Supreme Court dismisses appeal against one defendant but partially allows it against another regarding holiday pay.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the first anonymous company as inadmissible due to a lack of legal grounds. However, the court partially allowed the appeal against the second individual defendant because the lower court failed to provide specific factual reasoning regarding the entitlement to holiday pay and leave allowances. Consequently, the case was remitted for further examination by a different judge at the Court of First Instance.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks legal grounds, but partially admissible if the lower court's reasoning is insufficient regarding specific factual determinations of statutory entitlements.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 934 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Μ. του Ο., B. O. του O. , κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ιξιά Ρόδου και 2) Θ. Ν. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τρύφωνα Αλυκάτορα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 376/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3732/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 του ΚΠολΔ το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους αναιρέσεως, αίτηση για την αναίρεση ολική ή εν μέρει της προσβαλλομένης αποφάσεως και αίτηση για την ουσία της υποθέσεως.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 552, 553 παρ.1, 559 και 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, η δεύτερη ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, η τρίτη των οποίων διαλαμβάνει κατά τρόπο περιοριστικό τους λόγους αναιρέσεως και η τέταρτη των οποίων ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και ότι εάν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, σαφώς προκύπτει ότι μεταξύ των θετικών διαδικαστικών προϋποθέσεων του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η θεμελίωση αυτής σε τουλάχιστον ένα λόγο αναιρέσεως.
Ως λόγοι δε αναιρέσεως που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ νοούνται οι υπό τη μορφή παραπόνου διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναιρέσεως νομικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως εάν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο, ακόμα και απαράδεκτο ή αβάσιμο, ήτοι κάποια νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων ως λόγο αναιρέσεως, αυτή απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη (ΑΠ 611/2017, 262/2016, 2026/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 15-5-2020 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3732/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 25-8-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 376/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι από 29-12-2011 (υπ' αριθμ.
καταθ. 6627/2011 και 6629/2011) αγωγές του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, ισχυριζόμενος, στην πρώτη (αγωγή), ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτης στο ξενοδοχείο που αυτή διατηρούσε στην Ιξιά Ρόδου, από τις 16-7-2006 μέχρι τις 15-12-2009, που η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβασή του και στη δεύτερη (αγωγή) ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητο, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ως οικιακός βοηθός, από τις 16-12-2005 μέχρι 21-6-2010, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων ποσών, για διαφορές αποδοχών, αμοιβή για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας.
Ωστόσο όμως στην ένδικη αίτηση, όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητο εταιρεία (εναγομένη της πρώτης αγωγής), δε διαλαμβάνεται κανένας λόγος αναιρέσεως και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ουδεμία πλημμέλεια προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την απόρριψη της από 25-8-2016 εφέσεώς του κατά το μέρος που με αυτή είχε προσβάλει την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 376/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σχετικά με την απόρριψη της ως άνω από 29-12-2011 αγωγής του σε βάρος της πρώτης αναιρεσιβλήτου εταιρείας.
Επομένως, η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσιβλήτου εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε κοινές προτάσεις με τη δεύτερη αναιρεσίβλητο (αρθρ, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τα λοιπά (ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητο) η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 ΑΚ, 3 παρ. 1 εδ.
γ` του ΒΔ/τος της 16/18-07-1920, 1 παρ. 2 ΑΝ 539/1945, άρθρου μόνου περ. γ`, ΒΔ 376/1971, 2 παρ. 1 περ. δ`, ΒΔ 748/1966, 43 Ν. 1836/1989 και 1 παρ. 1 Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες, που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες, αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του.
Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί (ΑΠ1591/2017, 1955/2007). Λόγω δε της ιδιάζουσας φύσεως των υπηρεσιών που παρέχουν οι οικιακοί μισθωτοί και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος υπό συνθήκες σχέσεως εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό), η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για το χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, επιπλέον δεν ισχύουν γι' αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν συμφωνήθηκε, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 1591/2017, 783/2013).
Επεκτάθηκαν όμως και σ' αυτούς με το άρθρο μόνο εδαφ. γ` του ΒΔ 376/1971 και το άρθρο 8 παρ 2 της από 26-2-1975 Ε.ΓΣ.Σ.Ε., οι διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, για την παροχή αδείας μετ' αποδοχών και ως εκ τούτου δικαιούνται και επίδομα αδείας (άρθρο 3, παρ. 16 Ν. 4504/1966 (ΦΕΚ 57/Α'/14-3-1966), ενώ δικαιούνται και επιδόματα εορτών, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1082/1980 και το άρθρο 4, παρ. 9 της Κ.Υ.Α, 19040/1981 (ΦΕΚ 742/Β'/9-12-1981) (ΑΠ 690/2017, 1955/2007, 1397/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί των αξιώσεων του ενάγοντος στην δεύτερη (υπ' αριθμ. καταθ. 6629/29-12-2011) αγωγή, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, για διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβληθεισών αποδοχών και ως αμοιβή υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας, επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, του ένδικου χρονικού διαστήματος, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Στις 27-6- 2005 ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οικόσιτος οικιακός βοηθός στην οικία της τελευταίας στην Αθήνα. Το ωράριό του συμφωνήθηκε να είναι από τις 8 π.μ. έως τις 4 μ.μ.
από Δευτέρα έως Παρασκευή. Ο ενάγων παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες του από 9 π.μ. έως τις 5 μ.μ. και από Δευτέρα έως και Παρασκευή κάθε εβδομάδα από 27-6-2005 έως και τις 21-6-2010, οπότε και η εναγομένη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του, λαμβάνοντας για την εργασία αυτή και έχοντας ασφαλιστεί από την εναγομένη στο Ι.Κ.Α.
για την εργασία αυτή, ως μηνιαίες αποδοχές (μαζί με τις εισφορές στο Ι.Κ.Α.): α) το ποσό των 816,91 ευρώ από 1.1.2006 έως 30.4.2006, β) το ποσό των 820,27 ευρώ από 1.5.2006 έως 15.7.2006, γ) το ποσό των 823,72 ευρώ από 16.12.2006 έως 30.4.2007, δ) το ποσό των 830,09 ευρώ από 1.5.2007 έως 15.7.2007 και από 16.12.2007 έως 31.12.2007, ε) το ποσό των 930,09 ευρώ από 1.1.2008 έως 30.4.2008, στ) το ποσό των 934,52 ευρώ από 1.5.2008 έως 15.7.2008, ζ) το ποσό των 938,59 ευρώ από16.12.2008 έως 31.12.2008, η) το ποσό των 1.038,59 ευρώ από 1.1.2009 έως 30.4.2009, θ) το ποσό των 1.046,20 ευρώ από 1.5.2009 έως 15.7.2009 και από 16.12.2009 έως 31.12.2009 και ι) το ποσό των 1.146,20 ευρώ από 1.1.2010 έως 21.6.2010.
Ο ενάγων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του αρχικά διέμενε στην οικία της εναγομένης και δεύτερης εφεσίβλητης, ενώ από τις αρχές του έτους 2010 διέμενε στο σκάφος αναψυχής της τελευταίας στη μαρίνα Αλίμου όπου αυτό βρισκόταν.... Οι ανωτέρω δε ληφθείσες από τον ενάγοντα αποδοχές υπερβαίνουν τις νόμιμες καταβλητέες σε αυτόν για την ανωτέρω εργασία και δη αυτές των (27,18 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο με προϋπηρεσία στην εναγομένη 0-3 έτη Χ 25 ημέρες) 679,50 ευρώ κάθε μήνα από 1.1.2006 έως 15.7.2006, των (27,96 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο Χ 25 ημέρες) 699 ευρώ κάθε μήνα από 16.12.2006 έως 30.4.200, των (29,39 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο Χ 25 ημέρες) 734,75 ευρώ κάθε μήνα από 1.5.2007 έως 15.7.2007 και από 16.12.2007 έως 3 1.12.2007, των (30,40 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο Χ 25 ημέρες) 760 ευρώ κάθε μήνα από 1.1.2008 έως 15.7.2008, των (32,47 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο με συμπληρωθείσα προϋπηρεσία στην εναγομένη 3 ετών Χ 2 5 ημέρες) 811,75 ευρώ κάθε μήνα από 16.12.2008 έως 30.4.2009 και των (34,25 το νόμιμο ημερομίσθιο Χ 25 ημέρες) 856,25 ευρώ κάθε μήνα από 1.5.2009 έως 21.6.2010.
Επίσης δεν προέκυψε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την πιο πάνω εργασία επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, ούτε προέκυψε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα παροχής της πιο πάνω εργασίας του υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, η κρίση δε του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγομένη, εκτός του ενάγοντος και άλλης μίας οικιακής βοηθού, είχε προσλάβει και δεύτερη οικιακή βοηθό, η οποία ξεκινούσε την εργασία της κατά τις απογευματινές ώρες, ήτοι όταν τελείωνε η εργασία του ενάγοντος, με συνέπεια να μην υπάρχει ανάγκη να παρέχει ο τελευταίος εργασία πέραν του ως άνω οκταώρου (από 9 π.μ.
έως 5 μ.μ.) κάθε ημέρα από Δευτέρα έως και Παρασκευή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την εν λόγω, υπό τις ως άνω παραδοχές, κρίση του το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το είδος και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και εντεύθεν τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας του, ως συμβάσεως οικόσιτου μισθωτού.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι ο ενάγων προσελήφθη ως οικόσιτος οικιακός βοηθός στην οικία της εναγομένης ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου) στην Αθήνα, ότι εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή από τις 9 π.μ. έως τις 5 μ.μ., γιατί υπήρχαν και άλλες δύο οικιακοί βοηθοί, ότι κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του αρχικά διέμενε στην οικία της εναγομένης (από τις 27-6-2005 έως τις αρχές του έτους 2010), ενώ από τις αρχές του έτους 2010 έως τις 21.6.2010, διέμενε στο σκάφος αναψυχής της τελευταίας στη μαρίνα Αλίμου, αποτελούν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την ιδιότητα αυτού ως οικόσιτου μισθωτού.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά όμως με τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος για την καταβολή των αναφερομένων στην αγωγή ποσών για επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, υπό τις ως άνω παραδοχές, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Ειδικότερα το Εφετείο, στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν προέκυψε ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την πιο πάνω εργασία του επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ότι δεν οφείλονται στον ενάγοντα τα αναλογούντα στις πιο πάνω αξιώσεις του ποσά.
Και τούτο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με το αν ο ενάγων δικαιούται και για ποιους χρόνους τα αιτούμενα επιδόματα και αποδοχές αδείας και τα ποσά που αντιστοιχούν σ' αυτά, ούτε αν έλαβε χώρα εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης εξόφληση ή κατ' άλλο νόμιμο τρόπο απόσβεση της σχετικής οφειλής.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο δηλαδή κατά το κεφάλαιο της από 29-12-2011 αγωγής περί καταβολής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα των αναφερομένων σ' αυτή ποσών για επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3732/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ως απαράδεκτη.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την ίδια ως άνω απόφαση ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ