Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
936/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, rejecting arguments regarding minor's capacity and evidence evaluation.

Geschäftsnummer 936/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final judgment on car accident damages and insurance contract issues. The appellants argued that a minor had valid standing and that the lower court erred in evaluating evidence regarding the victim's trajectory and the defendant's lack of fault. The court ruled that the minor had reached the age of majority and possessed full legal capacity, rendering the representative authority of the guardians automatically terminated, and rejected the appeal as substantively unfounded.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; The representative authority of a legal guardian terminates automatically upon the ward reaching the age of majority, granting them full capacity to act independently in court.

Schlagwörter

KI-generiert
minor legal capacity guardian authority termination car accident damages insurance contract dispute appeal admissibility evidence evaluation court costs liability Verkehrsunfall

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 936 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 936/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χας Ν. Μ., το γένος Ι. Π., 2) Γ. Μ. του Ν., 3) Ι. Μ. του Ν. και 4) Α. χας Ι. Π., το γένος Ι. Χ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Γ., 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκων …, 3) Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕ ΖΗΜΙΩΝ" και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 30-11-2020 δήλωση, καθώς και στις από 2-12-2020 κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2012 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων και του Π. Κ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκε με την από 21-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (της 1ης για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τότε τέκνου της Γ. Μ. - ήδη 2ου αναιρεσείοντος), καθώς και με τις αγωγές άλλων προσώπων και εταιρειών, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-10-2018 (αρ.κατ.85/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 415/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο,καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (δηλαδή των ασκούντων, κατ` άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ` άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ`αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 21-11-2014 (αρ.κατ. 1740/2014) έφεσης, που επισκοπείται επιτρεπτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο ήδη 2ος αναιρεσείων, κατά την άσκηση της έφεσης με την κατάθεσή της στις 15-12-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) ,ήταν ηλικίας 17 ετών και ως ανήλικος είχε εκπροσωπηθεί από τη μητέρα του και ήδη 1η αναιρεσείουσα, η οποία ασκούσε τη γονική του μέριμνα. Επομένως, ο ανωτέρω 2ος αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της, στις 21-11-2018, έχει ήδη ενηλικιωθεί και συνακόλουθα, παραδεκτά ασκεί την αίτηση αναίρεσης ατομικά στο όνομά του, εφόσον μετά την ενηλικίωσή του, το έτος 2015, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας αυτού ,σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι, στις 15-1-2012, στο 37ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Δράμας- Αμφίπολης, το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος ,το οποίο ανήκε στην συγκυριότητα αυτού και της 2ης αναιρεσίβλητης, συζύγου του, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για καθένα και του οποίου οχήματος την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 4η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με συνοδηγό τον 3ο αναιρεσίβλητο, συγκρούστηκε με το με αρ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο στενός συγγενής των αναιρεσειόντων, ο οποίος ειδικότερα, ήταν νόμιμος σύζυγος, όσο ζούσε, της 1ης αναιρεσείουσας, πατέρας του 2ου και του 3ου αναιρεσείοντα και γαμβρός (από θυγατέρα) της 4ης αναιρεσείουσας, ο οποίος τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και εξαιτίας του ανωτέρω τραυματισμού αποβίωσε την ίδια ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, όπου είχε διακομισθεί, ενώ επίσης, τραυματίστηκαν οι επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του 1ου αναιρεσιβλήτου, δηλαδή, ο ίδιος, ως οδηγός και ο 3ος αναιρεσίβλητος ως συνοδηγός, καθώς επίσης ο επιβάτης του πίσω καθίσματος, Π.

Κ., που σήμερα δεν είναι διάδικος. Οι ανωτέρω επιβαίνοντες στο όχημα του 1ου αναιρεσίβλητου και η συγκυρία αυτού, δηλαδή ο 1ος, η 2η και ο 3ος ήδη εκ των αναιρεσιβλήτων άσκησαν την από 8-11-2012 (αρ.κατ. 59/2013) αγωγή και χάριν συντομίας Α' αγωγή, κατά της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του θύματος (που δεν είναι διάδικος σήμερα), με την οποία αξίωναν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, η οικογένεια του θύματος, ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν την αντίθετη από 21-2-2013 (αρ.κατ. 287/2013) αγωγή και χάριν συντομίας Β' αγωγή, κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου και κατά της 4ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση για στέρηση διατροφής, η σύζυγος ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τότε 2ου αναιρεσείοντα, τέκνου της ,καθώς και άπαντες οι Β' ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Οι Α και Β αγωγές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαζί α) με την από 21-2-2014 (αρ.κατ. 348/2014) αγωγή των τριών αδελφών του θύματος β) με την με αρ.κατ. … αυτ…../2014 ανακοίνωση δίκης της συζύγου του θύματος και της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου του θύματος κατά του Ασφαλιστικού Οργανισμού ΟΑΕΕ και γ) με τη με αρ.κατ….

αυτ…./2014 αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε το όχημα του θύματος και απευθυνόταν κατά της οικογένειας αυτού. Τα ανωτέρω δικόγραφα, με στοιχείο α, β και γ δεν αφορούν την παρούσα δίκη, αλλά αναφέρονται διηγηματικά για την πληρέστερη παράθεση της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης.

Εκδόθηκε η υπ' αρ. 171/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, δέχθηκε ότι το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος, ο οποίος επιχειρώντας να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, διότι ήταν επιτρεπτή στο σημείο εκείνο η προσπέραση, λόγω διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής, εισήλθε στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο εκινείτο με κανονική ταχύτητα ο 1ος αναιρεσίβλητος και ότι το θύμα, που τελούσε σε κατάσταση κόπωσης και υπό την επήρεια αλκοόλης, σε ποσοστό 1,15 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, εκτιμώντας εσφαλμένα τις κυκλοφοριακές συνθήκες ολιγώρησε να επανέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας, με συνέπεια τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν με το εμπρόσθιο και αριστερό μέρος αυτών.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του 1ου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της σύγκρουσης, την οποία είχε προβάλει η οικογένεια του θύματος, σύμφωνα με την οποία ο 1ος αναιρεσίβλητος ήταν εκείνος που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει λακούβες στο οδόστρωμα, που υπήρχαν στο ρεύμα της δικής του πορείας (δηλαδή προς Αμφίπολη).

Κατόπιν τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την Β' αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ δέχτηκε εν μέρει την Α' αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους Α' εναγόμενους (δηλαδή την χήρα του θύματος και την ασφαλιστική εταιρεία αυτού) να καταβάλουν στους Α'ενάγοντες (δηλαδή, στους ήδη 1ο, 2η και 3ο αναιρεσιβλήτους) τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά.

Ακολούθως, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες Β' ενάγοντες, αλλά και οι ενάγοντες - αδέλφια του θύματος και η 1η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα 1η Α' εναγομένη, άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 21-11-2014 (αρ.κατ. 1740/2014) έφεση, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος, επανέφεραν τον αρνητικό ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του 1ου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, άλλως την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του 1ου αναιρεσιβλήτου.

Με τους λόγους της έφεσης έπλητταν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών και στήριζαν τις απόψεις τους στην υπ'αρ. 554/2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου αυτών, Γ. Τ., μηχανολόγου- μηχανικού, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας ο 1ος αναιρεσίβλητος με υπερβολική ταχύτητα ,που ανερχόταν σε 110-120 χιλιόμετρα ανά ώρα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του, δηλαδή στο ρεύμα πορείας προς Δράμα, όπου εκινείτο το θύμα, για να αποφύγει τις κακοτεχνίες του οδοστρώματος - λακούβες, που υπήρχαν στο ρεύμα προς Αμφίπολη, ότι η πρωτογενής κρούση των δύο οχημάτων έγινε στο ρεύμα προς Δράμα και ότι τα δύο οχήματα, στη συνέχεια, εκτοξεύθηκαν και το όχημα του 1ου αναιρεσιβλήτου κατέληξε τελικά στο ρεύμα πορείας του, δηλαδή προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο πριν από την σύγκρουση, ενώ το όχημα του θύματος κατέληξε επίσης στο δικό του ρεύμα, όπου εκινείτο πριν τη σύγκρουση, δηλαδή προς Δράμα.

Επί της έφεσης της οικογένειας του θύματος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Σύμφωνα με την συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η σύγκρουση προκλήθηκε εξαιτίας της εισόδου του οχήματος του θύματος στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή προς Αμφίπολη, όπου με κανονική ταχύτητα, κάτω του ορίου των 90 χλμ/ώρα λόγω μη κατοικημένης περιοχής, εκινείτο ο 1ος αναιρεσίβλητος, ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος, από το οποίο αρχίζουν τα ίχνη ολίσθησης του εμπρόσθιου δεξιού τροχού του αυτοκινήτου του θύματος και καταλήγουν στη θέση, που αυτό βρέθηκε τελικά ακινητοποιημένο (στο ρεύμα προς Δράμα) και ότι στην αμελή ως άνω οδηγική συμπεριφορά του θύματος, που ολιγώρησε μετά την προσπέραση, που εκτέλεσε, στο προπορευόμενο αυτού όχημα, να επαναφέρει το όχημά του στο δικό του ρεύμα πορείας (προς Δράμα), συνετέλεσε αιτιωδώς η σωματική του κόπωση λόγω της προηγηθείσας εργασίας του ως οδηγός μεταφοράς και η κατανάλωση αλκοόλης (1,15 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος), σε συνδυασμό με την εσφαλμένη από αυτόν αξιολόγηση των κυκλοφοριακών συνθηκών λόγω της έλλειψης επαρκούς φωτισμού ημέρας (χάραζε) στο σημείο της σύγκρουσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει , όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 12 παρ. 1 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζεται ότι ...<οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους >...Εξάλλου, από το άρθρο 19 του ίδιου ως άνω Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 19 παρ 1,...<ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς..> β) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2 , ..<ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...> γ)...< ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ....κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν ,ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας...> (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 1207/2004 ).

Τέλος, κατά το άρθρο 42 παρ.1 του ίδιου Ν.2696/1999 ορίζεται ότι <απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού >....., ενώ κατά την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι < όποιος διαπιστώνεται ότι οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματας τιμωρείται με πρόστιμο ...........εάν η μεγίστη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα του κυμαίνεται από 0,50 γρ/ανά λίτρο......>.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως,δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - οικογένεια του θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δήθεν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος ήταν ο στενός συγγενής τους και ότι ουδεμία υπαιτιότητα - συνυπαιτιότητα βαρύνει τον 1ο αναιρεσίβλητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 , 300,330,932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1-3 και 42 παρ.1 του Ν.2696/1999- ΚΟΚ ,οι δύο τελευταίες των οποίων, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτού και κατά τούτο ο αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος (ΑΠ 146/2018), τις οποίες τα Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου,διότι διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε Α) ανεπαρκή αιτιολογία, διότι,όπως υποστηρίζουν , παρέλειψε να προσδιορίσει 1) εάν ο 1ος αναιρεσίβλητος μπορούσε να μειώσει την ταχύτητά του ή να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά και εάν το πλάτος του οδοστρώματος επέτρεπε τούτο ή να ακινητοποιήσει το όχημά του, καθώς επίσης, εάν αντιλήφθηκε ή εάν μπορούσε να αντιληφθεί το όχημα του συγγενούς τους και από πόση απόσταση να εισέρχεται δήθεν στο αντίθετο ρεύμα πορείας, στο οποίο δήθεν εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος .2) δεν διευκρινίζει την ακριβή θέση του οχήματος του 1ου αναιρεσιβλήτου στο οδόστρωμα και την απόσταση αυτού από τη διαχωριστική γραμμή, ούτε το σημείο της σύγκρουσης και τη θέση των οχημάτων κατ'αυτήν, δεδομένου ότι και τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν τελικά στο ρεύμα πορείας, όπου εκινούντο πριν από την σύγκρουση. 3) δεν διευκρινίζει, εάν η ταχύτητα του 1ου αναιρεσιβλήτου ήταν ανάλογη ή όχι προς τις ειδικές συνθήκες, που επικρατούσαν στο οδόστρωμα λόγω ανεπαρκούς φωτισμού και κακοτεχνιών, ούτε την ταχύτητα του οχήματος του στενού συγγενούς τους και πόσο χρόνο το όχημά του παρέμεινε στο αντίθετο ρεύμα πορείας κατά την εκτέλεση της επιτρεπτής στο σημείο εκείνο προσπέρασης του προπορευόμενου οχήματος, ζητήματα που ήταν ουσιώδη, κατά την άποψη των αναιρεσειότνων για την κατάγνωση ή όχι αμέλειας σε βάρος των εμπλακέντων οδηγών.

Επίσης, σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων η προσβαλλόμενη απόφαση Β) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία,που αναιρεί το αποδεικτικό της πόρισμα διότι 1) αν και δέχθηκε ότι το θύμα ολιγώρησε να επανέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας εξαιτίας της σωματικής κόπωσης και της κατανάλωσης αλκοόλης, εντούτοις δέχθηκε, ότι επιχείρησε επιτρεπτή προσπέραση από απόσταση 700 μέτρων πριν την σύγκρουση , που αποδεικνύει ότι ο συγγενής τους ήταν σε εγρήγορση και 2) αν και δέχθηκε ότι από τις φωτογραφίες του τόπου του τροχαίου δυστυχήματος προκύπτουν ίχνη συνεχούς γραμμής μαύρου χρώματος, που προέρχονται από το αυτοκίνητο του θύματος και βρίσκονται στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, ουδόλως δέχθηκε ότι το όχημα του συγγενούς τους ολίσθησε πριν ή μετά την σύγκρουση, ώστε να αιτιολογηθεί η ύπαρξη των ιχνών αυτών, που δήθεν αποδεικνύουν την είσοδο του θύματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων τα ακόλουθα: ..."Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Ε. Τ. του Θ.. Α. Μ. του Α., Σ.

Α. του Γ., Κ. Α. του Π. και Γ. Τ. του Χ., που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και τις κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των μηχανολόγων μηχανικών Σ. Α., Χ. Κ. και Γ. Τ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Την 15/01/2012 περί ώρα 07:30' π.μ. ο Γ. Χ., με συνοδηγό τον Σ. Κ. και συνεπιβάτες στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου την συγκυρία με αυτόν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με αυτόν του αυτοκινήτου και σύζυγο του Α. Κ. και τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη Π. Κ., οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας … I X.Ε. αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την οδήγησή του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ERGO Α.Α.Ε.Ζ.", επί του 37ου χλμ.

της επαρχιακής οδού Δράμας - Αμφίπολης με κατεύθυνση προς Αμφίπολη. Στο σημείο εκείνο η ανωτέρω οδός ήταν ασφαλτοστρωμένη, ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, σε ξηρά κατάσταση, με ανώτατο όριο ταχύτητας τα 90 χλμ./ώρα, εκτός κατοικημένης περιοχής, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 4 μ. εκάστη, που διαχωρίζονταν μεταξύ τους με οριζόντια σήμανση μονής, διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής.

Στα δεξιά κάθε λωρίδας υφίσταται ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1 μ. στην κατεύθυνση προς Αμφίπολη και 1,20 μ. στην αντίθετη κατεύθυνση προς Δράμα,• Κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την οδήγηση του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE Α.Ε.Γ.Α." κινούνταν αντίρροπα, ήτοι στη λωρίδα κυκλοφορίας από Αμφίπολη προς Δράμα, ο Ν.

Μ. του Ι., σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας, πατέρας των δευτέρου και τρίτου των εκκαλούντων, γαμβρός της τρίτης εκκαλούσας και αδελφός των τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εκκαλουσών. Σε απόσταση περίπου επτακοσίων μέτρων πριν την προσέγγιση των δύο οχημάτων ο Ν. Μ. επιχείρησε ανεπιτυχή προσπέραση του έμπροσθεν αυτού κινουμένου οχήματος του Κ.

Α. και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αμφίπολη, όπου κινούνταν ο Γ. Χ.. Ωστόσο δεν ολοκλήρωσε την προσπέραση επαναφέροντας το οδηγούμενο από αυτόν αυτοκίνητο στο ρεύμα πορείας προς Δράμα, παρόλο που είχε υπερβεί το ομορρόπως με αυτόν κινούμενο όχημα, αλλά ολιγώρησε με συνέπεια τη σύγκρουση των δύο αντιθέτως κινούμενοι ν οχημάτων στα εμπρόσθια αριστερά τμήματα τους και την κατάληξη του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Γ.

Χ. στο άκρο δεξιό της λωρίδας κυκλοφορίας προς Αμφίπολη με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς τη Δράμα και του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ν. Μ., στο άκρο δεξιό της λωρίδας κυκλοφορίας προς Δράμα σχεδόν κάθετα προς αυτήν με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς τους αγρούς, που βρίσκονταν πέραν του δεξιού μέρους της εν λόγω λωρίδας, Η επίδικη σύγκρουση και ο θάνατος του Ν.

Μ. οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου, καθόσον αυτός κατά την επιχείρηση προσπέρασης του προπορευόμενου από αυτόν οχήματος δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, την οποία όφειλε ως οδηγός και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να μην προκαλέσει κίνδυνο για τα αντιρρόπως κινούμενα οχήματα και να ολοκληρώσει εγκαίρως την προσπέραση, αλλά αν και υπήρχε έλλειψη επαρκούς φωτισμού, επί της οδού, αφού είχε μόλις αρχίσει να χαράζει, ολιγώρησε αδικαιολόγητα στην επαναφορά του οχήματος του και συνέχισε να οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συμπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς στην κόπωση στην οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος.

Συγκεκριμένα ο Ν. Μ. εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός σε επιχείρηση οδικών μεταφορών στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. Κατά το χρόνο του ατυχήματος επέστρεφε στην οικία του στη Δράμα από τη Θεσσαλονίκη ύστερα από δρομολόγιο, που είχε εκτελέσει για λογαριασμό της εργοδότριας του. Επιπλέον σε έλεγχο συγκέντρωσης οινοπνεύματος στο αίμα του με τη μέθοδο της αιμοληψίας, που έγινε περί ώρα 09:30' π.μ.

της ίδιας ημέρας μετά τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, όπου ύστερα από λίγο εξέπνευσε, βρέθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συγκεκριμένα βρέθηκε συγκέντρωση 1,15 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 42 ν. 2696/1999. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι το ατύχημα συνέβη στο ρεύμα κυκλοφορίας του θανόντος, ούτε και ότι σ' αυτό είχε εισέλθει παρανόμως ο Γ.

Χ., προκειμένου να αποφύγει το φθαρμένο και με λακούβες οδόστρωμα της οδού στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, διότι η ληφθείσα από τους αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Ροδολίβους, που επιλήφθηκαν του συμβάντος όσο ακόμη δεν είχαν μετακινηθεί τα αυτοκίνητα από τις θέσεις, στις οποίες αυτά κατέληξαν μετά τη σύγκρουση, φωτογραφία "2" απεικονίζονται σαφέστατα ίχνη συνεχούς γραμμής μαύρου χρώματος επί του οδοστρώματος, που εκκινούν από το ρεύμα πορείας προς Αμφίπολη και καταλήγουν στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του ακινητοποιημένου στην τελική του θέση αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Μαρτιούσοφ.

Η ως άνω πορεία των ιχνών αυτών, που προφανώς οφείλονται στην ολίσθηση του ελαστικού του αυτοκινήτου του Ν. Μ. στο οδόστρωμα, δεν δικαιολογείται εάν η σύγκρουση είχε λάβει χώρα στο δικό του ρεύμα πορείας. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο Γ. Χ. είναι συνυπαίτιος για την επίδικη σύγκρουση, καθόσον αυτός κινείτο σύννομα στο δικό του ρεύμα πορείας χωρίς να έχει αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και δη μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 90 χλμ.

ανά ώρα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης. Κατά συνέπεια, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ετύγχανε και η αγωγή των εκκαλούντων όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση απορριπτόμενου ως αβασίμου του δευτέρου λόγου της υπό κρίση έφεσης)"...

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς ,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες της σύγκρουσης και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών,που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασής του ,που έχει επομένως νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση με επαρκείς αιτιολογίες κατάγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα στον στενό συγγενή των αναιρεσειόντων διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της, το θύμα, που αρχικά εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Δράμα, κατά την επιχείρηση προσπέρασης του προπορευόμενου ομορρόπως προς το όχημά του, αυτοκινήτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δηλαδή προς Αμφίπολη (όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος), ενώ τα δύο εμπλακέντα οχήματα απείχαν μεταξύ τους 700 μέτρα και ότι από έλλειψη της προσοχής, στην οποία συνετέλεσε η κόπωσή του, διότι προηγουμένως είχε εκτελέσει δρομολόγιο ως οδηγός επιχείρησης μεταφορών και της κατανάλωσης αλκοόλης σε ποσοστό 1,15 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (με όριο τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος,σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 42 ΚΟΚ), ολιγώρησε να επαναφέρει το όχημά του στο δικό του ρεύμα πορείας (προς Δράμα) προσαρμόζοντας την οδήγησή του στις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες, ενόψει και της έλλειψης επαρκούς φωτισμού ημέρας, διότι μόλις χάραζε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, εάν είχε επιδείξει την συμπεριφορά του μέσου συνετού ,κατ'αντικειμενική κρίση, οδηγού ,αλλά αντιθέτως αδικαιολόγητα συνέχισε να κινείται στο αντίθετο ρεύμα πορείας δηλαδή, προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτών (πλαγιομετωπική σύγκρουση).

Εξάλλου, το Εφετείο ως προς τη συμπεριφορά του 1ου αναιρεσιβλήτου, στον οποίο δεν κατέγνωσε συνυπαιτιότητα, δέχθηκε ότι αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα πορείας προς Αμφίπολη, που δεν υπερέβαινε το όριο των 90 χλμ/ώρα λόγω μη κατοικημένης περιοχής, ότι δεν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα (προς Δράμα) για να αποφύγει κακοτεχνίες του οδοστρώματος (λακούβες) και προς ενίσχυση της κρίσης αυτής αξιολόγησε ειδικά την υπό στοιχείο 2 φωτογραφία της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής , που είχε επιληφθεί του τροχαίου δυστυχήματος, σύμφωνα με την οποία σαφώς απεικονίζονται ίχνη συνεχούς μαύρης γραμμής επί του οδοστρώματος, που καταλήγουν στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του θύματος και ξεκινούν από το ρεύμα προς Αμφίπολη και αποδεικνύουν, ότι το θύμα ήταν ο οδηγός που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, δηλαδή στο ρεύμα πορείας του 1ου αναιρεσιβλήτου ,προς Αμφίπολη, όπου εντοπίζεται το σημείο σύγκρουσης τω δύο οχημάτων.

Οι παραδοχές αυτές πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 σε συνδυασμό 297-298 ,300 και 330 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1- 3 και 42 του Ν.2696/1999- ΚΟΚ, οι οποίες ,αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτής και συνεπώς, κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να συμπληρωθεί κατ'αρ.578 ΚΠολΔ (ΑΠ 200/2018), ενώ επίσης είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της παράλειψης αυτής να αναφέρει ,εάν ο 1ος αναιρεσίβλητος μείωσε ταχύτητα ή εκτέλεσε αποφευκτικό ελιγμό, σε ποιο τμήμα του οδοστρώματος εντοπίζεται το σημείο της σύγκρουσης ,πόσα μέτρα διήνυσε το θύμα και ποια ήταν η ταχύτητά του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι οι φερόμενες ως άνω ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης καλύπτονται από τις σαφείς παραδοχές, ότι το θύμα, αν και κατ'αρχήν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Αμφίπολη, επιχειρώντας επιτρεπτή προσπέραση λόγω διακεκομένης διαχωριστικής γραμμής, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύει, ότι είχε επιταχύνει την ταχύτητά του, για να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτού όχημα και ότι τη στιγμή εκείνη τα δύο εμπλακέντα οχήματα απείχαν 700 μέτρα, που επίσης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ενόψει της επιτάχυνσης καλύπτεται σε μικρό χρονικό διάστημα, εντούτοις το θύμα ολιγώρησε να επανέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας ,αν και μπορούσε να το πράξει, εάν επεδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού και ότι στην ανωτέρω αμελή οδηγική συμπεριφορά του , συνετέλεσε η σωματική του κόπωση και η επίδραση της αλκοόλης, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του, με αποτέλεσμα από τις παραλείψεις αυτές και την εσφαλμένη από το θύμα εκτίμηση των κυκλοφοριακών συνθηκών να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο ρεύμα προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος.

Επίσης, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη έχει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει την ακριβή θέση του οχήματος του 1ου αναιρεσιβλήτου στο οδόστρωμα και την απόσταση αυτού από τη διαχωριστική γραμμή ,πρέπει επίσης να απορριφθούν, διότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση της σύγκρουσης, η οποία αντιθέτως συνδέται αιτιωδώς με την είσοδο του οχήματος του θύματος στο ρεύμα πορείας του 1ου αναιρεσιβλήτου,στο οποίο, εάν δεν είχε εισέλθει το θύμα, τα δύο οχήματα ουδέποτε θα είχαν έλθει σε επαφή.

Η αιτίαση επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει από ποια απόσταση ο 1ος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε το όχημα του θύματος και ποιά ήταν η ταχύτητα του 1ου αναιρεσιβλήτου πρέπει να απορριφθεί διότι καλύπτεται από τις παραδοχές , ότι ο δρόμος στο σημείο της σύγκρουσης ήταν ευθεία,ότι κατά τη στιγμή της προσπέρασης, που εκτέλεσε το θύμα ,τα δύο εμπλακέντα οχήματα απείχαν 700 μέτρα και συνεπώς υπήρχε η ορατότητα και ότι η ταχύτητα του 1ου αναιρεσιβλήτου προσδιορίζεται κάτω από το ανώτατο όριο των 90 χλμ/ώρα.

Τέλος, η παραδοχή ότι το θύμα ολιγώρησε να επανέλθει στο ρεύμα πορείας του και ότι τα ίχνη της συνεχούς μαύρης γραμμής προέρχονται από την ολίσθηση του δεξιού τροχού του αυτοκινήτου του θύματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν αναιρεί την παραδοχή, ότι το θύμα επιχείρησε επιτρεπτή προσπέραση λόγω της διακεκομένης διαχωριστικής γραμμής, ούτε ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει η προσβαλλόμενη, εάν η ολίσθηση του δεξιού τροχού προκλήθηκε πριν ή μετά τη σύγκρουση, εφόσον κρίσιμη είναι η συμπεριφορά του οδηγού κατά τη χρονική στιγμή της σύγκρουσης και εάν τα ίχνη ολίσθησης προέρχονται από το όχημα του θύματος.

Σε κάθε περίπτωση η κρίση της προσβαλλόμενης, ότι τα ίχνη ολίσθησης ξεκινούν από το αντίθετο ως προς την πορεία του θύματος ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εντοπίζεται το σημείο της σύγκρουσης, (δηλαδή, προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο κανονικά ο 1ος αναιρεσίβλητος) στηρίχθηκε στη φωτογραφία 2 του τόπου του τροχαίου δυστυχήματος, που είχε ληφθεί με την επιμέλεια των αστυνομικών οργάνων, που επιλήφθηκαν αμέσως μετά τη σύγκρουση ,η οποία αποτελούσε ιδιωτικό έγγραφο και συνεπώς, το Εφετείο είχε δικαίωμα να την εκτιμήσει ελεύθερα (ΑΠ 168/2015), ενώ δεν είχε υποχρέωση να εξειδικεύσει το λόγο της αξιολόγησης αυτής, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ,εφόσον σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 444 παρ.1 περ.γ και 448 και 339 ΚΠολΔ, οι φωτογραφίες ,έστω και εάν προέρχονται από δημόσια αρχή αποτελούν ιδιωτικό έγγραφο (ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 1793/1988).

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση επίσης, όλες οι προαναφερόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίες είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ'αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας.

Κατόπιν τούτου ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ`είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ`άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι`αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Με τον 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει δήθεν αποκλειστική υπαιτιότητα στον στενό συγγενή τους, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που αυτοί είχαν προσκομίσει νόμιμα και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και την κατάγνωση αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας στον 1ο αναιρεσίβλητο και ειδικότερα α) την υπ' αρ. 554/2012 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού τους συμβούλου ,ειδικού δικαστικού πραγματογνώμονα ,Γ. Τ., μηχανολόγου - μηχανικού και β) τις φωτογραφίες των δύο οχημάτων, από τις οποίες προκύπτουν οι βλάβες αυτών και η μορφολογία του οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αμφίπολη, όπου εκινείτο ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπου υπήρχαν λακούβες, εξαιτίας των οποίων ο τελευταίος, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αναγκάστηκε να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα (δηλ.προς Δράμα), όπου εκινείτο το θύμα, στο οποίο συνέβη η πρωτογενής κρούση των δύο οχημάτων σε απόσταση ενός μέτρου από τη μεσαία διαγράμμιση και του οποίου το όχημα εμβόλισε ο 1ος αναιρεσίβλητος αιφνιδιαστικά με ταχύτητα 110-120 χλμ/ώρα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στα αποδεικτικά μέσα ,τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο ρητά αναφέρεται η έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ., τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο αξιολόγησε την τεχνική αυτή έκθεση, αλλά ότι κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα με σαφείς αιτιολογίες για την είσοδο του θύματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας ,δηλαδή προς Αμφίπολη, όπου εντοπίζεται το σημείο της σύγκρουσης και την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του 1ου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατά τις σαφείς ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές εκινείτο συνεχώς με κανονική ταχύτητα στο δικό του ρεύμα πορείας, δηλαδή προς Αμφίπολη και δεν εισήλθε στο ρεύμα προς Δράμα, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες.

Εξάλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του <όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα> που προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σύμφωνα με ρητή επίσης παραδοχή στη σελίδα 9 της απόφασής του και επομένως και τις φωτογραφίες που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ,οι οποίες αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα και συγχρόνως περιγράφει τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων, τα οποία εντοπίζονται στο εμπρόσθιο και αριστερό μέρος αυτών (πλαγιομετωπική σύγκρουση) με την επί πλέον επισήμανση, ότι για το όχημα του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων ,τύπου NISSAN QASSHQAI δέχτηκε ,ότι τούτο υπέστη ολική καταστροφή (βλ.

σελ. 16 και 17 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το 2ο αναιρετικό λόγο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση ,ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, για τα οποία αυτοί αιτιώνται ,θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ.1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως ουσία αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες,για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2018 (αρ.κατ.85/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 415/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΙ

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ