Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
938/2010 KI-generiert

Appeal dismissed because the lower court decision was already incorporated into the final appellate ruling.

Geschäftsnummer 938/2010
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment, ruling that it was inadmissible since the lower court's decision had already been absorbed into the final appellate ruling. The appellant argued the second-instance court failed to provide sufficient reasoning regarding legal basis and evidence analysis, but the court found these grounds invalid. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 553 K.Pol.D.; Art. 559 K.Pol.D.: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if that judgment has already been incorporated into a final appellate decision that ruled on the merits of the case.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal incorporated judgment final appellate decision merits ruling legal costs award medizinische Arbeitsunfähigkeit Erwerbsunfähigkeit nachdienstliche Gesundheitsschädigung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 553 K.Pol.D.
Art. 559 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 938 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 938/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κυριάκου Χατζησάββα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παναγιώτου, που ανακάλεσε την από 25/2/2010 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε."που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασαριώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6161/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 5/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της εφέσεως και της υποθέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώθηκε και η πρωτόδικος απόφαση. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 6161/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και ειδικότερα ως προς τον τέταρτο λόγο αυτής, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, εφ' όσον η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε επί της εφέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 929 ΑΚ, 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η τελεσίδικος απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στην νέα δίκη, στην οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο:

ως προς τις συνθήκες επελεύσεως αυτής (αδικοπραξίας), την υπαιτιότητα του εναγομένου, την συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, καθώς και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Δεν αποτελεί, όμως, δεδικασμένο για απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρόνου, κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την προηγουμένη αγωγή, διότι αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη.

Από την διάταξη δε του άρθρου 929 ΑΚ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 298 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμον υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν εγίνετο, εξ αιτίας της σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των αυτών, ως άνω, διατάξεων των άρθρων 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή των δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου (ΑΠ 2038/2006, ΑΠ 648/2002).

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση των διαδίκων έρευνα, για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο, εν σχέσει προς τις αξιώσεις του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, που αφορούν σε διαφυγόντα κέρδη αυτού, λόγω της ανικανότητός του προς εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2000 έως 31-10-2003, σε απώλεια των μελλοντικών εισοδημάτων αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2003 έως 31-10-2008 και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε αρχικώς τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν περιεχόμενο της προηγηθείσας υπ' αριθμ. 87/2003 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έκρινε επί της υπ' αριθμ. 7586/13-7-2000 αρχικής αγωγής αυτού"...

Εξ άλλου, αμέσως μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Περ. Γεν. Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί ρήξη του εκτατικού μηχανισμού του αριστερού γόνατος, απόσπαση του έσω πλαγίου συνδέσμου, διατομή του υποεπιγονατιδικού συνδέσμου εκ του κνημιαίου κυρτώματος και απόσπαση των χιαστών συνδέσμου εκ του μεσογληνίου επάρματος.

Λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του υπεβλήθη αυθημερόν σε πλήρη συρραφή του εκτατικού μηχανισμού (προσήλωση του έσω πλαγίου συνδέσμου επί του μηριαίου κονδύλου, προσήλωση των χιαστών συνδέσμων επί κοινής σήραγγας επί του έξω μηριαίου κονδύλου, προσήλωση του υποεπιγονατιδικού συνδέσμου επί του κνημιαίου κυρτώματος) και ενίσχυση του υποεπιγονατιδικού συνδέσμου με μόσχευμα επί της πλατείας περιτονίας και εφαρμογή ζεύγους βελονών τύπου Steinman, χιαστί προς συγκράτηση του εξαρθρήματος του γόνατος, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος στο ως άνω Νοσοκομείο μέχρι τις 12.3.1999, οπότε και εξήλθε με μηροκνημοποδικό νάρθηκα ... (από 12.3.1999 εξιτήριο), λαβών αναρρωτική άδεια μέχρι και τις 10.7.1999 (σχετ. ...).

Στις 3.6.1999 έλαβε χώρα αφαίρεση του γυψονάρθηκος και τοποθέτηση κηδεμόνα πολλαπλής αστάθειας με ασφάλεια γόνατος, μεταλλικό σκελετό και ιμάντες και εφαρμόσθηκε σταδιακώς ελεγχομένη κίνηση της αριστερής κατά γόνυ αρθρώσεως και φυσιοθεραπεία μέχρι τις 10.7.2000, οπότε και εγκαταλείφθηκε ο κηδεμόνας, πλην όμως σε επανεξέταση του ενάγοντος στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω Νοσοκομείου στις 25.5.2001 πιστοποιήθηκε εύρος κινήσεως του αριστερού γόνατος μέχρι 90 μοίρες, πλήρης έκταση, εκφυλιστική μετατραυματική αρθρίτιδα και φλεβική ανεπάρκεια λόγω θρομβώσεως της επιπολής φλεβικού δικτύου του αριστερού κάτω άκρου (σχετ.

η από 13.2.2002 υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../18.2.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού ...). Περαιτέρω από την από 26.7.1999 βεβαίωση της ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (τηλεοπτικός σταθμός "ΣΚΑΪ") αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργαζόταν, κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος στην ως άνω εταιρία ως εικονολήπτης (οπερατέρ) στο Τμήμα Εξωτερικών Μεταδόσεων του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού με μέσες μηνιαίες καθαρές αποδοχές 366.168 δρχ.

ή 1.074,62 ευρώ (σχετ. ...), συνεπεία δε του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα κατέστη ανίκανος προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος (27.2.1999) έως τις 10.7.1999, οπότε έληξε η αναρρωτική άδεια του και επέστρεψε στην εργασία του (σχετ. ...). Κατά συνέπεια, ο ενάγων απώλεσε για την αιτία αυτή το συνολικό ποσόν του 1.647.756 δρχ.

ή των 4.835,67 ευρώ (μέσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές 366.168 δρχ. ή 1.074,59 ευρώ Χ 4,5 μήνες), το οποίο θα αποκέρδαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εάν δεν μεσολαβούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ... Εξάλλου λόγω της νοσηλείας του ενάγοντος και εν συνεχεία της οίκοι αναρρώσεώς του δεν κατέστη δυνατή η συμμετοχή του στην αποστολή του προαναφερομένου τηλεοπτικού σταθμού στο ...

κατά το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου του έτους 1999 και ως εκ τούτου απώλεσε πρόσθετο μηνιαίο εισόδημα ποσού 1.400.000 δρχ. ή 4.108,58 ευρώ ... . Περαιτέρω, λόγω της φύσεως του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, ο ενάγων κατέστη πλήρως ανίκανος για την εργασία του εικονολήπτη σε τμήμα εξωτερικών μεταδόσεων τηλεοπτικού σταθμού, καθ' όσον αδυνατεί πλέον να ανταπεξέλθει στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου επαγγέλματος (σχετ.

η από 13.2.2002 υπ' αριθ. εκθ. καταθ. .../18.2.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού ...) και για το λόγο αυτό, μετά την επιστροφή του στην εργασία του απασχολήθηκε πλέον ως υπάλληλος γραφείου στο Τμήμα Συντονισμού της Τελικής Λειτουργίας του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού (σχετ. ...). Συνεπεία της υποχρεωτικής αυτής μετακινήσεως οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος περιορίσθηκαν (μειώθηκαν) στο ποσόν των 237.500 δρχ.

ή των 696,99 ευρώ (σχετ. το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών μηνός Ιουνίου 1999). Κατά συνέπεια, ο ενάγων απώλεσε τη διαφορά μεταξύ των προ του ατυχήματος μέσων μηναίων αποδοχών του (ήτοι 366.168 δρχ. ή 1.074,59 ευρώ) και των ως άνω αποδοχών της νέας θέσεως του, ... από το μήνα Ιούλιο του έτους 1999 μέχρι και το μήνα Ιούλιο του έτους 2000, ... .

Τέλος, από το ως άνω αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε από πταίσμα του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ταλαιπωρία και θλίψη, η οποία αποτιμάται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και ενόψει του βαθμού του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, του είδους και της εκτάσεως των ζημιών, των επιπτώσεων του τραυματισμού του ενάγοντος, των συνθηκών της συγκρούσεως και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι η θέση αυτής είναι εγγυητική, στο δίκαιο και εύλογο ποσόν των 20.000 ευρώ ή των 6.815.000 δρχ. ...".

Μετά τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, συνεχίζοντας, εδέχθη τα κατωτέρω: " Κατόπιν όλων αυτών, με την προαναφερθείσα οριστική απόφαση, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 26/6/2000 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το συνολικό ποσό των 42.873,98 ευρώ, στο οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνονταν και τα ποσά για τους διαφυγόντες μισθούς και τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος, που έγιναν δεκτά με την ίδια απόφαση.

Κατ' αυτής, οι διάδικοι δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο μέχρι σήμερα, η δε δεύτερη εναγομένη (ασφαλιστική εταιρία) ήδη κατέβαλε στον ενάγοντα, σε εξόφλησή του, το ποσό που του επιδικάστηκε με την εν λόγω απόφαση (πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων), στις 28/2/2003 (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εξοφλητική απόδειξη της δεύτερης εναγομένης).

Συνεπώς η 87/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη (και ήδη αμετάκλητη) και αποτελεί δεδικασμένο ως προς τα κριθέντα με αυτή ζητήματα, ιδίως σε ό,τι αφορά: α) την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον τραυματισμό του ενάγοντος, κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν και β) τις επελθούσες ζημίες του τελευταίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα απωλεσθέντα εισοδήματα από την εργασία του, εξαιτίας της ανικανότητας του προς εκτέλεση αυτής, κατά τα χρονικά διαστήματα από 27/2/1999 μέχρι 10/7/1999 και των μηνών Ιουλίου 1999 - Ιουλίου 2000, καθώς και η χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα.

Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά των ίδιων εναγομένων την ένδικη (δεύτερη) αγωγή, με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη. Ειδικότερα, σε σχέση με τις αξιώσεις που πρόβαλε με τη νεότερη αυτή αγωγή για περαιτέρω αποζημίωση από την απώλεια των μισθών του, λόγω της ανικανότητας του να εργαστεί, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή μεταγενέστερα (της πρώτης αγωγής) χρονικά διαστήματα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων στις 28/9/2004 επανεξετάστηκε στο ΠΓΝ "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", προκειμένου να διαπιστωθεί η περαιτέρω πορεία και κατάσταση της υγείας του. Κατά την επανεξέταση του αυτή, σύμφωνα με το .../28.9.04 πιστοποιητικό νοσηλείας του Αναπληρωτή-Διευθυντή του Η' Ορθοπαιδικού τμήματος του παραπάνω Νοσοκομείου ..., διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων, ότι: "Το γόνυ έχει κάμψη 90°.

Ο τετρακέφαλος έχει μεγάλη ατροφία. Το γόνυ είναι σταθερό προς όλους τους άξονες. Έχει ανάγκη φυσιοθεραπευτικής αγωγής δια την ενίσχυση του τετρακέφαλου. Η κατάσταση αυτή συνθέτει κινητική αναπηρία μείζονα του 67%. Πιθανόν να εμφανιστεί εκφυλιστική αθρίτις του γόνατος". Παρά όμως των ανωτέρω, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, κατάσταση της υγείας του, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα από 1/8/2000 μέχρι 31/10/2003 (δηλαδή κατά το διάστημα, πέραν εκείνου που κρίθηκε τελεσιδίκως με την 87/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), εξακολούθησε να απασχολείται στο τμήμα συντονισμού και τεχνικής λειτουργίας της ίδιας εργοδότριας εταιρίας, όχι όμως ως υπάλληλος γραφείου, με μηνιαίες αποδοχές 697 ευρώ, αλλά ως εικονολήπτης εσωτερικών μεταδόσεων (πλατώ) με μέσες μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.552 ευρώ και καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.173,88 ευρώ (βλ.

σχετικά...).

Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο διάστημα ο ενάγων υπέστη περαιτέρω αποθετική ζημία εξαιτίας της ανικανότητας του να εργαστεί ως εικονολήπτης εξωτερικών μεταδόσεων του πιο πάνω τηλεοπτικού σταθμού, και συγκεκριμένα ζημία από την επικαλούμενη απώλεια των διαφορών των μηνιαίων αποδοχών που θα ελάμβανε ως εικονολήπτης και εκείνων που λάμβανε ως υπάλληλος γραφείου, ύψους 377,63 ευρώ μηνιαίως, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε στην αγωγή του.

Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το ίδιο διάστημα, ο ενάγων ζημιώθηκε το ποσό των 13.500 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη συμμετοχή του σε τουλάχιστον τρεις, μηνιαίας διάρκειας, αποστολές στο εξωτερικό για την κάλυψη εκτάκτων συμβάντων, για τις οποίες θα λάμβανε πρόσθετη αμοιβή, ύψους 4.500 ευρώ κάθε φορά, που όμως απώλεσε, διότι δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις εν λόγω αποστολές, εξαιτίας της ανικανότητας του να εργαστεί ως εικονολήπτης εξωτερικών μεταδόσεων, συνεπεία του τραυματισμού του.

Τα παραπάνω περιστατικά, ως προς τα διαφυγόντα εισοδήματα του ενάγοντος κατά το προαναφερόμενο διάστημα, έγιναν δεκτά με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία και δεν πλήττεται ειδικά με την έφεση ως προς τις παραδοχές της αυτές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εξακολούθησε να απασχολείται στην ίδια εργοδότρια με την ειδικότητα και τις αποδοχές του εικονολήπτη, ύψους 1.173,88 ευρώ, και κατά το διάστημα από 1/11/2003 μέχρι 30/6/2004, οπότε η εργοδότριά του κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση του, ύψους 8.217,16 ευρώ, η οποία υπολογίστηκε με βάση τις κατά το χρόνο απόλυσης του μηνιαίες αποδοχές του εικονολήπτη, ύψους 1.173,88 ευρώ (βλ.

την ... ). Η παραπάνω καταγγελία δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα εξαιτίας της ανικανότητας του να εργαστεί ως εικονολήπτης εξωτερικών μεταδόσεων του τηλεοπτικού σταθμού της εργοδότριας, αλλά σε λόγους άσχετους με την κατάσταση της υγείας του. Η κρίση του Δικαστηρίου βασίζεται κυρίως στο ότι: α) η εργοδότρια του ενάγοντος εξακολούθησε να τον απασχολεί με την ειδικότητα και τις αποδοχές του εικονολήπτη, κατά το διάστημα από 1/8/2000 μέχρι τις 30/6/2004 που τον απέλυσε β) ο παθών δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε επιφυλάχθηκε οιουδήποτε δικαιώματος του μετά την προαναφερθείσα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και την είσπραξη της αποζημίωσης λόγω της απόλυσης του.

Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος (συζύγου του) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι: "Ο λόγος (της απόλυσης) ήταν ότι πλέον δεν θα μπορούσε να είναι ανταγωνιστικός ως εξωτερικός οπερατέρ...", ούτε από τη με ημερομηνία 26/7/1999 παλαιότερη βεβαίωση της εργοδότριας του ενάγοντος, από την οποία προκύπτει ότι "από 1/6/1999, λόγω του αιτήματος του, δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει την εργασία του και περιορίστηκε να απασχολείται στο τμήμα συντονισμού και τεχνικής λειτουργίας".

Και τούτο, διότι όπως προαναφέρθηκε, η εργοδότρια εταιρία, παρά την ανικανότητα του να εργαστεί ως εικονολήπτης εξωτερικών μεταδόσεων συνεπεία του ατυχήματός του, εξακολούθησε να τον απασχολεί και να τον αμείβει με τις αποδοχές του εικονολήπτη κατά το επίδικο διάστημα (δηλαδή επί τέσσερα περίπου έτη), πράγμα που σημαίνει ότι δεν είχε λόγο να τον απολύσει, μετά πάροδο τόσων ετών από το ατύχημα, εξαιτίας της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας του και ως εικονολήπτη εξωτερικών μεταδόσεων.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων δεν δικαιούται να ζητά περαιτέρω αποζημίωση για τις επικαλούμενες μελλοντικές ζημίες του από τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του, για το μετά την απόλυση του από την εργοδότρια εταιρία αιτούμενο χρονικό διάστημα (30/6/2004 μέχρι 31/10/2008), διότι έπαψε έκτοτε να απασχολείται σ' αυτή. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια ως προς το λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και απέρριψε, στη συνέχεια, ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, αναφορικά με τις (επελθούσες και μελλοντικές) αποθετικές ζημίες του τελευταίου (διαφυγόντα εισοδήματα, εξαιτίας της ανικανότητας του για εργασία), οι οποίες δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της 87/2003 τελεσίδικης απόφασης, διότι αναφέρονται σε μεταγενέστερα της πρώτης αγωγής χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα.

Περαιτέρω ο ενάγων για τη θεμελίωση της αξίωσης του για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 150.000 ευρώ, πέραν εκείνης που του επιδικάστηκε από την πρώτη αγωγή, ύψους 20.000 ευρώ, επικαλέστηκε στην ένδικη (δεύτερη) αγωγή του ότι επακολούθησαν μεταγενέστερα περιστατικά ως προς την κατάσταση της υγείας του και το μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί, τα οποία δεν ήταν γνωστά ούτε είχαν προβλεφθεί από αυτόν κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής, και συγκεκριμένα ότι "μετά την επανεξέτασή του μετά από ένα έτος (από την τελευταία ιατρική εξέταση του, στις 23/5/2000) διαπιστώθηκε μόνιμη διαρκής αναπηρία, σε ποσοστό 67%, που τον κατέστησε ανίκανο προς εργασία, με την ειδικότητα του εικονολήπτη ...

και περαιτέρω ανίκανο να απολαμβάνει όλες τις χαρές της ζωής, αφού από ένα απόλυτα υγιές άτομο, ηλικίας μόλις 30 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, συνεπεία του ατυχήματος, απώλεσε την ψυχική του ισορροπία εκ της χωλότητας που του έχει προκληθεί, της υποβάθμισής του εργασιακά, της αδυναμίας του να οδηγήσει πλέον μοτοσικλέτα, λόγω της έντονης δυσκαμψίας του γόνατος του, αλλά και της αδυναμίας του να συμπεριφερθεί ως απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος, που έχει ανάγκη και να τρέξει και να βαδίσει και να αθληθεί.

Χαρακτηριστικά αναφέρει, ότι έγινε πατέρας ενός αγοριού και αδυνατεί να παίξει μαζί του, αφού η δυσκαμψία του ποδιού του δεν του επιτρέπει να γονατίσει. Και ακόμα η δυσμορφία που προκλήθηκε στο πόδι του τον κάνει να νοιώθει μειονεκτικά όταν βρίσκεται σε πλαζ, αφού προκαλεί τα βλέμματα όλων. Εν ολίγοις, έχει καταστεί προβληματική η μέλλουσα ζωή του.

Μέχρι σήμερα κανένα μέσο δεν έχει καταστεί ικανό να του προσφέρει παρηγοριά και ανακούφιση και συνεχώς υφίσταται ταλαιπωρίες από τις συνέπειες της σωματικής του μειονεξίας που θα παραμείνει και κατά τον υπόλοιπο βίο του, γεγονός που ήδη έχει επηρεάσει αλλά και διαρκώς θα επιδρά στον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο και μετά πιθανότητος θα του αποστερεί χαρές της ζωής...".

Όλες όμως οι παραπάνω δυσμενείς συνέπειες στην εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, υπήρχαν και ήταν γνωστές στο δικαστήριο κατά το χρόνο έκδοσης της 87/2003 τελεσίδικης απόφασης επί της προγενέστερης αγωγής του για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο εκείνο, κατά το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη του, τόσο την προαναφερθείσα έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, όσο και το από 25/5/2001 πιστοποιητικό νοσηλείας του ΠΓΝ "Ασκληπιείο Βούλας" (επανάληψη του οποίου αποτελεί, κατά βάση, το από 28/9/2004 νεότερο πιστοποιητικό νοσηλείας του ίδιου νοσοκομείου), από τα οποία αποδεικνύεται, ότι ήδη από τότε ήταν γνωστή η κατάσταση της υγείας του παθόντος, και ιδίως τόσο η μόνιμη κινητική αναπηρία του σε ποσοστό 67%, όσο και η ανικανότητα του για άσκηση του επαγγέλματος του εικονολήπτη εξωτερικών μεταδόσεων τηλεοπτικού σταθμού.

Άλλη περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, και μάλιστα απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα ή άλλες μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες, πέραν εκείνων που προαναφέρθηκαν, οι οποίες αποτελούν, κατά κύριο λόγο, την αναμενόμενη εξέλιξη από την εξαρχής γνωστή φύση και βαρύτητα του τραυματισμού του, που μπορούσαν να προβλεφθούν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα.

Κατόπιν αυτών η αξίωση που προβάλλει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, πέραν εκείνης που του έχει ήδη επιδικαστεί με την εν λόγω απόφαση, καλύπτεται από το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς η (δεύτερη) αγωγή έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ως προς το κεφάλαιο αυτό ...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι αγωγική αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ αυτή, για περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω δεδικασμένου, και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικο απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε στην περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση, την οποία αυτή είχε απορρίψει ως αβάσιμη, απέρριψε την σχετική αγωγική αξίωση ως απαράδεκτος, ενώ επεκύρωσε κατά τα λοιπά την αυτή απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο απέρριψε τις προαναφερόμενες αγωγικές αξιώσεις του ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου, παρά την έλλειψη των προϋποθέσεων αυτού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά στην απόρριψη της αγωγικής αξιώσεως περί διαφυγόντων κερδών του αναιρεσείοντος και απωλείας των μελλοντικών εισοδημάτων τούτου, πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως και, επομένως, ως αβάσιμος.

Και τούτο, διότι, εν σχέσει προς την αξίωση αυτή, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 87/2003 τελεσίδικο απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αλλά αντιθέτως ρητώς μνημονεύει σ' αυτή ότι η αξίωση αυτή (για επελθούσες και μελλοντικές αποθετικές ζημίες) δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της ανωτέρω αποφάσεως, εφ' όσον αφορά σε μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, απέρριψε όμως την αυτή αξίωση ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά στην αγωγική αξίωση για πρόσθετο χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την αυτή απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι δεν υπήρξε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος (που αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση), αλλά ότι το μέγεθος της σωματικής του βλάβης και η αναμενόμενη εξέλιξη αυτής ήταν εξ υπαρχής προβλεπτή και η "επίπτωση" αυτής ελήφθη υπ' όψη από την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προσδιοριστικός παράγων, για τον καθορισμό του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως.

Συνακολούθως, ορθώς έκρινε ότι η αξίωση αυτή καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικο αυτή απόφαση.

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών υπάρχει όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Στην παρούσα περίπτωση, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, επί των προαναφερομένων ζητημάτων, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ: οι περιεχόμενες στους λόγους αυτούς ελλείψεις και ασάφειες, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες, ως αναγόμενες στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα, εν σχέσει προς την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση τούτου, εκτίθεται στην απόφαση σαφώς, ήτοι ότι η φερομένη ως δυσμενής εξέλιξη της υγείας αυτού δεν ήταν απρόβλεπτη, αντικειμενικώς, "κατά τα ιατρικά δεδομένα", αλλά εξ αρχής προβλεπτή και γνωστή, κατά την δίκη ενώπιον του δικαστηρίου που έκρινε επί της πρώτης αγωγής και ελήφθη από το τελευταίο υπ' όψη, κατά την έκδοση της υπ' αριθμ. 87/2003 (τελεσιδίκου) αποφάσεώς του.

Ωσαύτως, η περιεχόμενη στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτίαση για αντίφαση της αιτιολογίας (υπό στοιχ. 6) είναι αβάσιμος, ως ερειδομένη σε αναληθή προϋπόθεση. Και τούτο, διότι το πρώτο μέρος της φερομένης, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, αντιφάσεως (που αφορά στην παραδοχή ότι "οι αξιώσεις της αγωγής δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο") αναφέρεται στην αγωγική αξίωση για διαφυγόντα κέρδη, ενώ το δεύτερο μέρος αυτής (που αφορά στην παραδοχή ότι η προσβαλλομένη αξίωση του ενάγοντος καλύπτεται από το δεδικασμένο) αναφέρεται στην αγωγική αξίωση για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται ανωτέρω), που στηρίζεται σε διαφορετικές προϋποθέσεις.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 241/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά (και της υπ' αριθμ. 6161/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ