Supreme Court dismisses appeal against civil court award for moral damages in traffic fatality case.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court's award of 15,000 euros in moral damages to the family of a traffic fatality victim. The family argued for compensation based on the sudden and violent death of their close relative, while the State contended the amount was excessive. The court upheld the lower court's decision, ruling that the awarded sum was reasonable and did not violate the principle of proportionality given the specific circumstances of the accident and the close familial bond.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 932 A.K.; Art. 559 para. 1, 19 K.Pol.D.: The Supreme Court reviews whether the lower court's determination of moral damages for a fatality violates the principle of proportionality; the award is valid if it falls within reasonable limits based on the degree of fault, relationship, and social circumstances without exceeding customary amounts.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 934 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …, 2) Μ. Η. του Α., κατοίκων …, 3) Α. Η. του Α., κατοίκου , ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του α. Ε. Η. του Α., β. Κ. Η. του Α., γ. Α. – Τ. Η. του Α., κατοίκων … και 4) Β. Κ. του Σ., συζ. Α. Η., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α. Ε. Η. του Α., β. Κ. Η. του Α., γ. Α. – Τ. Η. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κάσση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1977/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-10-2017 (αριθμ. καταθ.840/2017) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 142/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το προαναφερθέν άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015 ΑΠ 1398/2018, ΑΠ 464/2017).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από τους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του Α.
Η. του Α., κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε. Β. του Ι., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κυριότητας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, σύμφωνα και με το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του (30%), στα ποσά :1) στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο του θανατωθέντος α) στο ποσό των 60.000,00 ευρώ (εκ των οποίων 10.000,00 καταψηφιστικά και 50.000,00 αναγνωριστικά), 2) σε καθένα από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων (τέκνα) ατομικά, στο ποσό των 52.000,00 ευρώ (εκ των οποίων 7.000,00 καταψηφιστικά και 45.000,00 αναγνωριστικά), 3) στην τέταρτη ενάγουσα (νύφη) ατομικά στο ποσό των 12.000,00 ευρώ (2.000,00 καταψηφιστικά και 10.000,00 αναγνωριστικά) και 4) στους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των τριών ανήλικων τέκνων τους, στο συνολικό ποσό των 45.000,00 ευρώ, και συγκεκριμένα 15.000 ευρώ (1.000,00 ευρώ καταψηφιστικά και 14.000,00 αναγνωριστικά) για κάθε ανήλικο, δηλαδή ποσά που υπερβαίνουν σημαντικά αυτά που θα ήταν δίκαια και εύλογα για την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικτύου των άρθρ. 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος και 932 ΑΚ και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στην …, στις 20-8-2011, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός της υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας …δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, Α. Η. του Α., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, πατέρας της δεύτερης και τρίτου αυτών, πεθερός της τέταρτης και παππούς των λοιπών, ήταν ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … βοηθητικού πυροσβεστικού οχήματος, ιδιοκτησίας του Πυροσβεστικού Σώματος του Ελληνικού Δημοσίου, Ε.Β.
Ανθυπασπιστής πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και παραβίασε την πινακίδα Ρ-2 (STOP) που υπήρχε στην πορεία του, και ότι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο θανατωθείς οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ακολούθως, αναφορικά με την αξίωση των αναιρεσειόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 142/2017 απόφασή του, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Την 20-8-2011 και περί ώρα 19.50' ο πρώτος εναγόμενος Ε.
Β. του Ι., ετών .., Ανθυπασπιστής Πυροσβεστικού Σώματος, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … βοηθητικό πυροσβεστικό όχημα τροφοδοσίας, ιδιοκτησίας... του Ελληνικού Δημοσίου, κινείτο επί της οδού … στη …. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Α. Η. του Α. οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινείτο στο μέσον της οδού …, με κατεύθυνση από … προς … Όμως, η ορατότητα του οδηγού του άνω βοηθητικού πυροσβεστικού οχήματος...
περιοριζόταν καθώς προσέγγιζε τη διασταύρωση από τοιχίο περίφραξης αυλής, δέντρο με πυκνή φυλλωσιά και ισόγεια κατοικία... Από τη σύγκρουση... ο άνω οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση... αργότερα απεβίωσε... Αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από τη διασταύρωση, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στην άνω μοτοσικλέτα, παραβιάζοντας πινακίδα Ρ-2 (STOP) που υπήρχε στην πορεία του...
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Ο οδηγός της μοτοσικλέτας, μετά τον τραυματισμό του στο άνω ατύχημα, μεταφέρθηκε... στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", όπου.., διαπιστώθηκε ότι υπέστη "τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία και εγκεφαλικές θλάσεις... μεγάλο θλαστικό τραύμα στην αριστερή άκρα χείρα....
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε λοίμωξη του αναπνευστικού,... Εξήλθε την …με σχετικές οδηγίες... Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και μέχρι το θάνατό του την … παρέμεινε κατακλιμένος, με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις και εικόνα διάχυτης αξονικής βλάβης - σπαστικής τετραπάρεσης, απώλεια βάρους και διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης, υπό αντιεπιληπτική αγωγή και έχων ανάγκη εικοσιτετράωρης βοήθειας..., ενώ ο θάνατός του προκλήθηκε αιτιωδώς από το επίδικο ατύχημα,....
Με βάση τα άνω αποδειχθέντα περιστατικά αυτά, ο οδηγός της μοτοσικλέτας κρίνεται συνυπαίτιος για την πρόκληση των σωματικών κακώσεων που υπέστη από το επίδικο ατύχημα, σε ποσοστό 30%..., λόγω της παράλειψης χρήσης προστατευτικού κράνους... καθόσον η παράλειψη αυτή τέλεσε σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό και τελικά το θάνατό του, ο οποίος επήλθε κυρίως εξαιτίας των βαρύτατων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και των συνακόλουθων με αυτές επιπλοκών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας..., γεννήθηκε το έτος …, κατά το χρόνο του θανάτου του, διήγε το … έτος της ηλικίας του, ήταν σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, Ε. Η., ηλικίας… ετών, πατέρας της δεύτερης των εναγόντων, Μ. Η., ηλικίας .. ετών και του τρίτου των εναγόντων, Α. Η. ηλικίας …ετών, παππούς της Ε.
Η. ηλικίας …ετών, της Κ. Η., ηλικίας …ετών και του Α. Τ.Η., ηλικίας … ετών, τέκνων του τρίτου των εναγόντων και πεθερός της τέταρτης των εναγόντων Β. Κ. Μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος ήταν υγιής και κατοικούσε με τη σύζυγό του και την κόρη τους, η οποία πάσχει από σπαστική παραπληγία με παράλυση των κάτω άκρων συνεπεία συγγενούς εγκεφαλοπάθειας.
Η τελευταία, μετά το ατύχημα του πατέρα της εκδήλωσε σχιζοσυναισθηματική ψύχωση... υπ' αριθμό πρωτ. … πιστοποιητικό εξέτασης του Διευθυντή του Ψυχιατρικού Τομέα του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ"... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι υπόλοιποι άνω συγγενείς του αποβιώσαντος, ναι μεν δεν συνοικούσαν μαζί του, πλην όμως συνδέονταν με αυτόν με αμοιβαία αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς, άπαντες δε δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο, από το θάνατό του.
Λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του θανόντος και των άνω οικείων του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος και του βαθμού πταίσματος αυτού, καθώς και του ποσοστού συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του (30%), όλων των εν γένει συνθηκών του επίδικου ατυχήματος και των λοιπών περιστάσεων και επιπλοκών που επακολούθησαν, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, αλλά και της έντονης ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από το θάνατο του άνω οικείου τους, ανάλογα με το βαθμό της συγγένειάς τους, το Δικαστήριο κρίνει, ότι, για τη μετρίαση της έντασης αυτής και για την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να καθοριστεί:
α) για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, β) για καθένα από τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων ατομικά στο ποσό των 52.000,00 ευρώ, γ) για την τέταρτη ενάγουσα ατομικά στο ποσό των 12.000,00 ευρώ και δ) για καθένα από τα τρία ανήλικα τέκνα, τη γονική μέριμνα των οποίων ασκούν από κοινού ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόντων, το ποσό των 15.000,00 ευρώ, ποσά τα οποία θεωρούνται δίκαια και εύλογα...".
Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.
Ακόμη, καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσιβλήτων, αφού συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, σχετικά με το ύψος της επιδικαστέας στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία, που επικαλέστηκαν, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα, τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενικού τους προσώπου, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενικού προσώπου των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτό, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, το είδος του συγγενικού δεσμού τους με τον θανόντα, τις σχέσεις των αναιρεσιβλήτων με τον τελευταίο (θανόντα), οι οποίες κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν άριστες, την ένταση του ψυχικού άλγους που προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος του συγγενικού τους προσώπου, το οποίο ήταν έντονο, λόγω της απώλειας ενός τόσο προσφιλούς σ' αυτούς προσώπου, την ηλικία των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την ηλικία του θύματος και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Μετά από αυτά, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου αναίρεσης ως αβασίμου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι παραστάθηκαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη σε βάρος ή υπέρ του Δημοσίου.
Τέλος διάταξη για παράβολο δεν θα επιβληθεί διότι το δημόσιο δεν προκαταβάλλει παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2017 (αριθμ. καταθ. 840/2017) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 142/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ