Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
938/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging uncontrollable factual assessment regarding land ownership acquisition.

Geschäftsnummer 938/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision regarding land ownership. The State argued the lower court erred by accepting a 1976 religious council decision as proof of long-term possession without a formal title deed. The court ruled this argument inadmissible because it improperly challenged the appellate court's uncontrollable factual evaluation of evidence.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559, 561, 176, 183, 191, 22 KPolD; An appeal challenging the appellate court's factual assessment of evidence based on the absence of a formal title deed is inadmissible as it violates the principle of uncontrollability of factual findings.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal factual assessment uncontrollable evaluation long-term possession title deed requirement religious council decision land ownership acquisition öffentliche Sache

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 938 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 938/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)…..και 12) Ε. Ε. του Δ., κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 1, 4, 8, 9, 10α, και 11 αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια, και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

α) ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος Ι. Σ., απεβίωσε στις 21-9-2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Α. Σ., σύζυγος Γ. Σ., το γένος Μ. και Ι. Σ., κάτοικος Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις, β) ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος Τ. Κ. απεβίωσε στις 12-4-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 51/1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η Γ. Κ., σύζυγος Νικολάου, το γένος Βασιλικής και Τ. Κ., κάτοικος Ξάνθης, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις, γ) ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητος Μ. Α., απεβίωσε στις 20-11-2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 136/3/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: i) Κ. Α. του Μ. και Ε., κάτοικος ... Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, ii) Κ. Δ., σύζυγος Μιχαήλ, το γένος Ε. και Μ. Α., κάτοικος Γενισέας Δήμου Αβδήρων Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

δ) ο υπό στοιχείο 9 αναιρεσίβλητος Δ. Μ., απεβίωσε στις 22-10-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού: Μ. Μ. του Δ. και Α., κατοίκος Ξάνθης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

ε) ο υπό στοιχείο 10α αναιρεσίβλητος Α. Λ. απεβίωσε στις 24-4-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 58/1/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού, υπό στοιχείο 10β αναιρεσίβλητη Α. Λ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις.

στ) ο υπό στοιχείο 11 αναιρεσίβλητος Π. Γ. απεβίωσε στις 20-12-2023 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 182/1/2023 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: i) Σ. Κ., σύζυγος Ε., το γένος Αικατερίνης και Π. Γ., κάτοικος ... Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, ii) Κ. Γ. του Π. και Α., κάτοικος Ξάνθης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2010, 25/2012 μη οριστικές, 70/2013 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος μέχρι την επέλευση του θανάτου του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 712/2020, ΑΠ25/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος Ι. Σ. του Ανέστη απεβίωσε την 21-09-2023, όπως προκύπτει από το από 19-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 140/2023 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 201/26-1-2024 πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την μοναδική κληρονόμο του Α.

Σ. του Ιωάννη σύζυγο Γ. Σ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 48/4-1-2024 πιστοποιητικό του δήμου ..., ο αναιρεσίβλητος Τ. Κ. του Ανέστη απεβίωσε την 12-04-2017, όπως προκύπτει από το από 19-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 51/2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 204/26-1-2024 πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την μοναδική κληρονόμο του Γ.

Κ. του Τ., σύζυγο Ν. Κ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 3219/26-4-2017 πιστοποιητικό του δήμου ..., ο αναιρεσίβλητος Μ. Α. του Αθανασίου απεβίωσε την 20-12-2023, όπως προκύπτει από το από 19-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 136/2018 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ... και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τους Κ.

Α. του Μ. και Κ. Α. του Μ. σύζυγο Μ. Δ., όπως προκύπτει από τα αντίγραφα: α) της υπ' αριθ. 13245/11-3-1991 δημόσιας διαθήκης του β) των υπ' αριθ. 65/25-2-2019 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Ξάνθης περί της δημοσίευσης αυτής και από το υπ' αριθ. 205/26-1-2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ιδίου δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του, ο αναιρεσίβλητος Δ.

Μ. του Μ. απεβίωσε την 22-10-2021, όπως προκύπτει από το από 19-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 169/2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ... και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, από τον Μ. Μ. του Δ., όπως προκύπτει από τα αντίγραφα: α) της από 17-9-2010 ιδιόγραφης διαθήκης του β) των υπ' αριθ. 26/17-1-2022 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Ξάνθης περί της δημοσίευσης αυτής και από το υπ' αριθ. 206/26-1-2024 πιστοποιητικό του Γραμματέα του ιδίου δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του, ο αναιρεσίβλητος Α.

Λ. του Χρήστου απεβίωσε την 24-4-2021, όπως προκύπτει από το από 19-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 58/2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 203/26-1-2024 πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την μοναδική κληρονόμο του Α.

Λ. του Χρήστου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 2695/17-5-2021 πιστοποιητικό του δήμου ... και ο αναιρεσίβλητος Π. Γ. του Δημητρίου απεβίωσε την 20-12-2023, όπως προκύπτει από το από 30-1-2024 απόσπασμα της υπ' αριθ. 1822023 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συντάξει ο ληξίαρχος ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 307/5-2024 πιστοποιητικό της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις μοναδικές κληρονόμους του Σ.

Κ. του Π. σύζυγο Ε. Κ. και Κ. Γ. του Π., όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 268/16-1-2024 πιστοποιητικό του δήμου .... Οι ανωτέρω κληρονόμοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τον θάνατο των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια, λόγω του θανάτου τους, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Με την από 5-3-2019 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 76/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 15-10-2013 έφεση και τους από 11-12-2014 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθ. 70/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 21-01-2010 αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτών στο σχετικό κτηματολογικό βιβλίο του οικείου κτηματολογικού γραφείου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε με επιμέλεια των διαδίκων, δημοσιεύτηκε την 10-3-2017 και το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 05-03-2019 επομένως είναι τυπικά δεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην αγωγή εξέθεσαν οι ενάγοντες ότι οι είκοσι εννέα αναφερόμενοι πωλητές, δυνάμει του επικαλούμενου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πώλησαν το έτος 1963 την περιγραφόμενη αγροτική έκταση 3.784,717 τ.μ., κειμένη στην αγροτική περιφέρεια της πρώην κοινότητας ... του δήμου Τοπείρου του νομού Ξάνθης, στους εκατό έξι αναφερόμενους αγοραστές, μεταξύ των οποίων και ορισμένοι από τους ενάγοντες, κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/106 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο από αυτούς, ότι η αγροτική αυτή έκταση, που περιλαμβάνει τα επίδικα αυτοτελή αγροτεμάχια, περιήλθε στους πωλητές με κληρονομική διαδοχή, ότι οι δικαιοπάροχοι των πωλητών είχαν δικαίωμα διαρκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) στην έκταση αυτή, την οποία καλλιεργούσαν και έβοσκαν τα ποίμνιά τους τουλάχιστον από το έτος 1880 μέχρι και το έτος 1917, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, ότι το δικαίωμα διαρκούς εξουσιάσεως μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους (συγ)κυριότητας, ότι τόσο οι πωλητές όσο και οι αγοραστές συνέχισαν να ασκούν τη νομή με καλή πίστη και διάνοια κυρίου άνευ αμφισβητήσεως από οποιονδήποτε, ούτε από το Ελληνικό Δημόσιο, ότι το ίδιο έτος 1963 έγινε άτυπη διανομή και περιήλθαν στους ενάγοντες τα περιγραφόμενα αγροτεμάχια, ότι εγκαταστάθηκε έκαστος στα αγροτεμάχια που έλαβε και τα καλλιεργούσε, τα επέβλεπε και προστάτευε τα όριά τους, ότι συνέχισαν να ασκούν τη νομή σε αυτά αδιαταράκτως έκτοτε (1963) μέχρι και την έγερση της αγωγής (2010), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ότι έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, ότι η περιοχή των επίδικων ακινήτων κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση το έτος 1995 και ότι σε αυτά έχει αναγραφεί, εσφαλμένα, ως κύριος, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ζήτησαν δε, να διορθωθούν οι ανακριβείς, ως προς το δικαίωμα κυριότητάς τους, πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και να αναγραφούν αυτοί κύριοι στα επίδικα αγροτεμάχια. Οι ενάγοντες Α. Ζ. του Ι. (πρώτος), Α. Π. του Χ. (έβδομος), οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Κ. Λ. του Π. (όγδοου), ήτοι οι Π. Λ. του Κ., Α. Θ.

του Ν. χήρα Ν. Λ., Κ. Λ. του Ν., Μ. Λ. του Ν., οι κληρονόμοι του Σ. Μ. του Γ. (δωδέκατου), ήτοι οι Γ. Μ. του Σ., Δ. Μ. του Σ., Σ. Μ. του Σ. και Κ. Μ. του Σ., ο Κ. Κ. Χ. (δέκατος πέμπτος), ο Ζ. Γ. του Ι. (δέκατος όγδοος) και ο Ι. Γ. του Ζ. (δέκατος ένατος) με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραιτήθηκαν, πριν από τη συζήτηση, από το δικόγραφο της αγωγής.

Με τις προεκδοθείσες υπ' αριθ. 79/2010 και 25/2012 μη οριστικές αποφάσεις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομιστούν τα διαλαμβανόμενα σε αυτές έγγραφα, τα οποία και προσκομίστηκαν. Με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.

Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα με την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από αυτό.

Η ανωτέρω αίτηση θεραπείας πρέπει να επιδίδεται στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δημοσίου, στο Κατάστημα όπου στεγάζεται το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, για να παράγει τις κατά νόμο έννομες συνέπειές της, αφορά δε όλα τα ανήκοντα στο Δημόσιο ακίνητα και αν μεν αφορά έκταση του άρθρου 1 παρ. 5 Ν. 1539/1938 (δασική έκταση) η επιδιδόμενη στο Δημόσιο αίτηση θεραπείας πρέπει να διαβιβάζεται στην αρμόδια Διεύθυνση Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της Γενικής Γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας (άρθρα 1 παρ. 3 ΠΔ/τος 352/1991, 1 δ και 5 παρ. 2 δ ΠΔ/τος 46/1991 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 6 ΑΝ 1539/1938), με αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτής το οικείο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών, εάν δε πρόκειται περί άλλου Δημοσίου Κτήματος, που υπάγεται και προστατεύεται από τις διατάξεις του πιο πάνω ΑΝ 1539/1938, η αίτηση θεραπείας πρέπει να διαβιβάζεται στο αρμόδιο Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρα 12 ΠΔ/τος 284/1988, 1 ΠΔ/τος 97/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938) με αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτής το Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 Ν. 3208/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 13 του άρθρου 28 Ν. 2664/1998, στις περιοχές που κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση καθώς και στις περιοχές για τις οποίες καταρτίστηκε και κυρώθηκε ο δασικός χάρτης, οι διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 998/1979 παύουν να ισχύουν και τα προβλεπόμενα από αυτές συμβούλια παύουν να λειτουργούν.

Με την ανωτέρω διάταξη, όμως (του άρθρου 5 παρ. 4 Ν. 3208/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 13 του άρθρου 28 Ν. 2664/1998) δεν καταργήθηκε η δικονομικής φύσεως διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 4 ΑΝ 1539/1938. Η εν λόγω προδικασία (του άρθρου 8 παρ. 1 και 4 ΑΝ. 1539/1938) δεν απαιτείται πλέον επί ασκήσεως αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, δηλαδή της αγωγής για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, στα κατά το νόμο αυτό Κτηματολογικά Βιβλία, καθόσον ο νομοθέτης τροποποιώντας τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 2664/1998 με την παρ. 1 του άρθρου 24 Ν. 3983/2011, με έναρξη ισχύος από 17-6-2011, ήτοι από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ίδιου Ν. 3983/2011, προέβλεψε ρητά ότι "όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 ΑΝ. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 Ν. 2732/1999".

Εισάγεται, δηλαδή, εξαίρεση από την γενικής εφαρμογής διάταξη, προς το σκοπό, προδήλως, της ταχείας δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, όταν πρόκειται ο ενδιαφερόμενος να προσφύγει σε δικαστική διαδικασία αναγνώρισης του δικαιώματός του, σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική), οπότε στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται πλέον η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 ΑΝ 1538/1938.

Αντίθετη εκδοχή θα αξίωνε μία επιπρόσθετη προϋπόθεση για το παραδεκτό της εν λόγω αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, η οποία δεν εξυπηρετεί οποιαδήποτε σκοπιμότητα, αφού και αν ακόμη επιλυθεί, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, η διαφορά, η τυχόν αναγνώριση από το Δημόσιο του δικαιώματος του ιδιώτη δεν θα αρκεί για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, γιατί σε κάθε περίπτωση ο ιδιώτης θα πρέπει να ασκήσει την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, αφού μόνο μέσω της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, που θα εκδοθεί επί της αγωγής αυτής, θα αναγνωρισθεί το δικαίωμά του και, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, θα διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική εγγραφή (ΑΠ 475/2015).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 Ν. 3208/2003, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 13 του άρθρου 28 Ν. 2664/1998, στις περιοχές που κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση καθώς και στις περιοχές για τις οποίες καταρτίστηκε και κυρώθηκε ο δασικός χάρτης, οι διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 998/1979 παύουν να ισχύουν και τα προβλεπόμενα από αυτές συμβούλια παύουν να λειτουργούν, επομένως μετά την παύση της λειτουργίας του συμβουλίου ιδιοκτησίας δασών στις υπό κτηματογράφηση περιοχές είναι πλέον νομικά αδύνατη η διοικητική επίλυση της διαφοράς και αποβαίνει άνευ αντικειμένου η διατήρηση της, κατ' άρθρο 8 Ν. 1539/1938, δικονομικής υποχρέωσης για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998.

Η παραβίαση της προδικασίας του άρθρου 8 ΑΝ 1539/1938 όπως ισχύει, αφορά παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η άσκηση της αγωγής χωρίς την τήρηση της προδικασίας αυτής να στερείται των απαραιτήτων προϋποθέσεων του παραδεκτού της ασκήσεώς της, ενώ το οικείο απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτως (ΑΠ 1178/2014, ΑΠ 1128/2012).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω μη τηρήσεως στην ασκηθείσα κατ' αυτού αγωγή της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 1539/1938. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής: " .....

οι ενάγοντες αξιώνουν δικαιώματα κυριότητας επί εδαφικής εκτάσεως σε υπό κτηματογράφηση περιοχή, επί της οποίας το εναγόμενο αντιτάσσει τεκμήριο κυριότητάς του, λόγω του δασικού της χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, μετά την δια νόμου επελθούσα κατάργηση του συμβουλίου ιδιοκτησίας δασών, που ήταν αρμόδιο για την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 ν. 1539/1938, σε περίπτωση προσβολής ιδιωτικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί χαρακτηρισθείσας ως δασικής έκτασης, παρίσταται άνευ αντικειμένου η διατήρηση της υποχρέωσης για την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 8 ν. 1539/1938, ως δικονομικής προϋπόθεσης του παραδεκτού για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο την κυριότητα έκτασης, η οποία, κατά το Δημόσιο, είναι δάσος ή δημόσια δασική έκταση και βρίσκεται εντός περιοχής υπό κτηματογράφηση. .....

Εξάλλου, ήδη με την παρ. 1 του άρθρου 24 ν. 3983/2011, προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου 6 ν. 2668/1998 και πλέον από 17-6-2011 για τις αγωγές που στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999.

Η επελθούσα αυτή νομοθετική ρύθμιση, βεβαίως, δεν καταλαμβάνει την ένδικη αγωγή, καθόσον αυτή ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3983/2011, όμως σε περίπτωση κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής, λόγω μη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, ως ισχύει, θα καταλήγαμε στο άτοπο να έπρεπε να επανασκηθεί η αγωγή, χωρίς πλέον να τηρηθεί η ως άνω προδικασία, λόγω της νομοθετικής μεταβολής που θα καταλάμβανε τη νέα αγωγή. ..... ".

Μετά από αυτά, το Εφετείο έκρινε, ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αποβαίνει αλυσιτελής ο ισχυρισμός περί κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δη ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα ακίνητα έναντι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με βάση το άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 Ν. 2732/1999, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, της, παρά το νόμο, μη κηρύξεως απαραδέκτου.

Ειδικότερα, η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, που αποτελούσε κατά τον χρόνο κατάθεσης (4-2-2010) της ένδικης αγωγής (ήδη δεν αποτελεί για τις αγωγές που κατατέθηκαν μετά την 17-6-2011) προϋπόθεση του παραδεκτού της, αποβαίνει, πλέον, άνευ αντικειμένου, λόγω της παύσης λειτουργίας του συμβουλίου δασών στις υπό κτηματογράφηση περιοχές, μεταξύ αυτών και στην περιοχή των επίδικων ακινήτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του ΕισΝΑΚ, η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Στο άρθρο 1 του περί γαιών του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις, οι ρυθμίζουσες τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις διατελούσες προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους Νέες Χώρες, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 262/1914, του οποίου οι διατάξεις επεκτάθηκαν και στη Δυτική Θράκη με το ΝΔ της 26-10/11-11-1923, ορίζεται ότι οι, στο Οθωμανικό Κράτος, ευρισκόμενες γαίες ανάγονται σε πέντε κατηγορίες:

Α) γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ - μούλκια), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, Β) δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), Γ) γαίες αφιερωμένες (εραζίτ μεβκουφέ - βακουφικές), Δ) γαίες εγκαταλελειμμένες (εραζίτ μετρουκέ) και Ε) γαίες νεκρές (εραζίτ μεβάτ). Πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών αποτελούσαν ουσιαστικά τη δημόσια κτήση του Οθωμανικού Κράτους, στο οποίο ανήκε ολόκληρη η ακίνητη περιουσία, πλην της ως άνω καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), η οποία ανήκε σε ιδιώτες.

Δημόσιες γαίες, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Οθωμανικού νόμου, είναι, οι αγροί, οι λειμώνες, τα λιβάδια, τα θέρετρα, ήτοι οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και τα παρόμοια τούτων, των οποίων η κυριότητα (ρεκεπέ ή ρεκαμπέ) ανήκει στο Δημόσιο Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζϊί-εμιριγιέ) γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 385/2012, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 900/2002).

Εξάλλου, από το άρθρο 78 του ιδίου νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών περί ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος της εξουσίασης αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής ή καλλιέργειας των αγρών, που αναφέρονται σε αυτό, από τον εξουσιάζοντα για μια δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση τίτλου στο όνομά του, που είναι αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο της εξουσιάσεως.

Μετά το θάνατο του εξουσιάζοντος οι συγγενείς του έχουν το δικαίωμα μεταβιβάσεως (χακή ντικάλ) ή εγκαταστάσεως, που απονεμήθηκε από το νόμο, δηλαδή να εγκατασταθούν και αυτοί στη γη, την οποία κατείχε αυτός που πέθανε και μεταβιβάσθηκε σε αυτούς. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κλπ., τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση ταπίου (ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1777/2007, ΑΠ 77/2007, ΑΠ 439/2005, ΑΠ 900/2002).

Με την σύμβαση (Συνθήκη) περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας (Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) των Αθηνών της 1/14-11-1913, που κυρώθηκε με το Ν. ΔΣΙΓ 4213 και έλαβε μεταγενέστερα τον αριθμό 79 της 14/14-11-1913, ιδιαίτερα με τα άρθρα 5 και 6 παρ. 2, 3 αυτής, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 4 εδ. β, 8, 9, 12, 24, 30, 36, 49 εδ. β, 61, 68, 71, 78, 79 και 97 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ns Ραμαζάν 1274 (1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ, κατά τα ανωτέρω, και μετά την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις προσαρτηθείσες Νέες Χώρες, καθώς και τα άρθρα 1 και 13 του Ν.

περί ταπίων της 7ns Σαμπάν 1276 (1858), τις λοιπές περί δασών διατάξεις του νόμου της 11ns Σεβάλ 1286 (1868), τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 23ns Μουχαρέμ 1293 (1875) και της από 28 Σεφέρ 1304 (1886) εγκυκλίου του Τουρκικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε, ως διάδοχο δικαιώματι πολέμου, στην κυριότητα όλων των δημοσίων γαιών. (Γ.

Νάκος "Το νομικό καθεστώς των τέως δημοσίων Οθωμανικών γαιών 1821-1912" έκδ. 1984, σελ. 453-454, σημ. 153-154, Ε. Δωρής "Τα Δημόσια Κτήματα" τομ. Α έτ. 1980, σελ. 407-410). Συγκεκριμένα για τη Θράκη, το πιο πάνω νομικό καθεστώς που αναφέρεται στη ρύθμιση δικαιωμάτων επί Τουρκοκρατίας επί των τέως δημοσίων οθωμανικών γαιών των Νέων Χωρών, εξαιτίας της πρόσκαιρης Βουλγαρικής κατοχής (1913-1920), εισήχθη με το ΝΔ 26/10-11-1923 περί επεκτάσεως στη Θράκη όλων ανεξαιρέτως των Ελληνικών αστικών νόμων (άρθρο μόνο).

Παρά το γεγονός δε, ότι η Θράκη την 20-5-1917 διατελούσε υπό Βουλγαρική κατοχή και συνεπακόλουθα κατά το χρόνο εκείνο ίσχυε το Βουλγαρικό δίκαιο, σκοπός του νομοθέτη ήταν η εξομοίωση των ρυθμίσεων των Νέων Χωρών του 1912-1913 με αυτές των Νέων Χωρών του 1923 και για τον λόγο αυτό, ανήγαγε τη νομιμότητα κτήσεως δικαιωμάτων ή της συμπλήρωσης των θετικών προϋποθέσεων αναγνώρισής τους, στο δημιουργικό ή γενεσιουργό τους δίκαιο που ήταν το Οθωμανικό.

Έτσι αρκεί και για τις τέως δημόσιες Οθωμανικές γαίες που βρίσκονται στη Θράκη, η κτήση των ιδιωτικών αυτών δικαιωμάτων (άρθρο 3 ΟθΝπΓαιών) ή η συμπλήρωση των, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, θετικών προϋποθέσεων που οδηγούσε, επίσης, στην αναγνώριση της κτήσεως ιδιωτικών δικαιωμάτων (άρθρο 78 ΟθΝπΓαιών), να είχε επέλθει μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως του αρχικού υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος (20-5-1917), υπό την προϋπόθεση, μετά την επέκταση της Ελληνικής νομοθεσίας στη Θράκη, να συνεχιζόταν η διατήρηση των κεκτημένων, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο, δικαιωμάτων, είτε από τους αρχικούς δικαιούχους είτε από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 78 του ιδίου νόμου περί γαιών αυτή, αλλά και από το σύνολο των διατάξεών του και ιδίως των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71, καθίσταται φανερό ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργησίμων γαιών. Περαιτέρω από της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 2 του υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, δηλαδή από την 20-5- 2017, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Δημόσιο, ενώ ο Ν. 2052/1920 επαναλαμβάνει στα άρθρα 49 επ.

τις διατάξεις του εν λόγω υπ' αριθ. 2468/1917 διατάγματος. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί, που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρία κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 29-4/6-5-1926, με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση, η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε, δυνάμει του Ν.

ΔΞΘ/1912 δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, αφού κατά νόμο έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό (ΑΠ 504/2022, ΑΠ 141/2018, ΑΠ 474/2015, ΑΠ 455/2015, ΑΠ 2080/2014). Εξάλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).

Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος, που διέδραμε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το έτος 1914 και εφεξής, που ίσχυσε η Ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του Ν. 147/1914). Στα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο Ν 2074/1920 "περί των εν Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια-τεσσαρούφ) ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το ΝΔ από 25-8-1923. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ προκύπτει, ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει το πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος.

Από τα προαναφερόμενα συνάγεται, ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί, απ` αυτόν τον συνυπολογισμό, ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος. Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι έτη, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (άρθρο 1045 ΑΚ), αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου, που έχει διαρρεύσει, κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τότε, κατ` εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου, που έχει διαρρεύσει πριν από τον ισχύ του Αστικού Κώδικα υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί ο Αστικός Κώδικας και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν, θα αρχίσει από την ισχύ του (23-2-1946).

Η επίκλησή της πριν από τον Αστικό Κώδικα χρησικτησίας θα πρέπει να γίνεται με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη (ΑΠ 551/2012, ΑΠ 473/2010). Κατά συνέπεια με βάση την προαναφερόμενη γενική διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημόσιων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας δικαιώματι πολέμου, θεσπίστηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των πιο πάνω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημόσιων γαιών, ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (ΑΠ 639/2016, ΑΠ 368/2015) Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ελέγχει τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή (ένσταση κ.λ.π.) ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).

Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 109/2020).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των επικαλούμενων από αυτό ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, διότι η εδαφική έκταση των επίδικων ακινήτων, ως δημόσια γαία κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, μετά την προσάρτηση της Θράκης, το έτος 1923, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, επίσης και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της αποκτηθείσας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: " ..... Με την υπ' αριθ. 8019/29-1-1962 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας εγκρίθηκε το καταστατικό του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, που συστάθηκε την 3-11-1961, με σκοπό την αγορά και καλλιέργεια του αγροκτήματος ..., κειμένου στην κτηματική περιοχή ...

νομού Ξάνθης, ήτοι παλαιού Οθωμανικού τσιφλικιού, αρχικά συνολικής έκτασης 8.000 στρεμμάτων. Προς ευόδωση του σκοπού του συνεταιρισμού, δυνάμει του υπ' αριθ. 15663/25-9-1963 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε. Κ., οι αγοραστές-μέλη του συνεταιρισμού (εκατό έξι φυσικά πρόσωπα)..... αγόρασαν κατά ποσοστό 1/106 εξ αδιαιρέτου έκαστος έκταση 3.784.717 τ.μ.

στην περιοχή του ... του νομού Ξάνθης, η οποία ήταν μέρος του ως άνω μείζονος αγροκτήματος .... Πωλητές της επίδικης έκτασης ήταν οι ..... (είκοσι εννέα φυσικά πρόσωπα), στους οποίους η συγκυριότητα της έκτασης είχε περιέλθει δυνάμει διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών ..... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το αγρόκτημα ...

και επί των χρόνων της Τουρκοκρατίας στην περιοχή εξουσιαζόταν από ιδιώτες, προσκομίζεται δε προς τούτο ως αποδεικτικό μέσο σχετικό ταπί, νομίμως μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα, οι οποίοι εντός αυτού, τουλάχιστον από το έτος 1880 μέχρι και το έτος 1917, έβοσκαν τα ποίμνιά τους και το καλλιεργούσαν, αποκτήσαντες δια της συνεχούς υπερδεκαετούς κατοχής (εξουσίασης), που συνοδευόταν και από ταυτόχρονη καλλιέργεια της έκτασης, δικαίωμα εξουσίασης, μετατραπέν σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως, σημειουμένου ότι η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου δεν έθιξε τα δικαιώματα εξουσίασης ''τεσσαρούφ'', τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. .....

Προς επίρρωση δε της εξουσιάσεως της επίδικης έκτασης επί Τουρκοκρατίας από τους ιδιώτες, προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες, σε νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, απόφαση του έτους 1876 του Ιερονομικού Συμβουλίου της Υποδιοικήσεως Γενισέας, που επέλυσε εμπράγματη διαφορά μεταξύ ιδιωτών σε τμήμα της επίδικης έκτασης, σημειουμένου ότι στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά του δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως των εναγόντων και του σχετικού τίτλου εξουσιάσεως.

Το εναγόμενο, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θράκης στον Ελληνικό κορμό, αναγνώρισε ότι το αγρόκτημα ... δεν καταλήφθηκε δικαιώματι πολέμου από το ίδιο και ότι επ' αυτού υφίστανται δικαιώματα ιδιωτών, χωρίς μάλιστα να επικαλεστεί δασική μορφή της έκτασης ..... Με το υπ' αριθ. 2251/22-8-1925 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξάνθης Γ.

Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο νομίμως δια του Οικονομικού Εφόρου Ξάνθης, αγόρασε διάφορα ακίνητα ..... μεταξύ των οποίων και τμήμα 5.500 στρεμμάτων του μείζονος αγροκτήματος ........ Επίσης δυνάμει της υπ' αριθ. 9318/23-9-1929 απόφασης του προϊσταμένου της διεύθυνσης Εποικισμού στην Ξάνθη κατελήφθη η νομή και κυριότητα 3.000 στρεμμάτων από το αγρόκτημα ..., το οποίο αναγράφεται ως έχον έκταση 8.000 στρεμμάτων .....

Σκοπός της κατάληψης ήταν η διανομή των 3.000 στεμμάτων στα μέλη του γεωργικού συνεταιρισμού του .... Ακόμη με το από 11-10-1954 υπηρεσιακό έγγραφό του ο Σ. Χρήστου, γεγονότος του τομέα Τοξών της Διεύθυνσης Γεωργίας του νομού Ξάνθης, πρότεινε προς το Υπουργείο Γεωργίας να απαλλοτριωθεί έκταση 5.000 στρεμμάτων από το αγρόκτημα ... .....

κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα ..... αλλά τελικά η απαλλοτρίωση δεν συντελέστηκε ..... Με το υπ' αριθ. 350/11-10-1954 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. Ξάνθης επαναβεβαιούται ότι μέρος της έκτασης του αγροκτήματος ... δεν έχει απαλλοτριωθεί και τα υπόλοιπα μερίδια 1110/1750 εκτάσεως 5.000 περίπου στρεμμάτων παραμένουν στους νυν ιδιοκτήτες ...., ήτοι 3.200 στρέμματα.

Ομοίως με το υπ' αριθ. 9077/17-10-1958 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας Ξάνθης ..... επαναβεβαιούται ότι μέρος του αγροκτήματος ανήκει κατά κυριότητα στους ..... και λοιπούς ιδιώτες ..... ο τότε Νομάρχης Ξάνθης με το υπ' αριθ. 17693/5-7-1961 έγγραφό του προς την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδας ζήτησε να προβεί στις δέουσες ενέργειες .....

προκειμένου να πραγματοποιηθεί το ταχύτερο δυνατό η πώληση. Η άποψη αυτή της διοικητικής υπηρεσίας του εναγομένου (Νομαρχίας Ξάνθης) υπέρ του ιδιωτικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ήταν διαχρονική, ως τούτο προκύπτει από τα υπ' αριθ. 24591/22-11-1958, 18040/10-7-1963 και 17916/3-8-1965 έγγραφα των εκάστοτε Νομαρχών Ξάνθης, με τα οποία επιχείρησαν να αποτρέψουν την κοινότητα ...

από τη νομική διεκδίκηση της έκτασης. ..... Το δασαρχείο Ξάνθης, η αρμόδια δηλαδή υπηρεσία του εναγομένου για την προστασία δασικών εκτάσεων στα πιο πρόσφατα έτη, δηλαδή μέχρι και το έτος 2002, αναγνώριζε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και επέτρεπε την ανάπτυξη δενδροκαλλιεργειών στην περιοχή (υπ' αριθ. 3487/27-8-1997 και 899/7-3-2002 έγγραφα του Δασάρχη Ξάνθης).

Εξάλλου, ο ιδιωτικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης και η μη δασική της μορφή παρεμπιπτόντως κρίθηκε και με δικαστικές αποφάσεις. ..... Με την υπ' αριθ. 57/3-12-1958 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές οι αγωγές δύο εκ των ανωτέρω αναφερθέντων πωλητών ..... και διατάχθηκε η βίαιη αποβολή τους από τη βοσκή επειδή κρίθηκε ότι δεν κατέβαλαν στους κυρίους της έκτασης το οφειλόμενο μίσθωμα, ενώ ε την ίδια απόφση κρίθηκε ότι η προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβαίνουσα κοινότητα ...

δεν απέκτησε την κυριότητα της έκτασης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης με την υπ' αριθ. 154/30-6-1964 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που άσκησε η κοινότητα ... κατά της υπ' αριθ. 46/1964 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία απερρίφθη η αίτηση που κατέθεσε η κοινότητα αυτή κατά διαφόρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς συνεταιρισμός με αντικείμενο την λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της επίδικης έκτασης.

Ομοίως ..... με την υπ' αριθ. 180/9-11-1948 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης καθορίστηκε το θεμιτό μίσθωμα για την περίοδο από 1946-1948, με την υπ' αριθ. 175/23-12-1947 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης διατάχθηκε η αποβολή των μισθωτών, που εκμίσθωναν την έκταση από το 1945, λόγω μη καταβολής του μισθώματος και με την υπ' αριθ. 290/30-11-1953 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Ξάνθης επελύθη διαφορά ως προς τη χρήση εκμισθωθέντος τμήματος της επίδικης εκτάσεως.

Άλλωστε και ο εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυρας Θ. Σ., έχων ως αγροφύλακας της περιοχής κατά το χρονικό διάστημα 1959-1987 ιδία αντίληψη ..... σαφώς καταθέτει περί του ιδιωτικού χαρακτήρα της έκτασης. Το εναγόμενο επί επτά και πλέον δεκαετίες δια των εκπροσωπούντων αυτό οργάνων και υπηρεσιών ουδέποτε πρόβαλε δικαιώματα επί της επίδικης εκτάσεως, ούτε είχε ισχυριστεί ότι αυτή είχε δασική μορφή.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την υπ' αριθ. 58728/7-11-1978 απόφαση του Νομάχη Ξάνθης, με την οποία διορθώθηκαν τα στοιχεία ορισμένων αγρών ..... και στην οποία μέρος της επίδικης έκτασης (τεμάχια υπ' αριθ. 654 και 658) φέρονται ως παλαιότερες Τουρκικές ιδιοκτησίες ..... Άλλωστε η απόφαση αυτή του Νομάρχη Ξάνθης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προπαρατεθείσες ενέργειες της Διοίκησης και δη των προηγούμενων Νομαρχών Ξάνθης .....

Επίσης, το γεγονός ότι το έτος 2004 η επίδικη έκταση χαρακτηρίστηκε ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση με την, μη προσκομιζόμενη από το εναγόμενο, υπ' αριθ. 2386/28-7-2004 απόφαση του Δασάρχη Ξάνθης, η οποία, σύμφωνα με το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 438/5-3-2010 εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Ξάνθης, τελεσιδίκησε με το υπ' αριθ. 2588/2-11-2004 έγγραφο αμετάκλητης κρίσης του Δασαρχείου Ξάνθης, που ομοίως δεν προσκομίζεται, δεν είναι δυνατό να ανατρέψει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης, το οποίο επί επτά ολόκληρες δεκαετίες αναγνώριζε το Ελληνικό Δημόσιο. ..... ".

Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αναγνώρισε τους ενάγοντες ως κυρίους των επίδικων ακινήτων, με έκτακτη χρησικτησία και διέταξε την διόρθωση των ανακριβών αρχικών εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ξάνθης, στα οποία αναγράφεται ως κύριο το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να αναγραφούν ως κύριοι οι ενάγοντες.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων εξουσίαζαν από το έτος 1880 έναν αγρό, που είχε τον χαρακτήρα δημόσιας γαίας, εκτάσεως 3.784.717 τ.μ,, ότι τον καλλιεργούσαν και έβοσκαν τα ποίμνιά τους, έχοντας αποκτήσει επ' αυτού δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), ότι μετά τον θάνατό τους οι κληρονόμοι τους και άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων συνέχισαν να ασκούν το δικαίωμα αυτό, ότι μετά από αδιαμφισβήτητη κατοχή και ταυτόχρονη καλλιέργεια του ακινήτου, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ή των κληρονομούμενων μέχρι την 20-05-1917, ήτοι για διάστημα που υπερβαίνει την δεκαετία, έγιναν κύριοι αυτού, ότι έτσι το ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, διότι έπαψε να έχει τον χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και έγινε ιδιωτικό και άρα έκτοτε ήταν δεκτικό χρησικτησίας και ότι καθ' όλο αυτό το μακρύ διάστημα, ουδόλως είχε αμφισβητηθεί και δη από το Ελληνικό Δημόσιο, ο αγροτικός χαρακτήρας του ακινήτου και το δικαίωμα κυριότητάς τους επ' αυτού.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων έγιναν (συγ)κύριοι της επίδικης αγροτικής έκτασης, στην οποία είχαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως-τεσσαρούφ, καθώς και τις λοιπές αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, ενώ δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις, διότι η εφαρμογή τους προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, κρίση την οποία όμως το Εφετείο δεν εξέφερε.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει το διατακτικό της, με αποτέλεσμα να μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να απαιτούνται και άλλα επιπλέον περιστατικά και δη τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον, ως ελλείποντα, από την αιτιολογία της, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της διέλαβε πλήρεις και σαφείς παραδοχές ως προς το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους (συγ)κυριότητάς τους, ως προς το δικαίωμα (συγ)κυριότητας των άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως ως προς το δικαίωμα κυριότητας των ίδιων στα επίδικα ακίνητα.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες το αντίθετο δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα πράγματα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος πράγματα στον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, ήτοι πράγματα αποτελούν οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, οι οποίοι θεμελιώνουν (ιστορικώς) το αίτημα της αγωγής (ενστάσεως ή αντενστάσεως).

Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, ΑΠ677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 76/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση για απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης της επίδικης έκτασης με υπερδεκαετή καλλιέργεια από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, δεν στηρίζεται σε έγγραφο τίτλο (ταπί) με συγκεκριμένα στοιχεία, ήτοι αριθμό, ημερομηνία εκδόσεως, όνομα δικαιούχου, έκταση που αφορά, αιτία που παραχωρήθηκε, αλλά στηρίζεται στην απόφαση του τότε Ιερονομικού Συμβουλίου της Υποδιοικήσεως Γενισέας του έτους 1976, η οποία όμως δεν αποτελεί τέτοιο τίτλο.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν και που μνημονεύονται σε αυτή και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος.

Οι λοιπές αιτιάσεις με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι Μ. Α. Α. Α. και Σ. Β. Χ. Β., τους οποίους αφορά η απόφαση του Ιερονομικού Συμβουλίου, μεταξύ των άλλων αναφερόμενων σε αυτή απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, είναι αλυσιτελείς καθόσον δεν σχετίζονται με την κτήση του δικαιώματος κυριότητας από τους απώτατους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους με διηνεκή υπερδεκαετή εξουσίαση, το οποίο μπορούσε, προκειμένου περί καλλιεργήσιμης δημόσιας γαίας να αποκτηθεί από ιδιώτη χωρίς την έκδοση ταπίου υπέρ αυτού, με μόνη την πραγματική κατάσταση της δεκαετούς καλλιέργειας αυτού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-03-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 76/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ