Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on debt collection and property valuation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding their bankruptcy proceedings. The court found the appellants' claims of fraud and procedural errors inadmissible because they sought to challenge the court's factual assessment without sufficient evidence. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appeal bond was returned to the public treasury.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals based on alleged procedural errors or lack of legal basis when the appellant fails to prove the existence of fraud or when the appeal attempts to re-evaluate the court's factual findings without new evidence.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 933 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 933/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Θ. του Β. και 2) Δ. Μ. του Ν., συζ. Θ. Θ., κατοίκων …, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γώγο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γώγο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FBB - ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το δ.τ. "FB BANK", που εδρεύει στην Αθήνα, 2) υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, 3) υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" (διάδοχος της "Τ BANK ΑΤΕ" - πρώην "ASPIS BANK ATE"), που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπούμενες όλες από τον ειδικό εκκαθαριστή - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα εν προκειμένω από την εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις από 8-12-2020 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 6η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-5-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 6914/2014 και 6915/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4510/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4574/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-8-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 4η και 6η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 4ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 6-8-2019 (με αριθμό ειδ.
κατάθεσης 1776/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 4574/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 14, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. Γ-2411, 2412, 2410, 2413, 2414/15-11-2019, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Γ. Κ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών (αναιρεσειόντων), οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στους αρμόδιους για παραλαβή, υπαλλήλους των ως άνω αναιρεσιβλήτων και δη πρώτης, δεύτερης, τρίτου, υπό ειδική εκκαθάριση τελουσών ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, πέμπτης και έβδομης ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και η τέταρτη και έκτη αναιρεσίβλητοι.
Επομένως, αφού οι λοιποί (1η, 2η, 3η, 5η και 7η) των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη από 6-8-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 4574/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 4510/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 του ΚΠολΔ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεώς.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν.
Ν.3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Ειδικά, στην περίπτωση μεταβιβάσεως από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, που είναι υποχρεωμένος να δηλώσει ο οφειλέτης (άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ.
β' του νόμου αυτού), με βάση και το καθήκον του για ειλικρινή δήλωση, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Α.Π. 636/2017), θα πρέπει αυτή να συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ώστε να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά του, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, πράγμα που συμβαίνει όταν η μεταβίβαση επιδρά σε σημαντικό βαθμό στη δυνατότητα εξυπηρετήσεως των χρεών του και ο ίδιος επεδίωξε ή προέβλεψε ως δυνατό το αποτέλεσμα αυτό.
Πότε συμβαίνει τούτο εξετάζεται κατά περίπτωση, συνήθως δε, θα πρόκειται για καταδολιευτικές μεταβιβάσεις, υπό την έννοια των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, οι οποίες, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνιστούν είτε δολιότητα του οφειλέτη, εφόσον συνδέονται με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, είτε καταχρηστική συμπεριφορά, εφόσον πρόκειται για απρόσοδο ακίνητο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 1 του νόμου, ή να θεμελιώσει ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 με όφελος για τους πιστωτές το 80% της αντικειμενικής του αξίας (όπως το άρθρο 9 ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 18 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 ν.4336/2015 και, ακολούθως, από 1-1-2016, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 11 ν. 4346/2015), οπότε μπορεί να στηριχθεί ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου δεν συνδέεται πάντοτε με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να στηρίξει ένσταση δολιότητας, αλλά θα πρέπει να ερευνώνται και άλλοι παράγοντες και συγκεκριμένα, πρωταρχικά, η άμεση ή έμμεση επίδραση και συμβολή της εκποιήσεως στην περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία (π.χ.
εκποίηση κεντρικού καταστήματος που του απέφερε σημαντικό μίσθωμα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην εξυπηρέτηση των ληξιπροθέσμων δόσεων και το οποίο στερήθηκε), καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την έλλειψη ρευστότητας, ακόμη οι λόγοι που ώθησαν τον οφειλέτη στην ενέργεια της εκποιήσεως, η αξία του ακινήτου σε σχέση με το ύψος των χρεών, το ρευστοποιήσιμο ή μη του περιουσιακού στοιχείου, η χαριστική ή μη μεταβίβαση και η διάθεση του προϊόντος της εκποιήσεως, η ύπαρξη άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων που δεν μεταβιβάστηκαν και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των χρεών, ο χρόνος που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα εντάξεως του οφειλέτη στο νόμο και την εξυπηρέτηση ή μη κατά το χρονικό αυτό σημείο των χρεών του κ.λπ.
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών του από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018).
Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 208/2020).
Τέλος, ως αδυναμία πληρωμής ορίζεται κατ` αρχήν η έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων, όσων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα (ληξιπρόθεσμα) χρέη του. Το πραγματικό ζήτημα της αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών κρίνεται με έλεγχο της προσωρινότητας ή μη των αιτίων μη πληρωμής.
Παροδικά αίτια ή μεταβατικές καταστάσεις συνιστούν προσωρινές καταστάσεις. Όσον αφορά το στοιχείο της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη μονιμότητα. Προκύπτει, πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δε δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των οφειλών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους.
Η ανεργία του οφειλέτη ή η μείωση των εισοδημάτων του, κατά τρόπο που δε διαφαίνεται να αναστρέφεται σύντομα, αποτελούν στοιχεία μονιμότητας. Εν γένει, είναι μόνιμη η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, αν είναι στάσιμη και δε βελτιώνεται ή δεν αναμένεται να βελτιωθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προς διευκόλυνση της ροής χρημάτων και προς ικανοποίηση των πιστωτών.
Άλλωστε, με άξονα και υπό το πρίσμα του σκοπού του Ν. 3869/2010, ο οποίος προωθεί την κοινωνική αποκατάσταση των υπερχρεωμένων οφειλετών, ο οφειλέτης βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, εάν με βάση τα εισοδήματά του δύναται να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του, αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του.
Επομένως, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με την αξιοπρεπή κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και όχι με βάση ακόμη και την ίδια την κάλυψη του συνόλου των χρεών του. Η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία (ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 860/2014).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (24.6.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, σύζυγοι, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τις με αριθμ. κατάθεσης 6914 και 6915/9-5-2014 αιτήσεις τους, με τις οποίες επικαλούμενοι αμφότεροι, έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους προς τις καθ' ων οι αιτήσεις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει μερική απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτριών τραπεζών, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στις αιτήσεις τους, άλλως να ρυθμιστούν αυτά δικαστικά, καθώς, επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της πολυμελούς οικογένειας αυτών (δύο διαμερίσματα, συνενωμένα σε ένα ευρύτερο), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 4510/2017 απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις αιτήσεις, αφού απέρριψε, ως αόριστη, την προβληθείσα από τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες τράπεζες, ένσταση, ότι οι αιτούντες δολίως περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής, δέχθηκε τις αιτήσεις ως και κατ' ουσίαν βάσιμες και καθόρισε χρηματικές μηνιαίες καταβολές για τις οφειλές τους προς τους πιστωτές τους για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών από τη δημοσίευσή της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο διατακτικό της.
Κατά τής αποφάσεως αυτής οι πιστώτριες :1) FBB-ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ, 2)ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ, 3) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ, τελούσες άπασες υπό ειδική εκκαθάριση, αφενός και 4) Τράπεζα "Eurobank Ergasias AE" αφετέρου, άσκησαν τις αντίστοιχες δύο εφέσεις τους, παραπονούμενες, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της προταθείσας από αυτές ως άνω ενστάσεώς τους.
Ειδικότερα: Α] με την πρώτη (αρ. καταθ.23067/24-7-2017) ως άνω έφεση, οι τρεις προαναφερόμενες εκκαλούσες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες ήδη αναιρεσίβλητες, ζήτησαν την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 4510/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτοντας σχετικώς με την ως άνω (πρωτοδίκως απορριφθείσα, κατά τα προεκτεθέντα) περί αοριστίας ένστασή τους, ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως αόριστη η ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία, ήτοι πραγματικά περιστατικά εξαπάτησης των πιστωτριών από τον δανειολήπτη, που όμως δεν απαιτεί ο νόμος για τη συγκρότηση του δόλου, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ορισμένη και νόμιμη και να την εξετάσει στην ουσία.
Β] Με την δεύτερη ως άνω συνεκδικασθείσα έφεση (αρ. καταθ. 23099/24-7-2017), η εκκαλούσα (Eurobank) και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, ζήτησε την εξαφάνιση της προαναφερόμενης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εκθέτοντας σχετικώς με την ως άνω ένστασή της, ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως αόριστη η ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καθώς συνέτρεχε στο πρόσωπό τους ενδεχόμενος δόλος τόσο αρχικός (κατά την ανάληψη των χρεών τους) όσο και επιγενόμενος (απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, μεταβίβαση ακινήτων στα τέκνα τους, ανάληψη εργασίας με μικρότερη αμοιβή), ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ορισμένη, νόμιμη και ουσία βάσιμη.
Οι ως άνω δύο εφέσεις, συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία τις δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε τις δύο αιτήσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες με την κατάγνωση σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κρίνοντας ειδικότερα, ότι, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, οι αιτούντες - σύζυγοι προέβλεψαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλών τους και εντούτοις αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Πιο συγκεκριμένα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι-αιτούντες, Θ.
Θ. και Δ. Μ., κάτοικοι …, γεννημένοι την 14-2-1970 και 26-5-1971, αντίστοιχα, είναι σύζυγοι από το έτος 1989 και έχουν τέσσερα τέκνα, το Β., γεννημένο την 12-1-1992, το Ν., γεννημένο την 4-4-1996, την Ε., γεννημένη την 22-10-2003 και τον Ι., γεννημένο την 5-3-2009 (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-9-2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Θεσσαλονίκης).
Ο πρώτος υιός τους φοιτά στο 10ο εξάμηνο Σπουδών του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Σερρών και ο δεύτερος υιός τους φοιτά στο Β' Εξάμηνο της Σχολής Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού που βρίσκεται στη Ν. Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Τα δύο ανήλικα τέκνα τους είναι μαθητές. Μέχρι την 5-11-2009, διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας ειδών θέρμανσης, ψύξης και κλιματισμού στην … (...), η οποία, λόγω της οικονομικής κρίσης και της παύσης της οικοδομικής δραστηριότητας, κατέστη ζημιογόνος, οπότε ο εφεσίβλητος-αιτών προέβη σε διακοπή των εργασιών της, διατηρώντας τις υπηρεσίες μελετών μηχανολόγου-μηχανικού (βλ.
την με αρ. …/…-11-2009 Βεβαίωση της Ζ' ΔΟΥ Θεσ/κης). Από την περαίωση (ν. 3888/2010) της ως άνω επιχείρησης του εφεσιβλήτου για τα έτη 2004-2010 αποδεικνύεται ότι τα ακαθάριστα έσοδα αυτής ανέρχονταν στο ποσό των 597.013,26 ευρώ για το οικονομικό έτος 2004, στο ποσό των 678.447,28 ευρώ για το οικονομικό έτος 2005, στο ποσό των 574.299,68 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006, στο ποσό των 643.889,62 ευρώ για το οικονομικό έτος 2007, στο ποσό των 566.879,54 ευρώ για το οικονομικό έτος 2008, στο ποσό των 409.775.27 ευρω για το οικονομικό έτος 2009 και στο ποσό των 255.823,33 ευρώ για το οικονομικό έτος 2010, ενώ προέκυψε συμπληρωματικός φόρος συνολικού ποσού (2.626,86€ + 3.120,86€ + 2.526,92€ + 2.961,89€ + 2.494,27€ + 1.803,01€ + 1.289,35€ =) 17.642,78 ευρώ.
Η εφεσίβλητη - αιτούσα εργαζόταν ως μαία στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, ενώ από το έτος 2009 απασχολείται ως καθηγήτρια σε σχολείο της Β/θμιας Εκπαίδευσης. Κατά το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) τα ετήσια εισοδήματα των αιτούντων ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 574.299,68 ευρώ (ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση) με ποσό 5.010,45 ευρώ ως καθαρά κέρδη από ατομική επιχείρηση, ποσό 1.008,72 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και ποσό 5.212,32 ευρώ από εκμίσθωση καταστημάτων, και για την αιτούσα το ποσό των 6.744,30 ευρώ εισόδημα από μισθούς και ποσό 5.583,87 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) τα ετήσια εισοδήματα των αιτούντων ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 643.889,62 ευρώ (ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση) με ποσό 19.192,93 ευρώ ως καθαρά κέρδη από ατομική επιχείρηση, ποσό 1.344,96 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και ποσό 5.212,32 ευρώ από εκμίσθωση καταστημάτων, και για την αιτούσα το ποσό των 14.672,94 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.222,71 €) και ποσό 3.951,31 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007) τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 566.879,54 ευρώ (ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση) με ποσό 13.459,79 ευρώ ως καθαρά κέρδη από ατομική επιχείρηση, ποσό 1.410 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και ποσό 5.212,32 ευρώ από εκμίσθωση καταστημάτων, και για την αιτούσα το ποσό των 15.774,27 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.314,52€) και ποσό 3.310 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008) τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 409.775,27 ευρώ (ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση) με ποσό 9.452,37 ευρώ ως καθαρά κέρδη από ατομική επιχείρηση, ποσό 1.200 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και ποσό 2.600 ευρώ από εκμίσθωση καταστημάτων, και για την αιτούσα το ποσό των 18.147,23 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.512,27€) και ποσό 2.340 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 255.823,33 ευρώ (ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση), με ζημία από ατομική επιχείρηση ποσού 38.682,49 ευρώ, ποσό 5.334,07 ευρώ εισόδημα από μισθούς, ποσό 1.200 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, και για την αιτούσα το ποσό των 17.942,74 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.495,64€) και ποσό 3.975 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 15.526,97 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.293,91€), ποσό 5.640 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και για την αιτούσα το ποσό των 18.399,04 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.533,25€) και ποσό 1.200 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών, κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) τα ετήσια εισοδήματα ανέρχονταν για τον αιτούντα στο ποσό των 15.800,97 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.316,74€), ποσό 3.180 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών και για την αιτούσα το ποσό των 18.465,60 ευρώ εισόδημα από μισθούς (αναγόμενο κατά μήνα ποσό 1.538,80€) και ποσό 1.200 ευρώ έσοδα από εκμίσθωση κατοικιών.
Οι απαιτούμενες μηνιαίες δαπάνες των εφεσιβλήτων - αιτούντων και των τεσσάρων τέκνων τους περιλαμβάνουν την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών τους (ένδυση, υπόδηση, διατροφή, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που δεν καλύπτεται από την ασφάλιση κλπ.), και ανέρχονται στο ποσό των 1.700 ευρώ. Ο εφεσίβλητος, ως παραιτηθείς έμπορος, δεν είχε παύσει τις πληρωμές του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, εξυπηρετώντας τα δάνεια, που είχε συνάψει ως έμπορος, καταβάλλοντας μέχρι τότε το συνολικό ποσό των 3.000-4.000 ευρώ/μήνα στις πιστώτριές του.
Τούτο αποδεικνύεται από τα κάτωθι έγγραφα : α) από την από 15-02-2008 βεβαίωση εξόφλησης της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας "Eurobank Ergasias ΑΕ" αποδεικνύεται ότι την 14-02-2008 καταβλήθηκε ποσό 150.000 ευρώ προς ολοσχερή εξόφληση του υπ' αριθμ. … λογαριασμού, που τηρείτο στα πλαίσια της υπ' αριθμ. …. σύμβασης πίστωσης, β) από το υπ' αριθμ.
…/…-07-2008 συμβόλαιο πώλησης καταστήματος στην ... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη - Πετίδου αποδεικνύεται ότι τόσο το ποσό του εικονικού τιμήματος (40.000 €) όσο και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος (60.000 €) καταβλήθηκε στην "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" προς ολική αποπληρωμή του υπ' αριθμ.
… λογαριασμού και προς άρση του σχετικού εμπραγμάτου βάρους (προσημείωση υποθήκης) επί του πωλουμένου ακινήτου, ώστε να το λάβει ελεύθερο βαρών ο νέος ιδιοκτήτης του, γ) από το από 04-02-2010 καταθετήριο της "Εθνικής Τράπεζας ΑΕ" αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των 13.666,66 ευρώ σε πίστωση του λογαριασμού της σύμβασης με αριθμό …, δ) από το από 09-02-2010 καταθετήριο της "Εθνικής Τράπεζας ΑΕ" αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε το ποσό των 45.451,88 ευρώ προς μερική εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της υπ' αριθμ.
…/….-12-2003 σύμβασης πίστωσης, ποσού 45.000 ευρώ πλέον τόκων ποσού 1.996,32 ευρώ, ε) από την από 06-10-2010 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της "Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ" αποδεικνύεται ότι από την υπ' αριθμ. …-…-… σύμβαση στεγαστικού δανείου με κεφάλαιο ποσού 206.018,64 ευρώ και από την υπ' αριθμ. …-…-… σύμβαση καταναλωτικού δανείου με κεφάλαιο ποσού 16.395,48 ευρώ δεν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στ) από το από 04-10-2010 έγγραφο (αναλυτική κατάσταση οφειλών) της εκκαλούσας εταιρίας "FB BANK" αποδεικνύεται ότι για τον υπ' αριθμ.
… ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό με κεφάλαιο 30.653,59 ευρώ δεν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ μόνο για την υπ' αριθμ. …/…/…/… σύμβαση στεγαστικού δανείου με κεφάλαιο ποσού 113.414,85 ευρώ υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ποσού 1.363,49 ευρώ, ζ) από την υπ' αρ. πρωτ. …/…/…-10-2010 βεβαίωση οφειλών της "ASPIS BANK" αποδεικνύεται ότι για την υπ' αριθμ.
… σύμβαση πιστωτικής κάρτας δεν υπάρχουν εκκρεμείς δόσεις και οφείλεται μόνο το ποσό του κεφαλαίου (1.220,33 €).
Συνεπώς, τον Οκτώβριο του 2010 και όχι νωρίτερα επήλθε η παύση των πληρωμών του, καθώς ο εφεσίβλητος - αιτών βρέθηκε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών του, εφόσον ήδη τα μηνιαία εισοδήματά του είχαν μειωθεί δραματικά λόγω της εργασίας του ως δημοσίου υπαλλήλου και του μειωμένου μισθού του, οπότε τον Απρίλιο του 2011 κατέθεσε με τη σύζυγό του την πρώτη αίτηση υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010.
Επομένως, πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, αφού ήδη είχε απωλέσει την εμπορική ιδιότητά του, οπότε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του σχετικού λόγου των δύο υπό κρίση εφέσεων.
Δυνάμει συμβάσεων που συνήφθησαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ενδίκων αιτήσεων, οι εφεσίβλητοι - αιτούντες έλαβαν από τις ως άνω πιστώτριές τους τα παρακάτω δάνεια, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εμπράγματες ασφάλειες είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και το τελευταία υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης ...
και ο μεν αιτών οφείλει: 1. Στην πρώτη πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" α) από την υπ' αριθμ. …-…-…/…-01-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 220.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 27-3-2014, το ποσό των 242.335,82 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …-…-…/…-12-2008 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 20.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 27-3-2014, το ποσό των 25.470,49 ευρώ, 2.
Στη δεύτερη πιστώτρια "FB BANK" οφείλει α) από την υπ' αριθμ. …./…/…/…/…-02-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 120.000 ευρώ για βελτίωση κύριας κατοικίας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 20-3-2014, το ποσό των 131.907,25 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …/…-12-2006 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, μέχρι του ποσού των 140.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 20-3-2014, το ποσό των 43.627,80 ευρώ, 3.
Στην τρίτη πιστώτρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" α) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 3-1-2014, το ποσό των 93.398,29 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …/…-12-2003 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 18-3-2014, το ποσό των 50.045 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ.
…/…-05-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 80.000 ευρώ, με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας με προσημείωση, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 10-3-2014, το ποσό των 111.921,89 ευρώ, δ) από σύμβαση επιχειρηματικής πίστης, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 18-3-2014, το ποσό των 25.582,43 ευρώ, 4. Στην τέταρτη πιστώτρια "ALPHA BANK" οφείλει α) από την υπ' αριθμ.
…/…-12-2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, μέχρι του ποσού των 360.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 26-3-2014, το ποσό των 121.347,60 ευρώ, β) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 26-3-2014, το ποσό των 15.799,85 ευρώ, 5. Στην πέμπτη πιστώτρια εταιρία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" α) από την υπ' αριθμ.
… σύμβαση πιστωτικής κάρτας μέχρι την 27-3-2014, το ποσό των 4.634,58 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …/…-02-2004 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με την εταιρία ASPIS BANK, μέχρι του ποσού των 120.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 26-3-2014, το ποσό των 40.822,16 ευρώ, 6. Στην έκτη πιστώτρια "EFG Eurobank Ergasias" οφείλει α) από την υπ' αριθμ.
… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 20-3-2014, το ποσό των 9.186,59 ευρώ και β) από την υπ' αριθμ. … σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 5-11-2015, το ποσό των 31.944,10 ευρώ, 7. στην έβδομη πιστώτρια "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" α) από την υπ' αριθμ.
…/2009 σύμβαση πιστωτικής κάρτας (με αριθμό λογαριασμού … … … …), στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, μαζί με τους τόκο την υπ' αριθμ. …/2009 σύμβαση καταναλωτικού δανείου (με αριθμό λογαριασμού … … … …), στην οποία ενέχεται ως εγγυητής, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 31-3-2014, το ποσό των 28.750,92 ευρώ, όπως τα παραπάνω ποσά εισφέρονται προς ρύθμιση από τον αιτούντα σύμφωνα βεβαιώσεις οφειλών που χορήγησαν σ' αυτόν οι πιστώτριες.
Πρέπει όμως, εδώ να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ημερομηνίας αυτής και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζουν να εκτοκίζονται η α' απαίτηση της Τράπεζας Πειραιώς, η α' απαίτηση της Τράπεζας FBB και οι β' και γ' απαιτήσεις της Εθνικής Τράπεζας, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες (άρθρ. 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010) και ειδικότερα με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων.
Η συνολική οφειλή του αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 978.951,35 ευρώ. Η αιτούσα οφείλει 1. Στην πρώτη πιστώτριά της "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" α) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου ως εγγυήτρια, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 3-1-2014 το ποσό των 93.398,28 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …/…-05-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως εγγυήτρια, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 10-3-2014, το ποσό των 111.921,89 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ.
…/…-12-2003 σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ως εγγυήτρια, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 14-3-2014, το ποσό των 49.988,57 ευρώ, δ) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 24-2-2014, το ποσό των 1.513,14 ευρώ, 2. Στη δεύτερη πιστώτρια "EFG Eurobank Ergasias" α) από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 31-3-2014, το ποσό των 2.176,59 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ.
… σύμβαση καταναλωτικού δανείου, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 31-3-2014, το ποσό των 28.750,92 ευρώ, 3. Στην τρίτη πιστώτρια "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" α) από σύμβαση καταναλωτικού δανείου, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 26-3-2014, το ποσό των 10.999,34 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. …-…-…-… σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 20.000 ευρώ, με την οποία εκταμιεύτηκε τελικά ποσό 38.000 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέχρι την 19-3-2014, το ποσό των 26.831,45 ευρώ, όπως τα παραπάνω ποσά εισφέρονται προς ρύθμιση από την αιτούσα, σύμφωνα με βεβαιώσεις οφειλών που χορήγησαν σ' αυτήν οι πιστώτριες χωρίς να προσκομίζονται στοιχεία για το ύψος των ανέγγυων οφειλών μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης της αίτησης μέχρι την οποία εκτοκίζονται (άρθρο δ παρ.3 του ν. 3869/2010).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι τόκοι πέραν της ημερομηνίας αυτής και μέχρι του χρόνου εκδόσεως της απόφασης, μέχρι του οποίου χρονικού σημείου συνεχίζουν να εκτοκίζονται οι β' και γ' απαιτήσεις της Εθνικής Τράπεζας, δεδομένου ότι είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες (άρθρ. 6 παρ 3 του Ν. 3869/2010) και ειδικότερα με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων.
Συνεπώς, το ποσό των 284.071,09 ευρώ περίπου αφορά κοινές δανειακές υποχρεώσεις τους ως συνοφειλέτες. Στην ακίνητη περιουσία του εφεσιβλήτου - αιτούντος περιλαμβάνονται τα εξής : 1) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% και ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 105 τ.μ., του ογδόου ορόφου οικοδομής κτισμένης στη …, επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 4% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας των δικαιωμάτων του (55.814,06 € + 50.232,66€ =) 106.046,72 ευρώ, 2) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% και ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 47 τ.μ., του ογδόου ορόφου οικοδομής κτισμένης στη …, επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 1,5% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας των δικαιωμάτων του (21.414,38€ + 23.793,75 € =) 45.208,13 ευρώ, 3) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% και ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 80 τ.μ., του τετάρτου ορόφου οικοδομής κτισμένης στη …, επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 4,40% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 74.520 ευρώ, 4) κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα, εμβαδού 60 τ.μ., του δευτέρου ορόφου οικοδομής κτισμένης στην ..., επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 3,40% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 39.690 ευρώ, 5) δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, σε ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 51,50 τ.μ., του δευτέρου ορόφου οικοδομής κτισμένης στην ..., επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 11,80% εξ αδιαιρέτου αντικειμενικής αξίας του δικαιώματός του 10.646,02 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό επικαρπίας ανήκει στην εφεσίβλητη - αιτούσα σύζυγό του και η ψιλή κυριότητα ανήκει στην κόρη του Ε., δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/…-09-2009 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ. …, αρ. …), 6) το δικαίωμα καθ' ύψος επέκτασης μιας πολυόροφης οικοδομής στην ..., επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 8,30% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας του δικαιώματός του 3.749,82 ευρώ, 7) δικαίωμα επικαρπίας σε οικόπεδο, έκτασης 120τ.μ., εντός του οικισμού ..., με κτισμένη μονοκατοικία, εμβαδού 80τ.μ., χωρισμένη σε δύο επιμέρους αυτοτελή και διηρημένα διαμερίσματα, εμβαδού 40τ.μ.
έκαστο, αντικειμενικής αξίας του δικαιώματός του 5.299,20 ευρώ, ενώ η ψιλή κυριότητα ανήκει κατ' ισομοιρία στα τέσσερα τέκνα του, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-12-2009 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ.
…, αρ. …), 8) δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου, έκτασης 356,16 τ.μ., με δενδροκαλλιέργεια στη θέση .... Οι ως άνω αντικειμενικές αξίες καταγράφονται στη δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2016. Στην ακίνητη περιουσία της εφεσίβλητης - αιτούσας περιλαμβάνονται τα εξής: 1) κατά πλήρη κυριότητα ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 210τ.μ., στη θέση "..." στο ..., 2) δικαίωμα πλήρους κυριότητας ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε ισόγεια κατοικία, εμβαδού 55τ.μ., με υπόγειο, εμβαδού 20τ.μ., κτισμένης επί οικοπέδου, έκτασης 350 τ.μ., στην ..., 3) δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, σε ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 51,50 τ.μ., του δευτέρου ορόφου οικοδομής κτισμένης στην ..., επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής 11,80% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος της 10.646,02 ευρώ, η ψιλή κυριότητα ανήκει στην κόρη του Ε., δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/…-09-2009 συμβολαίου γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευόπουλου - Γαλίτη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Είναι βέβαιο, ότι κατά το έτος 2009 τόσο οι αντικειμενικές αξίες όσο και οι αντίστοιχες εμπορικές αξίες των ως άνω ακινήτων των αιτούντων ήταν υπερδιπλάσιες των ως άνω αναφερομένων.
Ο αιτών υπολόγιζε τότε ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας του ανερχόταν στο ποσό του 1.000.000 ευρώ, περίπου, οπότε βασιζόταν στην ακίνητη περιουσία του για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεών του. Ωστόσο, δεν προχώρησε έγκαιρα στη ρευστοποίηση στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του με αξιόχρεο αντάλλαγμα προς εξόφληση των ως άνω οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, παρά μόνο στην πώληση ενός καταστήματος στην ....
Μάλιστα, προχώρησε σε δύο μεταβιβάσεις ακινήτων (διαμέρισμα και εξοχικό) λόγω γονικής παροχής προς τα ανήλικα τέκνα του, παρακρατώντας το δικαίωμα επικαρπίας, αποδυναμώνοντας με τον τρόπο αυτό την αξία του δικαιώματός του, χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος για τη διενέργεια των ως άνω μεταβιβάσεων χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα, παρόλο που ο εφεσίβλητος επικαλείται την ύπαρξη φορολογικών ελαφρύνσεων για τις ως άνω μεταβιβάσεις.
Όταν ο οφειλέτης έχει νομική υποχρέωση προς εξόφληση των χρηματικών οφειλών του προς τους δανειστές του, δεν δικαιολογείται να αποδυναμώνει την κινητή ή ακίνητη περιουσία του επικαλούμενος είτε την ηθική υποχρέωση αποκατάστασης των τέκνων του είτε την φορολογική νομοθεσία. Κατά το έτος 2009, οι εφεσίβλητοι - αιτούντες γνώριζαν ήδη τη μειωμένη κερδοφορία της επιχείρησης του συζύγου και τα σταθερά εισοδήματα της συζύγου, είχαν ήδη αποφασίσει τη μετάβασή τους στο δημόσιο τομέα με το διορισμό τους ως εκπαιδευτικών σε σχολείο προβαίνοντας στις σχετικές προπαρασκευαστικές ενέργειες αμέσως μετά τη γέννηση του τέταρτου τέκνου τους (3/2009), οπότε δεν έπρεπε να προβούν σε χαριστικές δικαιοπραξίες προς τα ανήλικα τέκνα τους.
Επίσης, οι εφεσίβλητοι σύζυγοι γνώριζαν πολύ καλά ότι προκειμένου να υπάρχει ρευστότητα στην επιχείρηση του αιτούντος, είχε μειωθεί αισθητά η ρευστότητα στην οικογένειά τους. Επί μακρό χρονικό διάστημα συνήπταν τις ως άνω αναφερόμενες συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) με τις δανείστριες τράπεζες, προκειμένου ν' ανταποκριθούν στις δαπάνες για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της οικογένειάς τους, όπως καταθέτει ο αιτών ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξηγώντας το λόγο για τον οποίο συνήφθησαν έξι καταναλωτικά δάνεια και τέσσερις συμβάσεις πιστωτικής κάρτας σε τόσες τράπεζες.
Ακόμη και για την αγορά καινούργιου οχήματος πολλαπλών θέσεων για τις μετακινήσεις της εξαμελούς οικογένειάς τους προχώρησαν σε δανεισμό από την εκκαλούσα εταιρία της δεύτερης υπό κρίση έφεσης, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τις ήδη υπάρχουσες εκτεταμένες οφειλές τους. Γίνεται κατανοητό ότι ήδη πριν από το έτος 2010 η ρευστότητα της επιχείρησης του αιτούντος ήταν μειωμένη, καθώς ο ίδιος προέβη στη σύναψη σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, με εγγυήτρια τη σύζυγό του, ποσού 80.000 ευρώ, προς ενίσχυση της ρευστότητας της επιχείρησής του (βλ.
την υπ' αριθμ. …/…-5-2009 σύμβαση), όταν είναι βέβαιο ότι είχε αποφασίσει να διακόψει τη λειτουργία της και να διοριστεί ως δημόσιος υπάλληλος (8/2009). Εκ των ανωτέρω καθίσταται πλέον βέβαιο ότι οι αιτούντες προέβλεψαν ότι θα οδηγηθούν με αυξημένη πιθανότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις τράπεζες και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, αψηφώντας τις συνέπειες, η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών που ανέλαβαν δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις μεταγενέστερες περικοπές στα μηνιαία εισοδήματά τους, όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία η ένσταση των καθ' ων οι αιτήσεις πιστωτριών περί περιέλευσης των αιτούντων από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους.".
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' και αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αφού παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 4 του Ν. 3869/2010.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί την περιέλευση αυτών (αιτούντων συζύγων) με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους, χωρίς την συντρέχουσα αναγκαία προϋπόθεση της "μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμής" των ληξιπροθέσμων χρεών τους του έτος 2009, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, αλλά και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές, στερώντας την απόφαση νόμιμης βάσης.
Το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενο δόλο κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του χωρίς να αλληλοαναιρούνται και επομένως έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι ο αιτών-πρώτος αναιρεσείων, που διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας ειδών θέρμανσης, ψύξης και κλιματισμού, διέκοψε τις εργασίες της στις 5-11-2009, διατηρώντας τις υπηρεσίες μελετών ως μηχανολόγος -μηχανικός, χωρίς να παύσει τις πληρωμές του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, αλλά εξυπηρετούσε τα δάνεια που είχε συνάψει ως έμπορος, μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, οπότε βρέθηκε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών του.
Ότι από τον Αύγουστο του 2009, διορίσθηκε και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο. Ότι η αιτούσα, σύζυγός του εργαζόταν ως μαία στο Γενικό Νοσοκομείο Άρτας, ενώ από το 2009 εργάζεται ως καθηγήτρια σε σχολείο της Β' βάθμιας εκπαίδευσης. Ότι έχουν τέσσερα τέκνα γεννηθέντα τα έτη 1992, 1996, 2003 και 2009, εκ των οποίων τα δύο είναι ήδη φοιτητές ενώ τα ανήλικα είναι μαθητές, ότι οι μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των οικογενειακών βασικών βιοτικών αναγκών της εξαμελούς οικογένειάς τους, ανέρχονται σε 1.700 ευρώ.
Εκτίθενται αναλυτικά τα ετήσια εισοδήματα των αιτούντων από το 2004 μέχρι το 2010 και δη τα ακαθάριστα έσοδα από την ατομική επιχείρηση του πρώτου αιτούντος, τα καθαρά κέρδη από αυτήν, τα έσοδα από την εκμίσθωση ακινήτων (κατοικιών και καταστημάτων) και τέλος τα εισοδήματα από τους μισθούς τους ως δημοσίων υπαλλήλων.
Εξάλλου, εκτίθενται αναλυτικά οι συμβάσεις δανείων που είχαν συνάψει οι αιτούντες με τις αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες και τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους κατά το χρόνο κατάθεσης της πρώτης αίτησης υπαγωγής στις ρυθμίσεις του Ν. 3689/2010 (ήτοι Απρίλιο του 2011). Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεων των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών, με τον οποίο επανέφεραν την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση τους για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του πρώτου αιτούντος λόγω πτωχευτικής του ικανότητος.
Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις ως άνω ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, αφού είχε, ήδη από την 5-11-2009, απωλέσει την εμπορική του ιδιότητα, πλην όμως η παύση πληρωμών έγινε τον Οκτώβριο του 2010, οπότε περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών του λόγω της δραματικής μείωσης των εισοδημάτων του από την εργασία του ως δημοσίου υπαλλήλου και του μειωμένου μισθού του (σελ.16 αυτής).
Η αιτίαση ότι εσφαλμένως εφαρμόσθηκε το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 διότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να αναφέρει αν πρόκειται για "μόνιμη και γενική αδυναμία" ή αντίθετα αν πρόκειται για "πρόσκαιρη και προσωρινή", οπότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1 Ν. 3689/2010, είναι αβάσιμη, αφού κατά τα προεκτεθέντα, η απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό των αιτούντων-αναιρεσειόντων περί ελλείψεως πτωχευτικής ικανότητος και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών τους, όπως οι ίδιοι αναγράφουν και επικαλούνται στις ένδικες από 9-5-2014 αιτήσεις τους.
Ας σημειωθεί ότι όσον αφορά το στοιχείο της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δεν υπάρχει χρονικό όριο για τη μονιμότητα, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αλλά αυτή προκύπτει, όταν ο οφειλέτης δεν δύναται να παρακολουθήσει το ληξιπρόθεσμο των οφειλών του και να προβεί στη σχετικώς άμεση ικανοποίησή τους, όπως δέχθηκε στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι περιέχονται ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την αιτία και τον χρόνο περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας των χρεών τους.
Συγκεκριμένα, ότι περιέχονται αντιφατικές παραδοχές στο θέμα αυτό και δη ότι ενώ αρχικά δέχεται ότι η αδυναμία πληρωμών οφείλεται στην δραματική μείωση των εισοδημάτων τους ως δημοσίων υπαλλήλων, με την μείωση του μισθού των, στη συνέχεια, αντιφάσκωντας δέχεται αυτή οφείλεται σε ενδεχόμενο δόλο, λόγω της απόφασής των να διακόψουν την λειτουργία της ατομικής επιχείρησης ψύξης-θέρμανσης του πρώτου εξ αυτών και να μεταπηδήσουν στο δημόσιο σε συνδυασμό με την έλλειψη ρευστότητάς των και της αποδυνάμωσης της αξιόλογης κατά τα άλλα ακίνητης περιουσίας των, με την απαλλοτρίωση λόγω γονικής παροχής δύο εκ των ακινήτων τους, οπότε η κατάσταση αυτή της αδυναμίας πληρωμών δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις μεταγενέστερες περικοπές στα μηνιαία εισοδήματά τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία, αφού η προσβαλλομένη απόφαση ρητά, με σαφείς μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες δέχθηκε κατ' ουσία την ένσταση των καθ' ων, ήδη αναιρεσιβλήτων πιστωτριών περί περιέλευσης των αιτούντων από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους για το λόγο ότι: "...Κατά το έτος 2009, οι αιτούντες γνώριζαν ήδη τη μειωμένη κερδοφορία της ατομικής επιχείρησης του συζύγου και τα σταθερά εισοδήματα της συζύγου, είχαν ήδη αποφασίσει τη μετάβασή τους στο δημόσιο τομέα με το διορισμό τους ως εκπαιδευτικών σε σχολείο προβαίνοντας στις σχετικές προπαρασκευαστικές ενέργειες αμέσως μετά τη γέννηση του τέταρτου παιδιού τους (3/2009), οπότε δεν έπρεπε να προβούν σε χαριστικές δικαιοπραξίες προς τα ανήλικα τέκνα τους.
Επίσης, οι εφεσίβλητοι σύζυγοι γνώριζαν πολύ καλά ότι, προκειμένου να υπάρχει ρευστότητα στην επιχείρηση του αιτούντος, είχε μειωθεί αισθητά η ρευστότητα στην οικογένειά τους. Επί μακρό χρονικό διάστημα συνήπταν τις ως άνω αναφερόμενες συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες) με τις δανείστριες τράπεζες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις δαπάνες για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της οικογενείας τους, ...λόγο για τον οποίο συνήφθησαν έξι καταναλωτικά δάνεια.
Ακόμη και για την αγορά καινούργιου οχήματος πολλαπλών θέσεων για τις μετακινήσεις της εξαμελούς οικογένειάς τους προχώρησαν σε δανεισμό ...αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τις ήδη υπάρχουσες εκτεταμένες οφειλές τους. Γίνεται κατανοητό ότι ήδη πριν το 2010 η ρευστότητα της επιχείρησης του αιτούντος ήταν μειωμένη, καθώς ο ίδιος προέβη στη σύναψη σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου με την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, με εγγυήτρια τη σύζυγό του, ποσού 80.000 ευρώ, προς ενίσχυση της ρευστότητας της επιχείρησής του (..) όταν είναι βέβαιο ότι είχε αποφασίσει να διακόψει τη λειτουργία της και να διοριστεί ως δημόσιος υπάλληλος (8/2009).
Εκ των ανωτέρω καθίσταται πλέον βέβαιο ότι οι αιτούντες προέβλεψαν ότι θα οδηγηθούν με αυξημένη πιθανότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις τράπεζες και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, αψηφώντας τις συνέπειες, η αδυναμία δε αυτή να ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπροθέσμων χρεών που ανέλαβαν δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις μεταγενέστερες περικοπές στα μηνιαία εισοδήματά τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή στην ουσία η ένσταση των καθ'ων οι αιτήσεις πιστωτριών περί περιέλευσης των αιτούντων από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών τους" (φυλ. 11). Η παραδοχή που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (πίσω σελίδες στα φύλλα 7ο, 8ο), "περί δραματικής μείωσης των μηνιαίων εισοδημάτων λόγω της εργασίας του αιτούντος ως δημοσίου υπαλλήλου", δεν αναφέρεται στον ενδεχόμενο δόλο των αναιρεσειόντων ως αιτία περιέλευσης σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους, αλλά στην απόρριψη του σχετικού λόγου εφέσεως των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών, με τον οποίο επανέφεραν την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του πρώτου αιτούντα λόγω πτωχευτικής ικανότητος και ειδικότερα αναφέρεται στο χρόνο απώλειας της εμπορικής ιδιότητος του πρώτου αιτούντος (5-11-2009, διακοπή εργασιών επιχείρησής του), στην μεταγενέστερη παύση των πληρωμών (Οκτώβριο του 2010) και την συνακόλουθη παραδοχή ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Επομένως και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε, ότι οι αναιρεσείοντες προέβλεψαν ότι θα οδηγηθούν με αυξημένη πιθανότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις τράπεζες (αδυναμία ν' ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών) και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, αψηφώντας τις συνέπειες, όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω στην παρούσα απόφαση.
Οι αιτιάσεις που αποδίδει με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου Ν. 3869/2010 ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δίχως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω νόμου στο θέμα της συνδρομής του ενδεχόμενου δόλου, εφάρμοσε και ερμήνευσε εσφαλμένα αυτόν και συγκεκριμένα δίχως να αιτιολογήσει:
α) γιατί η απόφαση των αιτούντων συζύγων να μεταπηδήσουν στο δημόσιο θεωρήθηκε δόλια για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της κατά τον ίδιο χρόνο (2009) η κερδοφορία της ατομικής επιχείρησης του συζύγου ήταν μειωμένη και τα εισοδήματα της συζύγου του σταθερά, β) γιατί ήταν δόλια η επιλογή μεταπήδησης, αφού δεν συνδέεται με μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, γ) γιατί θεωρήθηκε δόλια η επιλογή διακοπής των εργασιών της ατομικής επιχείρησης, αφού ο σύζυγος διατήρησε τις υπηρεσίες μελετών μηαχανολόγου-μηχανικού, ώστε να υφίσταται δυνατότητα μεταπώλησης της επιχείρησης ως σύνολο ενεργητικού και παθητικού, δ) γιατί η γονική παροχή της ψιλής κυριότητας των δύο ακινήτων (διαμερίσματος και εξοχικού) εκλαμβάνεται από την προσβαλλομένη ως αποδυνάμωση της αξίας της περιουσιακής κατάστασης του συζύγου και συνδέεται με την επίδραση στην έλλειψη ρευστότητας και την αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών, χωρίς να διαλαμβάνεται ότι οι αιτούντες σύζυγοι παρακράτησαν την επικαρπία και συνέχισαν να εισπράττουν μισθώματα, τους λόγους που ώθησαν στη γονική παροχή, την ύπαρξη της υπόλοιπης αξιόλογης ακίνητης περιουσίας των αιτούντων συζύγων, τον χρόνο που έλαβε χώρα η απαλλοτρίωση.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις αυτής, ότι δηλαδή εσφαλμένα καταγνώστηκε σε βάρος τους ενδεχόμενος δόλος, είναι απορριπτέες πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να πλήξουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον για την κατάγνωση δόλου αρκεί και ο αρχικός δόλος, ήτοι αυτός που υπάρχει κατά την ανάληψη του χρέους, όταν δηλαδή ο οφειλέτης γνωρίζει από την αρχή ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει, όπως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση εν προκειμένω.
Επομένως, κατόπιν αυτών, ο 3ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Ομοίως, απορριπτέος κατά τις ως άνω διακρίσεις κρίνεται και ο τελευταίος (πέμπτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 παρ. 1, 6 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (συνολικά για τους προπαρατιθέμενους λόγους), ήτοι ως προς την περιέλευσή τους σε μόνιμη και γενική (και όχι απλώς παροδική) αιτία περιέλευσης τους σε αδυναμία πληρωμών, ως προς τον χρόνο περιέλευσης σε αυτή την κατάσταση.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-8-2019 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 1776/2019 αίτηση των Θ. Θ. και Δ. Μ. για αναίρεση της 4574/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου