτήματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την καταβολή των αποδοχών τους από την υπερημερία της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριάς τους στην οποία αυτή περιήλθε, κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους, εξαιτίας της μη καταβολής των ληξιπροθέσμων απαιτήσεών τους, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, από μέρους των αναιρεσιβλήτων : "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη τεχνική, τουριστική εμπορική και βιομηχανική εταιρεία, με καταστατικό σκοπό :

α) τη μελέτη, ανάληψη, επίβλεψη και εκτέλεση, λειτουργία και διαχείριση τεχνικών και οικοδομικών έργων πάσης φύσεως του Δημοσίου, ιδιωτών, νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και οργανισμών εν γένει, είτε απευθείας, είτε υπερβολαβικώς, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και την εκτέλεση κάθε άλλης συναφούς εργασίας, β) την παραγωγή και εμπορία κάθε είδους δομικών υλικών, λατομικών προϊόντων, εργαλείων, μηχανημάτων, τεχνικών έργων και των συναφών με αυτά ειδών, γ) την εισαγωγή και εξαγωγή των προσφερόμενων προϊόντων και την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού, δ) την εκμετάλλευση κάθε είδους ακινήτων και εν γένει τεχνικών έργων, ε) την ίδρυση και με κάθε τρόπο συμμετοχή σε τουριστικές επιχειρήσεις και στ) την ίδρυση, την παροχή υπηρεσιών και την εν γένει εκμετάλλευση μονάδων ύδρευσης, αποχέτευσης, συλλογής και ανακύκλωσης απορριμμάτων καθώς και ενεργειακών έργων.

Επίσης, αποτελεί τη μητρική εταιρεία ενός ευρύτερου ομίλου εταιρειών, με επτά θυγατρικές σε Ελλάδα και Ρουμανία. Στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της η εναγομένη διατηρεί στο Πετρωτό Τρικάλων ιδιόκτητο εργοστάσιο παραγωγής υλικών μέσων που χρησιμοποιεί στα έργα που εκτελεί, στο οποίο απασχολούσε με πλήρη απασχόληση, εκτός της 13ης που απασχολούσε με μερική, από της προσλήψεώς τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τους ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητους], έναντι των συμφωνηθέντων αποδοχών, καταβλητέων την 1η του μηνός, που έπεται εκείνου, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, που αφορά ο μισθός ή τα ημερομίσθια.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες συνήψαν με την εναγομένη συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο 1ος την 19-3-1999 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 2ος την 4-9-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του σιδερά, ο 3ος την 8-5-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 4ος την 1-7-1992 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 5ος την 6-12-2010 ως ανειδίκευτος εργάτης, ο 6ος την 15-10-2008 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 7ος την 25-4-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μπετατζή, ο 8ος την 28-2-1989 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 9ος την 16-2-2009 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 10ος την 6-12-2010 ως ανειδίκευτος εργάτης, ο 11ος την 10-11-2004 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 12ος την 13-9-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μπετατζή, η 13η την 3-9-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα της καθαρίστριας, ο 14ος την 3-5-2005 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, η 15η την 27-8-1987 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα της βοηθού λογίστριας, ο 16ος την 5-9-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 17ος την 1-7-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 18ος την 4-5-2009 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του τεχνολόγου μηχανικού, ο 19ος την 27-11-1990 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του σιδερά, ο 20ος την 10-11-2004 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, ο 21ος την 7-10-1990 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 22ος την 1-3-2004 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του καλουπατζή, ο 23ος την 20-2-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του μπετατζή, ο 24ος την 19-10-2006 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ο 25ος την 8-12-2009 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του φύλακα ο 26ος την 3-1-2011 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 27ος την 4-9-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 28ος την 1-3-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού αποθηκάριου, ο 29ος την 5-9-2000 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του σιδερά, ο 30ος την 6-4-2005 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ο 31ος την 1-7-2002 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ο 32ος την 11-11-1996 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων και ο 33ος την 27-9-1995 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή.

Από το έτος 2008, η εναγομένη άρχισε να μην καταβάλει κανονικά τη μισθοδοσία του προσωπικού της, προβαίνοντας σε καταβολές έναντι και με καθυστέρηση, ενώ οι οφειλόμενες αποδοχές του προσωπικού της για το έτος 2009, αποπληρώθηκαν το έτος 2010 [...]. Την 28-6-2010, η εναγομένη κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 25-6-2010 αίτησή της, προκειμένου να διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της, των άρθρων 99 επ.

ΠτΚ (ν. 3588/2007). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 901/19-10-2010 απόφασή του, άνοιξε τη διαδικασία συνδιαλλαγής, απαγόρευσε την κήρυξη της εναγομένης σε κατάσταση πτώχευσης, απαγόρευσε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (ατομικής ή συλλογικής) σε βάρος της, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, την έκδοση προσωρινής διαταγής και την εγγραφή προσημείωσης, μέχρι την έκδοση απόφασης περί επικύρωσης ή μη της συμφωνίας μεταξύ της αιτούσας και των πιστωτών της ή μέχρι την έκδοση απόφασης, που θα κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία.

Την 1-2-2012 συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η από 29-4-2011 αίτηση της εναγομένης, περί επικύρωσης της από 28-4-2011 συμφωνίας, μεταξύ της εναγομένης και των πιστωτών της, που είχαν απαιτήσεις 96.454.000 Ε, έναντι του συνόλου 148.054.000 Ε και οι οποίοι συμβληθέντες πιστωτές ήταν 11 Τράπεζες και 4 εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Στη συζήτηση άσκησαν πρόσθετη, υπέρ της εναγομένης, παρέμβαση οι ενάγοντες, ενώ παρενέβησαν κυρίως, προς απόρριψη της συμφωνίας, 75 άλλοι εργαζόμενοι στην εναγομένη κατά τον χρόνο εκείνο και πρώην, με απαιτήσεις από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημιώσεις απόλυσης, συνολικού ύψους 3.252.160,43 και 54 εργαζόμενοι στην εναγομένη κατά τον χρόνο εκείνο και πρώην, με απαιτήσεις από δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημιώσεις απόλυσης, συνολικού ύψους 2.538,509,50 Ε, που ζήτησαν να κηρυχθεί η εναγομένη σε πτώχευση, διότι βρίσκεται από 30-6-2010 σε κατάσταση παύσης των πληρωμών.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 1377/2012 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση πτώχευσης και την πρόσθετη, υπέρ των αιτούντων την πτώχευση, παρέμβαση 20 εργαζομένων της εναγομένης στο ακροατήριο, απέρριψε την αίτηση περί επικυρώσεως της διαδικασίας συνδιαλλαγής και δέχθηκε τις λοιπές κύριες παρεμβάσεις, με τις παραδοχές ότι οι όροι της συμφωνίας συνδιαλλαγής δεν εξασφαλίζουν τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης και θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών, οι οποίοι δεν την υπέγραψαν, μεταξύ των οποίων είναι και οι πρώην και νυν εργαζόμενοι της εναγομένης, που έχουν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

Η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της 1377/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όμως η έφεσή της απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 232/29-1-2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στο διάστημα που μεσολάβησε, μεταξύ της έκδοσης της απόφασης 901/19-10-2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 1377/2012 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ληξιπρόθεσμες αξιώσεις από δεδουλευμένους μισθούς, άσκησαν την 3-8-2011 ο 1ος, 3ος, 8ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13η, 14ος, 16ος, 17ος, 23ος και 32ος, την 10-8-2011 ο 2ος, 5ος, 6ος, 7ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 25ος, 27ος, 28ος, 29ος και 31ος και την 13-9-2011 ο 4ος, 9ος, 15η, 18ος, 24ος, 26ος, 30ος και 33ος, νόμιμα, με εξώδικο δήλωση, που επέδωσαν στην εναγομένη, επίσχεση εργασίας για τις αποδοχές αυτές και μέχρι την εξόφλησή τους.

Άλλωστε, νόμιμη κρίθηκε η επίσχεση και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλουμένη δεν πλήττεται σχετικά [...]. Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από τους ενάγοντες έγινε νόμιμα και δεν ήταν καταχρηστική, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για κατ' εξαίρεση και βραχυχρόνια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση, αλλά εντάσσεται σε συστηματική καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγόντων, από διετίας τουλάχιστον, που οφειλόταν σε διαρκή οικονομική αδυναμία της εναγομένης, η οποία βρισκόταν μάλιστα, κατά τον χρόνο της άσκησης επίσχεσης, σε κατάσταση προστασίας από τους δανειστές της.

Και τούτο ανεξαρτήτως του αν η οικονομική αδυναμία της εναγομένης μπορεί να αποδοθεί, κυρίως για τα έτη 2010-2011 στην οικονομική κρίση που έπληξε τον κατασκευαστικό κλάδο, διότι και υπό την εκδοχή αυτή, δεν αναιρείται το δικαιολογημένο της ενέργειας των εναγόντων εργαζομένων, να ασκήσουν επίσχεση εργασίας, αφού αν δεν το έκαναν αυτό, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, θα κινδύνευαν να εγκλωβιστούν σε μία κατάσταση συνέχισης της προσφοράς εργασίας, χωρίς να πληρώνονται και με αβέβαιο το πότε και εάν θα εισπράξουν τα δεδουλευμένα και έτσι το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν ανεπίτρεπτα στους εργαζόμενους ενάγοντες.

Επομένως, η άσκηση του δικαιώματός τους έγινε εντός των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ούτε μπορεί να αξιωθεί από τους εργαζόμενους να παραιτηθούν ή να θεωρήσουν καταγγελθείσα, εκ μέρους της εναγομένης, τη σύμβαση εργασίας, διότι η απώλεια της θέσης εργασίας, που είναι η πλέον επαχθής για τον εργαζόμενο, που βιοπορίζεται από την εργασία του, όπως οι ενάγοντες, δεν μπορεί να αναγορεύεται σε προϋπόθεση για την καλόπιστη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, ως μέσου προστασίας του μισθού, όπως ζητεί η εναγομένη, στη σελ. 37 των προτάσεών της.

Η εναγομένη μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά που τους οφείλει για δεδουλευμένα και που δέχθηκε η εκκαλουμένη πως τους οφείλει. Ειδικότερα, το έτος 2015 η εναγομένη με την από 31-3-2015 αίτησή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε να διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και να επικυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης, που έκανε με τους πιστωτές της.

Στη δίκη αυτή πάλι οι ενάγοντες παρενέβησαν, υπέρ της εναγομένης, προκειμένου να επιτευχθεί η εξυγίανση και η εναγομένη να συνεχίσει την δραστηριότητά της και να διασωθούν οι θέσεις εργασίας τους, σύναψαν δε μαζί της συμφωνίες εξυγίανσης μαζί με άλλους εργαζόμενους, για απαιτήσεις, συνολικού ύψους 11.667.767.02 Ε Σύμφωνα με τις συμφωνίες εξυγίανσης, που σύναψαν οι ενάγοντες με την εναγομένη, θα έπρεπε η εναγομένη να τους καταβάλει, σε 48 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από την παρέλευση μηνός, μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τις δεδουλευμένες αποδοχές και την αποζημίωση απόλυσης ενώ οι λοιπές αξιώσεις τους, όπως οι αποδοχές υπερημερίας, για το διάστημα που τελούν σε επίσχεση εργασίας, διαγράφονται πλήρως και αποσβένονται, υπό τον όρο ότι θα τηρηθεί η συμφωνία καταβολής των δεδουλευμένων και της αποζημίωσης απόλυσης.

Με την 779/25-9-2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διετάχθη το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και επικυρώθηκε η συμφωνία εξυγίανσης. Ωστόσο, η εναγομένη δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και παρότι παρήλθαν 48 μήνες, από την παρέλευση μηνός, μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκείνη, όπως η ίδια αναφέρει στις από 16-11-2020 προτάσεις της στο δικαστήριο αυτό, δεν κατέβαλε παρά ένα μέρος των όσων υποσχέθηκε.

Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώνουν τις αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης μέχρι την 17-7-2012 ο 5ος, όταν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, την 9-8-2012 ο 12ος, όταν επίσης αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, την 5-11-2012 ο 23ος, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και μέχρι την 30-6-2013 οι λοιποί, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής, καθώς με την εναγομένη συμφώνησαν την απόσβεσή τους, στην περίπτωση τήρησης της συμφωνίας εξυγίανσης, η οποία δεν τηρήθηκε.

Εκ των ανωτέρω, επίσης, αποδεικνύεται ότι, η μη επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης, δεν οφείλεται στη διεκδίκηση από τους ενάγοντες των αποδοχών υπερημερίας, αλλά απέτυχε για άλλους λόγους, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, προκειμένου να διευκολύνουν την εξυγίανση της εναγομένης, προθύμως δέχθηκαν να απωλέσουν τις αποδοχές υπερημερίας, υπό τον όρο καταβολής των δεδουλευμένων και των αποζημιώσεων απόλυσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα που τελούσαν σε επίσχεση εργασίας οι ενάγοντες δικαιούνται τα παρακάτω ποσά ... [τα οποία προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση]. Σημειώνεται ότι η εναγομένη ουδόλως αμφισβήτησε το ύψος του συμβατικού ημερομισθίου και μισθού κάθε ενάγοντος, όπως διελήφθησαν στην αγωγή και αποτελούν και βάση για τους ανωτέρω υπολογισμούς και συνάγεται ότι συνομολογεί ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων έγινε νόμιμα και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκησή του δεν υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση εργασίας και ότι, συνεπώς, δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας, για τον χρόνο που τελούσαν σε επίσχεση εργασίας, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατόπιν αυτού, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της τότε εκκαλουμένης με αριθμό 1654/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε κατά τούτο, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, κατά το σχετικό κεφάλαιο, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 325, 329, 353 και 281 του Α.Κ., οι οποίες κατά περιεχόμενο αναλύονται στις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα, περί της μη συνδρομής περίπτωσης κατάχρησης της, υπό τις προπαρατεθείσες συνθήκες και περιστάσεις, άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, από μέρους των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 325, σε συνδυασμό με τα άρθρα 329, 353, 648, 656 και 281 του Α.Κ., απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε καταχρηστικά, καθόσον, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, το ως άνω δικαίωμα ασκήθηκε νόμιμα με δήλωσή τους προς την εναγομένη ότι απέχουν από την εκτέλεση της εργασίας τους, ώσπου αυτή να εκπληρώσει τις έναντι αυτών υποχρεώσεις της, συνέτρεχαν δε και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση του, εφόσον πραγματοποιήθηκε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεων τους, από την παροχή της εργασίας τους, τις οποίες καθυστερούσε σημαντικά και αδικαιολόγητα να καταβάλει η εργοδότρια επιχείρηση και, ως εκ τούτου, δεν υπερέβαινε τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ.

όρια. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επρόκειτο για κατ' εξαίρεση και βραχυχρόνια καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση, αλλά εντάσσετο σε συστηματική καθυστέρηση, από διετίας τουλάχιστον, που οφειλόταν σε διαρκή οικονομική αδυναμία της εναγομένης, οι ενάγοντες είχαν αξιώσεις από ληξιπρόθεσμες παροχές, οι οποίες ήταν σημαντικού ύψους, η καθυστέρηση καταβολής τους, μέχρι την άσκηση της επίσχεσης εργασίας, ανάγονταν σε μεγάλο χρονικό διάστημα και οι αποδοχές αυτές αποτελούσαν μέσο βιοπορισμού τους και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν η οικονομική αδυναμία της εναγομένης θα μπορούσε να αποδοθεί, κυρίως, για τα έτη 2010-2011, στην οικονομική κρίση που έπληξε τον κατασκευαστικό κλάδο, διότι όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, και υπό την εκδοχή αυτή, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η απαίτησή της, να εξακολουθούν οι ενάγοντες - εργαζόμενοι να παρέχουν την εργασία τους, χωρίς να πληρώνονται εμπρόθεσμα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων δεν ήταν δικαιολογημένη, εξαιτίας απρόβλεπτων περιστάσεων, συνδεόμενες με την οικονομική κρίση, που έπληξε τον κατασκευαστικό κλάδο και την ελληνική οικονομία εν γένει, όπως αβάσιμα υποστήριξε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, για το εάν η παράλειψή της να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν προϊόν κακοβουλίας ή δυστροπίας της και επομένως υπαιτιότητάς της. Ομοίως, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, να διαλάβει :

α) γιατί και με ποιο τρόπο το μέσο της επίσχεσης εργασίας, ήταν πρόσφορο για την εξασφάλιση των αξιώσεών τους από δεδουλευμένες αποδοχές, ως έμμεσο μέσο εξαναγκασμού της, με δεδομένο ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης, η εταιρεία βρισκόταν σε διαρκή αδυναμία πληρωμής τους και με ποιο τρόπο ο εξαναγκασμός της με επίσχεση σε εκπλήρωση υποχρεώσεων, που εκ των πραγμάτων αδυνατούσε να πραγματοποιήσει, εξυπηρετούσε τον σκοπό του δικαιώματος αυτού και καθιστούσε την άσκησή του σύμφωνη προς την καλή πίστη β) εάν οι ενάγοντες είχαν εξαντλήσει άλλα πρόσφορα μέσα προκειμένου να αξιώσουν τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, πριν καταφύγουν στο έσχατο μέσο της επίσχεσης εργασίας, γ) εάν η εναγομένη είχε υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων, δ) ποία ήταν η συστηματική καθυστέρηση αποδοχών από διετίας, ποια η ροή των από μέρους της καταβολών, κατά το προηγούμενο διάστημα της επίσχεσης, αλλά και μετά από αυτό για καθένα από τους ενάγοντες, ποιες οι ανάγκες τους και εάν είχαν εξαντλήσει τα όρια αντοχής τους, με βάση τις οικογενειακές και κοινωνικές τους ανάγκες, ε) με ποιον τρόπο και με ποια μέσα και χρηματοδοτικές ροές η εναγομένη θα κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων και στ) με ποιόν τρόπο η αξίωση μισθών υπερημερίας από το 2011 μεγάλου ύψους και ιδιαιτέρως πολλαπλάσια της αξίωσής τους για δεδουλευμένες αποδοχές, που προκαλούν τεράστια βλάβη στην ίδια τη βιωσιμότητά της, εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματός τους και καθιστούν νόμιμη και όχι καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός τους.

Και τούτο διότι, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, εκτίθεται σαφώς, δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά άλλων πρόσθετων περιστατικών, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Πέραν δε αυτών, οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτής στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσίβλητων και περί συνδρομής δυσβάστακτων συνεπειών στη λειτουργία της επιχείρησης από τη συσσώρευση απαιτήσεων του ευρισκομένου σε επίσχεση προσωπικού της, για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για τους εκτιθέμενους εκεί λόγους, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, υπό τις προαναφερόμενες σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίσχεση εργασίας, στην οποία οι ενάγοντες προέβησαν, για οφειλόμενες αποδοχές, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συγκεκριμένου δικαιώματος, απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτήν πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε το μεν αντιφατικές, το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, επί του πιο πάνω ζητήματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα "θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008).

Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008) αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004 Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014).

Εξάλλου, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009).

Εξάλλου, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα " ισχυρισμός, δηλαδή αυτός που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ολ. Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση έγγραφα, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1439/2019 Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 555/2019, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015, Α.Π. 354/2011, Α.Π. 993/2007, Α.Π. 1419/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους ενιαία εξεταζόμενους, δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, κατά την απόρριψη του προβληθέντος από αυτή ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εργαζομένων αντιδίκων της, όπως προβούν σε επίσχεση εργασίας, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε πρωτοδίκως και νομίμως επανέφερε στο Εφετείο, με τις από 16-11-2020 προτάσεις της ότι, δηλαδή η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους, έστω και αν ήταν, σε ορισμένες περιπτώσεις, αξιόλογη, δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει και σε απρόβλεπτες περιστάσεις και αντιξοότητες, συνδεόμενες με την οικονομική κρίση, που έπληξε τον κατασκευαστικό κλάδο και την ελληνική οικονομία εν γένει, γεγονός που ήταν γνωστό στους ενάγοντες, οι οποίοι γνώριζαν τις προσπάθειες του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας για συμφωνίες με Τράπεζες, αλλά και τις προσωπικές συναντήσεις του, με εκπροσώπους υπηρεσιών του Δημοσίου και λοιπών οφειλετών, από τους οποίους ζητούσε να εισπράξει τις απαιτήσεις της εταιρείας, ώστε να μπορέσει, στη συνέχεια, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους εργαζόμενους, τις Τράπεζες και τους λοιπούς δανειστές της.

Ειδικότερα υποστήριξε ότι, χωρίς υπαιτιότητά της, βρέθηκε ξαφνικά και απροειδοποίητα, κατά τα έτη 2010-2011 στη δίνη της οικονομικής κρίσης, με κατάρρευση του τζίρου της και την στέρηση της χρηματοδότησής της, ότι δεν ήταν δυνατό να προβλέψει τη διακοπή των εργασιών σε μεγάλα δημόσια έργα που αυτή εκτελούσε, το ανεκτέλεστο των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 25.000.000,00 ευρώ και τούτο από υπαιτιότητα αποκλειστικά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως για παράδειγμα του αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Πατρών, στην οποία απασχολούνταν άνω των 150 ατόμων, που βρέθηκαν χωρίς αντικείμενο εργασίας, ότι οι Τράπεζες, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, διέκοψαν κάθε χρηματοδότηση της εταιρείας, η οποία δεν διέθετε άλλους πόρους, με προσφυγή στους οποίους θα μπορούσε να καλύψει έστω και μέρος των οφειλομένων δεδουλευμένων, καθώς η ακίνητη περιουσία της ήταν υποθηκευμένη και δεν μπορούσε να λάβει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα.

Ότι οι αντίδικοι δεν στήριξαν την εταιρεία, αλλά αντίθετα προέβησαν σε συνδυασμένη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, επιπλέον δε άσκησαν νέα αίτηση πτώχευσης εις βάρος της. Ότι παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα και τους ελλιπείς διαθέσιμους πόρους που διέθετε, κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για οικονομική ανάκαμψη, προκειμένου να εξοφληθούν τουλάχιστον έναντι οφειλές προς τους ενάγοντες, για τον σκοπό δε αυτό, κατά το έτος 2014, αφού διαπραγματεύθηκε με το μεγαλύτερο μέρος των πιστωτών της συνήψε και εισήγαγε προς επικύρωση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συμφωνία εξυγίανσης με το 68,23% των πιστωτών της, καταθέτοντας την από 31-05-2015 Αίτηση άμεσης επικύρωσης Συμφωνίας εξυγίανσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 779/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που επικύρωσε την παραπάνω συμφωνία.

Οι επικαλούμενες ως άνω πλημμέλειες, στις οποίες, κατά τα διαλαμβανόμενα στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν "πράγματα", αλλά αρνητικούς της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί, δεν ιδρύουν τον, εκ του αριθμού 8 εδαφ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα περιστατικά αυτά (που αποτελούσαν μέρος της επικαλούμενης κατάχρησης του δικαιώματος των εργαζομένων, προς επίσχεση εργασίας) και απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης ως αβάσιμους, δεχόμενο ότι νόμιμα οι ενάγοντες αρνήθηκαν την εκπλήρωση της δικής τους παροχής και προχώρησαν, κατά τα προαναφερθέντα, σε επίσχεση εργασίας, απέχοντας από την εργασία τους, μέχρι αυτή να εκπληρώσει την υποχρέωση που τη βάρυνε, με την καταβολή των οφειλομένων ληξιπροθέσμων αξιώσεών τους Πέραν τούτου, με τις περί αντιθέτου παραδοχές, ότι η επίσχεση εργασίας των εναγόντων ήταν δικαιολογημένη και δεν ήταν αντίθετη στις επιταγές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης απορρίφθηκαν "εκ των πραγμάτων ".

Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου, που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα ", με διάταξή του ή αιτιολογία, που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς, όμως, να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ειδικότερα, επιδίκαση περισσότερο του αιτηθέντος συντρέχει και στην περίπτωση που, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σαν να ήταν καταψηφιστική (Α.Π. 1013/2013, Α.Π. 708/2008), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος, με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταψήφιση (Ολ. Α.Π. 9/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, διότι : α) ενώ ο τέταρτος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητος Χ. Β. του Ε., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά τη συζήτηση και επαναλήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις του, περιόρισε το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του, που αφορούσε αποδοχές υπερημερίας, συνολικού ύψους σαράντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα λεπτών (45.764,90), σε 44.676,34 ευρώ αναγνωριστικά και σε 1.088,56 ευρώ καταψηφιστικά και β) ενώ ο εικοστός πέμπτος και ήδη εικοστός έβδομος των αναιρεσιβλήτων Κ.

Ν. του Α., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά τη συζήτηση και επαναλήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις του περιόρισε επίσης το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του, που αφορούσε αποδοχές υπερημερίας, συνολικού ύψους είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (24.680,49) αναγνωριστικά, εντούτοις, το Εφετείο, με σχετικές διατάξεις :

α) αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στον τέταρτο των εναγόντων το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τριών ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (16.623,22) και υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων εκατόν σαράντα ενός ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (29.141,67) και β) αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στον εικοστό πέμπτο των εναγόντων και ήδη εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των δέκα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και δέκα επτά λεπτών (10.462,17) και υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (13.676,43).

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με αριθμό 1654/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, καταχωρηθείσα στα εν λόγω πρακτικά αλλά και με τις ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους, δήλωσαν ότι περιορίζουν το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να διαλάβει στο διατακτικό του διάταξη, με την οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον τέταρτο των εναγόντων το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι τριών ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (16.623,22) και υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων εκατόν σαράντα ενός ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (29.141,67) και β) αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στον εικοστό πέμπτο των εναγόντων και ήδη εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των δέκα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και δέκα επτά λεπτών (10.462,17) και υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (13.676,43) ευρώ, επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων, υποπίπτοντας έτσι στην από, τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους τέταρτο και εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κεφάλαια και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, κατά τα λοιπά, ως προς αυτούς και ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

Α.Π. 42/2005, Ολ. Α.Π. 41/2002, Ολ. Α.Π. 25/2001).

Στην κρινόμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τους τέταρτο και εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η επιδίκαση των αποδοχών υπερημερίας του επιδίκου χρονικού διαστήματος, κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά ένα μέρος αναγνωριστικά, σύμφωνα με τον, κατά τα άνω, περιορισμό των αρχικά καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής.

Ειδικότερα, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επιδικάστηκαν στους παραπάνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, παρά τον μερικό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής, χρηματικά ποσά πλέον των αιτηθέντων, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης, με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής και συνακόλουθα, δεκτής γενομένης της από 20-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65072/4382/03-07-2018 έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την αγωγή για αποδοχές υπερημερίας, ενόσω οι παραπάνω ενάγοντες τελούσαν σε επίσχεση εργασίας και, στη συνέχεια, αφού ερευνηθεί κατά το άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, η αγωγή τους, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ.

Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "να καταβάλει στον τέταρτο των εναγόντων και ήδη αναρεσίβλητο Χ. Β. του Ε. το ποσό των χιλίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (1.088,56) και, περαιτέρω, να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να καταβάλλει : α) στον τέταρτο των εναγόντων και ήδη αναρεσίβλητο Χ.

Β. του Ε. το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (44.676,34) και β) στον εικοστό πέμπτο των εναγόντων και ήδη εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων Κ. Ν. του Α. το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εκατόν τριάντα οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (24.138,60) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους πρώτο, πέμπτο, έκτο, ένατο, ενδέκατο δωδέκατο, δέκατο τέταρτο, εικοστό δεύτερο, εικοστό έκτο και τριακοστό πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ως προς τους Τ. Α. του Κ. Α. Β. του Α., Α. Γ. του Γ., Θ. Ζ. του Π., Α. Ζ. του Ν., Κ. Ζ. του Ν., Γ. Κ. του Α., Κ. Μ. του Α., Κ. Ν. του Γ. και Α. Χ. του Β.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.

Αναιρεί κατά ένα μέρος τη με αριθμό 765/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους τέταρτο και εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων Χ. Β. του Ε. και Κ. Ν. του Α., κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια, απορρίπτει δε, κατά τα λοιπά, ως προς αυτούς και ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρασταθέντες αναιρεσιβλήτους την από 21-09-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7325/910/23-09-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 633/2022 αίτηση αναίρεσης.

Κρατεί και δικάζει, ως προς τους τέταρτο και εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων, την από 20-06-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65072/4382/03-07-2018 έφεση, κατά της με αριθμό 1654/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την πιο πάνω απόφαση, ως προς τους ενάγοντες αυτούς, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Δικάζει την από 20-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 87644/2962/21-06-2013 αγωγή.

Δέχεται την αγωγή των εναγόντων αυτών.

Υποχρεώνει την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ. Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", να καταβάλει στον τέταρτο των εναγόντων και ήδη αναρεσίβλητο Χ. Β. του Ε. το ποσό των χιλίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (1.088,56), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση, ήτοι από την 1η ημέρα του επομένου μηνός ενός εκάστου μηνός υπερημερίας, από την 01-05 εκάστου έτους για τα δώρα εορτών Πάσχα και από την 01-01 εκάστου επομένου έτους για τα δώρα Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΔΡΑΣΗ - Χ. Ψ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", να καταβάλει : α) στον τέταρτο των εναγόντων και ήδη αναρεσίβλητο Χ. Β. του Ε. το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (44.676,34) και β) στον εικοστό πέμπτο των εναγόντων και ήδη εικοστό έβδομο των αναιρεσιβλήτων Κ.

Ν. του Α. το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εκατόν τριάντα οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (24.138,60) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση, ήτοι από την 1η ημέρα του επομένου μηνός ενός εκάστου μηνός υπερημερίας, από την 01-05 εκάστου έτους για τα δώρα εορτών Πάσχα και από την 01-01 εκάστου επομένου έτους για τα δώρα Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ