Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
933/2013 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal due to violation of substantive law regarding fixed-term vs permanent contracts.

Geschäftsnummer 933/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's dismissal of a labor dispute. The appellant argued that successive fixed-term contracts should be treated as a single permanent contract due to continuous employment needs, citing specific articles of the Civil Code and Constitution. The Court found the lower court erred in applying substantive law by incorrectly characterizing the contracts as fixed-term when they met the criteria for a permanent employment relationship, thus violating mandatory labor regulations.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 648 et seq. of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943; Article 103, Section 8 of the Constitution; A violation of substantive law occurs when a court fails to recognize a permanent employment relationship where the facts demonstrate continuous dependence and need, thereby incorrectly applying fixed-term contract provisions.

Schlagwörter

KI-generiert
substantive law violation permanent employment contract fixed-term contract labor law interpretation successive contracts Article 103 Constitution Civil Code provisions

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559, Number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 103, Section 8 of the Constitution
Directive 1999/70/EC
Presidential Decree 164/2004

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 933 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 933/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Δερμιτζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1521/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρώτου, δεύτερου και τρίτου κατά το α' σκέλος του και την παραδοχή των λόγων τρίτου κατά το β' σκέλος του και τετάρτου αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 373/2013).

Περαιτέρω και ειδικότερα, με το άρθ.1 § 1 ν. 1730/1987 ιδρύθηκε η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατά την §3 του ίδιου άρθρου αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα (ν. 1256/ 1982), όπως ορίζεται και στο άρθ. 1 § 6 ν. 1256/1982, ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος και έχει, σύμφωνα με το άρθ. 2, ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και την συμβολή της με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, την μόρφωση και την ψυχαγωγία του ελληνικού λαού.

Κατά τα άρθρα 2, 3, 5, 6 και 7 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 § 9 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 14 § 8 ν. 2328/1995) και 19 § 4 του ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8256/22/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύθηκε στο 283 Β'/20-4-1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και διορίζεται μόνο σε κενές οργανικές θέσεις.

Το τακτικό προσωπικό αυτής προσλαμβάνεται μόνο μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη, ο δε επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει στην ίδια την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού αυτού, των ΕΣΣΕ και των ΔΑ, που ισχύουν για το εν λόγω προσωπικό αυτής και να αναλάβει υπηρεσία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της σειράς κατάταξής του, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ, αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη και ως ημερομηνία πρόσληψης θεωρείται εκείνη, κατά την οποία ο προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει υπηρεσία.

Στο έκτακτο προσωπικό περιλαμβάνονται α) οι ειδικοί σύμβουλοι - προσωπικό ειδικών θέσεων β) οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες και οι βοηθοί σκηνοθέτες γ) οι ιδιαίτεροι γραμματείς και δ) το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για την κάλυψη περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών. Στην υπό το στοιχείο β' κατηγορία με την 24621/Ζ2/3289/14-12-1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, ΦΕΚ Β' 894, προστέθηκαν και οι χορωδοί.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες, οι βοηθοί σκηνοθέτες και οι χορωδοί προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ ΑΕ, μετά από σχετική εισήγηση του αρμοδίου γενικού διευθυντή και ότι στο εν λόγω προσωπικό εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1α, 2 εδ.

α', γ'- η', 3 και 4, 6 §§ 4, 6, 7 και 9, 10 §§ 1 - 3, 8 εδ. α', 11, 15, 17, 19, 22 - 24, 25 §§ 2, 3 και 5 - 12 και 26 - 51 του ανωτέρω Κανονισμού. Κατά τα λοιπά, οι όροι, οι συνθήκες και η αμοιβή της εργασίας τους καθορίζονται με ΣΣΕ ή ΔΑ. Για την πρόσληψη χορωδού απαιτείται ως τυπικό προσόν δίπλωμα ή πτυχίο ωδείου και διετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα ή τετραετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα.

Επίσης, κατά το άρθρο 8 § 4 του αυτού ως άνω Κανονισμού, κανένας δεν μπορεί να προσληφθεί στην ΕΡΤ ΑΕ ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος κατά τις διατάξεις του ως άνω κανονισμού, αν δεν υπάρχει αντίστοιχη οργανική θέση με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 6 § 3 αυτού. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι το έκτακτο προσωπικό της αναιρεσίβλητης, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι χορωδοί α) προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ύστερ' από απόφαση του ΔΣ αυτής και μετά από προηγούμενη εισήγηση του γενικού διευθυντή σε κενή οργανική θέση β) οφείλει να δηλώσει εγγράφως ότι αποδέχεται να προσφέρει σ` αυτή την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού και των ΕΣΣΕ ή ΔΑ γ) οφείλει ακόμη να αναλάβει εργασία εντός τριάντα ημερών από την γνωστοποίηση της απόφασης του ΔΣ και δ) αν δεν έγινε από τον προσλαμβανόμενο έγγραφη δήλωση αποδοχής της συμβάσεως εργασίας, επέρχεται μεν ακυρότητα αυτής λόγω μη τήρησης του προβλεπομένου από το νόμο έγγραφου τύπου (άρθρ. 159 παρ. 1 Α.Κ.), πλην όμως αίρεται αυτή, αν ο τελευταίος ανέλαβε εργασία και έτσι άρχισε να εκπληρώνει τη σύμβαση.

Ανάλογα ισχύουν, κατά τα άρθρα 84 του ν.δ. 321/1969 και 41 του ν.δ. 496/1974, για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, τα οποία κατά μείζονα λόγο εφαρμόζονται ως προς την ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ΕΡΤ, αφού αυτά ισχύουν για τα διεπόμενα από αυστηρότερο σύστημα διατυπώσεων Δημόσιο και ΝΠΔΔ (ΑΠ 919/2008). Με το άρθ. 3 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ και δεν υπάγονται στον κανονισμό της εκείνοι, στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου, με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από το ΔΣ, η δε σύμβαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή αυτής, μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που ρητά καθορίζεται από την σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητ' από τον χρόνο που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεσή του και εκδίδονται για την αμοιβή τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ στοιχεία. Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την ΕΡΤ ΑΕ διέπονται αποκλειστικά από την συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις του ΑΚ (άρθ. 681 επ., § 1).

Η ανάθεση και εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού του Κανονισμού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης έργου σε σύμβαση εργασίας (§3) κ.λπ. (Γ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας και δη στην συνέχεια ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος ή τυχόν υπάρχων Κανονισμός της επιχείρησης, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ειδικότερα ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου, από το άρθ. 8 §§ 1 και 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, προκύπτει ότι, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, οι συμβάσεις αυτές κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό θεωρούνται ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, και τούτο, διότι ο ορθός νομικός ορισμένης σχέσης, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, χωρίς ν' αποτελεί, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις, ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006).

Τούτο, ο επιτρεπτός δηλ. ορθός νομικός χαρακτηρισμός διαδοχικών συμβάσεων (έργου ή) συμβάσεων εργασίας, συναφθεισών και χαρακτηρισθεισών και κατ' επιταγή ακόμη του νόμου ως ορισμένου χρόνου, ως τέτοιων αορίστου χρόνου ισχύει κατά μείζονα λόγο και κυρίως επί συμβάσεων που καταρτίσθηκαν και λειτούργησαν με νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη ισχύος (α) της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (που έχει ως σκοπό την αποτροπή κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου) (β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 και απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου) και (γ) των διατάξεων των άρθ. 5 και 11 ΠΔ 164/2004 (που εκδόθηκε προς συμμόρφωση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την ως άνω Οδηγία, άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου που συνεχίζονται και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες), παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως αορίστου χρόνου ή την μετατροπή τους σε τέτοιες συμβάσεις (όπως ειδικότερα απαγορεύεται με τα άρθ. 14 και 21 §§ 1 και 2 ν. 2190/1994, στο οποίο υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με το άρθ. 1 ν. 1256/1982, πρβλ.

ΠλΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 1109/2011). Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Στην ένδικη αγωγή του που άσκησε (με άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ΕΡΤ - ΑΕ ως χορωδός την 15-3-1993 και απασχολήθηκε σ' αυτήν με την ως άνω ειδικότητα με 36 συνολικά διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν από την εναγομένη, κατ' επίκληση του άρθ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ - ΕΡΤ ΑΕ και προς καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ως συμβάσεις έργου ("εξωτερικής συνεργασίας"), ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού παρείχε τις υπηρεσίες του, έναντι μηνιαίας αμοιβής, σε καθημερινή βάση και με συγκεκριμένο ωράριο, με τις ίδιες ακριβώς συνθήκες που παρέχονταν από εργαζομένους της ίδιας ειδικότητας που συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εκτελώντας τα ίδια με αυτούς καθήκοντα, και υπό καθεστώς εξάρτησης από την εναγομένη, η οποία διά των αρμοδίων οργάνων της καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας του, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξαρχής με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κ.λπ. (2) Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 1521/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη προκειμένου να εξασφαλίσει την ακώλυτη και σταθερή παραγωγή και εκτέλεση ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών συνήψε την 15-3-1993 με τον ενάγοντα (και τους άλλους αρχικά ενάγοντες), που είναι μουσικός, γραπτές συμβάσεις για την εκτέλεση μουσικών έργων, για την εκτέλεση δε αυτής της σύμβασης έργου ο ενάγων απασχολήθηκε στην χορωδία της εναγομένης, ενώ με το ίδιο περιεχόμενο καταρτίσθηκαν διαδοχικά μεταξύ των διαδίκων και άλλες συμβάσεις με ελάχιστα κενά μεταξύ τους, μικρότερα των 20 εργασίμων ημερών, συμπίπτοντα συνήθως κατ' ουσίαν με την ετήσια άδειά του κατά τον μήνα Αύγουστο κάθε έτους, πλην του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 28-2-1997 που δεν ανανεώθηκε η σύμβασή του, ότι κατά τους όρους των σχετικών συμβάσεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τα μέρη ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ο ενάγων, που χαρακτηρίζεται (όπως και οι άλλοι ενάγοντες) εξωτερικός συνεργάτης, ήταν υποχρεωμένος να εκδίδει το προβλεπόμενο από τον ΚΦΕ παραστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα απόδειξη παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 4 του ΓΚΠ/ΕΡΤ, ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ως μίσθωσης έργου έγινε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης και σε καμία περίπτωση για την καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην κρινόμενη υπόθεση και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ότι ο ενάγων (και οι άλλοι που δεν είναι διάδικοι εδώ) ενεργούσε κατά τον πλέον πρόσφορο καλλιτεχνικά τρόπο, μη υποκείμενος κατά τούτο στις οδηγίες και τον έλεγχο της εναγομένης, η δε εκτέλεση του μουσικού έργου σε ορισμένο συνήθως χρόνο και σε προκαθορισμένο τόπο, υπό την διεύθυνση του μαέστρου, δεν ήταν συνέπεια της εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγομένη, αλλά επιβαλλόταν από την ιδιαιτερότητα του έργου, για την εκτέλεση του οποίου ήταν απαραίτητη η συλλογική δράση, και επομένως είναι φανερό ότι με τις επίμαχες συμβάσεις οι διάδικοι απέβλεπαν στην εκτέλεση ορισμένου έργου και όχι στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος ως μουσικού (χορωδού) για ορισμένες ώρες, ότι οι επίμαχες συμβάσεις, οι οποίες καταρτίσθηκαν κατ' επιταγή του άρθ. 3 του ΓΚΠ/ΕΡΤ και όχι για κάλυψη κενών οργανικών θέσεων δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας οποιασδήποτε μορφής με τις οποίες συνδέονται αποκλειστικά και μόνον εκείνοι που προσλαμβάνονται ως τακτικό ή έκτακτο προσωπικό για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων, ούτε θα μπορούσαν να ισχύσουν κατά μετατροπή ως συμβάσεις εργασίας, αφού αυτό θα ήταν αντίθετο προς την ρητή διάταξη του άρθ. 3 § 3 του Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης και κατά συνέπεια μια τέτοια μετατροπή θα καθιστούσε τις συμβάσεις άκυρες ως συμβάσεις εργασίας, ότι και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων από την αρχή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης τούτο δεν ασκεί επιρροή στη προκειμένη περίπτωση, καθόσον δεν αποτελεί κατά τον Κανονισμό της εναγομένης, ούτε κατ' άλλη διάταξη νόμου προϋπόθεση είτε χαρακτηρισμού της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είτε μετατροπής της σε τέτοια σύμβαση, ότι το γεγονός ότι η εναγομένη πραγματοποιούσε κρατήσεις υπέρ του ΙΚΑ επί του καταβαλλομένου στον ενάγοντα εργολαβικού ανταλλάγματος δεν αναιρεί τον χαρακτήρα των επιδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, δεδομένου ότι κατά το άρθ. 2 § 4 ν. 1210/1981 "στην ασφάλιση του ΙΚΑ για τους κλάδους σύνταξης και ασθενείας υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια και οι μη παρέχοντες εξαρτημένη εργασία...

καθώς και οι τραγουδιστές, μουσικοί...", ότι ο χαρακτήρας των συμβάσεων αυτών δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί καταβαλλόταν όχι εφάπαξ, αλλά κατά μήνα, γεγονός που δεν ασκεί επιρροή στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους, ενώ και σε περίπτωση ακόμη χαρακτηρισμού των επιδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και πάλι δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθ. 8 ν. 2112/1920, ώστε να χαρακτηρισθούν αυτές ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού η εναγομένη ως εργοδότρια δεν είχε σύμφωνα με τον ΓΚΠ/ΕΡΤ την δυνατότητα πρόσληψης του ενάγοντος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της και συνεπώς, εφόσον υφίσταται σχετική νομοθετική απαγόρευση, η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών δεν έγινε καταχρηστικά προκειμένου να καταστρατηγηθούν διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ότι δεν εφαρμόζεται άμεσα στις συμβάσεις του ενάγοντος η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, αφού αυτή δεν έχει σαφείς και ορισμένους κανόνες δεκτικούς άμεσης εφαρμογής, ούτε οι διατάξεις του ΠΔ 164/2004 (για την προσαρμογή του εθνικού δικαίου στις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας), καθόσον οι συμβάσεις του ενάγοντος δεν ήταν ενεργές ως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004), ότι οι διατάξεις του άρθ. 103 του Συντάγματος δεν επιβάλλουν, αλλά ρητά απαγορεύουν, την μετατροπή των συμβάσεων του ενάγοντος σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχθέν ειδικότερα ότι οι διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου του ενάγοντος, συναφθείσες και περατωθείσες πριν την προσθήκη, με την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, της παραγράφου 8 στο άρθ. 103 του Συντάγματος (και την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ με το ΠΔ 164/2004 και την έναρξη ισχύος αυτού), δεν μπορούσαν να συναφθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και στην συνέχεια να χαρακτηρισθούν ορθά ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, επειδή τούτο απαγορεύεται από τον ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος επιβάλλει την απασχόληση προσώπων, που δεν ανήκουν στο τακτικό ή έκτακτο προσωπικό αυτής, μόνο με συμβάσεις μίσθωσης έργου και με την ιδιότητα των εξωτερικών συνεργατών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 648 επ.

ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 8 ν. 2112/1920 που ήταν εφαρμοστέες και 681 ΑΚ και 103 § 8 του Συντάγματος που εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες, εφόσον υπό τα γενόμενα ως άνω δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιστατικά οι επίμαχες συμβάσεις του ενάγοντος έφεραν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το α' σκέλος του, παρελκούσης της έρευνας αυτού κατά τα λοιπά και του τετάρτου (και τελευταίου) λόγου από αριθ. 19 του αυτού άρθρου.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρινίσεις, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1521/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ