Supreme Court dismisses appeal on lease contract termination, ruling appellate court correctly applied substantive law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision regarding a long-term car lease dispute. The appellant argued the appellate court violated substantive law by accepting a verbal agreement that terminated the written lease, but the court found the lower court's reasoning sound. The appellate court correctly applied the principle of freedom of contract to validate the new verbal agreement, rendering the appeal inadmissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 166, 361, 561, 559, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A verbal agreement validly terminates a prior written lease contract under the principle of freedom of contract, and an appellate court's application of substantive law is not subject to review via appeal.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 940 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 940/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγγελική Τζαβάρα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Οικονομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ...ς και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν. Σ. του Α. ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Παπακωνσταντόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4307/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1135/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 628/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 4/9/2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την από 4-9-2018 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η ένδικη, από 1-2-2017 και με αριθμό κατάθεσης 790/68/2-2-2017 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση επ' αυτής της με αριθμό 628/2018 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφθέντος νομικού ζητήματος της καταχρηστικής προθεσμίας άσκησης της αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.
Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, με αριθμό 1135/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την από 4- 10-2010 και με αριθμό κατάθεσης 8323/6-10-2010 έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη, με αριθμό 4307/2009, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 5-2-2007 και με αριθμό κατάθεσης 29024/1448/8-2-2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 50/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η έκδοση της οποίας είχε βασισθεί στο από 6-4-2006 προσύμφωνο παραγγελίας αυτοκινήτου για μακροχρόνια εκμίσθωση και με την οποία η καθής η διαταγή πληρωμής, ήδη αναιρεσίβλητη, είχε διαταχθεί να καταβάλει στην αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 100.339,81 ευρώ, νομιμοτόκως, δέχθηκε την παραπάνω ανακοπή στην ουσία της και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης (20-2-2014), η οποία δεν επιδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018).
Η δε άσκηση της αναίρεσης δεν εμποδίζεται από την τυχόν δυνατότητα της αναιρεσείουσας να ασκήσει και αίτηση αναψηλάφησης κατά της προσβαλλομένης απόφασης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της αρχικής συζήτησης, διότι η αναψηλάφηση και η αναίρεση είναι αμφότερα έκτακτα, αλλά ανεξάρτητα μεταξύ τους ένδικα μέσα και, συνεπώς, είναι δυνατή η σύγχρονη ή διαδοχική άσκησή τους, η δε προθεσμία ή η άσκηση του ενός δεν αναστέλλει την προθεσμία, ούτε εμποδίζει την άσκηση ή τη συζήτηση του άλλου, παρά μόνο η παραδοχή του ενός καθιστά το άλλο ένδικο μέσο χωρίς αντικείμενο.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδετό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
II. Με τον ν.1665/1986 "Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της χρηματοδοτικής μισθώσεως, ένας σύγχρονος οικονομικός - νομικός θεσμός, γνωστός διεθνώς με τον όρο "leasing". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-3 του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 παρ. 1-6 του Ν.2367/1995, συνάγεται ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως μπορεί να συνάψει μόνο ανώνυμη εταιρία, που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών.
Η εταιρία αυτή υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση κινητού ή ακίνητου πράγματος, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτόν το δικαίωμα ή να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στην απόκτηση εκ μέρους του μισθωτή κεφαλαιουχικών αγαθών μεγάλης αξίας, με ολική χρηματοδότηση της αξίας τους από την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία αγοράζει το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος της μισθωτής, και το παραχωρεί κατά χρήση σ' αυτόν, ενδιαφερόμενη μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου, πλέον του κέρδους της, που επιτυγχάνεται με την είσπραξη του μισθώματος που συμφωνήθηκε.
Στο βασικό τύπο της χρηματοδοτικής μισθώσεως ο υποψήφιος επαγγελματίας, που χρειάζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του ορισμένο κεφαλαιουχικό αγαθό, απευθύνεται στον αντίστοιχο επιχειρηματία, που εμπορεύεται το αγαθό αυτό, και διαπραγματεύεται μαζί του την τιμή, τις τεχνικές προδιαγραφές και γενικότερα οτιδήποτε έχει σχέση με το εν λόγω αγαθό.
Ακολούθως, προσφεύγει σε μία ανώνυμη εταιρία η οποία αγοράζει το αγαθό, που της υπέδειξε ο επιχειρηματίας, καταβάλλοντος το τίμημα. Η εταιρία δίνει εντολή στον προμηθευτή να παραδώσει κατευθείαν το πράγμα στον ενδιαφερόμενο, με τον οποίο έχει συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση. Η παραχώρηση της χρήσεως του πράγματος γίνεται έναντι μισθώματος.
Έτσι, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μισθώσεως πράγματος, αλλά σύνθετη σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: 1) συμβάσεως μισθώσεως, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, 2) συμβάσεως εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, 3) συμβάσεως εκχωρήσεως της απαιτήσεως από την εταιρία - εκμισθώτρια προς το μισθωτή, την οποία έχει αυτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πωλήσεως, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις, ως δικαιούχος, να εξαναγκάζει τον προμηθευτή - πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεών του.
Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων (λόγω υπάρξεως ελαττωμάτων ή ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.λ.π) και όχι για τη μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και 4) συμφώνου προαιρέσεως, συμφωνίας δηλαδή μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντος και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Η σύμβαση μίσθωσης και η πώληση αποτελούν δυο ξεχωριστές συμβάσεις, με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, δηλαδή υπάρχει τριγωνική απλή σχηματική σχέση και όχι τριμερής. Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μισθώσεως) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πωλήσεως, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται:
α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κλπ εκχωρούνται στο μισθωτή.
Έτσι, ενώ ο μισθωτής, κατά κανόνα, δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί, ασκώντας αυτά στο όνομά του και για λογαριασμό του, να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, ζητώντας π.χ.
την αποκατάσταση της δικής του ζημίας, αφού η σύμβαση εκχωρήσεως, ως εκποιητική δικαιοπραξία, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα όχι την ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρεώσεως από τον εκχωρητή, αλλά την απώλεια της απαιτήσεως γΓ αυτόν υπέρ του εκδοχέα (ΑΠ 1320/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των " άρθρων 1 παρ.3 του Ν. 1665/1986, που ορίζει ότι η σχετική σύμβαση, καθώς και κάθε τροποποίησή της καταρτίζεται υποχρεωτικά, στην περίπτωση ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, στις δε άλλες περιπτώσεις με ιδιωτικό έγγραφο, 158, 159, 164, 166 ΑΚ, προκύπτει ότι στον ίδιο τύπο συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η οριστική σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά και η σύμβαση με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν την οριστική αυτή σύμβαση (προσύμφωνο), ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της.
Στον ίδιο τύπο υποβάλλονται και οι συμφωνίες με τις οποίες τροποποιείται η εν λόγω σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για όρους, με τους οποίους αυτή καταργείται ολικά ή μερικά ή περιορίζεται η ενέργειά της ή με τους οποίους γίνεται παραίτηση από όρο αυτής. Έτσι, η κατάργηση προσυμφώνου, για την κατάρτιση του οποίου απαιτείται η τήρηση τύπου, μπορεί να γίνει και ατύπως (ΑΠ 1397/2017, ΑΠ 1376/1982, ΑΠ 1005/1979).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον αριθμό 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν.4335/2015 και ήταν εφαρμοστέα από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα του χρόνου δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (13-10-2009), το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.
Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 38 Ν.3994/2011, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ, ποσό που αναπροσαρμόσθηκε στις 20.000 ευρώ, μετά την αντικατάστασή του με το πιο πάνω άρθρο.
Κατά δε τις διατάξεις των παραγράφων 1, περίπτωση γ και δ και 2 του άρθρου 394 Κ.Πολ.Δ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τον αριθμό 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του Ν. 4335/2015, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, α)...., β)...., γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία, δ) αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.
Όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για τη δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 1 εδαφ.γ'.
III. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ιδρύεται αν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2017). Η εκδίκαση δε της διαφοράς κατά την προσήκουσα διαδικασία δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 591 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τον αριθμό 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015, που όριζε ότι αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται. Το ίδιο, άλλωστε, ορίζεται με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου και μετά την πιο πάνω αντικατάστασή του.
Συνεπώς η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, ενώ μόνο αν λόγω λανθασμένης διαδικασίας και εφόσον η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν εφαρμόστηκε συγκεκριμένος δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και ο οποίος, προδήλως, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, δημιουργουμένης έτσι δικονομικές παράβασης, μπορεί να ιδρυθεί κάποιος λόγος αναίρεσης υπό του περιοριστικώς απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 402/1981, ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1596/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, διότι, ενώ η ένδικη διαφορά που απορρέει από προσύμφωνο μακροχρόνιας εκμίσθωσης αυτοκινήτου (λειτουργική χρηματοδοτική μίσθωση - operating leasing) υπαγόταν στην τακτική διαδικασία, ως μικτή σύμβαση, το Εφετείο δίκασε την έφεση κατά της με αριθμό 4307/2009 εκκαλούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.
Κ.Πολ.Δ), την οποία είχε εφαρμόσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 650 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και να δεχθεί έτσι τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί δήθεν προφορικής συμφωνίας λύσης του προσυμφώνου, ενώ έπρεπε να τηρήσει την προσήκουσα τακτική διαδικασία και να εφαρμόσει τις αυστηρότερες για την ανακόπτουσα διατάξεις των άρθρων 393, 445 και 447 Κ.Πολ.Δ.
Ότι ένεκα τούτων η εκδίκαση της έφεσης κατά την ειδική, αντί της προσήκουσας τακτικής διαδικασίας, καθιστά απαράδεκτη τη συζήτησή της και την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όμως, αφού το είδος της διαδικασίας δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η μη τήρησή της δεν μπορεί να ιδρύσει την αναιρετική πλημμέλεια που επικαλείται η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ο λ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ο λ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 11α' Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή μέσα που δεν προβλέπονται από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ, ή από άλλες ειδικότερες διατάξεις, ή δεν προβλέπονται για την συγκεκριμένη περίπτωση (άρθρα 393, 394 Κ.Πολ.Δ), όπως επίσης και το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβλέπεται μεν από κάποια διάταξη, πλην όμως δεν τηρήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη αυτού από το δικαστήριο (ΑΠ 314/2016, ΑΠ 1312/2002).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ εξαιρετικές περιπτώσεις, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη (562 παρ.2) καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, την οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1132/2013, ΑΠ 835/2008).
Πάντως και στις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή όταν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, για να καθίσταται παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής τους (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017).
V. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 1135/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, όπως εκτιμώνται, κατά το λόγο γνώσης και αξιοπιστίας τους, καθώς επίσης και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χρησίμων άλλων για άμεση απόδειξη και άλλων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (336 παρ.3, 338, 339 του Κ.Πολ.Δ), σε μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως ...
σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρ. 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: Η ανακόπτουσα ετερόρρυθμη εταιρεία ενδιαφερόταν να προβεί στη μακροχρόνια μίσθωση ενός I X.Ε αυτοκινήτου, μάρκας BMW, τύπου Χ5, Exclusive Black Edision 4.400 κ.ε. Έτσι απευθύνθηκε στην καθ' ης ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται μεταξύ των άλλων και στον τομέα εκμίσθωσης αυτοκινήτων, προκειμένου να προμηθευθεί η τελευταία το εν λόγω αυτοκίνητο από την εισαγωγική εταιρεία, με την επωνυμία "...
ΑΕ" και στη συνέχεια να της το εκμισθώσει. Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, η καθ' ης απέστειλε στην ανακόπτουσα την από 6-4-2006 διορθωτική προσφορά για μακροχρόνια εκμίσθωση αυτοκινήτου με την ένδειξη ....KE, στην οποία σημειώνονται αναλυτικά το προς εκμίσθωση αυτοκίνητο, τελικής αξίας 107.802 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π Α, καθώς και οι όροι της σύμβασης μίσθωσης, που επρόκειτο να καταρτιστεί μεταξύ τους (διάρκεια, μίσθωμα, τρόπος πληρωμής, αξία εξαγοράς κατά τη λήξη της σύμβασης, συντήρηση, ασφάλιση κ.λ.π).
Πρέπει να σημειωθεί ότι την προσφορά αυτή υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας εταιρείας Ν. Σ., που ενεργούσε για λογαριασμό αυτής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε στην Αγία Παρασκευή το από 6-4-2006 προσύμφωνο παραγγελίας αυτοκινήτου, που προοριζόταν για μακροχρόνια μίσθωση.
Με αυτό ο παραπάνω νόμιμος εκπρόσωπος επιβεβαίωσε την εν λόγω παραγγελία και παράλληλα χορήγησε την εντολή στην καθ' ης να προβεί για λογαριασμό της στην παραγγελία αυτού από την ανώνυμη εισαγωγική εταιρεία "... ΑΕ", ώστε να προχωρήσει η διαδικασία εισαγωγής του. Ειδικότερα με το ως άνω προσύμφωνο η ανακόπτουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στη μίσθωση του αυτοκινήτου με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που εκτίθενται στην προαναφερόμενη προσφορά, καθώς και να παραλάβει τούτο εντός 96 ωρών από την έγγραφη ενημέρωσή της από την καθ' ης ότι το αυτοκίνητο είναι έτοιμο προς χρήση.
Μάλιστα συμφωνήθηκε ότι η ανακόπτουσα σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της παραλαβής του αυτοκινήτου εντός 96 ωρών από την έγγραφη ενημέρωσή της, υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης κάθε ποσό, που η τελευταία κατέβαλε, προκειμένου να αποκτήσει το εν λόγω αυτοκίνητο για λογαριασμό της. Επιπρόσθετα με ιδιαίτερο όρο του εν λόγω προσυμφώνου ρυθμίστηκε και το προηγούμενο στάδιο της παράδοσης του αυτοκινήτου προς χρήση, δηλαδή αυτό της αναμονής της άφιξης του αυτοκινήτου, και ορίστηκε ότι σε περίπτωση που κατά το στάδιο αυτό η ανακόπτουσα για οποιοδήποτε λόγο αποφασίσει ότι δεν επιθυμεί την ενοικίαση του ως άνω αυτοκινήτου ή εν γένει σε οποιαδήποτε απόφασή της, που μπορεί να προκαλέσει οικονομική ζημία στην καθ' ης, τότε η ανακόπτουσα θα υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης κάθε ποσό που η τελευταία κατέβαλε για την απόκτηση αυτού (αυτοκινήτου).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καθ' ης ανώνυμη εταιρεία παρήγγειλε το εν λόγω αυτοκίνητο στην εταιρεία "... ΑΕ", η οποία εισήγαγε τούτο τον Ιούλιο του 2006 για λογαριασμό της, ενημερώνοντάς την γι' αυτό. Ακολούθως, η τελευταία με την από 26-7- 2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, που επέδωσε στην ανακόπτουσα την ίδια ημέρα (βλ.
την προσκομιζόμενη με αριθμό .../26-7-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Λ.), δήλωσε σ' αυτήν ότι το αυτοκίνητο θα είναι έτοιμο προς χρήση στις 31-7-2006, ημέρα Δευτέρα και ώρα 16.00 και κάλεσε αυτήν να το παραλάβει από την παραπάνω εισαγωγική εταιρεία, που εδρεύει στην ... και επί της ...
μέσα σε διάστημα τεσσάρων (4) ημερών από τη λήψη αυτής (εξώδικης δήλωσης), ήτοι μέχρι τις 4/8/2006 και ώρα 16.00, υπογράφοντας ταυτόχρονα τη σχετική σύμβαση μακροχρόνιας εκμίσθωσης, με την υπόμνηση ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης θα έπρεπε να καταβάλει τη συμφωνηθείσα εγγυοδοσία για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, ύψους 26.362,95 ευρώ, το πρώτο μηνιαίο μίσθωμα, καθώς και τα έξοδα φακέλου.
Ακόμη, με την ως άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση η καθ' ης δήλωσε σ' αυτήν (ανακόπτουσα) ότι σε περίπτωση άρνησης παραλαβής του ως άνω αυτοκινήτου, θα ασκούσε όλα τα δικαιώματά της από το από 6-4-2006 προσύμφωνο παραγγελίας αυτοκινήτου, προς ανόρθωση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας της, υπενθυμίζοντας ο' αυτήν ότι με ρητό όρο του εν λόγω προσυμφώνου συμφωνήθηκε ρητά ότι "εάν ο δεύτερος των συμβαλλομένων (ήτοι η ανακόπτουσα) αρνηθεί να παραλάβει το αυτοκίνητο εντός 96 ωρών από την έγγραφη ενημέρωσή του από την ... (καθ' ης), τότε θα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει κάθε ποσό, που η ...
κατέβαλε, προκειμένου να αποκτήσει το αυτοκίνητο για λογαριασμό του". Η ανακόπτουσα δεν ανταποκρίθηκε στην ως άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της καθ' ης και έτσι η τελευταία κοινοποίησε σ' αυτήν στις 6-9-2006 την από 5-9-2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό .../6-9-2006 έκθεση επίδοσης του παραπάνω δικαστικού επιμελητή), με την οποία την κάλεσε εκ νέου να παραλάβει το παραπάνω αυτοκίνητο, που είναι έτοιμο προς χρήση, από την εταιρεία "...
ΑΕ", που έχει την έδρα της στη ... και επί της ..., εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από τη λήψη της εξώδικης δήλωσης, υπογράφοντας ταυτόχρονα τη σχετική σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης και δηλώνοντας ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας, αποδεσμεύεται χωρίς άλλη ειδοποίηση ή όχληση από τις απορρέουσες από το εν λόγω προσύμφωνο παραγγελίας αυτοκινήτου υποχρεώσεις της και ότι θα διεκδικήσει δικαστικά κάθε ποσό που δικαιούται σύμφωνα με αυτό (προσύμφωνο), ασκώντας όλα τα δικαιώματά της, προς ανόρθωση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας της.
Εν τω μεταξύ, στις 24-8-2006, η καθ' ης κατέβαλε το τίμημα του αυτοκινήτου στην εταιρεία "... ΑΕ", ύψους 100.339,81 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο με αριθμό .../27-7-2006 τιμολόγιο της εταιρείας ... ΑΕ, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη με αριθμό ...24-8-2006 απόδειξη εισπράξεως αυτής), ενώ στις 12-10-2006 αναγκάστηκε, ενόψει των προεκτεθέντων, να μεταβιβάσει τούτο σε τρίτο (Κ.
Α.), έναντι τιμήματος, ανερχομένου στο ποσό των 70.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π Α. (βλ. το με αριθμό ...-10-2006 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της καθ' ης ανώνυμης εταιρείας). Ακολούθως ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης με αριθμό 50/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 100.339,81 ευρώ, ως κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων.
Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής με την από 17- 1-2007 επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 24- 1-2007. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής η ανακόπτουσα άσκησε την από 5-2-2007 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδιώκει την ακύρωση αυτής, ισχυριζόμενη με τον πρώτο λόγο της ότι η μεταξύ αυτής και της καθ' ης σύμβαση λύθηκε με κοινή συμφωνία, δέκα μέρες μετά την κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου παραγγελίας αυτοκινήτου και ως εκ τούτου ουδεμία αξίωση της καθ' ης υφίσταται σε βάρος της από το εν λόγω προσύμφωνο, που είχε πριν την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής καταστεί ανίσχυρο.
Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συνεργασία και στο παρελθόν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι είχαν καταρτιστεί δύο τέτοιες συμβάσεις μακροχρόνιας εκμίσθωσης αυτοκινήτων, οι οποίες εξελίχθηκαν απολύτως ομαλά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας πληροφορήθηκε ότι στην αγορά επρόκειτο να κυκλοφορήσει νέο μοντέλο του παραπάνω αυτοκινήτου.
Για το λόγο αυτό, επικοινώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης και ζήτησε την ακύρωση της ως άνω παραγγελίας, επιφυλασσόμενος για την κατάρτιση σύμβασης με αντικείμενο το καινούργιο μοντέλο του αυτοκινήτου, το οποίο επρόκειτο να κυκλοφορήσει. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση, για την οποία όμως δεν καταρτίστηκε έγγραφο, λόγω της προηγούμενης καλής συνεργασίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε.
Εξάλλου ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι απαραίτητος όρος για την επέλευση λύσης της εν λόγω σύμβασης (προσυμφώνου) είναι η υπογραφή έγγραφου συμφωνητικού λύσης - διακοπής κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον στην ένδικη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η τήρηση εγγράφου τύπου. Επιπρόσθετα η επικαλούμενη εκ μέρους της τακτική περί τήρησης εγγράφου τύπου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη περίπτωση.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή τη συμφωνία επικαλέστηκε η ανακόπτουσα, όταν κλήθηκε από την καθ' ης να παραλάβει το παραπάνω αυτοκίνητο, με την από 12-9-2006 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 18-9-2006 (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό .../18-9-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η.
Κ.). Συγκεκριμένα με την ως άνω εξώδικη απάντηση ισχυρίστηκε ότι δέκα (10) ημέρες μετά την υπογραφή του εν λόγω προσυμφώνου συμφώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης τη λύση της σύμβασης, κατόπιν της πληροφόρησής του ότι στις αρχές του έτους 2007 θα κυκλοφορούσε στην ελληνική αγορά το νέον μοντέλο του ιδίου αυτοκινήτου, για το οποίο ενδιαφερόταν και ζήτησε απ' αυτήν (καθ' ης) να την ενημερώσει για το χρόνο που θα είναι σε θέση να δεχθεί προσύμφωνο παραγγελίας του νέου μοντέλου αυτοκινήτου.
Τα παραπάνω ενισχύθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρος της ανακόπτουσας, ο οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι ήταν παρών όταν δέκα ημέρες μετά την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου παραγγελίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας τηλεφώνησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της καθ'ης και ακύρωσε προφορικά την παραγγελία του παραπάνω αυτοκινήτου, ενόψει της κυκλοφορίας του νέου μοντέλου τον 10/2006, το οποίο σημειωτέον κυκλοφόρησε τελικώς το Νοέμβριο του ιδίου έτους (2006).
Ο τελευταίος (νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης) μάλιστα στην ανώμοτη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχτηκε ότι η ανακόπτουσα τους είχε δηλώσει ότι δεν θέλει το αυτοκίνητο, τοποθετεί όμως το γεγονός αυτό χρονικά τον Ιούνιο του 2006, κάτι το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε. Ενόψει των προεκτεθέντων, εφόσον η παραπάνω σύμβαση λύθηκε με κοινή συμφωνία των διαδίκων, ουδεμία αξίωση της καθ' ης υφίσταται σε βάρος της ανακόπτουσας από το εν λόγω προσύμφωνο.
Κατά συνέπεια η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση το εν λόγω προσύμφωνο παραγγελίας, είναι άκυρη και ο πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος και συνακόλουθα η κρινόμενη ανακοπή στην ουσία της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο συναφής λόγος εφέσεως της ανακόπτουσας, ήδη εκκαλούσας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και συνακόλουθα η κρινόμενη έφεση στην ουσία της.
Περαιτέρω, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο, για να εκδικαστεί στην ουσία της η ανακοπή, πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η ανακοπτομένη με αριθμό 50/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγω αυτής".
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προς απόδειξη της λύσης της σύμβασης που είχε καταρτισθεί με το από 6-4-2006 προσύμφωνο χρηματοδοτικής μίσθωσης, ενώ δεν ήταν επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, κατά την αρμόζουσα τακτική διαδικασία, διότι η αρχική συμφωνία είχε καταρτισθεί εγγράφως, το αντικείμενο της σύμβασης υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ και δεν συντρέχει κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 394 Κ.Πολ.Δ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Επίσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 12-9-2006 εξώδικη απάντηση της ανακόπτουσας, κατά παράβαση του άρθρου 447 Κ.Πολ.Δ, διότι αυτή ως ιδιωτικό έγγραφο παρέχει απόδειξη μόνο σε βάρος του εκδότη της και έτσι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι πρωτίστως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι η αιτούσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλλει στο Εφετείο ισχυρισμό περί απαραδέκτου των παραπάνω αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε δε περίπτωση και με την εκδοχή ότι προσήκουσα ήταν η τακτική διαδικασία, ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του, του εμμάρτυρου αποδεικτικού μέσου, τυγχάνει αβάσιμος, διότι ισχύει η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 394 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ, καθόσον πρόκειται για εμπορική συναλλαγή, που δικαιολογεί τη χρήση του εμμάρτυρου μέσου για την απόδειξη της λύσης της σύμβασης, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία από τα οποία μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 394 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1722/2014), σημειουμένου άλλωστε ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία είναι εμπορική κατά το τυπικό σύστημα (άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.3604/2007).
Ο ίδιος δε λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του για λήψη υπόψη της από 12-9-2006 εξώδικης δήλωσης κατά παράβαση του άρθρου 447 Κ.Πολ.Δ, είναι και αβάσιμος διότι το αμέσως παραπάνω άρθρο αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη των ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία από την άποψη αυτή εμπίπτουν στην έννοια του μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου, ως προς το περιεχόμενο τους υπέρ του εκδότη τους (ΑΠ 585/2013) και στην ένδικη περίπτωση, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή του με τον αριθμό 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν. 4335/2015, ήταν επιτρεπτή κατά την τακτική διαδικασία η λήψη αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ σχετικά με το εμμάρτυρο μέσο.
VI. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559, ισχυριζόμενη ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη λύση της σύμβασης, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011), είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε τις πραγματικές της παραδοχές.
VII. Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ η αναιρεσείουσα βάλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενη ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση του από 6-4-2006 προσυμφώνου μακροχρόνιας μίσθωσης και τη συμφωνία λύσης της σύμβασης αυτής δέκα (10) ημέρες μετά την κατάρτισή της, καθώς και ασαφείς και μη πλήρεις αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αυτό, ώστε να στερείται νόμιμης βάσης και να καθίσταται έτσι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ που εφαρμόστηκε.
Στις πιο πάνω πραγματικές της παραδοχές, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς καμμία αντίφαση αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα ουσιώδη ζητήματα της κατάρτισης του προσυμφώνου μακροχρόνιας μίσθωσης (άρθρο 166 ΑΚ) και της άτυπης κατάργησης της σύμβασης αυτής με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, χωρίς να είναι αναγκαία κατά νόμο η τήρηση έγγραφου τύπου προς τούτο, δέχθηκε, δηλαδή, νεώτερη καταργητική έγκυρη συμφωνία στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) σε βαθμό που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την συνδρομή των όρων των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση του και ο λόγος αυτός της αίτησης με τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, να πλήξει την ανεξέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι αβάσιμος.
VIII. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, η αναιρεσείουσα κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 389 και 404, 405 ΑΚ, τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, το Εφετείο δεν εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, διότι στο επίδικο προσύμφωνο η αναιρεσίβλητη δεν είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα υπαναχώρησης και δη αζημίως, αλλά και σε καταφατική περίπτωση εξακολουθεί να οφείλει ως ποινική ρήτρα το ποσό των 100.339,81 ευρώ που καταβλήθηκε για την αγορά του αυτοκινήτου. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του από 6-4-2006 προσυμφώνου μακροχρόνιας μίσθωσης αυτοκινήτου, σχετικά με τα ζητήματα της δυνατότητας ακύρωσής του και των συνεπειών παράβασης των όρων του. Οι παραπάνω λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και πέμπτος, καθίστανται αλυσιτελείς, διότι στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση της ύπαρξης σύμβασης σε ισχύ, που περιλήφθηκε τον τύπο του προσυμφώνου (άρθρο 166 Κ.Πολ.Δ), ενώ κατά τις προεκτεθείσες ορθές και πλήρως αιτιολογημένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω σύμβαση είχε λυθεί με νεώτερη, έγκυρη, συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1135/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ