Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
935/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds making legal review impossible under Article 559 of Civil Procedure Code.

Geschäftsnummer 935/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's property ownership decision. The State argued the lower court lacked legal basis and failed to properly apply Ottoman land laws, claiming the property was 5.73% co-owned by the State. The court rejected this appeal because the grounds were too vague, failing to specify the factual premises required for the alleged legal errors.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the grounds do not clearly state the factual premises accepted by the court of first instance, rendering the review of the application of substantive law impossible.

Schlagwörter

KI-generiert
lack of legal basis inadequate reasoning Ottoman land laws property ownership vague grounds appeal factual premises substantive law application

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 935 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 935/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ζ. Γ. του Δ., 2) Ζ. συζ. Ζ. Τ., το γένος Α. Χ., 3) Δ. Χ. του Α., κατοίκων Κομοτηνής, ως καθολικών διαδόχων της αποβιωσάσης αρχικής αναιρεσιβλήτου Ξανθής χήρας Δ. Π., κατοίκου εν ζωή Κομοτηνής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 4) Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (Ο.Κ.Χ.Ε.), με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2004 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ξ. Π., χήρας Δ., το γένος Μ. Γ., δικαιοπαρόχου των ήδη 1ης, 2ης και 3ου αναιρεσιβλήτων και την από 22-3-2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 328/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 14-11-2008 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε στη δικάσιμο 6-4-2011. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το ήδη αναιρεσείον με την από 30-8-2012 κλήση του.

Εκδόθηκε η 196/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως. Την υπόθεση επανέφερε εκ νέου προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 11-7-2022 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου, ανέγνωσε την από 10-9-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την έκδοση της υπ' αρ. 196/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προηγηθείσα, ενώπιον του τμήματος τούτου συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 09-01-2013, νομίμως φέρεται η υπόθεση προς συζήτηση, με την από 11-07-2022 κλήση του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση αυτής, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την σειρά του οικείου πινακίου, κατά την παρούσα δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ'άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την συζήτηση αυτή. Όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 6851 και 6850/ 6-9-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ι.

Π. Δ. και τις προσαρτημένες σε αυτές αποδείξεις παράδοσης στο αστυνομικό τμήμα αντιγράφου της πράξης κατάθεσης ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση προς αυτούς, καθώς και βεβαιώσεις ταχυδρόμησης ειδοποίησης, κλητεύθηκαν με θυροκόλληση νομότυπα και εμπρόθεσμα, η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω από την υπ' αρ. 6847/6-9-2022 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και από την υπ' αρ. 9705 Β'/26-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο εφετείο Αθηνών Χ. Γ.Φ., προκύπτει ότι αντίγραφο της πράξης κατάθεσης ορισμού δικασίμου για την ίδια παραπάνω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης προς αυτούς επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα.

Επομένως, παρά την απουσία τους, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αρ. 328/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης, το οποίο επιλαμβανόμενη εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 7/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης το οποίο συνεκδίκασε αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής της τότε ενάγουσας Ξ.

Π., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ήδη τρείς πρώτους των αναιρεσιβλήτων, με την κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος για την αναγνώρισή του ως (συγ)κυρίου του επίδικου ακινήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή και είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 804/2005, ΑΠ194/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ Ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ Ολ. 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και συνεπώς εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης να εκτίθενται πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ) ήτοι από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Ολ. 11/2017, ΑΠ Ολ. 1/2016, ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 106/2020).

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ Ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020).

Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη νόμιμης βάσεως "και ιδίως, αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "αιτιολογίες", όμως, στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν η πλημμέλεια του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης δια παραλείψεως εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των Οθωμανικών νόμων περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, Ν.1539/1938 και 53 ΕισΝΑΚ, αφετέρου δε η πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι ανήκει στην κυριότητα της αρχικώς ενάγουσας, ενώ σύμφωνα με τον αναιρετικό αυτό λόγο, κατά ποσοστό 5,73% ανήκει κατά (συγ)κυριότητα στο αναιρεσείον.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως οι παραδοχές, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι προαναφερόμενες πλημμέλειες, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενου του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου είναι ανέφικτος.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην των αναιρεσιβλήτων .

Απορρίπτει την από 14-11-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 328/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ