Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
933/2010 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against commercial lease judgment for lack of substantive law violation.

Geschäftsnummer 933/2010
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a company against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued the lower court distorted the lease agreement and failed to properly determine the primary use of the premises. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and based on a correct evaluation of evidence regarding the tenant's transport business operations.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on adequate reasoning and does not violate substantive law or lack a legal basis for its findings.

Schlagwörter

KI-generiert
commercial lease dispute appeal admissibility substantive law violation primary use determination court of appeal judgment legal reasoning adequacy costs of litigation Unternehmensverlagerung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
OLAP 36/1988
OLAP 1/1999
OLAP 3/1997
OLAP 469/1984
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 933 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 933/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΦΑΙΡΑ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλάχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καπλανίδη-Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3063/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1055/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/6/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 24/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του τρίτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με το από 19-5-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας [εκκαλούσας] και του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων [εφεσίβλητων], οι οποίοι ενεργούσαν τόσο ατομικά, όσο και για λογαριασμό της υπό σύσταση τότε ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΡΟΙΝΤ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΤRΑΝSΡΟRΤ AΝD LOGISTIC Α.Ε.", η πρώτη εκμίσθωσε στους τελευταίους τρεις συνεχόμενες αποθήκες, οι οποίες επικοινωνούν μεταξύ τους, εμβαδού 1.050 τ.μ.

η κάθε μία και συνολικά 3.150 τ.μ., που βρίσκονται στην οδό ..., αριθμ. 2, στο ... του Δήμου .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για τέσσερα [4] έτη και συγκεκριμένα από 1-6-2004 έως 31-5-2008, το δε μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 9.438,44 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος. Συμφωνήθηκε δε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος εμπορευμάτων μεταφερομένων στο εθνικό και διεθνές δίκτυο μεταφορών και για την εκμετάλλευσή του για την παροχή υπηρεσιών LOGISTICS, αλλά και κάθε δραστηριότητας που θα προβλέπεται από το καταστατικό της εταιρίας [3ος όρος].

Με το ίδιο μισθωτήριο οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων εγγυήθηκαν ατομικά, την ακριβή εκπλήρωση όλων των όρων της μίσθωσης [15ος όρος]. Επί πλέον, συμφωνήθηκε ότι, εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν θα συσταθεί η ως άνω μισθώτρια εταιρία, τότε η μίσθωση δεν λύεται, αλλά θα ισχύει στο όνομα του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, ως μισθωτών [17ος όρος].

Την ως άνω σύμβαση οι ίδιοι συμβαλλόμενοι τροποποιούν με το από 14-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και συμφωνούν ότι μισθώτρια των παραπάνω τριών αποθηκών [μισθίου] θα είναι πλέον η πρώτη εναγόμενη εταιρία, [υπό σύσταση τότε], με την επω-νυμία "ΣΦΑΙΡΑ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΑΝ. ΕΤ." και το διακριτικό τίτλο "ΣΦΑΙΡΑ transport and Logistics".

Σκοπός της μισθώτριας εταιρίας, κατά το καταστατικό αυτής, [βλ. την υπ' αριθμ. .../2-6-2004 πράξη του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγ. Σαρρή], όπως εγκρίθηκε και νόμιμα δημοσιεύθηκε στη συνέχεια [ΦΕΚ 5885/15-6-2004], είναι, μεταξύ άλλων: α] η παροχή υπηρεσιών σε διεθνείς και εσωτερικές μεταφορές προϊόντων, εμπορευμάτων και γενικά κάθε φύσεως με κάθε πρόσφορο μέσο, [αυτοκίνητο, σιδηρόδρομο, πλοίο], ιδιοκτησίας της ή ιδιοκτησίας τρίτων, β] η παροχή υπηρεσιών LOGISTICS σε κάθε είδους αγαθά και σε κάθε φύσεως και μορφής επιχειρήσεις και γ] η διενέργεια, με μεταφορικά μέσα τρίτων, ταχυμεταφορών, μεταφορών δεμάτων κ.λ.π. [Courier] .

Η μίσθωση δε των ως άνω τριών αποθηκών έγινε, κατά τη σύμβαση, προς εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών της εμπορικής δραστηριότητας της εναγόμενης μισθώτριας, δηλαδή όχι μόνο για τη χρήση του μισθίου ως αποθηκευτικών χώρων ή για τη λειτουργία αμιγών υπηρεσιών LOGISTICS, [υπηρεσιών διαχείρισης εμπορευμάτων], αλλά κυρίως για τη λειτουργία σ' αυτό μεταφορικής εταιρίας διακίνησης εμπορευμάτων, η οποία πρέπει να διαθέτει προς τούτο εμπορευματικό σταθμό αυτοκινήτων, που να εξυπηρετεί εθνικές και διεθνείς ανάγκες διαμετακόμισης και φύλαξης αγαθών.

Οι πιο πάνω δραστηριότητες της πρώτης εναγόμενης μισθώτριας προβλέπονται από το Π.Δ. 79/2004, στο άρθρο 9 παρ. 1, του οποίου προβλέπεται ότι ο σταθμός φορτηγών αυτοκινήτων μπορεί να παρέχει και υπηρεσίες διαχείρισης εμπορευμάτων [Logistics]. Στο ένδικο μίσθίο για πρώτη φορά θα λειτουργούσε μεταφορική εταιρία διακίνησης εμπορευμάτων.

Το προηγούμενο διάστημα στο μίσθιο λειτουργούσε επιχείρηση παροχής αμιγών υπηρεσιών Logistics προς τρίτους. Γι' αυτό και για την ίδρυση και λειτουργία μεταφορικής εταιρίας διακίνησης εμπορευμάτων στο μίσθιο ήταν απαραίτητη η έκδοση αδείας λειτουργίας από την αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης.

Τέτοια άδεια δεν είχε εκδοθεί κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, αλλά και ούτε στη συνέχεια εκδόθηκε. Παρά ταύτα, η πρώτη εναγόμενη, μισθώτρια, από την αρχή παρέλαβε και χρησιμοποιούσε ανενόχλητα το μίσθιο, όπως συμφωνήθηκε, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω σκοπών της, δηλαδή και για τη λειτουργία σ' αυτό της μεταφορικής εταιρίας της.

Χρησιμοποιώντας η μισθώτρια, συνεχώς το μίσθιο, μόλις στις αρχές του έτους 2006 επιδίωξε να της χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας και προς τούτο ενδιαφέρθηκε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα έγγραφα, [οικοδομική άδεια του μισθίου, τοπογραφικό διάγραμμα κ.λ.π.], ώστε να υποβάλει αυτά στην ως άνω αρμόδια Διεύθυνση.

Απευθύνθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας εκμισθώτριας και αναζήτησε τα πιο πάνω έγγραφα και δη το τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο να απεικονίζονται οι χρήσεις για περιμετρικά του μισθίου, δεδομένου ότι από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 περ. β του ως άνω π. δ. 79/2004, [που άρχισε να ισχύει πριν τη συνομολόγηση της μίσθωσης], προκύπτει υποχρέωση απεικόνισης των χρήσεων γης περιμετρικά του υποδεικνυόμενου χώρου, για την ίδρυση σταθμού φορτηγών αυτοκινήτων ή εμπορευματικού σταθμού αυτοκινήτων και σε ζώνη 100 μέτρων.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους [2006] υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, για τη χορήγηση βεβαίωσης χρήσης του οικοπέδου, όπου το μίσθιο [βλ. την από 5-7-2006 αίτηση]. Μαζί με την αίτηση υπέβαλε και το από Ιούνιο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., Πολιτικού Μηχανικού, ο οποίος και συνέταξε αυτά κατ' εντολή της εναγόμενης μισθώτριας.

Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, σε αντίθεση με το από Φεβρουάριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της ..., που ήταν στην Πολεοδομία συνημμένο στην υπ' αριθμ. .../2002 άδεια οικοδομής των ως άνω εμπορικών αποθηκών, απεικονίζονται όλες οι κτιριακές εγκαταστάσεις περιμετρικά του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, [όπου και οι αποθήκες], μεταξύ των οποίων και ένα Δημοτικό Σχολείο, που λειτουργούσε πριν το έτος 2002 και ήταν σε απόσταση μόλις 52,50 μέτρων από την περίμετρο του όλου ενιαίου αγροτεμαχίου και 120 μέτρων από τις αποθήκες.

Η σύνταξη δε του τοπογραφικού αυτού έγινε σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη επέκτασης ..., η οποία εγκρίθηκε από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στις 11-1-2005, [δηλαδή μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης], όπως η εγκριτική απόφαση δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 179/ΦΕΚ/17-2-2005. Με την ως άνω πολεοδομική μελέτη, το αγροτεμάχιο ..., [όπου και το μίσθιο], είναι μεν εκτός του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ..., χωρίς όμως να έχει ολοκληρωθεί η πράξη εφαρμογής, ενώ οι χρήσεις γης που καθορίσθηκαν στην περιοχή αυτή ήταν αμιγούς κατοικίας [βλ.

την υπ' αριθμ. πρωτ. .../4-7-2006 βεβαίωση του αρμοδίου αντιδημάρχου του Δήμου ...]. Απαντώντας η αρμόδια προϊσταμένη της πιο πάνω υπηρεσίας [Πολεοδομίας], ενημερώνει την πρώτη εναγομένη ότι για το ως άνω οικόπεδο έχουν καθοριστεί από τα ισχύοντα πολεοδομικά διατάγματα ρυμοτομίας και όρων δόμησης χρήσης γης αμιγούς κατοικίας και ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του από 23-2/6-3-1987 Π.

Δ/τος δεν επιτρέπεται, μεταξύ άλλων και η λειτουργία μεταφορικής εταιρίας, [βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 29/ΔΘ/9010/2006 έγγραφη απάντηση της ως άνω υπηρεσίας]. Παράλληλα, η πρώτη εναγόμενη, με την από 17-7-2006 αίτησή της στην αρμόδια Δ/νση Μεταφορών Δυτικής Θεσσαλονίκης, υποβάλλοντας σ' αυτήν και το τοπογραφικό διάγραμμα, ζητεί τη χορήγηση αδείας ίδρυσης και λειτουργίας διαμεταφορικής εταιρίας στο μίσθιο.

Όμως, η πιο πάνω Διεύθυνση, με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../Φ 10081/19-7-2006 έγγραφό της, γνωστοποιεί στην εναγόμενη [πρώτη] μισθώτρια ότι, στην αποθήκη Ο.Τ. 111, [όπου το μίσθιο], δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια ίδρυσης και λειτουργίας μεταφορικής εταιρίας διακίνησης εμπορευμάτων για δυο λόγους και δη: Α] Επειδή σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από το περίγραμμα του οικοπέδου, [κατά το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα], υπάρχει σχολείο και Β] Επειδή, με το αριθμ. .../ΔΘ/-9258/06/12-7-2006 έγγραφό της, η Διεύθυνση Πολεοδομίας Δυτικών Περιοχών βεβαιώνει ότι ο χώρος αυτός είναι αμιγούς κατοικίας και απαγορεύεται η ίδρυση και λειτουργία διαμεταφορικής εταιρίας.

Μετά την ως άνω άρνηση της αρμόδιας Διεύθυνσης, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια, με την από 4-8-2006 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της, την οποία, μαζί με την αρνητική [ως άνω] έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης αυτής, επέδωσε στην ενάγουσα στις 31/8/2006, [βλ. την υπ' αριθμ. .../2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...], αφού διαμαρτύρεται για την άρνηση της τελευταίας να της χορηγήσει αντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος του ως άνω οικοπέδου, [όπου οι αποθήκες], καταγγέλλει την ένδικη μίσθωση, επικαλούμενη την απαγόρευση της ίδρυσης και λειτουργίας μεταφορικής εταιρίας στο μίσθιο, γεγονός που αποτελεί, [κατά τη μισθώτρια], πραγματικό ελάττωμα, που εμφανίστηκε μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης.

Μάλιστα, στην έγγραφη αυτή καταγγελία της αναφέρει ότι δεν τάσσει προθεσμία [εύλογη] για την αποκατάσταση της χρήσης του μισθίου, γιατί κατ' αυτήν είναι ανέφικτη η αποκατάσταση της χρήσης. Στη συνέχεια, άμεσα, [με την καταγγελία], καλούσε την ενάγουσα να παραλάβει το μίσθιο και κατόπιν της άρνησης της τελευταίας, με την από 29-9-2006 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε σ' αυτή την ίδια ημέρα, [βλ.

την υπ' αριθμ. .../29-9-2006 έκθεση επιδόσεως του ιδίου, όπως παραπάνω, δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης], καλούσε την ενάγουσα να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου. Από την 1/9/2006, [μετά την καταγγελία], η πρώτη εναγόμενη αποχωρώντας από το μίσθιο, δεν χρησιμοποιεί αυτό για καμία δραστηριότητά της [ούτε ως αποθηκευτικό και μόνο, χώρο ή την παροχή αμιγών υπηρεσιών Logistics] .

Με όσα δε αναφέρθηκαν η ως άνω καταγγελία είναι έγκυρη και έχει ως αποτέλεσμα την άρση της μισθωτικής σχέσης για το μέλλον. Έτσι, η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια δεν οφείλει μισθώματα από την 1-9-2006 και εφεξής. Και τούτο γιατί, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η μη χορήγηση από την αρμοδία αρχή της απαιτούμενης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της επιχείρησης [μεταφορικής εταιρίας] της μισθώτριας στο μίσθιο, εφόσον με την έλλειψη της αδείας, παρεμποδίζεται ολικά η συμφωνημένη χρήση του, αποτελεί πραγματικό ελάττωμα, κατά την έννοια που αναφέρθηκε και γι ' αυτό η πρώτη εναγομένη μισθώτρια είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση.

Κατά τα παραπάνω, συμφωνήθηκε η χρήση του μισθίου για τη λειτουργία μεταφορικής εταιρίας, δηλαδή για δραστηριότητα που προβλέπεται από το καταστατικό της μισθώτριας εταιρίας, όπως ρητά αναφέρεται στον 3° όρο του μισθωτηρίου και όχι απλά για αποθηκευτικό χώρο ή την παροχή αμιγών υπηρεσιών LOGISTICS. Μόνη η χρήση του ως αποθηκευτικού χώρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν εξυπηρετούσε τις δραστηριότητες [και κατά το καταστατικό] της μισθώτριας εταιρίας.

Για τη λειτουργία, όμως, της μεταφορικής εταιρίας στο μίσθιο, ήταν αναγκαία η χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτής. Και τέτοια άδεια, κατά τα παραπάνω, δεν χορηγήθηκε. Ούτε, άλλωστε, μπορούσε να χορηγηθεί, όπως προκύπτει από την ως άνω απορριπτική απάντηση της αρμόδιας Διεύθυνσης, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. .../Φ10081/19-7-2006 έγγραφό της. Γι' αυτό και η Διεύθυνση Μεταφορών της Ν. Α. Θεσσαλονίκης, δεν διενήργησε αυτοψία στο χώρο του μισθίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του ίδιου Π.Δ. 79/2004, κατά τις οποίες δεν απαιτείται διενέργεια αυτοψίας στην περίπτωση που από την εξέταση των υποβαλλομένων τοπογραφικών σχεδίων προκύπτει, [όπως και στην προκείμενη περίπτωση], ότι η προτεινόμενη θέση για την ίδρυση σταθμού είναι ακατάλληλη, βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ίδιου Π.

Δ/τος, [βλ. περ. 3.5 της παρ. 3 του άρθρου 10, παρ. 3.2 του άρθρου 9, άρθρ. 121, 13 και 14 του Π.Δ. 79/2004] . Οι συνέπειες της καταγγελίας επέρχονται έστω και αν η εκμισθώτρια δεν έταξε εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση, γιατί κάτι τέτοιο πλέον ήταν άσκοπο, αφού πλέον, κατά τα παραπάνω, δεν ήταν δυνατή η χορήγηση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης και η χρήση του μισθίου κατά τη συμφωνία ...

Η μη δυνατότητα αυτή (χορήγησης άδειας λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης) προκύπτει και από τη νέα απάντηση της αρμόδιας Διεύθυνσης, [μετά την καταγγελία], σε αίτηση της ενάγουσας, [από 12-10-2006] για χορήγηση της άδειας, κατά την οποία [εμμένοντας στην ως άνω άρνησή της στο υπ' αριθμ. πρωτ. .../-Φ.10081/19-7-2006 έγγραφό της προς την πρώτη εναγόμενη μισθώτρια] θα μπορούσε να χορηγηθεί άδεια μόνο αν τα δύο αγροτεμάχια, [όπου οι αποθήκες], δεν αποτελούσαν ενιαίο οικόπεδο, [αφού, παρά τα ως άνω αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα, και κατά τη Διεύθυνση σ' αυτό τότε δεν είχε γίνει πράξη εφαρμογής της ρυμοτομίας και διαχωρισμός των οικοπεδικών τετραγώνων] και αν μπορούσε να εκδοθεί απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, [βλ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. .../Φ 10081/7-11-2006 έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης]. Νέα επανεξέταση της υπόθεσης από την αρμόδια διεύθυνση δεν έγινε στη συνέχεια, [βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. .../Φ 10081/-1501102996 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης]. Χρήση δε του μισθίου δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την προηγούμενη χορήγηση άδειας, αφού ναι μεν, κατά το υπ' αριθμ.

πρωτ. .../ΔΘ/11090/06/8-9-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας προς τον εκπρόσωπο της ενάγουσας, είναι δυνατή η διατήρηση, για 10 έτη από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του Καλοχωρίου, δραστηριότητας που αντίκειται στα επιτρεπόμενα των χρήσεων αμιγούς και γενικής κατοικίας, πλην όμως η διατήρηση αυτή αφορά δραστηριότητες για τις οποίες είχε εκδοθεί άδεια λειτουργίας.

Ο αντίθετος επ' αυτού ισχυρισμός της ενάγουσας αποδεικνύεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδεικνύεται δε ακόμη ότι το παραπάνω πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που παρεμπόδιζε ολικά τη χρήση του, είτε υπήρχε κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, [όπως η λειτουργία Σχολείου, σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από το περίγραμμα του όλου οικόπεδου, όπου το μίσθιο], είτε εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, [με τον καθορισμό των ως άνω επιτρεπόμενων ή μη χρήσεων γης, με το υπ' αριθμ. 179/Δ/17-2-2005 ΦΕΚ], χωρίς να έχει έννομη επιρροή για την ισχύ της καταγγελίας αν η ενάγουσα εκμισθώτρια βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα για το ως άνω ελάττωμα.

Επί πλέον η καταγγελία είναι ισχυρή και έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, [την άρση της μισθωτικής σχέσης από 1/9/2006], γιατί αυτή δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εκμισθώτρια. Και τούτο γιατί πράγματι η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια χρησιμοποιούσε το μίσθιο χωρίς άδεια, επί δύο και πλέον έτη και καθυστέρησε σημαντικά να ερευνήσει τη δυνατότητα έκδοσης άδειας και τη χορήγηση αυτής.

Όμως, το γεγονός αυτό δεν καθιστά την καταγγελία καταχρηστική, αφού η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια κατά το διάστημα αυτό, [που χρησιμοποιούσε το μίσθιο] κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, τα μισθώματα, ενώ δεν αποδεικνύεται η δυνατότητα της συνέχισης της χρήσης κατ' ανοχή της αρμόδιας Διεύθυνσης και επί πλέον δεν μπορεί να αξιωθεί από τη μισθώτρια να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησής της στο μίσθίο χωρίς άδεια, με σοβαρό κίνδυνο να υποστεί τις συνέπειες της παράνομης λειτουργίας της, με δεδομένο ότι ήδη οι αρμόδιες υπηρεσίες ασχολήθηκαν με τις αιτήσεις των διαδίκων και αρνήθηκαν τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας αυτής.

Με όσα αναφέρθηκαν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός, [ένσταση, κατά τα παραπάνω], των εναγομένων, όπως παραδεκτά πρότειναν πρωτόδικα [άρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1γ του ΚΠολΔ] και επαναφέρουν και τώρα προς απόκρουση της εφέσεως [άρθρ. 527, παρ. 1 του ΚΠολΔ], ότι με την καταγγελία επήλθε άρση της μισθωτικής σχέσης και δεν οφείλουν μισθώματα [τα αιτούμενα] μετά την 1-9-2006.

Βέβαια, η ενάγουσα, εκμισθώτρια, για να άρει την ευθύνη της από την ύπαρξη του πιο πάνω ελαττώματος, παραδεκτά πρόβαλε πρωτόδικα, προς απόκρουση της πιο πάνω ενστάσεως, τη νόμιμη αντένσταση [άρθρ. 586, σε συνδ. με 579, 580 και 481 του ΑΚ], ότι η πρώτη εναγομένη μισθώτρια γνωρίζοντας το ελάττωμα παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο και σε κάθε περίπτωση αυτή από βαριά αμέλεια αγνοούσε τη ύπαρξή του.

Όμως, ο ισχυρισμός της αυτός δεν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο, γιατί, από κανένα στοιχείο, δεν προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη, μισθώτρια, κατά την παραλαβή του μισθίου, γνώριζε πως δεν υπήρχε δυνατότητα χορήγησης αδείας λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης στο μίσθιο, από την ύπαρξη σχολείου κοντά στο οικόπεδο, όπου το μίσθιο.

Αυτό άλλωστε δεν το γνώριζε και η ίδια η ενάγουσα. Έτσι, και αν ακόμη παρέλαβε το μίσθιο ανεπιφύλακτα δεν αίρεται η ευθύνη της ενάγουσας εκμισθώτριας για το ελάττωμα [άρθρ. 581 του ΑΚ]. Επί πλέον, δεν αποδεικνύεται, ότι η πρώτη ενάγουσα εκμισθώτρια ή και οι υπόλοιποι δύο εναγόμενοι, [εκπρόσωποί της], κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως, από βαριά αμέλεια, αγνοούσαν την ως άνω απαγόρευση της λειτουργίας της επιχείρησης μεταφοράς στο μίσθιο.

Μπορεί ο δεύτερος εναγόμενος να είχε προηγούμενη εμπειρία από τη συμμετοχή του σε άλλη μεταφορική εταιρία. Όμως, το μίσθίο δεν είχε τέτοιες ελλείψεις, τις οποίες να μπορούσαν να αντιληφθούν οι εναγόμενοι και μάλιστα ότι αυτές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στη συμφωνημένη χρήση. Οι αποθήκες [μετά του αναλογούντος σ' αυτές και απαιτουμένου από το Π.Δ. 79/2004 χώρου στάθμευσης και ελιγμών φορτηγών αυτοκινήτων], που η πρώτη εναγόμενη είχε μισθώσει απείχαν πάνω από 100 μέτρα από το Δημοτικό Σχολείο.

Οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων και οι εν γένει εκπρόσωποι της πρώτης, με την επιμέλεια του μέσου συνετού επαγγελματία, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι η απαιτούμενη απόσταση του σχολείου υπολογίζεται από το όριο του όλου οικοπέδου της εκμισθώτριας και όχι από τις ίδιες τις αποθήκες, ότι το οικόπεδο ήταν ενιαίο και εκτός σχεδίου με απαγορευμένες συγκεκριμένες χρήσεις και ότι τα παραπάνω θα δημιουργούσαν εμπόδια στην έκδοση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της μεταφορικής εταιρίας.

Μετά απ' αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι, κατά την ουσιαστικά βάσιμη ένστασή τους, δεν οφείλουν τα αιτούμενα (μετά την 1-9-2006) μισθώματα, γιατί η ως άνω καταγγελία είχε ως αποτέλεσμα την άρση της μισθωτικής σχέσης από 1/9/2006 και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, [από την ακυρότητα της καταγγελίας], ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους τρεις πρώτους λόγους της έφεσής της, ότι δηλαδή το μίσθιο δεν έχει ελάττωμα κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, ούτε κατά τη διάρκεια αυτής εμφανίστηκε τέτοιο, που να εμπόδιζε τη συμφωνημένη χρήση [πρώτος λόγος], ότι οι εναγόμενοι, σε κάθε περίπτώση, γνώριζαν το ελάττωμα και παρέλαβαν ανεπιφύλακτα το μίσθίο ή από βαριά αμέλεια το αγνοούσαν, [δεύτερος λόγος] και ότι η καταγγελία ασκήθηκε καταχρηστικά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και είναι άκυρη [τρίτος λόγος].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το μισθωτήριο οι διάδικοι συμφώνησαν επακριβώς ότι "... σε περίπτωση που η μισθώτρια καταγγείλει την παρούσα μίσθωση πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου, υποχρεούται να καταβάλει τα μισθώματα μέχρι τη λήξη της παρούσας μίσθωσης, και όχι πέραν της επανεκμίσθωσής του, με τους όρους αυτούς", [όρος 4 εδ.

β του από 19/5/2004 μισθωτηρίου, όπως τροποποιήθηκε με το από 14/6/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό]. Με βάση αυτόν τον ειδικότερο όρο της σύμβασης η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι και αν ακόμη [επικουρικά] η καταγγελία της μίσθωσης είναι έγκυρη, οι εναγόμενοι οφείλουν τα αιτούμενα [μετά την 1/9/2006] μισθώματα. Όμως, από την ειδικότερη αυτή συμφωνία, δεν προκύπτει υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν μισθώματα και μετά την ως άνω έγκυρη καταγγελία της μισθώτριας και την εξ αυτής, άρση της μισθωτικής σχέσης.

Η καταγγελία της μισθώτριας έγινε εξ αιτίας πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, που εμπόδιζε ολικά τη χρήση του μισθίου, [κατά τα αναφερόμενα παραπάνω] και όχι από λόγους που αφορούν τη μισθώτρια, όπως, χωρίς κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις τους, αλλά με σαφήνεια, κατά τα παραπάνω, συμφώνησαν οι διάδικοι, [με τον ως άνω 4° περ.

β όρο]. Έτσι, τα ίδια που δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή και ως προς την επικουρική βάση της, [εκείνης, δηλαδή, της οφειλής των μισθωμάτων κατά τον πιο πάνω όρο της σύμβασης], ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό, όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον τέταρτο [και τελευταίο] λόγο της έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 579 έως 586, 173 και 200 ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Το δικαστήριο της ουσίας διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων, οι όποιες δε ελλείψεις στην περαιτέρω ανάλυση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου, οι πλημμέλειες δεν πρέπει να αναφέρονται στη νομική σκέψη, αλλά στις παραδοχές.

Τέλος, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι ο όρος 4 εδ. β του από 19-5-2004 μισθωτηρίου, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ήταν σαφής, ορθώς δεν προέβη στην ερμηνεία του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως υπό στοιχεία 2 και 2.5 από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.

Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 εδ. 20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος, (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.

Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχεία 2.2 λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 19-5-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε την κρίση του, ότι η μίσθωση έγινε για όλες τις χρήσεις που αναφέρονται στο μισθωτήριο, αλλά κυρίως για τη λειτουργία σ' αυτό μεταφορικής εταιρείας διακίνησης εμπορευμάτων, αποκλειστικώς, στο αναφερόμενο έγγραφο, αλλά συνεκτίμησε αυτό, για τον προσδιορισμό της προέχουσας χρήσης, "κυρίως", με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά στοιχεία.

Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο υπό στοιχεία 2.4 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ότι χωρίς απόδειξη προέβη στον προσδιορισμό της προέχουσας χρήσης του μισθίου.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν είναι πράγματα, όμως, με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της εφέσεως, ο οποίος υποστηρίζει ότι, για τους αναφερόμενους σ' αυτόν, όπως και στο αναιρετήριο υπό στοιχεία 2.3.2.

α-ζ λόγους, οι εναγόμενοι γνώριζαν, άλλως από βαριά αμέλεια αγνοούσαν το ελάττωμα του μισθίου και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο υπό στοιχεία 2.3 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα.

Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 1055/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ για του δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρέστησαν με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο, καθώς και σε όμοιο ποσό χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ για τον τρίτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος παρέστη με άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ