Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
938/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal error and failure to restate claim at second instance.

Geschäftsnummer 938/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment confirming a church's property ownership. The lower court ruled that the church acquired title through special possession and a 1933 decree, rejecting the state's claim. The appeal was rejected because it failed to specify the exact substantive law violated and did not formally restate the ownership claim before the Court of Appeal, rendering the grounds inadmissible under procedural rules.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial is inadmissible if it fails to specify the exact substantive law violated and the specific legal error, or if the contested claim was not formally restated before the second-instance court.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal for retrial inadmissible grounds substantive law violation formal restatement property ownership church property court costs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court 28/1998
Supreme Court 32/1996

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 938 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 938/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Της αναιρεσίβλητης :ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ..." που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Πέτρο Ρηγάτο και Αργυρούλα-Ηλιάνα Σεϊτανίδου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14ΤΠ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 63/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας που κήρυξε απαράδεκτη την έφεση, 25/2018 οριστική του ως άνω Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 25/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με αυτήν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η στρεφόμενη κατά του αναιρεσείοντος αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου (ενιαίου μείζονος ακινήτου 9.018.171,24 τμ) της αναιρεσίβλητης και διόρθωσης της κτηματολογικής εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία και διαγράμματα ως προς ορισμένα εδαφικά τμήματα αυτού, την κυριότητα του οποίου απέκτησε, τόσο με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του προισχύσαντος β/ρ δικαίου, όσο και με νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας στηριζόμενο στο διαχωριστικό διάταγμα του έτους 1933 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε και επίσης με νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας το από 26-9-1952 βασιλικό διάταγμα που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του νδ 2185/1952 που κύρωσε την από 18-9-1952 σύμβαση μεταξύ εκκλησίας της Ελλάδας και του δημοσίου και τους εμπεριεχόμενους σ' αυτήν πίνακες, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος, και εξαφάνισε την τελευταία.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη, ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 15/2000, ΑΠ 64/2017), Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).

Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι για την άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητάς της σε όλο το ενιαίο μείζον ακίνητο των 9.018.171,24 τμ, (αποτελούμενο από κτηματογραφηθέντα εδαφικά τμήματα, μερικά από τα οποία είχαν εγγραφεί ως ανήκοντα στην ίδια, και άλλα ως ανήκοντα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, και άλλα μη κτηματογραφηθέντα), η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον, τόσο για τα κτηματογραφηθέντα τμήματα που είχαν εγγραφεί ως ανήκοντα στην ίδια, όσο και για τα μη κτηματογραφηθέντα, αντί να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως προς τα εδαφικά αυτά τμήματα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος και ως προς τις τρεις αιτιάσεις, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις από το αναιρεσείον-εφεσίβλητο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι το αναιρεσείον, που προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τον επανέφερε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (με τις συνοπτικές προτάσεις ουδείς ισχυρισμός επαναφέρεται, αλλά μόνο γίνεται επίκληση εγγράφων), ενώ δεν προκύπτει το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ούτε άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν προβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως ορθά επισημαίνεται από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 860/2018), ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς επίσης και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 32/1996).

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου "δασολιβαδίου" με έκτακτη χρησικτησία κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις του βρ δικαίου για το αναφερόμενο πριν από τον ΑΚ διάστημα, που αναφέρονται αναλυτικά ως προς τη νομή, τη διάνοια κυρίου, την καλή πίστη, το χρονικό διάστημα άσκησης της νομής από το 1832, η οποία διήρκεσε και είχε συμπληρωθεί οπωσδήποτε μέχρι και την 11-9-1915, καταλύοντας οποιαδήποτε δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου και εκείνο του άρθρου 1 του Β.Δ.τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών, διέλαβε μη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα παραπάνω ζητήματα, διότι "δεν εξειδικεύει α)ποιες συγκεκριμένα πράξεις νομής άσκησε καθένας από τους εκπρόσωπους της (αφού οι πράξεις νομής αναφέρονται συνολικά για όλους) β)από ποια αποδεικτικά μέσα συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι εκπρόσωποι της Ι.Μονής προέβησαν στις αναφερόμενες πράξεις νομής, γ)από ποια αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση αποδεικνύεται ότι η άσκηση νομής αφορούσε στο μείζον ακίνητο και δ) πως από τα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η άσκηση νομής με καλή πίστη και όχι "υπό τη μορφή τη οιονεί νομής διανοία δικαιούχου".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και, κατά συνέπεια, ως απαράδεκτος, όπως επισημαίνεται και από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση των επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά και μάλιστα "Συγκεφαλαιωτικά", κατά το αναιρεσείον.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής του στον αριθμ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που δεν αποτελούν "ζητήματα" με την έννοια του εν λόγω άρθρου και δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠοΔ).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι ενώ η ενάγουσα ισχυρίστηκε στην αγωγή της ότι είναι κυρία "ενός λιβαδίου", και μόνο από "πλευράς γεωμορφολογίας" ότι αποτελούσε τούτο ανέκαθεν " χορτολιβαδικό, μη καλλιεργήσιμο έδαφος, εν μέρει δασοσκεπές από έλατα ...", παρά ταύτα με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο ως "δασολίβαδο" και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία αυτού, χωρίς να προσδιορίζεται αν η επίδικη έκταση ήταν αρχικά δασική ή μετατράπησε σε δασολίβαδο και ποια η γεωλογική αυτής μορφή.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και, κατά συνέπεια, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη που αφορά στον έκτο λόγο αναίρεσης, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή τους (ουδόλως αναφέρεται παραβίαση διατάξεων), ούτε το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης "παρά μόνο αποσπασματικά".

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παρακάτω πλημμέλειες: 1) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία (όχι μόνο με έκτακτη χρησικτησία), αλλά και με νόμιμο τίτλο στηριζόμενο στο διαχωριστικό διάταγμα του έτους 1933 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930:

α) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναφερόμενη στο εν λόγω διάταγμα έκταση των 2.000.000 τμ ή 2.000 στρεμμάτων ταυτίζεται με την επίδικη έκταση των 9.018.171,24 τμ, για την οποία αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία, με βάση τον εν λόγω τίτλο κυριότητας β) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθές ότι η εν λόγω στο διάταγμα αναφερόμενη, πολύ μικρότερη, έκταση ταυτίζεται με την επίδικη. 2) με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία (όχι μόνο με έκτακτη χρησικτησία), αλλά και με νόμιμους τίτλους κυριότητας, ως τίτλους εκ του νόμου α) με τίτλο, που αναφέρεται αμέσως παραπάνω, στηριζόμενο στο διαχωριστικό διάταγμα του έτους 1933, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 και β) με τίτλο το από 26-9-1952 βασιλικό διάταγμα που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του νδ 2185/1952 που κύρωσε την από 18-9-1952 σύμβαση μεταξύ εκκλησίας της Ελλάδος και του δημοσίου και τους εμπεριεχόμενους σ' αυτή πίνακες, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 2 του ΑΚ, 77 παρ. 1 του Συν/τος και 51 παρ. 7 του ν. 4301/2014 (προσδίδοντας στον τελευταίο εσφαλμένα την ιδιότητα του ερμηνευτικού νόμου και αναδρομική ισχύ).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού η προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα, το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα (με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά) που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περί ιδίας κυριότητας, που απέκτησε με τους αναφερόμενους τρόπους, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στις οποίες στήριξε τον ισχυρισμό του αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και, κατά συνέπεια, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα, πού, δηλαδή, εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των αναφερόμενων διατάξεων.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απαράδεκτος, κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αναφορικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός επαναφέρθηκε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις από το αναιρεσείον-εφεσίβλητο, ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι το αναιρεσείον επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις (με τις συνοπτικές προτάσεις ουδείς ισχυρισμός επαναφέρεται, αλλά μόνο γίνεται επίκληση προσκομιζόμενων εγγράφων).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 25/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ