Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling employer liable for termination damages despite employee's work stoppage.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's judgment in a labor dispute involving unpaid wages and termination damages. The employees had withheld work due to unpaid salaries, while the employer claimed this constituted a tacit resignation and that the employees' subsequent absence was unjustified. The court ruled that the employer's failure to pay severance and the employees' right to withhold work meant the employer remained liable for termination compensation regardless of the work stoppage.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 648, 325, 329, 353, 656 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An employer remains liable for termination damages even if the employee's work stoppage is justified by unpaid wages, as the employer's conduct may constitute a tacit resignation without absolving them of statutory severance obligations.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 940 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 940/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον Κορυδαλλό, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παντελεήμονος Ραβδά και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1.Θ. Σ. συζ. Π.Π., κατοίκου ..., 2.Π. Τ. συζ. Ε. Κ., κατοίκου ..., 3.Ε. Σ. συζ. Φ. Κ., κατοίκου ..., 4.Α. Ν. του Ν., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν άπαντες δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Καπούδα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4374/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 417/2014 Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 1-12-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 28-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 1-12-2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ 417/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 1502/2010).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της- εργαζόμενος.
Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η δήλωσή του για λύση της συμβάσεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτό το λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014).
2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι η εναγομένη άρχισε από το έτος 2009, περίπου, να καθυστερεί και στη συνέχεια να μην καταβάλει πλήρεις τις αποδοχές των μισθωτών της, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι ενάγοντες.
Ότι, ειδικότερα, άρχισε να μην καταβάλει τις αποδοχές της πρώτης ενάγουσας από το μήνα Μάρτιο του έτους 2010, της δεύτερης ενάγουσας από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2010, της τρίτης ενάγουσας από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2010 και του τέταρτου ενάγοντος από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009. Ότι, αν και οι ενάγοντες επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκαν στην εναγομένη, η τελευταία προέβη, κατά διαστήματα, σε μερικές μόνο καταβολές προς τις τρεις πρώτες ενάγουσες, οι οποίες (καταβολές) ήσαν ασήμαντες, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών, οικογενειακών και οικονομικών αναγκών των τελευταίων, για τις οποίες (όπως εξάλλου και για τον τέταρτο ενάγοντα) ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός αποτελούσε μέσο βιοπορισμού.
Ότι για το λόγο αυτό οι τελευταίοι, αντιμετωπίζοντας πλέον πρόβλημα επιβίωσης, προέβησαν σε δήλωση επίσχεσης εργασίας την 2-6-2010, επιδίδοντας το σχετικό έγγραφο στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Νίκαιας. Ότι, παρά την ως άνω επίσχεση εργασίας, η εναγομένη συνέχισε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, οπότε οι ενάγοντες επέδωσαν στην τελευταία την από 31-5-2011 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία δήλωσαν ότι θεωρούν την υπερημερία της ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και αξίωσαν τους μέχρι τότε μισθούς υπερημερίας, αλλά και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ότι οι ενάγοντες άσκησαν την από 2-7-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία συζητήθηκε την 21-10-2010 και επ’ αυτής εκδόθηκε η 1513/2011 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει: α) στην ενάγουσα Θ. Σ. το συνολικό ποσό των 6.098,94 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2010 και υπόλοιπο αποδοχών Φεβρουαρίου 2010, β) στην ενάγουσα Π.
Τ. το συνολικό ποσό των 10.452,88 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου 2010, υπόλοιπο αποδοχών Ιανουαρίου 2010 και επίδομα ισολογισμού για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, γ) στην ενάγουσα Ε. Σ. το συνολικό ποσό των 14.703,08 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2010, καθώς και επίδομα ισολογισμού για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 και δ) στον ενάγοντα Α.
Ν. το συνολικό ποσό των 46.900 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Οκτωβρίου 2009, δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2009 έως και Μαΐου 2010, επίδομα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009. Ότι, η επίσχεση εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα, εφόσον είχαν αξιώσεις από ληξιπρόθεσμες παροχές, γεγονός που αποδέχεται και η ίδια η εναγομένη.
Ότι η τελευταία είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται στο χώρο της επί 35ετία, απασχολώντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις και ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη με όλους όσους συναλλασσόταν, πλην, όμως, από το έτος 2009, περίπου, άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης, που έπληξε την ελληνική οικονομία και ειδικότερα τον τομέα των κατασκευών.
Ότι η επιδείνωση των οικονομικών της ήταν ραγδαία και συγκεκριμένα μειώθηκαν δραστικά τα έσοδά της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τρίτους (εργαζόμενους, προμηθευτές, τράπεζες κλπ), χαρακτηριστικά δε αναφέρεται ότι, εκτός από τους ενάγοντες, και άλλοι εργαζόμενοι προέβησαν σε επίσχεση εργασίας και ακολούθως άσκησαν αγωγές, αξιώνοντας δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης ή και αποζημίωση απόλυσης.
Ότι, συγκεκριμένα, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας οι : Α. Β. την 11-2-2010, Η. Τ. και G. Z. την 6-9-2010, Μ. Α. την 31-5-2010 και Α. S. την 27-7-2Ο10, ενώ, ακόμη, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας την 15-9-2010 και οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο έργο "Κατασκευή Φράγματος Τριανταφυλλιάς Νομού Φλώρινας ΚΕ 2100", που εκτελούσε η τελευταία (βλ.
τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 573/2012 και 498/2012 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, τις 2563/2013, 5895/2013 και 1045/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και τις 143, 144/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας). Ότι, ενόψει των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη, κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-11-2010 αίτησή της, προκειμένου να υπαχθεί σε διαδικασία συνδιαλλαγής και να ληφθούν προληπτικά μέτρα, η οποία συζητήθηκε την 8-12-2010 και το ως άνω Δικαστήριο, με την 127/22-2-2011 απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση και διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.
Ότι, στη συνέχεια, οι ενάγοντες κατέθεσαν μαζί με άλλους 13 εργαζόμενους την από 1-5-2012 αίτησή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης η εναγομένη, καθώς δεν είχε επιτευχθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής, αφού είχε απορριφθεί η αίτηση του ορισθέντος με την άνω απόφαση μεσολαβητή για παράταση της προθεσμίας.
Ότι, περί τα τέλη του έτους 2012, η εναγομένη κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, που συνήψε με την εκ του νόμου προβλεπόμενη πλειοψηφία των πιστωτών της, κατά τη συζήτηση της οποίας (αίτησης) παρενέβησαν οι ενάγοντες και ζήτησαν να κηρυχθεί σε πτώχευση η αιτούσα -εναγομένη, διαφορετικά να γίνει δεκτή η αίτησή της με τον όρο να ικανοποιηθούν πλήρως οι εργατικές απαιτήσεις τους.
Ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με την 5943/2012 απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση, όπως και την παρέμβαση των εναγόντων (κατά το επικουρικό της αίτημα περί πλήρους ικανοποίησης των εργατικών απαιτήσεων) και επικύρωσε τη συμφωνία εξυγίανσης. Ότι η εναγομένη, που βρισκόταν σε κατάσταση επαπειλούμενης παύσης πληρωμών (και όχι σε παύση πληρωμών), με τις παραπάνω ενέργειές της και συγκεκριμένα τόσο με την αίτησή της, τη στηριζόμενη στην προϊσχύουσα διαδικασία συνδιαλλαγής, όσο και με την αίτησή της, που στηρίχθηκε στην ισχύουσα διαδικασία εξυγίανσης (του ν. 4013/2012 και του ν. 4072/2012, στην οποία μπορούν να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης οι εργατικές απαιτήσεις σε σύγκριση με άλλες, κατ’ απόκλιση από την ίση μεταχείριση των πιστωτών, η οποία δεν ίσχυε στη διαδικασία συνδιαλλαγής, όπως και έτυχαν στην προκείμενη περίπτωση), επιδίωξε και επέλεξε να μην πτωχεύσει, αλλά να διατηρήσει την επιχείρησή της, γεγονός που εξυπηρετεί την οικονομία και τους εργαζόμενους, αλλά και οδηγεί στη δημιουργία εισοδήματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ικανοποίηση των δανειστών.
Ότι, για τον ίδιο λόγο, κατέβαλε από την αρχή σημαντικές προσπάθειες για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, προσημειώνοντας ακίνητά της και προβαίνοντας σε μερικές καταβολές αποδοχών στους εργαζομένους της. Ότι, κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους, η εναγομένη, προκειμένου να διασφαλίσει την είσπραξη των αμοιβών της, επέλεξε, ορθά, την εξόφληση οφειλών της και μάλιστα μεγάλων ποσών στους εργαζόμενους στα έργα που είχε αναλάβει προκειμένου αυτά να περαιωθούν και να μην καθυστερήσουν.
Ότι η ενέργεια των εναγόντων να προβούν σε επίσχεση εργασίας δεν αιφνιδίασε την εναγομένη, δεδομένου ότι είχαν, ήδη, προηγηθεί οι επισχέσεις των άλλων εργαζομένων και υπήρχαν διαμαρτυρίες και οχλήσεις γενικά από όλους τους εργαζόμενους, αλλά και ειδικά από τους ενάγοντες, καθώς όλοι αντιμετώπιζαν πλέον πρόβλημα επιβίωσης.
Ότι η μάρτυρας της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε ότι μόνο η ίδια, που είναι σύζυγος του προέδρου της εταιρείας και ταμίας, είπε στους εργαζόμενους ότι "... ό,τι μπαίνει στην εταιρεία θα μοιράζεται" και στη συνέχεια αναφέρει αόριστα για μια συνάντηση με τον πρόεδρο της εταιρείας Κ.
Κ. την 4-10-2010. Ότι, από την ίδια κατάθεση, επίσης, προκύπτει ότι η εταιρεία θα προέβαινε σε απολύσεις εργαζομένων, αλλά δεν το έπραξε, "διότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις". Ότι η εναγομένη, όταν το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του έτους 2010 και το Μάρτιο του έτους 2011 συζητήθηκαν οι πρώτες αγωγές άλλων εργαζομένων, οι οποίοι είχαν, επίσης, προβεί σε επίσχεση εργασίας και αξίωναν τους μισθούς υπερημερίας, δεν πρόβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός τους, αφενός αποδεχόμενη το δίκαιο των αιτημάτων των εργαζομένων και αφετέρου διότι πίστευε ότι θα ανέκαμπτε οικονομικά.
Ότι οι ενάγοντες, λόγω της θέσης τους στην εταιρεία (λογιστήριο, γραμματεία, τμήμα προμηθειών), γνώριζαν ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, πλην, όμως, βλέποντας ότι υπήρχαν κέρδη στην εταιρεία και ότι αυτή εξακολουθούσε να ικανοποιεί πλήρως άλλους εργαζόμενους, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα στάση της τελευταίας, η οποία προφανώς θεωρούσε, αρχικά, ότι θα ανταπεξέλθει και ότι η αδυναμία της ήταν πρόσκαιρη, εκτίμησαν ότι έπρεπε να διασφαλίσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους.
Ότι, επομένως, η δήλωση επίσχεσης εργασίας τους δεν ήταν καταχρηστική τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2010, οπότε γνώριζαν ότι η εναγομένη υπέβαλε αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και για λήψη προληπτικών μέτρων. Ότι από αυτό το χρονικό σημείο και εντεύθεν η συνεχιζόμενη άρνησή τους να προσέρχονται στην εργασία τους κρίνεται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι ήταν σαφές πλέον αφενός μεν ότι η παράλειψη της εργοδότριας εναγομένης να τους απασχολεί δεν οφειλόταν σε κακοβουλία, δυστροπία και κακοπιστία της, αλλά σε υπαρκτή οικονομική αδυναμία λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της, αφετέρου δε ότι το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών τους, αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους για καταβολή των δεδουλευμένων και να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους.
Ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένσταση που πρόβαλε νόμιμα και παραδεκτά η εναγομένη είναι βάσιμη κατά ένα μέρος και από ουσιαστική άποψη και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την ως άνω ένσταση στο σύνολό της, κρίνοντας καταχρηστική την επίσχεση εργασίας για όλο το διάστημα που αυτή διήρκεσε, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμου που σχετικού λόγου έφεσης των εναγόντων.
Ότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες δικαιούνται μισθούς υπερημερίας με τα αναλογούντα δώρα και επιδόματα μέχρι τις 30-9-2010, ενώ για το μετέπειτα διάστημα η αγωγική τους απαίτηση είναι αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Ότι, συγκεκριμένα, δικαιούνται Α) η πρώτη ενάγουσα : 1) το συνολικό ποσό των 8. 526,80 ευρώ για τους μισθούς των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010 (2131,70 Χ 4 μήνες), 2) για αποδοχές αδείας 2010 το ποσό των 1875,89 ευρώ (2131,70 Χ 22/25 διότι έλαβε τρεις μέρες άδειας), 3) για επίδομα άδειας 2010 το ποσό των 1065,85 ευρώ (2131,70 Χ 1/2), 4) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 1345,53 ευρώ (2131,70:25Χ15,78 αναλογούντα ημερομίσθια στις ημέρες εργασίας από Μάιο - 31-12-2010), 5) για επίδομα αδείας 2011 το ποσό των 511,60 ευρώ (2131,70 Χ 6/25), Β) η δεύτερη ενάγουσα : 1) το συνολικό ποσό των 6301,44 ευρώ για τους μισθούς των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010 (1575,36 Χ 4 μήνες), 2) για επίδομα αδείας 2010 το ποσό των 787,68 ευρώ (1575,36 Χ 1/2), 3) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 994,37 ευρώ (1575,36:25 Χ 15,78 αναλογούντα ημερομίσθια), 4) για επίδομα αδείας 2011 το ποσό των 378,08 ευρώ (1575,36 Χ 6/25), Γ) η τρίτη ενάγουσα : 1) το συνολικό ποσό των 7745,16 ευρώ για τους μισθούς των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010 (1936,29 Χ 4 μήνες), 2) για επίδομα αδείας 2010 το ποσό των 968,14 ευρώ (1936,29 Χ 1/2), 3) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 1222,18 ευρώ (1936,29:25 Χ 15,78 αναλογούντα ημερομίσθια), 4) για επίδομα αδείας 2011 το ποσό των 464,70 ευρώ (1936,29 Χ 6/25), Δ) ο τέταρτος ενάγων : 1) το συνολικό ποσό των 12.800 ευρώ για τους μισθούς των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2010 (3200 Χ 4 μήνες), 2) για επίδομα Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 2019,84 ευρώ (3200 :25 Χ 15,78).
Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, για τους παραπάνω λόγους, πράγματι δεν μπορούσε να απασχολήσει τους ενάγοντες και να αποδεχθεί την εργασία τους και για το λόγο αυτό, εξάλλου, δεν τους απηύθυνε μέχρι σήμερα πρόσκληση προφορική ή γραπτή να επιστρέψουν στην εργασία τους αφού, όπως κατέθεσε και η μάρτυράς της, δεν προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων, διότι αντικειμενικά αδυνατούσε να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις.
Ότι, από τη συνολική θεώρηση της συμπεριφοράς της εναγομένης από την αρχή της επίσχεσης εργασίας και στη συνέχεια, μετά την επίδοση της εξώδικης δήλωσης, με την οποία η υπερημερία της θεωρήθηκε ως καταγγελία των επίδικων συμβάσεων εργασίας και μέχρι την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο η βούληση της τελευταίας για τη λύση των συμβάσεων εργασίας με τους ενάγοντες.
Ότι, από την άλλη πλευρά, οι ενάγοντες- εργαζόμενοι πράγματι καταχρηστικά εξακολούθησαν από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 και εντεύθεν την επίσχεση εργασίας τους και έκτοτε δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας εξ αυτού του λόγου, πλην, όμως, με την επίσχεση εργασίας εκδήλωσαν τη βούλησή τους να εμμείνουν στη σύμβαση εργασίας και όχι να τη λύσουν, λαμβανομένου υπόψη του ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η βούλησή τους να παραιτηθούν.
Ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εναγομένη, που είναι και εκείνη που φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο, κατήγγειλε σιωπηρά τις επίδικες συμβάσεις εργασίας και, συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Ότι, συγκεκριμένα, οι ενάγοντες δικαιούνται για την παραπάνω αιτία τα εξής κονδύλια :
Α) ή πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 27356,81 ευρώ, δεδομένου ότι είχε συμπληρώσει 15 έτη υπηρεσίας (2131,70Χ 11 Χ 1/6 αναλογία επιδόματος αδείας), Β) η δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16541,28 ευρώ, δεδομένου ότι είχε συμπληρώσει 13 έτη υπηρεσίας (1575,36 Χ 9 μισθούς Χ 1/6 αναλογία επιδόματος αδείας), Γ) η τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 47.439,10 ευρώ, δεδομένου ότι είχε συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας (1936,29 Χ 21 μισθούς Χ 1/6 αναλογία επιδόματος αδείας) και Δ) ο τέταρτος ενάγων το συνολικό ποσό των 33600 ευρώ, δεδομένου ότι είχε συμπληρώσει 12 έτη υπηρεσίας (3200 Χ 8 μισθούς Χ 1/6 αναλογία επιδόματος αδείας).
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους μισθούς υπερημερίας έως την 30-9-2010 και, περαιτέρω, τα ως άνω αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση απόλυσης. 3.
Επειδή, με την κρίση αυτή το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις ρηθείσες διατάξεις των άρθρων 167, 168, 325, 648 επ. και 669 παρ. 2 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι σαφώς προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εμφαίνεται ότι οι ενάγοντες είχαν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σε βάρος της εναγομένης, η οποία αδυνατούσε να τους καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2010 και τους μισθούς υπερημερίας από την επίσχεση εργασίας και έως την 30-9-2010.
Επίσης, από το ίδιο αιτιολογικό προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα μέχρι την επίδοση της εξώδικης δήλωσης από τους αναιρεσίβλητους προς αυτή, με την οποία της δήλωναν ότι θεωρούν ότι με τη συμπεριφορά της έχει καταγγείλει σιωπηρά τις μεταξύ τους υφιστάμενες σχέσεις εργασίας, δεν είχε εκδηλώσει, προκειμένου να άρει την υπερημερία της, την επιθυμία επιστροφής των εναγόντων στην εργασία τους και καταβολής, έστω και μέρους, των οφειλόμενων αποδοχών των τελευταίων.
Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε πρόθεση να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων της, στις οποίες, όμως, δεν προέβη διότι αδυνατούσε να καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις απόλυσης. Οι ενάγοντες χωρίς υπαιτιότητά τους υπέλαβαν ότι έχουν δικαίωμα να συνεχίσουν την επίσχεση εργασίας και μετά την 1-10-2010 και σε κάθε περίπτωση δεν απουσίαζαν αδικαιολόγητα από την εργασία τους εν όψει των ανωτέρω.
Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί αντισυμβατική η συμπεριφορά τους, η εναγομένη εργοδότρια, η οποία με τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της αναμφίβολα εκδήλωσε σιωπηρά τη βούλησή της για λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Η έλλειψη υπερημερίας της αναιρεσείουσας, την οποία επικαλείται αυτή για το χρονικό διάστημα από 1-10-2010 και εντεύθεν, είναι ουσιώδης μόνο για την πρώτη αγωγική βάση, δηλαδή την καταβολή μισθών υπερημερίας από μέρους της στους αναιρεσίβλητους λόγω της επίσχεσης εργασίας στην οποία προέβησαν και όχι για την αγωγική βάση της καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω της σιωπηρής εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν κάθε δικαίωμα να θεωρήσουν ως σιωπηρή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο επίδοσης της σχετικής δήλωσής τους προς αυτή.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφ’ ενός παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις, όσον αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, λόγω σιωπηρής εκ μέρους της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, διότι δεν ήταν αυτή υπερήμερη από την 1-10-2010 και εντεύθεν, αλλά οι αναιρεσίβλητοι, που είχαν προβεί καταχρηστικά σε επίσχεση εργασίας και αφ’ ετέρου [η προσβαλλόμενη απόφαση] έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο επέλευσης της ως άνω σιωπηρής καταγγελίας, καθόσον δεν προκύπτει πότε αυτή επήλθε, είναι αβάσιμοι. 4.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2014 για αναίρεση της 417/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015.- Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ