Supreme Court dismisses appeal against insurance contract interpretation and failure to consider prior payment claim.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the National Insurance Company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court distorted the insurance agreement and failed to consider a prior payment claim, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the lower court did not distort the contract's content and that the omitted claim was not clearly proposed in a manner sufficient for appellate review.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(14) and 262(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment did not distort the contract's content or if the omitted claim was not clearly and specifically proposed to the court of first instance.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 934 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στο Πλατύ Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1990 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 12-1-1992 κύρια παρέμβαση της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2074/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4766/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Εν προκειμένω, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα επενέφερε στο Εφετείο πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα, δώκουσα με την από 5.7.1990 αγωγή της την καταψήφιση ασφαλιστικής αποζημιώσεως, λόγω καταστροφής ασφαλισμένων εμπορευμάτων, δεν νομιμοποείται ενεργητικώς, διότι εκδοχείς της εξ αυτής απαιτήσεως κατέστησαν τρεις κατονομαζόμενες τράπεζες, επικαλεσθείσα και τη διάταξη των ασφαλιστικών συμβολαίων, κατά την οποία "ενδιαφέρονται [αυτές] ως ενυπόθηκοι ή και ενεχυρούχοι δανεισταί", καθώς και το υπογραφέν μεταξύ ασφαλιστρίας και ασφαλισμένης από 11.10.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό διακανονισμού αποζημιώσεως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί σαφή και ορισμένη ένσταση εκχωρήσεως, η οποία πρέπει να διαλαμβάνει συμφωνία μεταξύ του δανειστή και τρίτου ότι μεταβιβάζεται στο δεύτερο ορισμένη απαίτησή του πρώτου, σύμφωνα με το άρθρο 455 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο κατά νόμον έκρινε απορριπτέο τον ισχυρισμό αυτό, ως απαράδεκτο, ένεκα της αοριστίας του. Κατ' ακολουθίαν, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη τα ακόλουθα: "Με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την κυρίως παρεμβαίνουσα ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Πουργάνη - Λεπέση με τον τίτλο "Σύμβασις παροχής δικαιώματος εγγραφής υποθήκης δραχμών 100.000" η καθής η κύρια παρέμβαση "Ελαιουργία Βορείου Ελλάδος Α.Ε." συνέστησε υπέρ της ΕΤΕ για την εξασφάλιση απαιτήσεώς της, πηγάζουσας από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, υποθήκη, μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών, επί του περιγραφομένου στο εν λόγω συμβόλαιο ακινήτου της μετά των εμπεμπηγμένων σ' αυτό, ειδικώς περιγραφομένων, μηχανημάτων.
Στο συμβόλαιο αυτό ορίζεται ότι η παραχωρούσα την υποθήκη "Ελαιουργία Βορείου Ελλάδος Α.Ε." α) υποχρεούται να ασφαλίζει δαπάναις της το ακίνητο σε "πρώτης τάξεως Ασφαλιστική Εταιρεία" για τους κινδύνους πυρός και κάθε άλλο κίνδυνο για ολόκληρη την αξία του ακινήτου και των μηχανημάτων και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και β) εκχωρεί στην Τράπεζα την απαίτησή της επί του ασφαλίσματος προς άμεση είσπραξη.
Από τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση των όρων αυτών προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι στην κυρίως παρεμβαίνουσα ΕΤΕ εκχωρήθηκε η μελλοντική απαίτηση της καθής επί του ασφαλίσματος που τυχόν αυτή θα δικαιούται να εισπράξει σε περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι σε περίπτωση ζημιών από πυρκαϊά στο ακίνητο και το εμπεπηγμένα σ' αυτό μηχανήματα.
Είναι δε σαφές ότι η απαίτηση αυτή συμπίπτει με την επίδικη στη δεύτερη από τις αγωγές που άσκησε η πρώτη από τις καθών υπέρ της δεύτερης, ήτοι στην από 20-07-1990 αγωγή, η οποία κατά τα προαναφερόμενα απορρίφθηκε ως αόριστη. Επίσης, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την κύρια παρέμβαση ..... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου με τον τίτλο "Σύμβασις παροχής δικαιώματος εγγραφής συμπληρωματικής υποθήκης δραχμών 50,000", η καθής η κυρία παρέμβαση "Ελαιουργία Βορείου Ελλάδος ΑΕ" συνέστησε υπέρ της ΕΤΕ για την ασφάλιση της ίδιας απαιτήσεώς της συμπληρωματική υποθήκη μέχρι του ποσού των 50.000 δραχμών, στο ίδιο ακίνητό της.
Και στο συμβόλαιο αυτό περιέχονται όμοιοι όροι όπως στο προηγούμενο υπ' αριθ. .... συμβόλαιο για την ασφάλιση του ακινήτου σε "πρώτης τάξεως Ασφαλιστική εταιρεία" για τον κίνδυνο πυρός και κάθε άλλο κίνδυνο και για την εκχώρηση στην ΕΤΕ της απαιτήσεως της παραχωρούσας την υποθήκη επί του ασφαλίσματος. Επομένως, και με το εν λόγω συμβόλαιο συμφωνήθηκε η εκχώρηση της επίδικης στην ίδια ως άνω ένδικη αγωγή απαιτήσεως.
Εξάλλου, η εκδοχέας ΕΤΕ ανήγγειλε την εκχώρηση στην οφειλέτιδα ασφαλιστική εταιρεία, από την οποία εισέπραξε για την αιτία αυτή το ποσό των 535.000.000 δραχμών. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο ισχυρισμός της κυρίως παρεμβαίνουσας ότι αυτή είναι εξ εκχωρήσεως δικαιούχος μέρους της επίδικης απαιτήσεως, ύψους 535.000.000 δραχμών, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, άρα, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, αν και με διάφορες αιτιολογίες που αντικαθίστανται από αυτές που προηγήθηκαν, δέχθηκε και αυτό ότι δικαιούχος - εκδοχέας της επίδικης απαιτήσεως στην από 20-7-1990 αγωγή είναι η εφεσίβλητη ΕΤΕ και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κυρία παρέμβασή της, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις".
Επομένως, η πληττομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας γεγονότα, ουδεμιάς γεννωμένης αμφιβολίας περί της εκχωρηθείσης (και κατ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως κριθείσης ως ανηκούσης στην παρεμβάσα δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Εθνική Τράπεζα) απαιτήσεως ασφαλιστικής αποζημιώσεως, η οποία είναι η εκ της καταστροφής των ασφαλισμένων ακινήτου και εμπεπηγμένων σ' αυτό μηχανημάτων (και όχι η εκ της καταστροφής εμπορευμάτων, η οποία ήταν αντικείμενο της ετέρας αγωγής).
Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.-
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το υπογραφέν μεταξύ αυτής, ως ασφαλιστρίας και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ως ασφαλισμένης, από .... ιδιωτικό συμφωνητικό διακανονισμού αποζημιώσεως, δεχθέν εξ αυτού ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στη δεύτερη των εναγομένων, ως εκδοχέα της απαιτήσεως της πρώτης τούτων ασφαλισμένης, το ποσό των 535.000.000 δραχμών, ενώ εκ του εν λόγω εγγράφου προκύπτει, ότι ανελήφθη η ειρημένη υποχρέωση κατ' ανανέωση και δυνάμει συνομολογηθείσας νέας ενοχής. Κρίνοντας, όμως, ως ανωτέρω το Εφετείο, προέβη σε εκτίμηση τού περιεχομένου τού περί ού πρόκειται ιδιωτικού εγγράφου και άρα δεν παραμόρφωσε αυτό (το περιεχόμενό του) υπό τη προεκτεθείσα έννοια του όρου. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.-
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τo νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς διά των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προτείνονται σαφώς και ορισμένως.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ως μη λαβόν υπόψη ισχυρισμό της ότι κατ' εντολήν της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είχε καταβάλει στην ΕΤΒΑ εκ του ασφαλίσματος το ποσό των 200.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός αυτός, διατείνεται η αναιρεσείουσα, είχε υποβληθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όπως προκύπτει "εμμέσως πλην σαφώς" από την εκτίμησή τους και αποτελούσε αντικείμενο της έκκλητης δίκης, είχε δε επαναφερθεί σ' αυτήν παρά της ιδίας "εκ περισσού", ως εφεσίβλητης. Το Εφετείο ορθώς δεν έλαβε υπόψη τέτοιο ισχυρισμό, αφού ούτε πρωτοδίκως είχε υποβληθεί κατά σαφή και ορισμένο τρόπο, ούτε αντικείμενο της (υπό της αναιρεσίβλητης ασκηθείσης) εφέσεως αποτελούσε, ούτε η αναιρεσείoυσα τον πρότεινε σαφώς και ορισμένως στο Δικαστήριο τούτο. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνει παραδεκτή προβολή στο Δικαστήριο της ουσίας του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού, αλλά και αβάσιμος, αφού δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς τέτοιος ισχυρισμός. Ενόψει των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 13.12.2004 αίτηση της "Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση τής 4.766/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει για μεν την πρώτη σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ, για δε τη δεύτερη σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ