Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
935/2019 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against lower court's partial award for employer's damages due to contractor's delay in fixing work defects.

Geschäftsnummer 935/2019
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision to partially award damages to the employer for the contractor's failure to rectify work defects. The employer successfully argued that the contractor's delay in fixing identified flaws constituted a breach of contract entitling them to compensation for restoration costs. The court upheld the lower court's ruling, finding that the evidence clearly established the contractor's liability and the employer's right to claim the necessary repair expenses as direct damages.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 688-690 of the Civil Code; When a contractor fails to rectify defects in work upon demand, the employer is entitled to claim damages for the costs of restoration due to the contractor's delay.

Schlagwörter

KI-generiert
contractor liability work defects delay in repair employer damages Civil Code provisions contractual breach restoration costs Renovationskosten

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 688-690 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 935 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βαλτούδη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ταλιαμπέ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2011 μη οριστική και 269/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 116/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/4/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-4-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 116/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,που αποτελεί κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής. Ο αναιρεσίβλητος, ως εργοδότης, άσκησε την από 11-7-2006 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία στρεφόμενος κατά του εναγόμενου - αναίρεσείοντος, ως εργολάβου,επικαλούμενος υπερημερία του ως προς τη διόρθωση των ελαττωμάτων του έργου, ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής του ευθύνης,α) αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων που εμφάνιζε το έργο από υπαιτιότητά του, β) αποζημίωση για τα ποσά που κατέβαλε ως αμοιβή πραγματογνωμόνων για την πιστοποίηση των ελαττωμάτων και γ) την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η με αριθμό 299/2011 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου,με την οποία, αφού η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη, πλην των κονδυλίων περί καταβολής Φ.Π.Α και ηθικής βλάβης, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμό 269/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου,που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.906,98ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής .

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις εκ μέρους των διαδίκων και δη από τον εναγόμενο η με αριθμό κατάθεσης 114/30//11/2015 και από τον ενάγοντα η με αριθμό κατάθεσης 116/3.12.2015, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 116/2018 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .Με την απόφαση αυτή,έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος από ουσιαστική άποψη,έγινε δεκτή από ουσιαστική άποψη η έφεση του εναγόμενου,εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε στην ουσία της η υπόθεση,έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 27.086 ευρώ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου ;κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011). Η μη αναφορά του προσήκοντος κανόνα δικαίου ή η αναφορά μη εφαρμοστέων κανόνων και γενικά κάθε ατέλεια στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν θεμελιώνει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, αν η πλημμέλεια αυτή δεν θίγειτην ορθότητα του διατακτικού της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου της .

Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου,ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επάγεται τις έννομες συνέπειες που αυτό δέχθηκε (άρθρο 578 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1126/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ που καθορίζουν λεπτομερώς την, μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη, ευθύνη του εργολάβου, αναλόγως με την φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει:

α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία κάνουν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε από υπαιτιότητά του, στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.

Διαγράφεται δηλαδή από τα άρθρα αυτά διαζευκτικά συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του, ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο.

Αυτό δε, διότι σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα.

Εξάλλου, επί άσκησης του δικαιώματος διόρθωσης, εάν η προθεσμία που έταξε ο εργοδότης στον εργολάβο προς διόρθωση των ελαττωμάτων παρέλθει άπρακτη, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος. Το ίδιο συμβαίνει και αν αρνηθεί τη διόρθωση, εξαιτίας δε της υπερημερίας ο εργοδότης δικαιούται να εκτελέσει ο ίδιος τη διόρθωση με δικές του δαπάνες, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 687 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 Κ.Πολ.Δ,τις οποίες (δαπάνες) δικαιούται να απαιτήσει από τον εργολάβο μαζί με τις οποιεσδήποτε υπόλοιπες αξιώσεις αποζημίωσης, που συνδέονται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων ( ΑΠ 1229/2017,ΑΠ 1587/2013, ΑΠ 40/2010).

Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 11-7-2006 αγωγής (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ ), κατά τα κρίσιμα αυτής στοιχεία, ο ενάγων εξέθετε ότι με προφορική σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού ως εργοδότη και του εναγομένου ως εργολάβου, το καλοκαίρι του έτους 1998,στην ..., ανέθεσε στον εναγόμενο α) την ανέγερση ισόγειου καταστήματος με υπόγειο και βόθρο, την ανέγερση αποθήκης και την περίφραξη του οικοπέδου και β) την αντικατάσταση της κεραμοσκεπής σε υπάρχουσα ισόγεια κατοικία του, την κατασκευή καμινάδας, την επένδυση των ήδη υφιστάμενων καμινάδων, την κατασκευή τεσσάρων τσιμεντένιων κολώνων στην περίφραξη του οικοπέδου και την κατασκευή πισίνας, κόστους 146.735,14 ευρώ, στο οποίο περιλαμβανόταν η αμοιβή του εναγόμενου, το κόστος αγοράς των υλικών, καθώς και οι αμοιβές και οι ασφαλιστικές εισφορές των εργατών.

Ό τι αυτός κατέβαλε στον εναγόμενο το απαιτηθέν από αυτόν ποσό των 143.853,08 ευρώ μέχρι 28-9-2001, που αποπερατώθηκαν τα ως άνω έργα και εγκαταστάθηκε σ' αυτά, οπότε και διαπίστωσε ότι εμφάνιζαν τα ειδικότερα αναφερόμενα ελαττώματα, τα οποία διαπίστωσε, κατόπιν αίτησής του ο διορισθείς από το TEE πραγματογνώμονας, οφείλονται δε σε υπαιτιότητα του εναγόμενου.

Ότι με την από 4-4-2005 εξώδικη δήλωση του. γνωστοποίησε στον εναγόμενο τα προαναφερθέντα ελαττώματα και τον κάλεσε να τα αποκαταστήσει, πλην όμως αυτός αρνήθηκε τη διόρθωση . Ότι για την αποκατάσταση των ελλείψεων απαιτείται δαπάνη ύφους 48.050,70 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής του ευθύνης, να του καταβάλει, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής α) 48.050,070 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας του, β) 1.173,40 ευρώ ως αποζημίωση για τα ποσά που κατέβαλε ως αμοιβή πραγματογνωμόνων για την πιστοποίηση των ελαττωμάτων και γ) 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Από τ' ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι σαφές ότι ο αναιρεσείων-εργοδότης, μετά την συνομολογούμενη εκτέλεση και παράδοση του έργου, που έφερε τα αναφερόμενα ελαττώματα, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου - εργολάβου, επέλεξε να ασκήσει την αξίωση διόρθωσης των ελαττωμάτων, μετά δε την υπερημερία του τελευταίου λόγω της άρνησής του να προβεί στη διόρθωση, απαιτεί από τον εργολάβο το ποσό που θα δαπανήσει για την αποκατάσταση των ελλείψεων, μαζί με την υπό στοιχείο β αξίωση αποζημίωσης, που συνδέεται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων.

Με το ως άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, είναι νόμιμη, κατά τα ποσά των 48.050,070 και 1.173,40 ευρώ, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις καθώς και σ' αυτές των άρθρων 297,298 ΑΚ. Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας το πρώτο λόγο έφεσης του εναγόμενου, με τον οποίο παραπονείτο ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή νόμιμη ως προς το αίτημα αποζημίωσης και επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση, κατ άρθρο 690 ΑΚ, ενώ αυτός είχε αναλώσει το δικαίωμα της επιλογής, ζητώντας τη διόρθωση των ελλείψεων, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν παρέχεται στον ενάγοντα διαζευκτικά και με το δικαίωμα για διόρθωση, αλλά μόνο με τα δικαιώματα για υπαναχώρηση ή μείωση της αμοιβής, τα οποία αυτός δεν είχε ασκήσει και έκρινε νόμιμη την ασκούμενη με την αγωγή αξίωση του ενάγοντος προς αποζημίωση .

Συνεπώς το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή νόμιμη κατά τα ανωτέρω κονδύλια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 688,689,690,306 παρ 1 ΑΚ, αφού η προαναφερόμενη ατέλεια στη νομική σκέψη δεν θίγει το διατακτικό της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου της, γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω, προς θεμελίωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το καλοκαίρι του έτους 1998,ο ενάγων ανέθεσε στον εναγόμενο, με προφορική συμφωνία την ανέγερση σε ακίνητα ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα σε αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.416,50 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση Π.Κ.

της κτηματικής περιοχής ..., ισογείου καταστήματος (συνεργείου) με υπόγειο βόθρο και περιτοίχιση και μια αποθήκης και σε κληροτεμάχιο, εμβαδού 4.302 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια περιοχή και σε ήδη υπάρχουσα κατοικία του, την αντικατάσταση της κεραμοσκεπής της την κατασκευή καμινάδας και την επένδυση των ήδη υφιστάμενων καμινάδων ,την κατασκευή τεσσάρων τσιμεντένιων κολώνων στην περίφραξη του κληροτεμαχίου και την κατασκευή εξωτερικής τεχνητής δεξαμενής νερού .

Ο ενανόμενος ανέλαβε την εκτέλεση των ως άνω συμφωνηθέντων εργασιών (επιμέλεια των μελετών, σχεδίων και κατασκευών), συμφωνήθηκε δε ότι η αξία των κατασκευών θα ανερχόταν στο ποσό των 146.735,14 ευρώ, στο οποίο θα περιλαμβανόταν και η αμοιβή του . Ο εναγόμενος ολοκλήρωσε τις ως άνω εργασίες το Σεπτέμβριο του έτους 2001 λαμβάνοντας ,τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών το ως άνω συμφωνηθέν ποσό ως εργολαβικό αντάλλαγμα, γεγονός που δεν αρνείται ο εναγόμενος |και κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων εγκαταστάθηκε στα έργα αυτά..., Ο ενάγων μετά την εγκατάστασή του, το φθινόπωρο του έτους 2001 ,στην άνω οικία και κατάστημα, διαπίστωσε ότι αμφότερα τα έργα παρουσιάζουν ουσιώδη ελαττώματα.

Για το λόγο δε αυτό με την από 4-4-2005 εξώδικη δήλωση -πρόσκλησή του , που κοινοποίησε στον εναγόμενο στις 7-4-2005, κάλεσε τον εναγόμενο να τα διορθώσει, πλην όμως ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε" . Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι πράγματι τα έργα που εκτέλεσε ο εναγόμενος εμφανίζουν τα ειδικότερα αναφερόμενα ελαττώματα, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το συνολικό ποσό των 27.086 ευρώ ,το οποίο επιδίκασε στον ενάγοντα , προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας ,η οποία προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο εναγόμενος από υπαιτιότητά του (αμέλεια ) δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση έργου υποχρεώσεις του να κατασκευάσει και να παραδώσει τα ως άνω έργα ^ χωρίς ελαττώματα, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ανωτέρω υπό στοιχείο (β) αγωγικό αίτημα .

Ενόψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, η παραδοχή της αγωγής κατά ένα μέρος ως βάσιμης κατ' ουσίαν , πλήρως αιτιολογείται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, κατά την αληθή τους έννοια που αναπτύσσεται στη μείζονα σκέψη, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν ,με σαφήνεια και πληρότητα προκύπτει ότι, ο ενάγων - εργοδότης, μετά την παραλαβή του έργου, αφού, άσκησε το δικαίωμα διόρθωσης των οφειλόμενων σε υπαιτιότητα του εναγόμενου- εργολάβου ελαττωμάτων ,την οποία (διόρθωση) ο εναγόμενος αρνήθηκε, δικαιούται λόγω της υπερημερίας του τελευταίου να απαιτήσει τις δαπάνες αποκατάστασής τους, που αποτελούν θετική ζημία του, η οποία και του επιδικάστηκε.

Συνεπώς, το Εφετείο με το να δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσίβλητου, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, αφού η προαναφερόμενη ατέλεια στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν θίγει το διατακτικό της απόφασης, ούτε αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου . Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1ΚΠολΔ, κατά το άλλο μέρος του, περί παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, κατά την υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης .

Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε ,πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, αφού υποβλήθηκε από τον τελευταίο το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176,183,189,191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.4.2018 αίτηση του Θ. Δ. του Κ. για αναίρεση της 116/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ