Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
937/2014 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding scope of appeal and inadmissibility of cross-appeal.

Geschäftsnummer 937/2014
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court improperly rejected a cross-appeal and failed to address claims regarding unjust enrichment. The court ruled that the cross-appeal was inadmissible because it did not fall within the scope of the original appeal, and errors not raised in the appeal cannot be examined on appeal.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559(14) CPolD; Art. 522 CPolD: A cross-appeal must be confined to the subject matter of the appeal; errors not raised in the appeal are not examined on appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
scope of appeal inadmissibility of cross-appeal labor dispute unjust enrichment procedural error

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559(14) CPolD
Art. 237(1)(a) CPolD
Art. 591(1)(a) CPolD
Art. 674 CPolD
Art. 523(1) CPolD
Art. 522 CPolD
Art. 559(19) CPolD
Art. 176 CPolD
Art. 183 CPolD

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 937 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 937/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μπατσολάκη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 105/2013 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΑ ΕΛ (3L) - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΕΔΕΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "3L ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πιέρρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3854/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 10-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 551/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 237 παρ. 1 εδ.

α', 591 παρ. 1 εδ. α' και 674 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αντέφεση μπορεί να ασκηθεί με τις προτάσεις και ότι για το παραδεκτό αυτής, αρκεί να γίνει κατάθεση των προτάσεων, με τις οποίες ασκείται (αντέφεση), έως τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αντέφεση, όταν ασκείται με τις προτάσεις και δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση, ή σε εκείνα που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, δηλαδή η άσκησή της, πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια, διαφορετικά απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 532 του ΚΠολΔ.

Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική και νομική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, ο ενάγων ήδη αναιρεσείων με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθετε ότι, στα πλαίσια συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη στον Πειραιά, στις 26-7-2004, προσελήφθη από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη η οποία διατηρεί εστιατόριο (ψητοπωλείο - οβελιστήριο), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μεταφορέας - διανομέας κατ' οίκων γευμάτων.

Ότι από την πρόσληψή του και μέχρι τις 30-5-2009, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του από την εναγόμενη, εργάστηκε ανελλιπώς υπό καθεστώς πλήρους ωραρίου και εξαήμερης απασχόλησης, σύμφωνα με τα ειδικώς διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Με βάση αυτά ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού (άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ) του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε (έντοκο) αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη του οφείλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση λόγω εργασίας το Σάββατο και μη χορήγησης δεύτερης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αμοιβή λόγω εργασίας τις Κυριακές, αμοιβή για νυχτερινή εργασία κατά το Σάββατο και Κυριακές, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, αποζημίωση αδείας, διαφορές επιδομάτων αδείας και εορτών καθώς και για διαφορά αποζημίωσης απολύσεως το συνολικό ποσό των 75.433,49 ευρώ, όπως αυτό εξειδικεύεται κατά τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια, νομιμοτόκως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, κυρίως μεν δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, άλλως δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι η σύμβαση εργασίας ήταν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης για την οποία δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη και συνακόλουθα ότι επρόκειτο περί απλής σχέσεως εργασίας και με βάση αυτήν ερεύνησε κατ' ουσίαν τη διαφορά. Στη συνέχεια, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμα τα κονδύλια: 1) για την επί δίωρο νυχτερινή εργασία του, 2) για διαφορά επιδόματος αδείας των 2006 και 2007, δώρου Χριστουγέννων 2006, δώρου Πάσχα των ετών 2007, 2008 και 3) για διαφορά καταβληθείσης λόγω της καταγγελίας αποζημίωσής του και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει για τις αιτίες αυτές συνολικά το ποσό των 7.948,17 ευρώ.

Τις λοιπές απαιτήσεις του, από τις πιο πάνω αιτίες, καθώς και εκείνες από την υπερεργασία του της ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησής του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους της ηττηθείσας εναγομένης όσον αφορά τις απαιτήσεις που έγιναν δεκτές από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο ενάγων - εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) άσκησε αντέφεση, προσβάλλοντας όλα τα κεφάλαια της πρωτοβάθμιας απόφασης. Προφανές είναι ότι εκάστη των αξιώσεων, που επιδικάστηκαν, με εκείνες, που απορρίφθηκαν, είχαν διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, και συνεπώς αποτελούσαν αυτοτελές κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης έτσι ώστε να μη συνέχονται με τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως εν μέρει απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσείοντος, όσον αφορά τους λόγους της, με τους οποίους προσβάλλονταν κεφάλαια (για την υπερεργασία και τις υπερωρίες) μη συνεχόμενα με εκείνα που προσβλήθηκαν με την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους", συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει για την ορθότητα ή μη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση τους λόγους της έφεσης, δηλαδή τα σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αποδίδονται σ' αυτήν με την έφεση.

Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης, δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό να ερευνά μη προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς των διαδίκων. Επομένως, ο 2ος, κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση από τη μη εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όσον αφορά τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος για την αμοιβή του από την υπερεργασία παράνομες και ιδιόρρυθμες υπερωρίες, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και είναι απορριπτέος.

Διότι, στο Εφετείο, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, δεν μεταβιβάστηκαν με τους λόγους της έφεσης ή με παραδεκτώς ασκηθείσα αντέφεση, τα σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές κεφάλαια της εκκληθείσας απόφασης. Εξάλλου, απορριπτέος, ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19, λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων πιο πάνω κανόνων δικαίου, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση.

Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 7-10-2013, αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 551/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ