Supreme Court allows appeal against dismissal of public employee's claim for lower statutory severance pay.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a public employee's claim for severance pay. The employee argued that, as a public sector worker, they were entitled to the specific compensation scheme under Article 55 of the relevant decree, which caps the payout at 15,000 euros, rather than the higher rates applicable to private sector employees. The Court found the First Instance Court erred in law by applying the wrong legal framework and ordered the case to be retried on the merits.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 55 para. 4 and 5 of PD 410/1988; Art. 49 para. 4 of Law 993/1979: A public employee with a dependent labor relationship is entitled to severance compensation calculated under the specific public sector scheme, which imposes a lower maximum cap than the general private sector rules.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 934 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 934 /2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Η. Β. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 111/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1056/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την ….66Γ/9-10-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας Φ. Ε., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση, προς συζήτηση κατά την σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Εφ' όσον, επομένως, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς του (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να δικασθεί ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 578 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 εδ. α' του π.δ. 410/1988 ''Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου'', όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3320/2005, ''Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης'', ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 ''Το ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από την ισχύ του ν. 993/1979''. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, ''Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου''.
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ. 13 του ισχύοντος ν. 3144/2003, προσδιορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, '' Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτού συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου''.
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχόμενων στους πολίτες υπηρεσιών (Oλ AΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνoϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου ( Oλ ΑΠ 20/2006, ΑΠ 227/2016, 591/2015, 675/2014, 1121/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.δ. 4/4-9-1935 ''Περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας'', η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, ''Οι Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους απολαμβάνουν πάντων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως''.
Επακολούθησε το ν.δ. 4246/1962 ''περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας'', το οποίο όρισε, με το άρθρο 3 παρ. 8, ότι ''οι ΣΕΚ απολαμβάνουν πάντων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου...''. Στο άρθρο 10 παρ. 11 του ν.δ. 4246/1962 ορίζεται ότι ''το νομικόν πρόσωπον των ενοποιουμένων σιδηροδρομικών δικτύων της χώρας διέπεται και υπό των διατάξεων του από 4-9-1935 ν.δ/τος περί διοικήσεως των ΣΕΚ και της λοιπής περί των ΣΕΚ νομοθεσίας, ως αύται ίσχυαν μέχρι τούδε, εφόσον δεν καταργούνται ή δεν τροποποιούνται δια του παρόντος''.
Η ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του από 4-9-1935 ν.δ/τος για την ισχύ υπέρ των ΣΕΚ των εν λόγω προνομίων και ως προς τις αστικές σχέσεις των ΣΕΚ εξακολούθησε, επομένως, να ισχύει και μετά το ν.δ. 4246/1962, βάσει της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 11 αυτού. Με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 674/1970 ''Περί ιδρύσεως ...'' ( ΦΕΚ Α' 192) διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των Σ.Ε.Κ., ενώ με τα άρθρο 1 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο … ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας.
Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω ν.δ. ορίζεται ότι ο …. αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτού, ενώ στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, ορίζεται ότι ο ΟΣΕ από της ιδρύσεώς του αναλαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ''Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους''(ΣΕΚ), οι υπηρεσίες δε αυτές ''μεθ' όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον …., όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ.
ως καθολικός αυτών διάδοχος''. Σύμφωνα με την 3/1992 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο ΟΣΕ, που είναι καθολικός διάδοχος των ΣΕΚ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει όλα τα προνόμια δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις. 'Ομως ήδη, με την 23/2004 απόφαση της Ολομέλειας, κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος η επέκταση και στον ….
του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που προβλέπει ότι οφείλονται νόμιμοι τόκοι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, ενώ με την 11/2008 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η επέκταση των προνομίων του Δημοσίου για διετή παραγραφή και στον ….αντίκειται στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, σε διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ''... ... και το διακριτικό τίτλο ''... ΑΕ'' ιδρύθηκε με βάση τις παρακάτω εξουσιοδοτικές διατάξεις :α) το άρθρο 6 παρ. 2 περ. ε' και στ' του ν.δ. 674/1970, που χορηγεί στον ΟΣΕ το δικαίωμα να ιδρύει εταιρείες με αντικείμενο πάσης φύσεως σιδηροδρομικό έργο, β) το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2671/1998 ''Ρύθμιση θεμάτων ….
και άλλες διατάξεις'', που ορίζει ότι ο …. για την εκπλήρωση των σκοπών του μπορεί να ιδρύει θυγατρικές εταιρείες οποιασδήποτε μορφής και να τους εκχωρεί αρμοδιότητές του ή δραστηριότητές του και γ) του άρθρου 5 παρ. 4 του π.δ. 41/2005 ''Περί εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις Οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ, αντίστοιχα, και της οδηγίας 2001/14/ΕΚ για την ανάπτυξη των Κοινοτικών Σιδηροδρόμων, τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις...'', που ορίζει ότι εντός οκτώ (8) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω π.δ., ο ….
ΑΕ ιδρύει μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995, του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2671/1998 και του κ.ν. 2190/1920, στις οποίες εκχωρούνται τα δικαιώματα παροχής μεταφορικών υπηρεσιών επιβατών και φορτίου. Ακόμη, στις 29-12-2006, βάσει της 39.360/29-12-2006 απόφασης της Νομαρχίας …. (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 169/9-1-2007), ολοκληρώθηκε η διαδικασία απόσχισης και εισφοράς στην αναιρεσίβλητη του κλάδου ''Διαχείριση και Εκμετάλλευση Σιδηροδρομικής Υποδομής'' από τη μητρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... .
Ακολούθως, στις 13-2-2007, βάσει της 23.797/13-7-2007 απόφασης της Νομαρχίας …. (ΦEK ΤΑΕ και ΕΠΕ, 8418/20-7-2007) ολοκληρώθηκε η διαδικασία συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία ….'' και το διακριτικό τίτλο ''... ΑΕ'' από την αναιρεσείουσα εταιρεία. Τέλος, στις 30-12-2008, σύμφωνα με την 60.201/ΕΔ ΔΕΚΟ 1964/19-12-2008 (ΦΕΚ Β 2602/2008) ''Εταιρικός Μετασχηματισμός Ομίλου ….'' απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών του άρθρου 10 του ν. 3429/2005, δηλαδή των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Μεταφορών και Επικοινωνιών, εγκρίθηκε η μεταβίβαση από την ...
προς το Ελληνικό Δημόσιο του συνόλου των μετοχών που κατέχει στην εταιρεία ... ΑΕ με το αναγραφόμενο τίμημα και ορίστηκε ότι η εποπτεία επί της ... ΑΕ εξακολουθεί να ασκείται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί το μοναδικό μέτοχο της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3891/2010 ''Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ….και ...''...(ΦΕΚ Α' 188), μεταξύ των αρμοδιοτήτων της ...
ΑΕ περιλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών έλξης για τη σιδηροδρομική μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων, η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών λεωφορειακών επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών στην αλλοδαπή ή στην ημεδαπή, η παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics), η οργάνωση και λειτουργία εργασιών κατασκευής, επισκευής και συντήρησης τροχαίου υλικού, η ανάπτυξη κάθε άλλης δραστηριότητας που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του μεταφορικού έργου και την άρτια εξυπηρέτηση του κοινού, όπως η παροχή υπηρεσιών τουριστικού χαρακτήρα, η εκτέλεση διαμεταφορικού έργου, η θέση σε λειτουργία και η εκμετάλλευση τηλεπικοινωνιακού δικτύου, η κατασκευή έργων σχετικών με την εκπλήρωση του σκοπού της κλπ.
Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενόψει της φύσεως των παρεχόμενων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της, αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970. Με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 7 του ν. 3891/2010 ορίσθηκε ότι ''Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 περίπτωση στ' του ν.δ. 674/1970, δεν εφαρμόζονται στην ...
οι πάσης φύσεως φορολογικές ή άλλου είδους απαλλαγές, ατέλειες και εν γένει προνόμια που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφοι 15 και 17 του ν. 2229/1994 και του άρθρου ένατου παράγραφοι 1, 2, 3 και 5 του ν. 1955/1991'' (διοικητικές, οικονομικές και δικαστικές ατέλειες, τέλη, φόροι κλπ). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν.3986/2011 ''Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015'' (ΦΕΚ Α' 152), συστάθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...
ΑΕ (...)''. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3986/2011, το ... λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Αυτό συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή ως ανώνυμη εταιρεία, με μετοχικό κεφάλαιο που καλύπτεται ολόκληρο από το Ελληνικό Δημόσιο και διαιρείται σε μετοχές μη μεταβιβάσιμες για να αποκτήσει άνευ ανταλλάγματος περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, από την αξιοποίηση των οποίων η κυβέρνηση αναμένει σημαντικά έσοδα.
Ανεξαρτήτως, όμως, της φύσεως του Ταμείου αυτού ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αυτό λειτουργεί προδήλως προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η μεταβίβαση στο ως άνω Ταμείο των περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μεταβολή στη χρήση ή στον προορισμό αυτών.
Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του νόμου 3986/2011, εκδόθηκε η 232/2013 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων ''Μεταφορά μετοχών και δικαιωμάτων ψήφου σε ποσοστό 100 % της ...'' (ΦΕΚ Β' 803/5-4-2013), με την οποία, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μεταβιβάσθηκαν και περιήλθαν χωρίς αντάλλαγμα στο ως άνω Ταμείο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 2.130.434 μετοχές μετά του δικαιώματος ψήφου, κυριότητας του Δημοσίου, οι οποίες (μετοχές) αντιστοιχούν σε ποσοστό 100% επί του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η τελευταία, επομένως, που ήταν εξαρχής επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε απέβαλε το χαρακτήρα της αυτόν από τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της στο .... Επομένως, υπόκειται ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλων της στο όριο των ανωτέρω νόμων, όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003.
Συνέπεια αυτού είναι ότι η αγωγή, με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από το όριο των 15.000 ευρώ, είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1992, πρβλ. Ολ ΑΠ 16, 17 και 18/2007)). Η ύπαρξη του ανωτέρω προνομίου της αναιρεσείουσας εταιρείας δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ''Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου'', το οποίο καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 17 και 15/2015, 3/2006).Τέτοιοι λόγοι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, όπου η ειδική προνομιακή μεταχείριση της ...
ΑΕ υπαγορεύεται από τον επιτελούμενο από αυτήν βασικής σημασίας κοινωνικό σκοπό της εκτελέσεως των δια σιδηροδρόμων μεταφορών, εξ αιτίας του οποίου η πολιτεία ενδιαφέρεται άμεσα για την απρόσκοπτη λειτουργία της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, το οποίο μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργατικού αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Τα άρθρο αυτό αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Η αποζημίωση απόλυσης αποτελεί, υπό ευρεία έννοια, αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας και πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την αρχή της ισότητας (Ολ ΑΠ 4/2012, ΑΠ 62/2015).
Η ύπαρξη του ανωτέρω προνομίου για καταβολή μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως η αναιρεσείουσα, σε σχέση με τους υπαλλήλους των άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη της προστασίας της περιουσίας των ανωτέρω επιχειρήσεων για την επίτευξη του κοινωφελούς σκοπού τους.
Επίσης, το προνόμιο αυτό δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, με το οποίο διασφαλίζεται το δικαίωμα των πολιτών για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, γιατί η διασφάλιση αυτή αναφέρεται στην παρεχόμενη προστασία κατά τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στους νόμους, οι οποίοι εκδίδονται σε αρμονία προς τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, εκτέθηκε δε ανωτέρω το σύννομο της ειδικής ρύθμισης για την αναιρεσίβλητη, λόγω του σκοπού και της αποστολής που επιδιώκονται με αυτή.
Ακόμη, το ίδιο προνόμιο δεν αντίκειται ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ''Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων''.
Με τη διάταξη αυτή, που κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου και ο περιορισμός της αξίωσης μέχρις ενός ορισμένου ποσού, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (πρβλ ΑΕΔ 1 και 2/2012, Ολ ΑΠ 18/2012, 38/2005).
Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζεται ότι ''Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος και εντός λογικής προθεσμίας, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...'' .Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ρυθμίζει άλλα θέματα και όχι θέματα όπως το προκείμενο, προς το οποίο είναι άσχετη.
Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997, ''όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια, από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο....για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα''.
3. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε,, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ1/2016, 7/2014, 2/2013, 20/2011).
4 Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων εξέθετε στην αγωγή του ότι είχε προσληφθεί από τον ΟΣΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-12-1976. ότι την 1-10-2009 λύθηκε η σύμβαση εργασίας του με παραίτησή του, διότι είχε τις προϋποθέσεις να λάβει πλήρη σύνταξη από το ταμείο του, καθώς και από το επικουρικό Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών.
Ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 435/1976, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 8 του ν. 3198/1995, δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το ποσό των 29.653,63 ευρώ, διότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου. Ότι η εναγομένη του κατέβαλε μόνο το ποσό των 15.000 ευρώ και αρνείται να του καταβάλει το υπόλοιπο το οποίο και ζητούσε.
Το Μονομελές πρωτοδικείο έκρινε νόμιμη την αγωγή του στηριζόμενη στο άρθρο 8 του ν. 3198/1995 και του επιδίκασε το αιτούμενο ποσό, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της εναγομένης με τις ακόλουθες παραδοχές "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της από το δικαστήριο, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, εφάρμοσε στην περίπτωση του ενάγοντος το άρθρο 8 εδ.β του ν.3198/1955 και δέχτηκε την εναντίον της αγωγή επιδικάζοντας σε βάρος της την οριζόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει για την περίπτωσή του το άρθρο 49 παρ.4 του ν.993/1979 που προβλέπει προνομιακά περιορισμένο ποσό αποζημίωσης για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και εταιριών κοινής ωφέλειας, όπως είναι η εκκαλούσα, η οποία ως εκ τούτου απολαμβάνει των αστικών προνομίων του Δημοσίου.
Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εκκαλούσα "... ... ΑΕ" που είναι εταιρία θυγατρική του ..., ο οποίος είναι κύριος μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 99,99%, απολαμβάνει των προνομίων του Δημοσίου, (γεγονός που ήδη αμφισβητείται βλ. Ολ ΑΠ 11/2008, Ολ ΑΠ 24/2004), είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι το άρθρο 49 παρ.4 του ν.993/1979 δεν καθιερώνει υπέρ του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των εταιριών κοινής ωφέλειας κατ' εξαίρεση προνόμιο, που περιορίζει τις υποχρεώσεις του κοινού δικαίου, όπως είναι εκείνες του άρθρου 8 εδ.β του ν.3198/1955 για την καταβολή αποζημίωσης ίσης με το 40% στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από την συμπλήρωση του προβλεπομένου ορίου ηλικίας ή πριν από τον προβλεπόμενο ανώτατο χρόνο υπηρεσίας με τις προϋποθέσεις, όμως, πλήρους συνταξιοδότησης, αλλά, όπως προεκτίθεται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, καθιερώνει (το άρθρο 49 παρ.4 του ν.993/1979) υποχρέωση σε βάρος του Δημοσίου και των προσώπων που προαναφέρονται για την καταβολή εκ μέρους τους, υπό την ιδιότητά τους ως εργοδοτών, αποζημίωσης μικρότερης βέβαια από εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 8 εδ.
β του ν.3198/1955, στους υπαλλήλους τους, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία υπό διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες του άνω άρθρου 8 του ν.3198/1955 και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 49 παρ.4 του ν.993/1979, ως επέκτασης των αστικών προνομίων του Δημοσίου στον ... και στις θυγατρικές του, κατά άρθρα 2 παρ. 3 του Ν.Δ/τος της 4.9.1935 και 4 Ν.Δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το 1 του Ν.Δ. 1116/1972.
Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔικ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.β του ν.3198/1955, οι προϋποθέσεις της οποίας αποτελούσαν την ιστορική βάση της κρινόμενης αγωγής, αφού, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ο ενάγων που συνδεόταν με την "... ...
ΑΕ" με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από το 1976, ισχυρίστηκε ότι με την οικειοθελή αποχώρησή του το έτος 2009 εκ της υπηρεσίας, πριν τη συμπλήρωση του προβλεπομένου στον Κανονισμό ορίου ηλικίας των 65 ετών και πριν τη συμπλήρωση του προβλεπομένου ανώτατου χρόνου εργασίας των 35 ετών, κατέστησε εξ αρχής αορίστου χρόνου τη σύμβαση εργασίας του και συντρεχουσών των προϋποθέσεων της πλήρους συνταξιοδότησής του, λόγω γήρατος από το ΤΑΠΟΤΕ και της επικουρικής ασφάλισής του στο επικουρικό Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), γεγονότα τα οποία, κατά την εκκαλουμένη απόφαση και αποδείχθηκαν, μη αμφισβητηθέντα μάλιστα από την εκκαλούσα, εδικαιούτο να λάβει από την εργοδότριά του την αιτούμενη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.β του ν.3198/1955 και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η τελευταία με τον άνω πρώτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα" Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντα.
5. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στη με αριθμό 2 παράγραφο της αποφάσεως αυτής, εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας και δεν υπόκειται ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλων της στο όριο των 15.000 ευρώ.
Δηλαδή αν και όφειλε δε εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, άρθρ. 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 και 55 παρ. 5 του ν.δ. 410/1988 και του άρθρου 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία για το λόγο αυτό έπρεπε ν' απορριφθεί σαν μη νόμιμη. Τούτο δε διότι η αναιρεσείουσα, θυγατρική της ....
αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με φύση υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και δη αυτή της μεταφοράς φορτίου και επιβατών. Απολαμβάνει τα οικονομικά (όχι τα δικαστικά) προνόμια του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτής σχέσεις και επομένως ο εργαζόμενος σε αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται, μετά την αποχώρησή του από αυτή, την αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 5 π.δ. 410/1988 (άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 993/1979) που είναι μικρότερη εκείνης των ν. 435/76 και 2112/1920, δηλαδή αυτή με τους κατά το ανώτατο όριο αυτής περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970.
Δηλαδή δικαιούται αποζημίωση όχι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα κρίθηκε η αγωγή ως νόμιμη και στη συνέχεια σαν ουσιαστικά βάσιμη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α' ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η νομίμως και εμπροθέσμως, εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της εκκαλουμένης (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.4335/2005, ενόψει του χρόνου άσκησής της) η με αριθμό εκθ.
κατ. 5824/10-9-2014 έφεση, που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα και μετά την διαπίστωση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ.
παραπάνω παραγράφους 2 και 5 ) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά η εναγομένη απολαμβάνει τα οικονομικά (όχι τα δικαστικά) προνόμια του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτής σχέσεις και επομένως ο εργαζόμενος σε αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται, μετά την αποχώρησή του από αυτή, την αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 5 π.δ. 410/1988 (άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 993/1979) που είναι μικρότερη εκείνης των ν. 435/76 και 2112/1920, δηλαδή αυτή με τους κατά το ανώτατο όριο αυτής περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970.
Δηλαδή δικαιούται αποζημίωση όχι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ (ΑΠ 38/2017, ΑΠ 331/2017, ΑΠ 998/2017).
7. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1056/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας επί της εφέσεως Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 111/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δικάζοντας επί της από 16 .3. 2010 αγωγής.
Απορρίπτει την αγωγή. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
-Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ