Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
935/2013 KI-generiert

Supreme Court allows partial appeal regarding employer termination of contract without serious cause.

Geschäftsnummer 935/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the General Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of its claim for salary arrears. The bank argued that the employee's unilateral termination of her employment contract lacked a 'serious cause' required by law for such dismissal. The court agreed that the termination was unjustified and ordered the employee to pay the arrears, while remanding the case for further proceedings on the specific amount.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 63(4) and 5 of the Lawyers Code; serious cause is required for employer termination of employment contracts with fixed periodic remuneration, and such cause exists when the employee's conduct objectively prevents continued contract performance in good faith.

Schlagwörter

KI-generiert
employment contract termination serious cause requirement salary arrears claim labor law dispute unilateral dismissal Rücktritt der Regierung Leistungseinstellung Einstellung der Rente

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 63(4) and 5 of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Article 559(5) of the Code of Civil Procedure
Article 47 of the Code of Civil Procedure
Article 72(3) of Law 3994/2011
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 935 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δημάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2011 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 156/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3792/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2012 αίτησή της και τους από 11-2-2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως η περίπτωση 4 της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αόριστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αναιρεσείουσας Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, (άρθρα 5 και 12) η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (Ολ.ΑΠ 10/1995).

Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να παρίσταται για τον εντολέα, κατ` αντικειμενική κρίση, αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής.

Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μπορεί να επέλθει και ως αποτέλεσμα αντιδικίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, όταν εξαιτίας των δικαστικών αγώνων και της εχθρότητας από την σφοδρή αντιδικία έχει καταστεί αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη η ομαλή συνεργασία, μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 21/2004). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον.

Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1735/2009). Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφιο α' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η αναιρεσίβλητη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίoυ Θεσσαλονίκης και από 21-11-1974 είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ενώ στις 2-12-1982 διορίστηκε δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, χωρίς να έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα.

Στις 13-6-1975 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα Τράπεζα η οποία διατηρεί οργανωμένο τομέα Νομικών Υπηρεσιών, με σύμβαση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αντιμισθία, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις δικηγορικές της υπηρεσίες, τις οποίες και πράγματι προσέφερε έκτοτε, απασχολούμενη πλήρως και κατ' αποκλειστικότητα στη νομική της υπηρεσία.

Έτσι η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε σε διάφορα τμήματα της αναιρεσείουσας, με την υπ' αριθμ. 30723/17-12-2001 δε Πράξη της Διοίκησής της τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη του Τμήματος Νομιμοποιήσεων Προσωπικών Εταιριών και Νομικών Προσώπων. Στις 23-24/Φεβρουαρίου 2005 κατόπιν της με αριθμ. 2677/23-2-2005 απόφασής της, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης για σπουδαίο λόγο, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της, με την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως ποσού 102.610,96 ευρώ.

Την εν λόγω καταγγελία η αναιρεσίβλητη προσέβαλε με αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς της, καθώς και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της το ποσόν των 300.000 ευρώ, ενώ επιφυλάχθηκε ρητά παντός νομίμου δικαιώματός της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 129/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που την δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 3.000 ευρώ.

Την εν λόγω απόφαση επικύρωσε τελεσιδίκως το Εφετείο Αθηνών με την 5084/2007 απόφαση του, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων από τους διαδίκους, δηλαδή αναγνώρισε ότι η από 23-24/Φεβρουαρίου 2005 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης δεν έγινε για σπουδαίο λόγο, αλλά αντίθετα υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και άρα καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ).

Ακολούθως η αναιρεσίβλητη απέστειλε στην αναιρεσείουσα την από 18-9-2007 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση, με την οποία αφού της δήλωνε ότι δημοσιεύτηκε η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση με το περιεχόμενό της σχετικά με την ακυρότητα της γενομένης στις 23-24/2/2005 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της, η οποία (απόφαση) λόγω μη καθαρογραφής και θεώρησής της δεν κοινοποιείτο εισέτι, που τελικά έλαβε χώρα (η κοινοποίησή της) στις 26-10-2007, ότι επιπλέον η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής "δεν λύθηκε ποτέ και βρίσκεται ακόμη σε ισχύ", στη συνέχεια την καλούσε να άρει την υπερημερία της ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της και ειδικότερα:

α) να δεχθεί την προσφορά των δικηγορικών υπηρεσιών της σε θέση προϊσταμένης τμήματος της νομικής της υπηρεσίας και τις οποίες "ανά πάσα στιγμή έχει θέσει στη διάθεσή της", β) να της καταβληθούν οι οφειλόμενες εκ μέρους της αντιμισθίες υπερημερίας, όπως και κάθε άλλη οφειλόμενη παροχή. Μετά ταύτα η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-11-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω 5084/2007 απόφασης του Εφετείου και καθ' ό χρόνο εκκρεμούσε η εκδίκασή της στον Άρειο Πάγο, με την από 31-12-2007 εξώδικη δήλωσή της και με το περιληφθέν σ' αυτήν απλό απόσπασμα της με αριθμ. 2721/22-11-2007 απόφασης του Δ.Σ.

της, αποφάσισε τη νέα καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης δικηγόρου, για σπουδαίο λόγο, εφόσον "ήθελε κριθεί αμετακλήτως ως άκυρη η ήδη διενεργηθείσα από 24-2-2005 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτής". Δηλαδή η νέα αυτή καταγγελία έλαβε χώρα υπό την αίρεση της αμετακλήτου κρίσης από τον Άρειο Πάγο της ακυρότητας της πρώτης από 23-24/2/2005 καταγγελίας.

Με την 1360/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αυτή αναιρέσεως και κρίθηκε αμετακλήτως ως άκυρη η από 23-24/2/2005 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου προς καταγγελία της. Την παραπάνω από 31-12-2007 νέα καταγγελία της σύμβασής της, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε καθ' υποφοράν ως άκυρη αρχικά με την από 28-3-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας όμως η συζήτηση ματαιώθηκε και ήδη κατά τη συζήτηση της ενδίκου αγωγής και με την άσκηση αυτής, η αναιρεσίβλητη αφενός μεν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της παραπάνω από 28-3-2008 αγωγής επιδοθείσης στις 31-3-2008 και αφετέρου αρνήθηκε εκ νέου και καθ' υποφοράν ως άκυρη την από 31-12-2007 δεύτερη καταγγελία της επιδίκου σύμβασής της, τα αποτελέσματα της οποίας άρχονται και διατηρούνται από την επίδοση της προηγούμενης από 31-3-2008 αγωγής της.

Περαιτέρω, εφόσον κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων, σε περίπτωση που για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη Υπηρεσία τούτου, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής (από τον εντολέα) δύναται να γίνει μόνον για σπουδαίο λόγο, ανεξαρτήτως του εάν ο δικηγόρος υπάγεται στον Κανονισμό αυτό.

Στην προκειμένη δε περίπτωση προβλέπεται μονιμότητα του Προσωπικού της αναιρεσείουσας, σχετικά με το νομικό κλάδο του προσωπικού της, ο οποίος περιλαμβάνει τον Προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας και τους δικηγόρους (άρθρο 3).

Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου της αναιρεσείουσας δεν δύναται να γίνει οποτεδήποτε, παρά μόνον αν συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τόσον με τις πρωτόδικες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και μ' αυτές ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η δεύτερη από 31-12-2007 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα, διότι αυτή ως εργοδότρια είναι τελείως αδύνατο να δεχθεί την αναιρεσίβλητη δικηγόρο στην εργασία της, στη θέση της προϊσταμένης τμήματος της Νομικής της υπηρεσίας, όπως ζητούσε επανειλημμένα και στο χώρο της Τράπεζας, αφού εξέλιπε η προς το πρόσωπό της εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει πλέον έδαφος συνεργασίας μετά την μεσολάβηση δικαστικών ενεργειών (αγωγές - αντιδικία δηλαδή δικηγόρου και εντολέα Τράπεζας), την διενέργεια ενόρκων βεβαιώσεων (πολλών δικηγόρων της Τράπεζας επ' ευκαιρία των παραπάνω δικών), προσφυγής, μηνύσεως (κατά της υπαλλήλου δικηγόρου της Τράπεζας Μ.

Π.), την αποστολή πολλών εξωδίκων μεταξύ των διαδίκων, επήλθε ψυχρότητα, η οποία δεν επιτρέπει την απόλυτη ηρεμία προς λειτουργία της Τράπεζας και την εν γένει ομαλή συνεργασία των διαδίκων. Όλα όμως αυτά τα επικαλούμενα κλονιστικά γεγονότα της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, κρίθηκαν μετά δυνάμεως δεδικασμένου από την προαναφερθείσα με αρ. 5084/2007 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που αποφάνθηκε ότι αυτά (γεγονότα) "δεν κλόνισαν αντικειμενικά την εμπιστοσύνη της εναγομένης - αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, επηρεάζοντας δυσμενώς τη λειτουργία της σύμβασης, σε βαθμό που να καθιστούσε μη ανεκτή τη συνέχισή της, ο δε εντολέας δεν μπορεί να επικαλείται κλονισμό της εν λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, όταν επιχείρησε ο ίδιος, με δικές του αποκλειστικά ενέργειες, να προκαλέσει κλονισμό της σχέσης αυτής, αντιδρώντας στην άσκηση νομίμου δικαιώματος της ενάγουσας δικηγόρου".

Εξάλλου, από την επίδοση της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως, 5084/2007 του Εφετείου Αθηνών (26-10-2007) και μέχρι τη δεύτερη καταγγελία που έλαβε χώρα στις 31-12-2007, αλλά και μέχρις ότου εκδόθηκε η με αριθμ. 1360/2009 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν μεσολάβησαν γεγονότα, ούτε σημειωτέον επικαλείται τέτοια η αναιρεσείουσα, που να δικαιολογούν την επιδείνωση των μεταξύ τους σχέσεων, αφού και ο δικαστικός αγώνας μεταξύ τους διεξήχθη και διεξάγεται με πνεύμα ευπρέπειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και δεν υπήρχε κάποιο στοιχείο σε βάρος της επιστημονικής ικανότητάς της και της εν γένει προσωπικότητάς της σε σχέση με τους συναδέλφους της και την Τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα.

Συνεπώς για τη δεύτερη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής στις 31-12-2007 έλλειπε παντελώς ο απαιτούμενος σπουδαίος λόγος, εφόσον ήταν εντελώς αναιτιολόγητη, μη αναγραφομένου κάποιου λόγου στο έγγραφο της καταγγελίας, καίτοι στον προαναφερθέντα Οργανισμό των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας - στον οποίο υπάγονται και οι έμμισθοι δικηγόροι αυτής, καθ' ό μέρος δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη φύση του δικηγορικού λειτουργήματος και δεν παρέχεται σ' αυτούς μεγαλύτερη προστασία από άλλες διατάξεις ή σύμφωνα με την αρχή της ισότητας - προβλέπεται (στο άρθρο 12 αυτού) ότι η απόφαση του ΔΣ που κοινοποιείται στον απολυθέντα περιέχει και το αιτιολογικό της απόλυσης.

Αντίθετα προέκυψε ότι η δεύτερη καταγγελία υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, αφού έγινε προς ικανοποίηση και μόνον του αισθήματος εκδίκησης των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, λόγω μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης να αντιδράσει μέσα στα νόμιμα όρια για την επελθούσα σε βάρος της μονομερή βλαπτική μεταβολή (από προϊσταμένη τμήματος της Νομικής Υπηρεσίας σε απλή δικηγόρο), των όρων εργασίας της και να διεκδικήσει το δικαίωμά της να αναγνωριστεί η ακυρότητα της πρώτης, αλλά και της δεύτερης καταγγελίας, που είναι απολύτως νόμιμη και την νικηφόρο διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα που αφορούσε την πρώτη απόλυση και όχι για το καλώς εννοούμενο συμφέρον της Τράπεζας.

Επομένως, η δεύτερη (επικουρική) από 31-12-2007 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου, εφόσον δεν οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις αυτής κλονιστικές της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό της ως δικηγόρου και διαταρακτικές της ομαλής συνεργασίας τους και ως εκ τούτου κρίνεται ως καταχρηστική, εφόσον υπερέβαινε καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), καθόσον υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, όπως προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι εξαιτίας των αναφερομένων ως άνω γεγονότων, υπό τα οποία έλαβε χώρα η δεύτερη (μεταγενέστερη) από 31-12-2007 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προσβλήθηκε για άλλη μια φορά η προσωπικότητά της, η επαγγελματική αξία και υπόληψη ενώπιον των συναδέλφων της δικηγόρων, των υπαλλήλων και πελατών της εναγομένης Τράπεζας και του εν γένει κοινωνικού περίγυρου, ενόψει της κοινωνικής της θέσης, καθότι η αναιρεσείουσα προχώρησε για άλλη μια φορά σε άκυρη καταγγελία της σύμβασής της, προσβάλλοντας την προσωπικότητά της και λαμβανομένων υπόψη ότι τα ευθυνόμενα για την απόλυσή της αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας ενήργησαν και πάλι με σκοπό την απομάκρυνσή της από τη νομική της υπηρεσία προχωρώντας στην άκυρη καταγγελία της σύμβασης της έμμισθης εντολής, παρά την πολυετή προσφορά της ενάγουσας στην εν λόγω νομική υπηρεσία της εναγομένης, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω περιστατικά, την έκταση της προσβολής της ενάγουσας, η οποία υπήρξε οπωσδήποτε σημαντική, το βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών (η ενάγουσα είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω με κοινωνική δραστηριότητα, εργαζομένη πέραν της τριακονταετίας με σχέση εμμίσθου εντολής στην εναγομένη, η δε τελευταία Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ - Geniki Bank) πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 2.000 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τους τέσσερις πρώτους λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε κριθεί με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία ότι και η δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εντολής της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη γιατί δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος.

Δέχτηκε δε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον όγδοο λόγο της έφεσης που αφορούσε την παραδοχή του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης υπέρ της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε το σχετικό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη μικρότερο ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κώδικα περί Δικηγόρων, των άρθρων 59, 914, 932, 672 Α.Κ.

και τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 5, 9, 10 και 12 του από 18-9-1975 Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, περιέλαβε δε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσίβλητη λόγω της προσβολής της προσωπικότητας αυτής, εξαιτίας της δεύτερης καταγγελίας της συμβάσεώς της και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι η αναιρεσίβλητη μετά την τελεσίδικη κρίση για ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας της σύμβασής της, αρνήθηκε να προσφέρει προσηκόντως τις υπηρεσίες της αξιώνοντας να προσφέρει αυτές μόνο σε θέση προϊσταμένης του νομικού τμήματος, τον οποίο (λόγο της έφεσης) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι παράγεται δεδικασμένο από την 5084/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που αφορά την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας ως προς τα επικαλούμενα για την δεύτερη καταγγελία της σύμβασης κλονιστικά γεγονότα της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση τα περιστατικά αυτά είχαν όντως προταθεί ως κλονιστικά γεγονότα της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας και για την πρώτη καταγγελία, κατά τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης μετά την επίδοση της απόφασης αυτής δεν μεσολάβησαν γεγονότα που να δικαιολογούν την επιδείνωση των σχέσεων των διαδίκων, αφού ο δικαστικός αγώνας μεταξύ τους διεξήχθη με πνεύμα ευπρέπειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Τέλος, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 1, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δέχτηκε με εσφαλμένες αιτιολογίες ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική αν και το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δεχτεί ότι ήταν άκυρη ως αναιτιολόγητη με αποτέλεσμα να καταστήσει επιβλαβέστερη τη θέση της αναιρεσείουσας, αφού η κρίση περί καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας δεν είχε μεταβιβαστεί ενώπιόν του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι κατά τις ως άνω παραδοχές με την κύρια αιτιολογία του, το Εφετείο στήριξε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας στην έλλειψη σπουδαίου λόγου και ως εκ τούτου εφόσον η κύρια αυτή αιτιολογία δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με κάποιο λόγο αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί που αφορούν αιτιάσεις για την επικουρική αιτιολογία αλυσιτελώς προβάλλονται.

Επειδή το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής δεν αρκεί να ισχυρισθεί ο εργοδότης την παράλειψη να αποδεχθεί ο μισθωτός την προσφερθείσα άλλη εργασία ή να φροντίσει για την ανεύρεση αλλαχού εργασίας, αλλά πρέπει να επικαλεστεί ότι η προσφερθείσα εργασία ή η δυνάμενη να εξευρεθεί θα ήταν ανάλογη προς την ειδικότητα και την ικανότητα του μισθωτού, τα ποσά που θα κέρδιζε από την εργασία αυτή, απασχολούμενος με τις ίδιες συνθήκες και όρους στον αντίστοιχο χρόνο, για τον οποίο ζητούνται μισθοί υπερημερίας, και ότι η άρνηση του ενάγοντος ήταν αδικαιολόγητη οφειλόμενη σε κακοπιστία του, προτιμώντας να παραμένει άεργος για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας.

Αν δεν πρόκειται για άρνηση αποδοχής παρόμοιας εργασίας που προσφέρθηκε από συγκεκριμένο εργοδότη, ο εναγόμενος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, και πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα προκύπτει αναμφισβήτητα ότι υπήρχε η ευχέρεια ανευρέσεως εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα η αναιρεσείουσα επανέφερε νομίμως με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης, την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσίβλητη αν και ήταν σε θέση να ανεύρει εργασία ως εξειδικευμένη τραπεζική δικηγόρος, είτε ως μόνιμη δικηγόρος με πάγια περιοδική αμοιβή, είτε ως συνεργαζόμενη εξωτερική δικηγόρος στις αναφερόμενες είκοσι (20) συνολικά Τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, και οκτώ ακόμη Τράπεζες ως συνδεδεμένα με την ένωση μέλη, παρέλειψε εκ λόγων οκνηρίας να αναζητήσει αλλού εργασία από την οποία θα εισέπραττε οπωσδήποτε το ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως, όπως έπραξαν οι αναφερόμενοι δέκα δικηγόροι που αποχώρησαν από την υπηρεσία της, με πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, οι οποίοι δεν παρέμειναν άπραγοι, αλλά δικηγόρησαν πολλοί δε εξ αυτών σε συνεργασία με τράπεζες.

Ακόμη η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να ποριστεί ισοδύναμο εισόδημα με αυτό που ελάμβανε από την αναιρεσείουσα ασκώντας ελεύθερη δικηγορία, καθόσον τόσο ο σύζυγος, όσο και ο υιός της είναι δικηγόροι και διατηρούν οργανωμένο γραφείο στην οδό ... στην …. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω ένσταση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη είναι αρκούντως ορισμένη, αφού αναφέρονται όλα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη αν και υπήρχε ευχέρεια ανευρέσεως εργασίας, δολίως παρέλειψε να φροντίσει για την ανεύρεση ανάλογης εργασίας με αυτή που παρείχε στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, αν και ευχερώς μπορούσε να το επιδιώξει, προκειμένου να παραμείνει άεργος για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται τα θεμελιωτικά της ενστάσεως αυτής πραγματικά περιστατικά παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως τελεί, σύμφωνα με την άνω διάταξη, υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 47 ΚΠολΔ, κατά την οποία "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, το ίδιο δε ισχύει και για τις αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Μονομελούς".

Εξάλλου, η τελευταία αυτή διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέρα των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ` ύλην, πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται (ΑΠ 369/2012).

Επομένως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το Τριμελές Εφετείο δίκασε έφεση κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου μετά την ισχύ του άρθρου 72 παρ. 3 του ν. 3994/2011, κατά την οποία μετά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου οι εφέσεις κατά αποφάσεων Μονομελών δικαστηρίων υπάγονται πλέον στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως αληθώς μόνο από τον αριθμό 5 και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο ήταν αναρμόδιο καθύλην για την εκδίκαση της εφέσεως που η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 115/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ.

όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011 και ισχύει κατά το άρθρο 72 του ίδιου νόμου από 25-7-2011, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε ως αόριστη την ένσταση περί καταχρήσεως δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αξιώσει τους μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας των ένδικων καταγγελιών της εργασίας της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3792/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσιβλήτη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ