Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of proof that the defendant was served with notice.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment rendered in absentia because the appellant failed to prove the respondent was properly served. The respondent, a company, did not appear at the hearing, and the court found no evidence that the respondent had been notified of the appeal request or filed a nullity complaint. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the prerequisite conditions for admissibility were not met.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 108, 110, 498, 568, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered in absentia is inadmissible if the respondent has not been served with notice and has not filed a nullity complaint within the prescribed period.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 93 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/ΤΜ/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/7/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 764/2017, ΑΠ 1061/2010]. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 2004/11-11-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας, Χ.
Α., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 10-7-2019 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 166/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσίβλητης, έχει επιδοθεί σ' αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Επομένως η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία επί της υποθέσεως, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας στον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία δεν αρχίζει πριν την επίδοση της εκδοθείσας ερήμην του διαδίκου απόφασης, να αποκλείεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων, επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση [ΟλΑΠ 11/1998,15/2001].
Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Αν δεν συνομολογείται ή δεν προκύπτει η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως, τότε η αναίρεση είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 905/2014, ΑΠ 12/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της τότε εφεσίβλητης και νυν αναιρεσίβλητης και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 122/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βέροιας, έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ούτε αν η τελευταία έχει ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής της αποφάσεως.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον δεν προκύπτει για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της απούσης αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 166/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ