Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
939/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against second defendant not being a party to the original lower court proceedings.

Geschäftsnummer 939/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant sought to challenge a judgment involving two defendants, but the appeal was directed against a second defendant who was not a party to the original trial. The court ruled that appeals must be filed against those who were parties and co-defendants in the lower court proceedings. Consequently, the appeal was declared inadmissible due to the improper target of the challenge.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against those who were parties and co-defendants in the lower court proceedings, rendering an appeal against a non-party inadmissible.

Schlagwörter

KI-generiert
admissibility of appeal party status code of civil procedure improper defendant supreme court review strafrechtliche Sanktion Europäisches Mahnverfahren Vollzugsplan

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 691 paragraph 2 and 700 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 939 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 939/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΑΡΜΑΚ ΑΕ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ-ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ" η οποία εδρεύει στον 'Αγιο Ιωάννη Ρέντη και η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Φιλοξενίδη..

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4998/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1876/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του Δικ. επιμελητή Πειραιώς ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της δικασίμου 16-3-09 και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στον 2ο αναιρεσίβλητο Ψ2. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκε ο εν λόγω αναιρεσίβλητος, και πρέπει να προσχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι και επιπλέον αντίδικοι του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, είναι απαράδεκτη. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον απευθύνεται προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων Ψ2, μη διάδικο στην κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτη.

Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν υφίσταται η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο λόγος ανακοπής.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, ερευνώντας καθολικά και εξ' υπαρχής τη διαφορά, έλαβε υπόψη όλους τους λόγους της ανακοπής της αναιρεσείουσας, ειδικότερα δε έλαβε υπόψη και τον τρίτο λόγο της ανακοπής, τον οποίο αφού έκρινε ως ορισμένο και νόμω βάσιμο, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο και με τον οποίο ισχυριζότανε η αναιρεσείουσα ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης από τον καθού η ανακοπή σε ακίνητο του οφειλέτη, διότι ίσχυε προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, επί αιτήσεως αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ζητούσε την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, η ως άνω δε διαταγή απαγόρευε τη νομική μεταβολή των ακινήτων του οφειλέτη, μέχρι τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ που καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του ανωτέρω λόγου ανακοπής, είναι αβάσιμος.

Επειδή με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως εξ αυτής προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ως προς την εγγραφή των προσημειώσεων υποθηκών: Στα πλειστηριασθέντα ακίνητα του οφειλέτη Φ1 υπάρχουν τα ακόλουθα βάρη: α)υποθήκη στην Α σειρά υπέρ της Τράπεζας ΕΚΤΕ και ήδη ΕΤΕ για το ποσό των 1.200.000 δρχ., β) προσημείωση υποθήκης στη σειρά Β' υπέρ του Ψ2 για το ποσό των 50.000.000δρχ, γ) προσημείωση υποθήκης υπέρ του καθ' ου η ανακοπή Ψ1 στην Γ' σειρά η οποία γράφηκε στις 14-7-1998, για το ποσό των 36.000.000 δρχ.

και δ)προσημείωση υποθήκης, Δ' σειρά, υπέρ της ανακόπτουσας, η οποία γράφηκε στις 16-7-1998, για το ποσό των 60.000.000 δρχ. Μετά τον πλειστηριασμό και με βάση το υπόλοιπο πλειστηρίασμα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε στον πίνακα τους ακόλουθους πιστωτές α)την ΕΤΕ ως ενυπόθηκη δανείστρια στην Α σειρά για το ποσό των 614.791 δρχ.

β)τον καθ' ου η ανακοπή, ως ενυπόθηκο δανειστή στην Β' σειρά για το ποσό των 36.000.000 δρχ. και γ)την ανακόπτουσα, ως προσημειούχο πιστώτρια, στη Δ' σειρά για το ποσό των 9.118.899 δρχ. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή προέρχεται από τη με αριθμό ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 36.500.000 δραχμών, που εξέδωσε ο οφειλέτης Φ1 στις 31-3-1998, σε διαταγή του ..., ο οποίος τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον καθ' ου η ανακοπή Ψ1.

Η επιταγή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα, στις 6-4-1998, πλην όμως δεν πληρώθηκε, διότι ήταν ακάλυπτη. Για τον λόγο αυτόν ο καθ' ου η ανακοπή εξέδωσε σε βάρος του πιο πάνω οφειλέτη τη με αριθμό 9941/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επέδωσε στον οφειλέτη Φ1, για πρώτη φορά στις 14-7-1998 και για δεύτερη φορά στις 7-1-1999.

Ο εν λόγω οφειλέτης δεν άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και έτσι αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου στις 22-1-1999. Aνεξαρτήτως τούτου η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, από την πιο πάνω επιταγή, είχε επιδικασθεί σ' αυτόν τελεσίδικα, με την 2789/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της από 9-4-1998 αγωγής του καθ' ου η ανακοπή, στηριζόμενης στις διατάξεις για την αδικοπραξία.

Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη Φ1 στις 5-6-1999 χωρίς να ασκηθεί εναντίον της μέχρι τις 6-9-1999 κανένα ένδικο μέσο . Επομένως ο καθ' ου η ανακοπή έχει τελεσίδικη απαίτηση κατά του οφειλέτη Φ1. Ο τελευταίος με βάση τη διαταγή πληρωμής στις 14-7-1998 και προς εξασφάλιση της απαίτησής του, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στα δύο εκπλειστηριασθέντα ακίνητα στην Γ' σειρά.

Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ανακόπτουσα, για την εξασφάλιση της απαίτησής της, είχε ασκήσει εναντίον του οφειλέτη Φ1, την από 20-3-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση (οφειλέτη), μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, αλλά και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης.

Παράλληλα αυτή ζήτησε τη χορήγηση προσωρινής διαταγής. Έτσι, χορηγήθηκε η από 23-3-1998 προσωρινή διαταγή του Προέδρου υπηρεσίας του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απαγορεύθηκε η νομική μεταβολή των ακινήτων του καθ' ου η αίτηση, μέχρι τη συζήτηση αυτής και με τον όρο συζήτησης την ημέρα αυτή (28-4-1998). Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η διάρκεια της προσωρινής διαταγής παρατάθηκε μέχρι και τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων.

Η προσωρινή διαταγή καταχωρίσθηκε στα οικεία βιβλία του Δήμου ... στις .... Επί της πιο πάνω αιτήσεως εκδόθηκε η με αριθμό 1.829/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα η άδεια να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου του οφειλέτη μέχρι του ποσού των 60.000.000 δραχμών.

Με βάση την απόφαση αυτή, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22-5-1998, η ανακόπτουσα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο του καθ' ου, στις 16-7-1998, στη Δ' σειρά, μέχρι το πιο πάνω ποσό. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι η προσωρινή διαταγή έπαυσε να ισχύει στις 28-4-1998, αφού δεν προκύπτει παράτασή της, αλλά και σε κάθε δε περίπτωση η ισχύς της έληξε με τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, στις 22-5-1998.

Έτσι η μεταγενέστερη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης εκ μέρους του καθ' ου η ανακοπή, στις 14-7-1998 (Γ' σειρά) ήταν νόμιμη και προηγείται της προσημείωσης υποθήκης της ανακόπτουσας, που ενεγράφη στις 16-7-1998 (Δ' σειρά). Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ισχυρίζετο η αναιρεσείουσα ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης από τον καθ' ου η ανακοπή, διότι ίσχυε η προσωρινή διαταγή μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Επομένως, ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, ως τις περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέουσες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-07 αίτηση της ΔΑΡΜΑΚ AE, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1876/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος 1ου αναιρεσιβλήτου, οριζόμενα στο ποσόν των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ