Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
933/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on inheritance of safe deposit box funds, upholding lower court's property ownership ruling.

Geschäftsnummer 933/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the inheritance of funds from a deceased father's safe deposit box. The appellants argued for ownership of the 150,000 euros and gold bars, while the appellees claimed rights as heirs based on the father's death. The court ruled that the funds belonged to the deceased and passed to the heirs, rejecting the appellants' claim of ownership.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559 no. 2, 577 § 1, 577 § 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the lower court's substantive decision is based on clear, consistent reasoning that does not violate substantive law provisions regarding property ownership and inheritance.

Schlagwörter

KI-generiert
inheritance law safe deposit box property ownership supreme court appeal civil procedure code heirs rights judicial costs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553 § 1, 556 § 1, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 513, 1034, 1041, 1042, 1045, 1046, 1094 of the Civil Code
Article 495 § 3, letter b, item d of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 933 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 933/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ευαγγελία Στεργίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ρ. - Γ. του Κ. και Β., κατοίκου Τρικάλων, 2) Π. Ρ. - Γ. του Γ. και Μ., κατοίκου Τρικάλων, ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής, δεύτερης ενάγουσας Μ. συζ. Γ. Ρ. - Γ., το γένος Κ. και Β. Γ., κατοίκου όσο ζούσε Τρικάλων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μάρθα Αρβανίτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Κ. και Μ., χήρας Κ. Ρ. - Γ., κατοίκου Τρικάλων, 2) Μ. Ρ. - Γ. του Κ. και Ε., κατοίκου Τρικάλων, 3) Β. - Λ. Ρ. - Γ. του Κ. και Ε., κατοίκου Τρικάλων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Καρακούση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-8-2018 αγωγή του ήδη α' αναιρεσείοντος και της δικαιοπαρόχου του ήδη β' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η υπ' αρ. 70/2022, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο, επιλαμβανόμενο αντίθετων εφέσεων των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αναιρεσείοντων κατά της υπ' αρ. 15/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε δεκτή, εν μέρει κατ' ουσίαν, διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος Γ.

Ρ. - Γ. και της τότε ενάγουσας Μαρίας συζ. Γ. Ρ.- Γ., η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση των εφέσεων και πριν την συζήτηση αυτών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και η οποία κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τον γιό της δεύτερο αναιρεσείοντα Π. Ρ.-Γ. ο οποίος μετά την γνωστοποίηση του θανάτου της και την βιαία διακοπή της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνέχισε την δίκη στο όνομά του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β' 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.).? Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής κακή σύνθεση υπάρχει, όταν στη διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης συνέπραξαν δικαστές, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση. Η δημοσίευση όμως της απόφασης, ως τυπική ενέργεια, μπορεί να γίνει και από δικαστές άλλους έναντι εκείνων που υπήρχαν κατά την έκδοσή της, εφόσον οι δικαστές που έλαβαν μέρος στη σύνθεση για τη δημοσίευση υπηρετούν στο ίδιο δικαστήριο.

Η απόδειξη της κακής σύνθεσης προκύπτει από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (άρθρ. 300, 301, 304, 305 και 306 ΚΠολΔ. (ΑΠ 510/2023, ΑΠ 1721/2017, ΑΠ 661/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι αυτή δημοσιεύθηκε από τη δικαστή Ελένη Ρόκκου Εφέτη, η οποία την εξέδωσε, η οποία όμως, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης (07-02-2022), είχε ήδη μετατεθεί και αναχωρήσει για άλλο Δικαστήριο και κατά την ημερομηνία αυτή (07-02-2022) είχε παύσει να είναι μέλος του Δικαστηρίου της δημοσίευσης.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), των πρακτικών δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (70/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας) τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, σε αυτά αναγράφεται επί λέξει "Επειδή η Δικαστής Ελένη Ρόκκου, Εφέτης, που εξέδωσε την απόφαση, μετατέθηκε και αναχώρησε από το παρόν Δικαστήριο, η Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας Ε.

Κ. Πρόεδρος Εφετών, κατ' άρθρ. 304 παρ.2 και 306 παρ.2 και 3 του ΚΠολΔ, δημοσίευσε την ταυτάριθμη με το πρακτικό τούτο απόφασή της, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους". Επιπλέον στο πρωτότυπο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης υπ' αρ. 70/2022 του ως άνω Δικαστηρίου, και ειδικότερα στις σελίδες 19 έως 20 αυτής αναφέρεται επί λέξει "ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι, στη Λάρισα στις 7 Φεβρουαρίου 2022, υπογεγραμμένης της παρούσας, κατ' άρθρο 304 παρ.2 και 306 παρ.2 και 3 του ΚΠολΔ, από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας κ.

Ε. Κ., Πρόεδρο Εφετών, καθόσον η Δικαστής Ελένη Ρόκκου, Εφέτης, που ενέδωσε την απόφαση μετατέθηκε και αναχώρησε από το παρόν Δικαστήριο". Από τα όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μπορούσε, κατά νόμο, να γίνει από το Δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση και συνεπώς το Εφετείο, είχε νόμιμη σύνθεση, τόσο κατά την έκδοση της απόφασης, όσο και κατά τη δημοσίευσή της, αφού αυτή δημοσιεύθηκε από την Προϊσταμένη του Εφετείου Λάρισας Πρόεδρο Εφετών Ε.

Κ., λόγω μεταθέσεως και αναχωρήσεως από το Δικαστήριο της μετέχουσας στην σύνθεση και εκδόσασας την απόφαση Εφέτη Ελένης Ρόκκου. (ΑΠ 1637/2009). Επομένως το Μονομελές Εφετείο που με διαφορετική σύνθεση δημοσίευσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζουν τα αντίθετα, πέραν του ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε από την μετατεθείσα και αναχωρήσασα Δικαστή που δεν ισχύει κατά τα ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 ταυ άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που πηγάζει από άμεση παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή ότι δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.

Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, Α.Π. 187/2023, Α.Π. 65/2022, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 1185/2021, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 422 ΚΠολΔ, υποπίπτει στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 510/2023, ΑΠ 88/2016, ΑΠ 1103/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. (ΑΠ 279/2019, 201/2017, 168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 279/2019, 201/2017). Το παραπάνω απαράδεκτο αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη και ενώπιον του Εφετείου κατ' άρθρο 529 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, αρμοδίως ληφθεισών κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης, με επιμέλεια του ενδιαφερομένου διαδίκου, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία λήψης της βεβαίωσης, κλήσης προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψης της βεβαίωσης και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, ενώ αν παραλειφθεί η επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 673/2018).

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 422 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου εξαρτάται από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση. Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1055/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των όρθρων 238, 524 παρ, 1 εδάφιο β' 591 παρ. 1 εδάφια γ' και δ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη, είτε αυτή διεξάγεται κατά την τακτική ή κατά την ειδική διαδικασία, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ και δη εάν η δίκη διεξήχθη στον πρώτο βαθμό αντιμωλία των διαδίκων, οι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα με αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζήτησης.

Μετά το πέρας της συζήτησης και έως την δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη των προτάσεων, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά την συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.

Επομένως, είναι απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται από τους διαδίκους στο Εφετείο με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεών τους, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, το δε Εφετείο, που λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, χωρίς να βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, υποπίπτει και στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11α και 14 ΚΠολΔ (βλ.

ΑΠ 623/2018, ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 562/2000, ΑΠ 659/2007). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για τον λόγο ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, αλλά έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα από τις αντιδίκους τους υπ' αρ. 1278/17-2-2021 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ.

συζ. Κ. Γ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ.Τ., που ελήφθη, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καίτοι η ένορκη αυτή βεβαίωση προσκομίσθηκε με την προσθήκη των προτάσεών τους στο Εφετείο και ότι οι αντίδικές τους δεν ανέφεραν στις προτάσεις τους αυτές ότι η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμών τους ενώπιον εκείνου του δικαστηρίου, καθώς και ότι τον ισχυρισμό τους αυτό οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι η επίδικη ένορκη βεβαίωση προσκομίσθηκε με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων των αναιρεσίβλήτων και έτσι δεν είχαν τον χρόνο να την αντικρούσουν.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και της προσθήκης αυτών (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες πράγματι αναφέρουν στην προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών τους εντός της νόμιμης προθεσμίας, ότι προσκομίζουν και επικαλούνται την βεβαίωση αυτή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.

Επιπλέον από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης της 12-Φ-2021 προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά τα εξής: "Μια δήλωση για την εξέταση μάρτυρα προς αντίκρουση των προτάσεων και ισχυρισμών επί της εφέσεως μας στον αριθμό πινακίου δέκα έξι (16) και των προτάσεων και ισχυρισμών των αντιδίκων στην έφεσή τους στην υπ' αριθμόν δέκα επτά (17) την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021 και ώρα 9.30 π.μ.

στα Τρίκαλα και συγκεκριμένα στο συμβολαιογράφο Τρικάλων Δ. Τ., οδός ..., 2ος όροφος θα εξετάσουμε την Μ. Γ. θυγατέρα Β. Κ., συνταξιούχο εκπαιδευτικό, κάτοικο Τρικάλων οδός ..." και αντίστοιχα στη συνέχεια η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε και καταχωρήθηκε στα ίδια πρακτικά ότι και εκείνοι θα εξετάσουν τους μάρτυρες τα στοιχεία των οποίων ανέφεραν, προς αντίκρουση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων που περιλαμβάνονται στις προτάσεις και των δύο υποθέσεων, την ίδια ημέρα (17-2-2021) και ώρα 9.00 πμ σε άλλο συμβολαιογράφο Τρικάλων.

Κατά την εξέταση της ανωτέρω μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων Μ. Γ., ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση του συμβολαιογράφου στο κείμενο αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως που ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11α και 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσθήκης των προτάσεων που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στο Εφετείο, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, παρότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ήταν παρών ενώπιον του συμβολαιογράφου κατά την λήψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης και γνώριζε το περιεχόμενο της και θα μπορούσε να την αντικρούσει για τον λόγο που επικαλείται με τον τρίτο αυτό λόγο της αναιρέσεως (ΑΠ 426/2021).

Αντιθέτως από την επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου και της προσθήκης αυτών προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες γνωρίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης και έχοντας τον χρόνο, αντέκρουσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους την ένορκη βεβαίωση μόνο σε σχέση με την αξιοπιστία της μάρτυρος Μ.

Γ. και όχι για τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο του παραδεκτού της προσκόμισης αυτής με την προσθήκη των προτάσεων σελ. 9 της προσθήκης των προτάσεών τους και το εξ αυτού του λόγου απαράδεκτο του αποδεικτικού αυτού μέσου, ούτε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου αυτού.

Επιπλέον οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ίδιες παραπάνω αναιρετικές πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως παραδεκτό και δεν κήρυξε απαράδεκτο, αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του νόμου και συγκεκριμένα την υπ' αρ. 52/2021 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Ό.

Β. και Κ. Γ., η οποία δόθηκε, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων στις 12-2-2021, καίτοι η ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε την ίδια ημέρα της δικασίμου των εφέσεων και προηγουμένως δεν κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η δεύτερη εκκαλούσα- εφεσίβλητη Μ. Ρ.-Γ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της εφέσεως της 12-02-2021, δηλώθηκε η βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, της ως άνω εκκαλούσας εφεσίβλητης που επήλθε την 01-10-2020, στην δε υπ' αρ. 1340/9-2-2021 έκθεση ματαίωσης επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, Α.

Γ.Τ., η οποία πήγε να επιδώσει την κλήση - γνωστοποίηση για λήψη της επίδικης ένορκης βεβαίωσης στην ως άνω διάδικο στην δηλωθείσα διεύθυνσή της αναγράφεται επί λέξει: "Και ήρθα επί της οδού Β. 5, όπου βρίσκεται η κατοικία της και βρήκα τον σύζυγο της Γ. Ρ.-Γ. ο οποίος μου δήλωσε ότι η σύζυγος του Μ. Ρ.-Γ., απεβίωσε πριν από περίπου 2 μήνες".

Το γεγονός του θανάτου γνώριζαν οι αναιρεσείοντες. Επομένως η ως άνω διάδικος η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της εφέσεως και προ της συζήτησης αυτής έπαυσε να είναι "πρόσωπο" κατά την έννοια του νόμου, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε επίδοση σε αυτή (άρθρ. 124 επ. ΚΠολΔ), καθώς η, στο πρόσωπο της ικανότητα διαδίκου και παράστασης επί δικαστηρίου, συμβολαιογράφου και ενώπιον οποιασδήποτε αρχής, η οποία ικανότητα υπήρχε κατά τον χρόνο άσκησης της εφέσεως, εξέλειπε με τον θάνατο της.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Α.Π. 510/2023, 1251/2019, 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002).

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 566/2017).

Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009).

Για την πληρότητα δε του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, δηλαδή κρίσιμου για την έκβαση της δίκης, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που νομίμως με επίκληση είχαν προσκομίσει ήτοι:

α) την από 05-03-2014 "αίτηση - υπεύθυνη δήλωση" της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την "... ΑΕ", β) την υπ' αρ. 21083/14.5.2015 δήλωση των αναίρεσίβλήτων περί αποδοχής κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου τους Κ. Ρ.-Γ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ. Μ. και την αναφερομένη σε αυτή δήλωση φόρου κληρονομιάς προς την Δ.Ο.Υ. Τρικάλων (αρ.φακ. ...), στις οποίες δεν συμπεριέλαβαν ως κληρονομιαία περιουσία το 14 του περιεχομένου της εν λόγω θυρίδας.

Οι διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και προέβη σε συνεκτίμηση, πλην των άλλων, "....όλων των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν νομίμως με επίκληση, τα οποία χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη ή για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 335, 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά δε από αυτά μνημονεύονται κατωτέρω ενδεικτικώς, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, στην οποία λαμβάνονται υπ' όψιν συμπληρωματικός και εκτιμώνται ελευθέρως και μη πληρούντα του όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα....", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα πιο πάνω έγγραφα, κάνοντας, μάλιστα, ειδική αναφορά στην από 05-03-2014 "αίτηση - υπεύθυνη δήλωση" της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την "...

ΑΕ", (17η σελίδα) χωρίς, επισημαίνεται να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός εξ αυτών. Σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα, κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Επιπλέον γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες στην ένδικη διαφορά διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 513, 1034, 1041, 1042, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, διότι διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές, εξαιτίας των οποίων αφενός κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών και αφετέρου η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη κυριότητας των αναιρεσειόντων επί του συνόλου του περιεχομένου της θυρίδας και της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί των 150.000 ευρώ και 300 χρυσές λίρες Αγγλίας που φυλάσσονταν εντός αυτής.

Πέραν του γεγονότος ότι για την θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, η παράθεση των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων επί μέρους του περιεχομένου της επίδικης θυρίδας, είναι περιορισμένη, μεμονωμένη και κατ' επιλογήν των αναιρεσειόντων αποσπασματική επί του συνόλου των οκτώ (8) σελίδων παραδοχών, οι αιτιάσεις αυτές, είναι σε κάθε περίπτωση και απαράδεκτες διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων) από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "......Στις 28-6-2011 οι αδελφοί Κων/νος και Π. Ρ. Γ. κατήρτισαν με την τραπεζική ανώνυμη εταιρία με επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", σύμβαση μίσθωσης της με αριθ. 258 τραπεζικής θυρίδας, για διάστημα 12 μηνών με δικαίωμα παράτασης αντίστοιχου διαστήματος, αντί ετήσιου μισθώματος 64,98 ευρώ. Κατά την ίδια ημερομηνία με την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, οι δύο μισθωτές εξουσιοδότησαν, υπογράφοντας το σχετικό έντυπο της τράπεζας, τους γονείς τους εγγράφως, να κάνουν χρήση της τραπεζικής θυρίδας και οι εκπρόσωποι της τραπέζης παρέδωσαν τα μόνα δύο κλειδιά της θυρίδας στον πρώτο ενάγοντα, πατέρα των μισθωτών, Γ.

Ρ. - Γ., ο οποίος τοποθέτησε σε αυτήν χρήματα και χρυσές λίρες, παλαιάς κοπής, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί πιο κάτω. Κατά τον χρόνο θανάτου του Κων/νου Ρ. - Γ., η σύμβαση μίσθωσης της ανωτέρω θυρίδας ήταν ενεργή, με αποτέλεσμα, οι εκπρόσωποι της τράπεζας, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός, να απαγορεύσουν το άνοιγμα της θυρίδας, μέχρι να απογραφεί το περιεχόμενο της και να νομιμοποιηθούν οι κληρονόμοι του θανόντος μισθωτού, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα έγγραφα και αποδεικνύοντας την πληρωμή φόρου κληρονομιάς ή την απαλλαγή τους απ 'αυτόν.

Στις 29-1-2018 οι κληρονόμοι του Κ. Ρ. Γ., η σύζυγος του Ε. Γ. και οι θυγατέρες Μ. και Β. -Λήδα Ρ. - Γ., η οποία ήταν τότε ακόμη ανήλικη, υπέβαλαν αίτημα προς την τράπεζα για απογραφή του περιεχομένου της θυρίδας, ισχυριζόμενες ότι περιέχει κινητά (χρήματα και λίρες) κυριότητας του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατέρα τους.

Στις 3-5-2018 η θυρίδα διαρρήχθηκε, καθότι τα κλειδιά είχε στην κατοχή του μόνο ο πρώτος των εναγόντων, και συνετάγη η ... έκθεση απογραφής του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ. Μ., σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο αυτής ήταν χρηματικό ποσό 307.000 ευρώ και 596 χρυσές λίρες Αγγλίας παλαιάς κοπής. Οι ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι το περιεχόμενο της θυρίδας ανήκε κατά ποσοστό 50% στον καθένα εξ αυτών και όχι στους υιούς τους, ιδιαιτέρως δε αρνούμενοι στην κυριότητα του αποβιώσαντος Κων/νου και, ως εκ τούτου, των κληρονόμων αυτού, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά των κληρονόμων του υιού τους, ήδη εναγομένων, ζητώντας να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση των κινητών, που πιο πάνω αναφέρονται, μέχρι την οριστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς.

Επί της αιτήσεως εξεδόθη η 159/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία δέχθηκε την αίτηση, ως προς τις ήδη εναγόμενες (την απέρριψε ως προς την ... ΑΕ"), έθεσε υπό μεσεγγύηση το περιεχόμενο της θυρίδας και διέταξε τη δημόσια κατάθεση αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τάσσοντας προθεσμία τριάντα ημερών για την άσκηση τακτικής αγωγής για την επίλυση της διαφοράς.

Προς επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς οι ... και η σύζυγος του Μαρία άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την κρινόμενη αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι το περιεχόμενο της θυρίδα ανήκε, κατά συγκυριότητα, μόνο στους ίδιους και δεν περιεχόταν εντός αυτής κανένα περιουσιακό στοιχείο των υιών τους και δη του αποβιώσαντος Κων/νου, όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι τους (σύζυγος του υιού τους και εγγονές αυτών).

Ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι το χρηματικό ποσό είναι προϊόν των αποταμιεύσεών τους εκ της εργασίας του πρώτου εξ αυτών και λοιπών εισοδημάτων τους (από μίσθωση και πώληση ακινήτων), οι δε λίρες αποκτήθηκαν με συμβάσεις αγοραπωλησίας κατά την περίοδο των ετών 1964 ως 1995. Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι η μίσθωση της θυρίδας στο όνομα των υιών τους έγινε για να μπορούν οι υιοί τους να τους εξυπηρετήσουν σε περίπτωση αδυναμίας τους αλλά, ακόμη, και για να περιέλθει το περιεχόμενο της θυρίδας, που θα υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου τους, στους δύο υιούς τους, χωρίς διατυπώσεις.

Οι εναγόμενες αντίθετα ισχυρίστηκαν, προβάλλοντας ένσταση ιδίας κυριότητας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι εντός της θυρίδας υπήρχαν και κινητά πράγματα κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Κ. Ρ. Γ.. Και πιο συγκεκριμένα, χρηματικό ποσό περί τις 200.000 ευρώ, το οποίο απέκτησε από την εργασία του, ως καθηγητής πανεπιστημίου, και το αποταμίευσε, αλλά και 300 χρυσές λίρες, τις οποίες απέκτησε από δωρεά της γιαγιάς του Β.

Γ., όταν γεννήθηκε η πρώτη του θυγατέρα. Περαιτέρω, από τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι διάδικες πλευρές είχαν οικονομική επιφάνεια που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων. Ειδικότερα τόσο ο ενάγων όσο και η σύζυγος του είχαν μεγάλη ακίνητη περιουσία και εισοδήματα από την εργασία του, ο πρώτος εξ αυτών, ως γεωπόνος, αρχικά, και ως Τμηματάρχης Εφαρμογών Νομού Τρικάλων, στη Διεύθυνση Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής του το έτος 1986.

Η σύζυγος αυτού ήταν οικοκυρά αλλά είχε την εκμετάλλευση αγροτικών εκτάσεων 25 στρεμμάτων στην Αγία Μονή και στο ... Τρικάλων. Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ. Ρ. - Γ. ήταν μηχανολόγος μηχανικός, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στο οποίο εκπόνησε με επιτυχία διδακτορική διατριβή και εν συνεχεία έλαβε θέση καθηγητού σε πανεπιστήμια της Σκωτίας και της Αμερικής.

Για οικογενειακούς όμως λόγους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έλαβε θέση καθηγητού στο ΤΕΙ Κοζάνης. Λόγω της υψηλής επιστημονικής του αξίας συμμετείχε σε πολλά ερευνητικά προγράμματα πανεπιστημίων της Ευρώπης, της Αμερικής και της Κίνας. Η σύζυγος του, μηχανικός και η ίδια επίσης εργαζόταν και είχε εισοδήματα.

Σύμφωνα δε με τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα, κατά την περίοδο των ετών 2004-2013 τα εισοδήματα του Κων/νου Ρ. - Γ. και της συζύγου του ανήλθαν σε συνολικό ποσό 518.149,88 ευρώ. Επίσης είχαν στην κυριότητά τους ακίνητα στα Τρίκαλα, την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική, διέμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν υποβάλλονταν σε δαπάνες μίσθωσης, όπως άλλωστε και οι ενάγοντες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, πριν μισθώσουν οι υιοί των εναγόντων την παραπάνω θυρίδα, μίσθωναν οι ίδιοι οι ενάγοντες, με την 78/13-10-2000 σύμβαση μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας, την υπ 'αριθ. 89 τραπεζική θυρίδα της ίδιας τράπεζας. Το έτος 2011 έγινε η κατάρτιση της νέας συμβάσεως, όπου ως μισθωτές συμβλήθηκαν οι δύο υιοί τους, οι οποίοι όμως τους εξουσιοδότησαν να κάνουν χρήση της θυρίδας, εντός της οποίας πλέον τοποθετήθηκαν τα απογραφέντα κινητά (χρήματα και χρυσές λίρες).

Κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, η οικονομική κρίση, ανησυχούσε τους καταθέτες χρηματικών ποσών σε τραπεζικά ιδρύματα και πολλοί προέκριναν τη λύση της μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας, ως ασφαλέστερη. Την λύση αυτή προέκρινε και ο Κ. - Γ. για την τοποθέτηση των αποταμιεύσεών του. Όπως αποδείχθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε στην κυριότητά του το ποσό των 150.000 ευρώ και 300 χρυσές λίρες, που παρέδωσε στον πατέρα του προκειμένου να τα τοποθετήσει στη μισθωμένη προσφάτως (2011) θυρίδα, της οποίας μόνο εκείνος είχε τα κλειδιά.

Αυτό δικαιολογούνταν από τις άριστες σχέσεις που είχαν μεταξύ τους και την απόλυτη εμπιστοσύνη που έτρεφε στο πρόσωπο των γονέων του. Περί της τοποθέτησης των παραπάνω κινητών του δικαιοπαρόχου των εναγομένων στην ως άνω θυρίδα καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας Γ. Κ., ο οποίος ήταν στενότατος φίλος του αποβιώσαντος, ο οποίος τον εμπιστευόταν και μοιραζόταν μαζί του όλα τα προσωπικά του ζητήματα.

Τα ίδια δε καταθέτουν και οι λοιποί μάρτυρες της πλευράς των εναγομένων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αδελφός της Ε. Γ., Β. Γ., ο οποίος ήταν επίσης στενός φίλος του εκλιπόντος. Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, οι οποίοι είναι άτομα τρίτα και αμερόληπτα, έχουν μεγάλη αποδεικτική αξία, την οποία δεν μπορούν να μειώσουν οι αντίθετες καταθέσεις του Παναγιώτη Ρ. - Γ.

και της συζύγου του, οι οποίοι αντλούν άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ούτε και αυτή της Α. Π., η οποία καταθέτει μεν ότι οι ενάγοντες τοποθέτησαν τις οικονομίες τους στη θυρίδα, γεγονός που δεν αμφισβητείται, αφού το αντικείμενο της δίκης είναι αν στην ίδια θυρίδα τοποθετήθηκαν και τα κινητά κυριότητας του Κων/νου Ρ. - Γ..

Από τα παραπάνω επομένως εξάγεται το αποδεικτικό πόρισμα ότι εντός της τραπεζικής θυρίδας ο εκλιπών είχε ζητήσει από τον πατέρα του να φυλαχθούν 150.000 ευρώ και τριακόσιες χρυσές λίρες, κυριότητας του, των οποίων ουδέποτε έχασε τη νομή, μέχρι τον θάνατο του, αφού μπορούσε οποτεδήποτε να ζητήσει να του παραδοθούν, ενέργεια που δεν έκανε όμως, γιατί τα παραπάνω χρήματα και λίρες σκόπευε να αξιοποιήσει μεταγενέστερα, για τις σπουδές των θυγατέρων του, οι οποίες ήταν άριστες μαθήτριες, σε κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Το γεγονός ότι ουδέποτε ο ίδιος επισκέφθηκε το κατάστημα της τραπέζης και την τραπεζική θυρίδα, δεν οδηγεί σε αντίθετο, από το παραπάνω, αποδεικτικό πόρισμα, αφού ο πρώτος ενάγων συνήθιζε να τον εξυπηρετεί για τέτοιου είδους εργασίες, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στο επιστημονικό του έργο και συχνά απουσίαζε στο εξωτερικό.

Ο ισχυρισμός της πλευράς των εναγόντων ότι ο Κ. Ρ. - Γ. δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να έχει αυτές τις αποταμιεύσεις, ουδόλως αποδείχθηκε, αφού όπως αναφέρεται παραπάνω, ο ίδιος και η σύζυγος του, διέθεταν μεγάλα εισοδήματα και σημαντική περιουσία. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι για την αγορά ακινήτου στην Αθήνα τον Μάιο 2013, που καταρτίστηκε με το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ζήτησε οικονομική βοήθεια από τους γονείς του, αφού η πρώτη εναγομένη προσκόμισε τα σχετικά τραπεζικά έγγραφα (αντίγραφα κίνησης λογαριασμού της Ε. Γ.) για την εξόφληση του εν λόγω ακινήτου, τα οποία αποδεικνύουν ότι το ποσό (38.981 ευρώ) εκταμιεύτηκε από τον λογαριασμό της στην τράπεζα Eurobank.

Εξάλλου ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η πρώτη των εναγομένων, μετά τον θάνατο του συζύγου της, παραδέχθηκε ότι το περιεχόμενο της θυρίδας ανήκε εξ ολοκλήρου στους ενάγοντες και δεν προέβαλε κανένα δικαίωμα σε αυτό, παρά μόνο μεταγενέστερα και δη το πρώτον στις 29-1-2018, που ζήτησε με έγγραφο της προς την Άλφα Τράπεζα, απογραφή και άνοιγμα της θυρίδας, προβάλλοντας κληρονομικό δικαίωμα, δεν άγει, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι ξαφνικά επινόησε ψευδή ισχυρισμό περί κληρονομικού δικαιώματος, καθότι, όπως αποδείχθηκε, είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο οικογενειακό περιβάλλον του συζύγου της και πείσθηκε ότι γίνονταν ενέργειες από τα πρόσωπα αυτού, για να περιέλθουν τα κινητά του συζύγου της στην κατοχή της, χωρίς να υποβληθεί σε έξοδα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδείχθηκε πλήρως ότι ποσό 150.000 ευρώ και 300 χρυσές λίρες, ανήκαν κατά κυριότητα στον θανόντα Κ. Ρ. Γ., ο οποίος τα απέκτησε με παράγωγο τρόπο (αποταμίευση από την εργασία του κατά την τελευταία δεκαετία πριν τον θάνατο του, ως προς τα χρήματα, και από δωρεά από την γιαγιά του, όταν βαφτίστηκε η πρώτη του κόρη, δηλαδή το έτος 1998), ουδέποτε απώλεσε τη νομή τους μέχρι τον θάνατο του, αφού τα τοποθέτησε σε θυρίδα που μισθώθηκε και στο όνομα του, ουδέποτε εξέφρασε τη βούληση να μεταβιβάσει σε κάποιον από τους ενάγοντες ή στον αδερφό του Παναγιώτη την κυριότητα ή τη νομή, το δε πληρεξούσιο προ χρήση της θυρίδας που έκανε προς τους ενάγοντες έγινε για πρακτικούς λόγους εξυπηρέτησής του.

Επομένως κατά τον χρόνο θανάτου του η νομή και η κυριότητα των κινητών αυτών περιήλθε στις εναγόμενες κληρονόμους τους, κατά την κληρονομική τους μερίδα, ήτοι 1/4 στην σύζυγο και τα 3/4 στις δύο θυγατέρες του εξ ημισείας. Επομένως η προβληθείσα από τις εναγόμενες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένσταση ιδίας κυριότητας, την οποία επαναφέρουν ως λόγο έφεσης, είναι βάσιμη κατ 'ουσίαν.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναίρεσίβλήτων και απέρριψε την αντίθετη έφεση των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν και στην συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων επ' αυτού του λόγου είναι και αβάσιμες, διότι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό διατάξεις του ουσιαστικού (άρθρα 513, 1034, 1041, 1042, 1045, 1046, 1094 ΑΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας στο επίδικο χρηματικό ποσό από τις αναιρεσίβλητες- εναγόμενες και όχι από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ766/2013).

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επιπλέον πρέπει, λόγω της ήττας των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-3-2022 αίτηση των Γ. Ρ.-Γ. και Π. Ρ.-Γ., για αναίρεση της υπ'αριθ. 70/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναίρεσίβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ