Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper service of summons and procedural errors.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. The appellant argued procedural violations regarding the service of summons and the handling of a retrial request, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the summons was properly served and that the lower court correctly rejected the retrial request as untimely, thus the appeal lacked valid grounds.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1), 559(19), 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines cassation requests ex officiously when a party is absent, and declares them inadmissible if procedural defects like improper service or lack of timeliness are established, or if the lower court correctly applied rules rendering specific requests untimely.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 937 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 937/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Β., κατοίκου ... της Π.Ε. Σερρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1291/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 1914/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-7-2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου νομίμως φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η από 6-10-2017 αίτηση της Μ. Σ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1291/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά ματαίωση της συζητήσεως της κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 27ης-5-2019, λόγω των ευρωεκλογών και αυτοδιοικητικών εκλογών της 26ης-5-2019.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), ερήμην της αναιρεσειουσας. Η τελευταία αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσίβλητο, που επισπεύδει την παρούσα συζήτηση (βλ.
τις υπ' αριθμ. .../ 30-8-2019 και ... 2-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ. Σ., αντιστοίχως, από τις οποίες προκύπτει η επίδοση στον υπογράφοντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 897/2011).)το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, Κ. Μ., του ΔΣ Σερρών ακριβούς αντιγράφου της ανωτέρω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο ( της 10ης-2-2020) και της από 6-10-2017 αιτήσεως αναιρέσεως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 27ης-5-2019) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία της, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως.
Ο αναιρεσίβλητος με την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 201/8-8-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που απηύθυνε κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την αυτούσια απόδοση του αναφερομένου ακινήτου, ως αξίωση συμμετοχής του σε αποκτήματα γάμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή με την υπ' αριθμ. 159/2015 απόφασή του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 68/22-9-2016 εκπρόθεσμη έφεση η εναγομένη (μετά την παρέλευση της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε επιδοθεί σ' αυτήν την 26-11- 2015) και ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή. Στο δικόγραφο δε της εφέσεως σώρευσε και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση επικαλούμενη ότι δεν μπόρεσε να τηρήσει την 30νθήμερη προθεσμία προς άσκηση της εφέσεως, εξ αιτίας ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα λόγω αποχής από τα καθήκοντά της, της διορισθείσης προς άσκηση της εφέσεως, κατόπιν αιτήσεως για παροχή νομικής βοήθειας, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, Σουλτάνας Γεωργαλά. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, στη συνέχεια, απέρριψε και την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση ενδίκου μέσου, προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν άσκησε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανωτέρα βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, έτσι ώστε με απόφαση του δικαστηρίου να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση από την αδυναμία τηρήσεως δικονομικής προθεσμίας, στηριζόμενος στην αρχή της επιεικείας, αποτελείς ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει δε τη δυνατότητα της άρσης με δικαστική απόφαση νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο καταστάσεως, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της εν λόγω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή της ανωτέρας βίας ή του δόλου του αντιδίκου του.
Η αίτηση επαναφοράς υποβάλλεται είτε με το δικόγραφο της εφέσεως, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, είτε με τις προτάσεις, εντός της οριζομένης από το άρθρο 153 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσεως του δόλου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση δεν αρκεί η, εντός των τριάντα ημερών από την άρση της ανωτέρας βίας ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου, κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται και η επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο του αιτούντος μέσα στην ίδια προθεσμία (άρθρα 155 παρ. 1, 215 παρ. 1,217 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, για την παραδεκτή και δη εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως επαναφοράς, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της εφέσεως που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της εφέσεως με τη σωρευομένη αίτηση επαναφοράς μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου ή της γνώσεως του δόλου (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της εφέσεως), ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως επαναφοράς εντός της παραπάνω προθεσμίας, η οποία (άσκηση) δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αιτήσεως στον καθ' ου αυτή απευθύνεται (ΑΠ 79/2019, ΑΠ 106/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1216/2012).
Εάν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1467/2019, ΑΠ 79/2019, ΑΠ 106/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 2139/2014). Ως ανωτέρα βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας και συνέσεως.
Η ύπαρξη πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας (άρθρο 152 παρ. 2 ΚΠολΔ) ακόμη και ελαφράς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξουσίου δικηγόρου ή του νομίμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανωτέρας βίας (Ολ. ΑΠ 29/1992, ΑΠ 106/2017, ΑΠ 2139/2014, ΑΠ 518/2010).
Περαιτέρω, περίπτωση ανωτέρας βίας δεν συνιστά άνευ ετέρου η αποχή των δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων, που απορρέουν από το δημόσιο λειτούργημα που ασκούν (άρθρα 1 και 34 ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων") παρά μόνον, εφόσον συντρέχουν, πρόσθετες ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Διότι, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο διάδικο η παράσταση και η διενέργεια πράξεως χωρίς δικηγόρο ενώπιον παντός δικαστηρίου ή δικαστικής υπηρεσίας για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου (άρθρα 94 παρ. 2γ Κ.Πολ.Δ., 36 παρ. 1 εδ.
δ' ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων"), όπως η άσκηση των ενδίκων μέσων, οπότε η τυχόν αποχή των δικηγόρων από την άσκηση καθηκόντων ενώπιον δικαστικών αρχών δεν επηρεάζει τον επιμελή διάδικο από την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, εφέσεως κλπ δυνάμενο να καταθέσει αυτοπροσώπως το σχετικό δικόγραφο (στου οποίου τη σύνταξη, που δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη, ο δικηγόρος δεν κωλύεται εκ της αποχής) και επιφυλασσόμενο να το συμπληρώσει με πρόσθετους λόγους.
Και περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους δεν εξικνείται μέχρι τη ματαίωση του δικαιώματος των πολιτών για την παροχή δικαστικής προστασίας. Γι' αυτό και σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως είναι εμπειρικώς γνωστό στο χώρο λειτουργίας της δικαιοσύνης, κατά την διάρκεια αποχής, χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ειδική άδεια σε δικηγόρους για την επιχείρηση πράξεων προς αποτροπή της απώλειας δικονομικών προθεσμιών ή της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής.
Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί η αποχή των δικηγόρων ως ανώτερη βία, που οδήγησε στην απώλεια προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου, πρέπει ο διάδικος, που ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να επικαλείται και να αποδεικνύει, αφενός ότι αυτός βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να το ασκήσει αυτοπροσώπως μέσα στη νόμιμη προθεσμία και αφετέρου ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή αδείας από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά έτυχε αρνητικής απαντήσεως (ΑΠ 1155/2012).
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 2139/2014, ΑΠ 306/2009, ΑΠ 902/2008, ΑΠ 395/2004). Τέλος, για τη συνδρομή του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγου, απαιτείται το δικαστήριο να ερεύνησε την ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, ανακοπή, προσφυγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο (ΑΠ 99/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: " Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα σωρεύει στο δικόγραφο της ένδικης έφεσής της, που ασκήθηκε την 22/9/2016, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση επικαλούμενη ότι η υπ' αρ. 159/2015 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που δίκασε την επίδικη διαφορά από αποκτήματα γάμου, της επιδόθηκε την 26/11/2015.
Ότι αρχικά συνέταξε την από 1-12-2015 αίτηση για παροχή νομικής βοήθειας, ως πολίτης χαμηλού εισοδήματος και ότι εξ αιτίας εσφαλμένης πληροφόρησης που είχε από το Πρωτοδικείο Σερρών, καθυστέρησε να συντάξει τη νέα από 12-1-2016 αίτηση (για παροχή νομικής βοήθειας), με την οποία διορίστηκε πληρεξούσια δικηγόρος της για την άσκηση της ένδικης έφεσης η δικηγόρος Σερρών Σουλτάνα Γεωργαλά.
Ότι η ανωτέρω δικηγόρος δεν προχώρησε στη σύνταξη και κατάθεση του ενδίκου μέσου λόγω της αποχής των δικηγόρων και ότι ούτε η ίδια η εκκαλούσα ήταν σε θέση να συντάξει το δικόγραφο της έφεσης, λόγω έλλειψης νομικών γνώσεων... Ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της δεν συνέταξε ούτε κατέθεσε την έφεση , ούτε και μετά το πέρας της αποχής των δικηγόρων στις 17-6-2016.
Ότι με τη νέα υπ'αρ. ...14-7-2016 αίτησή της στο Εφετείο Θεσσαλονίκης διορίστηκε νέος πληρεξούσιος δικηγόρος της. Ότι έκτοτε επέστρεψε στην κατοικία της... και μετά από πάροδο δέκα ημερών (25/7/2016) μετέβη στη Θεσσαλονίκη και παρέδωσε τη δικογραφία στον ως άνω συντάξαντα την έφεση δικηγόρο. Με το περιεχόμενο αυτό το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα, είναι μη νόμιμο.
Υπό τις περιστάσεις που επικαλείται η εκκαλούσα, η αποχή των δικηγόρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανώτερη βία, αφού δεν αναφέρεται, ότι η το πρώτον, έστω και μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, διορισθείσα στις 12- 1-2016 δικηγόρος της Σουλτάνα Γεωργαλά, δικηγόρος Σερρών, για να αποφύγει την απώλεια της προθεσμίας, ζήτησε άδεια που δεν της χορηγήθηκε από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
Στην πραγματικότητα η σύνταξη του δικογράφου της έφεσης θα μπορούσε να γίνει από την ως άνω αρχικώς διορισθείσα πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας, καθώς αυτή δεν κωλύονταν να προβεί σε σύνταξη δικογράφου, η δε εκκαλούσα θα μπορούσε να την καταθέσει αυτοπροσώπως στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείου Σερρών, χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου, γεγονός το οποίο ήταν σε θέση να πληροφορηθεί από την ως άνω δικηγόρο της, αλλά και από τη γραμματεία του οικείου Πρωτοδικείου και το οποίο δεν συνδέεται με την οικονομική της αδυναμία μετάβασης στη Θεσσαλονίκη την οποία επικαλείται.
Αλλά και μετά τη λήξη της αποχής των δικηγόρων, στις 17-6-2016, σε περίπτωση που το ανωτέρω χρονικό σημείο θεωρηθεί ως άρση του κωλύματος της εκκαλούσας και πάλι, μέχρι την άσκηση της έφεσης και αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (22-9-2016) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των οκτώ (αντί του ορθού τριάντα) ημερών για την άσκηση της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Επομένως το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας κατάσταση πρέπει να απορριφθεί...ακολούθως και η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ...". Ακολούθως το Εφετείο υπό τις άνω παραδοχές απέρριψε την μεν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη της απώλειας της προθεσμίας της εφέσεως κατάσταση, ως μη νόμιμη, δεχόμενο ειδικότερα ότι η αποχή των δικηγόρων δεν θεωρείται ως ανωτέρα βία, διότι ο δικηγόρος για να αποφύγει την απώλεια της προθεσμίας μπορεί να ζητήσει άδεια από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ή ο διάδικος να καταθέσει αυτοπροσώπως και χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου το δικόγραφο της εφέσεως, που ο πληρεξούσιος δικηγόρος του θα συντάξει την δε έφεση ως απαράδεκτη, δεχόμενο ειδικότερα ότι δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο, όσον αφορά την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, ορθώς απεφάνθη κατ' αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, εφόσον η εν λόγω αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο διότι, για την ολοκλήρωση της ασκήσεως της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση απαιτείτο και η επίδοση της, ενσωματωμένης στο δικόγραφο της εφέσεως, εν λόγω αιτήσεως, εντός της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 ΚΠολΔ από την άρση της περιστάσεως, την οποία η εκκαλούσα είχε επικαλεσθεί ως ανωτέρα βία, δικονομική διάταξη την οποία δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι η εκκαλούσα δεν επέδωσε τη σχετική αίτηση στον αντίδικο της-εφεσίβλητο, εντός της ως άνω προθεσμίας, αλλά στις 29-12-2016, δηλαδή μετά την πάροδο τριάντα ημερών όχι μόνο από την επικαλούμενη άρση της κατά την εκκαλούσα ανωτέρας βίας αλλά και την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου.
Συνεπώς, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία (ότι δηλαδή κατά τα εκτεθέντα στο δικόγραφο περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται συνδρομή ανωτέρας βίας, με την προεκτεθείσα έννοια). Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια:
α) ότι παρά το νόμο απέρριψε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση εφαρμόζοντας εσφαλμένως την, εκ του άρθρου 153 ΚΠολΔ, δεχθείσα ότι η άσκηση της εν λόγω αιτήσεως έπρεπε να λάβει χώρα εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερών από την άρση του λόγου ανωτέρας βίας, αντί της εκ του νόμου προβλεπομένης τοιαύτης των τριάντα (30) ημερών, με επακόλουθο την απόρριψη αυτής ως μη νομίμου και β) ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή της.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον με την πάροδο της ως άνω 30νθήμερης προθεσμίας, επήλθε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 153 και 158 ΚΠολΔ, αυτοδικαίως έκπτωση από το δικαίωμα επαναφοράς και, συνεπώς, τόσο η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων όσο και η έφεση ήταν απορριπτέες, ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους.
Ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατά τη δεύτερη αιτίασή του, προβάλλεται, περαιτέρω, με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 152, 153 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η παράβαση των δικονομικών κανόνων, όπως είναι οι διατάξεις αυτές, δεν ελέγχεται με λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 99/2019).
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ομοίως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο περιστατικά, εσφαλμένως έκρινε ότι δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας η αποχή των δικηγόρων, που την εμπόδισε να καταθέσει εμπροθέσμως το δικόγραφο της εφέσεώς της με την ενσωματωμένη σ' αυτό αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση.
Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η αίτηση επαναφοράς ήταν απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, για τον προεκτεθέντα λόγο (μη εμπροθέσμου επιδόσεως στον αντίδικο της). Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο ορθά έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα, η αποχή των δικηγόρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανωτέρα βία, αφού δεν αναφέρεται ούτε ότι ο δικηγόρος της, για να αποφύγει την απώλεια της προθεσμίας, ζήτησε άδεια για την κατάθεση του σχετικού δικογράφου, η οποία δεν χορηγήθηκε από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε ότι η ίδια είχε ανυπέρβλητο λόγο που την εμπόδισε να καταθέσει αρμοδίως, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, το δικόγραφο της εφέσεως, ενεργούσα αυτοπροσώπως και χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υπό την επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, όσον αφορά το ζήτημα ης ανωτέρας βίας, είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά απέρριψε τη μεν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων ως μη νόμιμη, τη δε έφεση ως απαράδεκτη και, συνεπώς, η ως άνω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμοστέα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη (άρθρα 176, 183 και 191 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2017 αίτηση της Μ. Σ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1291/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ