Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of legal interest regarding a third-party objection.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a co-owner and a company against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in its assessment of a third-party objection and failed to consider specific technical evidence. The court ruled that the third-party objection was inadmissible due to a lack of legal interest, as the challenged decision did not bind the appellants, and thus the appeal lacked legal interest.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 1, 2, 3, 4, 5, 13 of Law 3741/1929; Article 576(2) of the Code of Civil Procedure: Co-owners of a building under Law 3741/1929 may freely regulate rights via contract, but a third-party objection is inadmissible if the challenged decision does not bind the objectors, rendering the appeal devoid of legal interest.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 933 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 933/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....... ΟΕ" που εδρεύει στο ....... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αποστολόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2005 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 1346/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/4/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 16/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...., ......, ......, ....., ....., ...... και ....... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ........, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7. Όμως, αυτές δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλες οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, υπαγόμενης στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελευθέρως με σύμβαση που καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς και με τη σύμπραξη όλων και μεταγράφεται (Κανονισμό), τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο ως προς τα αναγκαστικώς χαρακτηριζόμενα ως αδιαίρετα (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ως άνω νόμου και του ΑΚ.
Οι κατ' αυτό τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των εξ αρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενέστερα στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό. Ειδικοί διάδοχοι κατά τ' ανωτέρω είναι όσοι απέκτησαν την κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας από τον κύριο που είχε συμβληθεί στην κατάρτιση ή έχει προσχωρήσει στον κανονισμό.
Ο μισθωτής οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικός διάδοχος, με την παραπάνω έννοια, του ιδιοκτήτη εκμισθωτή, ώστε λόγω της ιδιότητός του αυτής να αποκτά υποχρεώσεις πέρα από εκείνες που απορρέουν από τη μισθωτική σύμβαση. Κατά συνέπεια, εφόσον ο κανονισμός δεν δεσμεύει το μισθωτή, η μίσθωση, έστω και αν συνάπτεται κατά παράβαση αυτού, είναι απολύτως έγκυρη και ως ενοχική σχέση λειτουργεί πλήρως μεταξύ ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας, που την εκμισθώνει και του μισθωτή.
Έτσι, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να ασκεί τη συμφωνημένη με τη μισθωτική σύμβαση χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, για την οποία βέβαια και την κατήρτισε, έστω και αν σύμφωνα με τον κανονισμό απαγορεύεται, και αν ακόμη ανέλαβε την υποχρέωση σεβασμού αυτού, έναντι, φυσικά, στην τελευταία περίπτωση, των μη συμβληθέντων μετ' αυτού συνιδιοκτητών.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 586 παρ. 1, 583 και 92 εδ. β' ΚΠολΔ συνάγεται ότι εκείνος ο οποίος δεν συμμετείχε ή δεν προσκλήθηκε να συμμετάσχει στη μεταξύ άλλων δίκη, ούτε του ανακοινώθηκε η δίκη αυτή (πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο), δύναται να τριτανακόψει την εκδοθείσα οριστική απόφαση που προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και να ζητήσει ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της αποφάσεως.
Ο τρίτος που δεσμεύεται από το δεδικασμένο δύναται να ασκήσει τριτανακοπή μόνο εφόσον επικαλείται δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ δικαστική προστασία δύναται να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, σε κάθε στάση της δίκης.
Έτσι, και για την άσκηση τριτανακοπής απαιτείται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έννομο συμφέρον του τριτανακοπτόντος, δηλαδή να βλάπτονται ή να εκτίθενται τα συμφέροντά του στον κίνδυνο βλάβης, ανεξάρτητα αν η βλάβη πηγάζει από το διατακτικό ή το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία μισθωτής οριζόντιας ιδιοκτησίας, την οποία χρησιμοποιεί ως κατάστημα, προσβάλλει με τριτανακοπή και ζητεί να κηρυχθεί ανενεργός ως προς αυτόν η εκδοθείσα, μεταξύ του συνιδιοκτήτη και μισθωτή και των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, απόφαση με την οποία ο πρώτος, ύστερα από ασκηθείσα κατ' αυτού αγωγή, υποχρεώθηκε να παύσει να χρησιμοποιεί την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του για χρήση που απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας.
Και τούτο γιατί η προμνησθείσα απόφαση δεν δεσμεύει τον τριτανακόπτοντα μισθωτή και από μόνη της δεν έχει γι' αυτόν δυσμενείς αντανακλαστικές συνέπειες, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν (ΑΠ 1639/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες, ιδιοκτήτριες διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο .....
επί της λεωφόρου ... αριθ. ...., με την από 9.5.2003 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν την άρση της αντικειμένης στον Κανονισμό της Πολυκατοικίας ενέργειας των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, οι οποίες (επικαρπώτρια η πρώτη και ψιλές κυρίες οι άλλες δύο), κατά παράβαση του Κανονισμού της Πολυκατοικίας, εκμίσθωσαν το ισόγειο κατάστημά τους μαζί με το υπόγειο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως συνεργείο αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 1821/2004 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 2660/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας οι μισθωτές του εν λόγω καταστήματος, στους οποίους δεν ανακοινώθηκε η προαναφερθείσα δίκη ούτε και έλαβαν μέρος σ' αυτή, ισχυριζόμενοι ότι με την ανωτέρω απόφαση εκτίθενται σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά τους και, ως εκ τούτου, έχουν άμεσο έννομο συμφέρον, άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 10.5.2005 τριτανακοπή με την οποία, κατ' εκτίμηση, ζήτησαν να κηρυχθεί ως προς αυτούς ανενεργός η ως άνω απόφαση, καθόσον οι ίδιοι δεν δεσμεύονται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μεν ότι ο προκείμενος κανονισμός πολυκατοικίας έχει, αντανακλαστικώς, δυσμενείς συνέπειες σε βάρος των μισθωτών αναιρεσειόντων, αλλ' απέρριψε την τριτανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, όπως ειδικότερα ορίζεται σ' αυτή. Η ένδικη τριτανακοπή, όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των τριτανακοπτόντων, αφού, όπως προλέχθηκε, η τριτανακοπτόμενη απόφαση (2660/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) δεν δεσμεύει τους αναιρεσείοντες και, συνεπώς, δεν έχει από μόνη της γι' αυτούς, ούτε αντανακλαστικώς, δυσμενείς συνέπειες.
Αλλά το νομικό αυτό σφάλμα του Εφετείου, εντοπιζόμενο στο αιτιολογικό, δεν επέδρασε στο διατακτικό, αφού εν τέλει ορθώς απορρίφθηκε η τριτανακοπή στο σύνολό της, αν και όχι ως απαράδεκτη, αλλά κατ' ουσίαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο αιτίαση από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το προαναφερόμενο νομικό του σφάλμα προβάλλεται άνευ εννόμου συμφέροντος και εντεύθεν είναι απαράδεκτος αφού, σε περίπτωση παραδοχής του, θα έπρεπε και πάλι να απορριφθεί η τριτανακοπή (ως απαράδεκτη).
Περαιτέρω είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τους αναιρεσείοντες κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: 1) την από ..... έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών, 2) το επίσημο έντυπο με τις τεχνικές προδιαγραφές των μηχανημάτων που λειτουργούν στο συνεργείο, 3) το αντίγραφο της υπ' αριθ.
πρωτ. ..... αιτήσεως προς την Δ/νση Πολεοδομίας, Τομέα Ανατολικής Αττικής και 4) την υπ' αριθ. ...... απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της ως άνω Δ/νσης Πολεοδομίας, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για ν' αποδείξουν τη βασιμότητα της τριτανακοπής τους. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν.
Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατέληξε στην απορριπτική κρίση για την τριτανακοπή, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της από ....... εκθέσεως αυτοψίας του Τμήματος Ελ. Κατασκευών της Νομαρχίας Αθηνών, την οποία ανέγνωσε εσφαλμένα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του συνεκτιμώντας την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι διάδικοι και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε.
Αν και σύμφωνα με όσα προλέχθηκαν εκ περισσού το Εφετείο ασχολήθηκε με την ουσία της υπόθεσης και εντεύθεν οι δύο τελευταίοι αναιρετικοί λόγοι είναι, και εκ μόνου του λόγου αυτού, αλυσιτελείς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 1346/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ