Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
931/2025 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against Epirus Court of Appeal decision, remanding case for retrial by new judges.

Geschäftsnummer 931/2025
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appeals filed by the appellants and the appellant widow against the Epirus Court of Appeal's decision of 77/2020. The court found the appeals admissible and based on valid grounds, specifically regarding access to judicial review under Article 6 of the ECHR. Consequently, the contested judgment was annulled and the case was remanded for retrial before a newly constituted panel of judges.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559 § 19 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision and remand the case for retrial before a different panel of judges when the appeal is admissible and based on valid grounds, ensuring the right to a fair trial and access to judicial review.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility annulment of judgment remand for retrial newly constituted court access to judicial review fair trial rights ECHR Article 6 bisheriger Rechtsstatus

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 931 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 931/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέως Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων 1ης αίτησης αναίρεσης - καθ' ων η κλήση: 1) Ε. Τ. του Γ., 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρη Τσαβδαρίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων 1ης αίτησης αναίρεσης - καλούντων: 1) Α. Ξ. του Α., και 2) Α. Ξ. του Α., κατοίκων ..., οδός ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπαδοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσείουσας 2ης αίτησης αναίρεσης - καθ' ης η κλήση: Ν. Μ. (D. M.) Γ. χήρας Ζ. Ζ. Γ. (G.) το γένος Μ. και Μ. Μ. (B.), κατοίκου ... (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καλλία - Α. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων 2ης αίτησης αναίρεσης - καλούντων : 1) Α. Ξ. του Α., και 2) Α. Ξ. του Α., κατοίκων ..., οδός ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπαδοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Κοινοποιουμένη : η πρώτη αίτηση αναίρεσης στην Ν. Μ. (D. M.) Γ. χήρας Ζ. Ζ. Γ. (G.) το γένος Μ. και Μ. Μ. (B.) και η δεύτερη αίτηση αναίρεσης στους 1) Ε. Τ. του Γ., 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-03-2004 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Π. Ξ. κατά της ήδη αναιρεσείουσας, Ν. Μ. Γ., την από 30-8-2004 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της τελευταίας ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αποβιώσασας Κ. Τ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και την από 23-11-2004 πρόσθετη παρέμβαση της Κ. Τ. υπέρ της Ν. Μ. Γ., οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 110ΤΜ/2005 του ίδιου δικαστηρίου, η 138/2012 εν μέρει οριστική και η 77/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν : οι αναιρεσείοντες με την από 10-09-2020 αίτησή τους και η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2020 αίτησή της, επί των οποίων εκδόθηκε η 1036/2022 και 1038/2022, αντίστοιχα, απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την αντίστοιχη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με τις από 10-11-2022 κλήσεις τους και οι αναιρεσείοντες της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης άσκησαν τους από 26-02-2024 πρόσθετους λόγους αυτής (αριθμ. έκθ, κατ. 36/2024).

Κατά τη συζήτηση της αντίστοιχης αίτησης που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη αυτών και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψής της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης ως εξής: Με την από 15-03-2004 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ο αρχικώς ενάγων Α. Ξ. του Π., κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Ν.

Μ. Γ., αφού εξέθετε ότι κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο άλλως με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας του αναφερόμενου ακινήτου, ως τμήμα του περιγραφόμενου μείζονος ακινήτου, και ότι η εναγόμενη, το έτος 1991, κατέλαβε το τμήμα αυτό, αποβάλλοντάς τον, από αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του και να διαταχθεί η εναγόμενη να του το αποδώσει.

Η κυρίως εναγόμενη άσκησε την από 30-8-2004 και με αριθμ. έκθ. κατ. 1037/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς την δικαιοπάροχό του, Κ. Τ., ως δικονομική εγγυήτρια, να παρέμβει στην κυρία δίκη και να την υποστηρίξει προς απόκρουση της αγωγής, στην οποία είχε ενώσει και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης εναντίον της προσεπικαλούμενης, ζητώντας σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής, να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλλει το ποσό των 17,61 ευρώ ανά τ.μ.

που θα της αφαιρεθεί, και συνολικά το ποσό των 74.595,64 ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτήν ως τίμημα για την αγορά του ακινήτου, με το με αριθμ. .../1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμ/φου Πάρου Ε. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το ποσό των 88.041,09 ευρώ ως δαπάνες για την κατασκευή επ' αυτού κτίσματος οικοδομής, και το ποσό των 44.029,54 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη παράνομη συμπεριφορά της, καθώς και ό,τι άλλο υποχρεωθεί αυτή να καταβάλλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής.

Η προσεπικαλούμενη άσκησε την, από 23-11-2004, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της κυρίως εναγόμενης ζητώντας την απόρριψη της κύριας αγωγής. Επ' αυτών εκδόθηκε η 110ΤΜ/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, συνεκδίκασε την αγωγή, την ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την κύρια αγωγή ως αόριστη, ενώ, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ανακοίνωσης δίκης με την προσεπίκληση προς παρέμβαση, της παρεμπίπτουσας αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης, έκρινε ότι παρείλκε η εξέταση αυτών.

Κατά της απόφασης αυτής ο αρχικώς ενάγων άσκησε την, από 15-3-2006, έφεσή του, ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του. Μετά τον επισυμβάντα, στις 01-11-2008, θάνατο του αρχικού ενάγοντος - εκκαλούντος, οι Α. Ξ. του Α. και Α. Ξ. του Α., ως εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού, ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 09-05-2011 κλήση τους κατά της κυρίως εναγόμενης, Ν.

Μ. Γ. και κατά των Ε. Τ. του Γ. και Π. Τ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας, στις 14-10-2006, προσθέτως παρεμβαίνουσας εισήγαγε προς εκδίκαση την ανωτέρω έφεση του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 138/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προσβληθέν μέρος της, κράτησε την υπόθεση και, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ανέβαλε την έκδοση της απόφασης και διέταξε, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, από τον ορισθέντα με αυτήν πραγματογνώμονα, ενώ δεν προχώρησε (το Εφετείο) στην ερευνά της παρεμπίπτουσας αγωγής της κυρίως εναγόμενης κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, λόγω μη άσκησης από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα επικουρικής έφεσης κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, οι συνεχίζοντες τη δίκη - κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν, με την από 19-7-2018 κλήση τους, την έφεση προς περαιτέρω συζήτηση.

Εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη, με αριθμ. 77/2020, απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον αρχικό ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδώσει το ακίνητο στους συνεχίζοντες τη δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος.

Κατά των ως άνω 77/2020 και 138/2012 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, άσκησαν : α) την από 10-09-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 22/10-09-2020) αίτηση αναίρεσης οι Ε. Τ. του Γ. και Π. Τ. του Γ., ως καθολικοί διάδοχοι της αρχικώς προσθέτως υπέρ της εναγόμενης παρεμβαίνουσας, κατά των Α. Ξ. του Α. και Α. Ξ. του Α., ως καθολικών εκ διαθήκης διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος Α.

Ξ. του Π., και β) την από 12-10-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 27/14-10-2020) αίτηση αναίρεσης η Ν. Μ. (D. M.) Γ. χήρας Ζ. Ζ. Γ. (G.) το γένος Μ. και Μ. Μ. (B.), ως κυρίως εναγόμενη, κατά των Α. Ξ. του Α. και Α. Ξ. του Α. ως καθολικών εκ διαθήκης διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος Α. Ξ. του Π. Επί των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης εκδόθηκαν οι με αριθμ. 1038/2022 και 1036/2022, αντίστοιχα, αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης.

Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης, νόμιμα φέρονται προς συζήτηση με την από 10-11-2022 και με αριθμ. έκθ. κατ. 197/14-11-2022 και από 10-11-2022 και με αριθμ. έκθ κατ. 196/14-11-2022 κλήσεις των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, της πρώτης και δεύτερης ως άνω αίτησης αναίρεσης, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής προσβαλλόμενης, με αριθμ. 77/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και της συμπροσβαλλομένης εν μέρει οριστικής 138/2012 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της εκκαλούμενης, με αριθμ. 110ΤΜ/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, και πρέπει (αιτήσεις και κλήσεις) να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 571 παρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων.

Οι προαναφερθείσες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικαστούν και με τους από 26-02-2024 και με αριθμ. έκθ. κατ. 36/26-02-2024 πρόσθετους λόγους της πρώτης ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες Ε.

Τ. του Γ. και Π. Τ. του Γ., στις 26-02-2024, ήτοι τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση, στο Δικαστήριο αυτό και επιδόθηκαν, με κλήση προς συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις 27-02-2024, ήτοι τριάντα (ημέρες) πριν από τη συζήτηση στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι.

Χ. Για το παραδεκτό συζήτησης της αίτησης αναίρεσης της Ν. Μ. Γ. καθώς και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-05-2023, η αίτηση αναίρεσης και η κλήση επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους συνεχίζοντες τη δίκη της αρχικώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, Ε. Τ. του Γ. και Π. Τ. του Γ., που μετείχαν στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Νάξου Α.

Κ. και από τις με αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης των Ε. και Π. Τ., καθώς και της κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, για τη δικάσιμο της 17-05-2023, η αίτηση αναίρεσης και η κλήση επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, όπως προκύπτει από την από 13-02-2023 και με κωδικό αναφοράς ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας και εταίρου της εταιρίας δικαστικών επιμελητών "SCP-RIVAT- HUICHARD Commissaires de Justice associes" Α. Σ. Μ. Στις 17-05-2023, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων, εξαιτίας της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023, ενώ με την από 08ης Ιουνίου 2023 πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε, οίκοθεν, νέα δικάσιμος, για αμφότερες η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι καθ' ων η κοινοποίηση της κλήσης και της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν, και, συνεπώς, θεωρούνται ως να είναι παρόντες.

Για το παραδεκτό συζήτησης των ανωτέρω πρόσθετων λόγων αναίρεσης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε το δικόγραφο αυτών στην αντίκλητο της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Β. και την από 27-02-2024 απόδειξη παραλαβής του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου και την από 28-02-2024 βεβαίωση του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή.

Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επί της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης των Ε. Τ. και Π. Τ. και των από 26-02-2020 πρόσθετων λόγων αυτής και επί της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης της Ν. Μ. Γ.: [1] Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 651/2024, ΑΠ 14/2023). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 122/2024, ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023).

Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα, εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 496/2024, ΑΠ 479/2024). [2] Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 807/2024, ΑΠ 793/2024, ΑΠ 786/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αρχικός ενάγων Α. Ξ. εξέθετε τα εξής : Ότι είναι κύριος με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας αυτό από αληθή κυρία, με το με αριθμ. .../1990 αγοραπωλητήριο που μεταγράφηκε νόμιμα, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας) ενός χέρσου αγρού, έκτασης τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τετρ.

μέτρων ή κατά νεότερη καταμέτρηση 21.590 τετρ. μέτρων, στην θέση "Σταυρός" ή "Συφναϊκός Γυαλός" της περιφέρειας της κοινότητας Αντιπάρου και πρώην Δήμου Πάρου, εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ζώνης, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά τις διατάξεις του Γ.O.K. Ότι ο αγρός αυτός εμφανίζεται στο από μηνός Ιανουάριου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Β.

Α. Ζ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο με αριθμ. .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιώς Κ. Σ. - Μ., στο οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α, περιτριγυρίζεται δε από ιδιόκτητο δρόμο πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, η έκταση του οποίου συμπεριλαμβάνεται καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτού στην έκταση του προαναφερθέντος αγρού και συνορεύει πέραν τούτου βόρεια επί πλευράς Θ-Ι μήκους εβδομήντα (70) μέτρων συν πλευράς Ι-Κ με ιδιοκτησία Ο., επί πλευράς Κ-Λ μήκους σαράντα (40) μέτρων συν πλευράς Λ-Μ μήκους τριάντα ενός (31) μέτρων συν πλευράς Μ-Ν μήκους τριανταέξι μέτρων με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά επί πλευράς Ν-Ξ μήκους πενήντα τεσσάρων (54) μέτρων συν πλευράς Ξ-Ο μήκους σαράντα (40) μέτρων με ιδιοκτησία Γ.

Μ. (στην πλευρά δε αυτή - ανατολική του αγρού - υπάρχει ιδιωτικός παλαιός ναΐσκος ανεγερθείς προ πολλών ετών), νότια επί πλευράς Ο - Π συν πλευράς Π - Ρ μήκους εκατόν έξι (106) μέτρων με ιδιοκτησία Κ. συζ. Γ. Τ., επί πλευράς Ρ-Λ μήκους ενενήντα έξι (96) μέτρων με ιδιοκτησία Α. συζ. Α. Σ. και δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους τεσσάρων (4) μέτρων συν πλευράς Β - Γ μήκους πενήντα πέντε (56) μέτρων συν πλευράς Γ-Δ μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων συν πλευράς Δ - Ε συν πλευράς Ε - Ζ μήκους τριάντα πέντε (35) μέτρων συν πλευράς Ζ - Η μήκους τριάντα τριών (33) μέτρων συν πλευράς Η - Θ με ιδιοκτησίες Ι.

Π. και Α. Τ. Ότι μέσα στα όρια του ακινήτου του ενάγοντος, φέρεται ότι η εναγόμενη αγόρασε (σε εκτέλεση του με αριθμ. .../1991 προσυμφώνου της της συμβ/φου Πάρου Ε. Ε. Τ.), με το με αριθμ. .../1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της αυτής ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος Κ. Τ., ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 4.236 τετρ.

μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο από μηνός Σεπτεμβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ., προσαρτηθέν στο ως άνω προσύμφωνο. Ότι το ανωτέρω αγροτεμάχιο όμως βρίσκεται μέσα στο προαναφερόμενο ακίνητο του ενάγοντος, όπως εμφαίνεται με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-α στο από 03-11-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.

Μ., έκτασης κατά νεότερη καταμέτρηση 4.000 τετρ. μέτρ., και έκταση πλευράς α-β δεκατρία μέτρα και σαράντα πέντε (13,45), β-γ τριάντα δύο μέτρα και εξήντα εκατοστά (32,60), γ-δ εβδομήντα έξι μέτρα και εξήντα εκατοστά (76,60), δ-ε πενήντα έξι μέτρα και είκοσι εκατοστά (56,20), 3-α ογδόντα μέτρα και τριάντα εκατοστά (80,30), κείται δε στο βορειοανατολικό τμήμα του ακινήτου του αρχικώς ενάγοντος, που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο, Ο1, Ο2, Π-Ρ-Α, και το οποίο στηρίζεται, κατά ρητή δήλωση του τοπογράφου μηχανικού, στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο ανωτέρω με αριθμ. .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Ότι όπως εμφαίνεται από το 03/11/2003 τοπογραφικό διάγραμμα τα δύο ακίνητα δεν έχουν κοινό όριο και ότι οι πλευρές όμως α-β και β-γ του επίδικου τμήματος ακινήτου είναι παράλληλες προς την πλευρά Ο -Ο1-Ο2-Π του μεγαλύτερου ακινήτου ιδιοκτησίας ενάγοντος, το 1/2 της πλευράς 3-α είναι παράλληλο της πλευράς Ξ-Ο, ενώ οι λοιπές πλευρές του επιδίκου με στοιχεία γ-δ και δ-ε κείνται εντός του ευρύτερου ακινήτου, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο όριο, και στο τμήμα αυτό η εναγόμενη ανήγειρε το έτος 1996 διώροφη οικία, εμβαδού 100 τετρ.

μέτρων, περίπου. Με βάση τα προαναφερθέντα, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ο αρχικός ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο τμήμα έκτασης 4.236 τετρ. μέτρων ή 4.000 τετρ. μέτρων κατά νεότερη καταμέτρηση, κειμένου στο βορειανατολικό άκρο του χέρσου αγρού ιδιοκτησίας του, συνολικής έκτασης τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τετρ.

μέτρων, που περιγράφεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Ζ. και να του αποδώσει αυτό η εναγόμενη, η οποία κατέλαβε το τμήμα αυτό του ακινήτου του. Η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και πλήρης, διότι αναφέρεται σ' αυτήν κτήση κυριότητας του αρχικού ενάγοντος επί του επίδικου με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσδιορίζεται δε επακριβώς κατά είδος, θέση, έκταση και όρια τόσο το μείζον ακίνητο, όσο και το εντός αυτού επίδικο και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Το γεγονός ότι τα μνημονευόμενα στην αγωγή, τοπογραφικά διαγράμματα, στα οποία και εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει δεν προσαρτήθηκαν στην αγωγή, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη ως προς την περιγραφή του. Το εάν τα επικαλούμενα στην αγωγή τοπογραφικά διαγράμματα και ο προσδιορισμός του επίδικου αλλά και του μείζονος ακινήτου που γίνεται με βάση αυτά, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αποτελούν θέμα απόδειξης και δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη, ενώ δεν καθίσταται η αγωγή αόριστη από την αναφερόμενη στην αγωγή ως επιφάνεια του μείζονος ακινήτου τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τ.μ.

ή κατά νεότερη καταμέτρηση 21.560 τ.μ.. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας περιγραφής του επίδικου ακινήτου, ως τμήματος μείζονος ακινήτου του ενάγοντος - εκκαλούντος και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την επαναφερθείσα από την εναγόμενη - εφεσίβλητη και από την υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση αοριστίας της αγωγής, που είχαν προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς την περιγραφή του ακινήτου.

Επομένως, το Εφετείο με την παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης και την απόρριψη της επαναφερθείσας ένστασης αοριστίας, και τη μη κήρυξη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου ως τμήμα του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, και ο αντίθετος πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της πρώτης αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής και ο πρώτος λόγος αναίρεσης της δεύτερης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Επί της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης της Ν. Μ. Γ.: [1] Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους αυτής και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η ερευνά των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 131/2024).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης, πρόσθετους λόγους αυτής και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 167/2024). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 69 παρ.1 περ.

δ' ΚΠολΔ, συνάγονται τα εξής: Ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνους, από τους οποίους έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο.

Η άσκηση της προσεπίκλησης έχει τα αποτελέσματα, που έχει και η άσκηση της αγωγής, μπορεί δε να ενωθεί με αυτήν (προσεπίκληση) και αγωγή αποζημίωσης, η οποία έχει από τη φύση της επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ερευνάται από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής. Το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης του εναγόμενου μπορεί να απορρέει από οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του άλλου (δικονομικού του εγγυητή), διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή που αναφέρεται στο κατά την κυρία δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο, και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα τούτο εξαρτάται από την έκβαση της κυρίας δίκης (ΑΠ 260/2001), όπως δικαίωμα αποζημίωσης του αγοραστή από τον πωλητή λόγω έλλειψης κυριότητας του τελευταίου στο πωληθέν πράγμα (513, 514, 515 εδ.

α', 516, 297, 298 ΑΚ, ΑΠ 1728/2023, ΑΠ 385/2023). Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη, που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος - προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή.

Έτσι, με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προεπικαλούμενου, που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο του προσεπικαλούντος. Αν ο προσεπικληθείς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη μόνο με την ιδιότητά του αυτή.

Συνεπώς, αν απορριφθεί η κύρια αγωγή σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, η έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος ενάγοντος στην κύρια δίκη στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του εναγόμενου και καλείται ο υπέρ του τελευταίου παρεμβαίνων.

Για να αχθεί, όμως, στο εφετείο και να καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης και η απορριφθείσα, μαζί με την κύρια αγωγή, προσεπίκληση των δικονομικών εγγυητών με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση και ο προσεπικαλέσας - εναγόμενος και όχι να προσκομίσει ή επικαλεστεί αυτήν (προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή) με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητος - κυρίως εναγόμενος.

Η έφεση αυτή κατ' ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης του ενάγοντος, γιατί αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας - παρεμπίπτων ενάγων έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγόμενου, στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 1194/2021). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ.

γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 28/2024, ΑΠ 1902/2022, ΑΠ 1731/2022).

[4] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η κυρίως εναγόμενη - εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 30-8-2004 και με αριθμ. έκθ. κατ. 1037/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ενωθείσα με προσεπίκληση - ανακοίνωση της δίκης κατά της Κ.

Τ., τρίτης στην κύρια δίκη, για την περίπτωση ευδοκίμησης της σε βάρος της κύριας αγωγής, λόγω έλλειψης κυριότητας στην προαναφερθείσα τρίτη του πωληθέντος απ' αυτήν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ακίνητο, της οποίας η εξέταση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας παρείλκε, λόγω απόρριψης της κύριας αγωγής ως απαράδεκτης, εξαιτίας αοριστίας.

Με την ασκηθείσα από τον κυρίως ενάγοντα, ως ηττηθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έφεση δεν μεταβιβάσθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, διότι υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή κύρια δίκη και η άλλη, που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν η εναγόμενη - προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ηττηθεί στην κύρια δίκη αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή, ήτοι δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, κυρίως ενάγοντα - εκκαλούντα, ενώ η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, Ν.

Μ. Γ. δεν άσκησε (επικουρική) έφεση, που θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης του κυρίως ενάγοντος, οπότε δημιουργείται το πρώτον το έννομο συμφέρον της, και ανατρέχει, κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου. Το Εφετείο το οποίο δεν εξέτασε την παραπάνω παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που άσκησε η παρεμπτιπτόντως ενάγουσα κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης για το λόγο ότι δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με (επικουρική) έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, δεν άφησε αδίκαστη αίτηση, και, συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα (Ν.

Μ. Γ.), μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 9 (και όχι 1 και 14, όπως αναφέρεται από παραδρομή) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι άφησε αδίκαστη την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης την οποία άσκησε εναντίον της παρεμπτιπτόντως εναγόμενης, η οποία συμμετείχε στην πρωτοβάθμια δίκη, και δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ασκηθείσα από τον κυρίως ενάγοντα έφεση, είναι αβάσιμος.

IV. Επί της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης των Ε. Τ. και Π. Τ. και των από 26-02-2020 πρόσθετων λόγων αυτής και επί της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης της Ν. Μ. Γ.: [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033 και 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή, μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πλην όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση αφού γι' αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει (ΑΠ 1400/2020, ΑΠ 20/2017, ΑΠ 308/2015). [2] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, φυσική εξουσία (κατοχή), με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, όσον αφορά δε την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, η δυνατότητα της προσμέτρησης εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του προϋποθέτει ότι έχει και ο αρχικός νομέας τα ίδια προσόντα της χρησικτησίας, είναι δηλαδή καλόπιστος (ΑΠ 319/2023).

Όμως, ο αποκτών τη νομή με παράγωγο τρόπο δεν δύναται να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα σε ακίνητο με χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει ίδια νομή επί τον απαιτούμενο (για τη χρησικτησία) χρόνο, αλλά με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, εναντίον του τελευταίου τούτου ή κατ` εκείνου στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος του με σύμβαση που μεταγράφηκε, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση προς τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των μεταβιβαστικών πράξεων που αφορούν ακίνητα (ΑΠ 319/2023, ΑΠ 1104/2018, ΑΠ 2069/2014). [3] Κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini), άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, ο καθαρισμός η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίσταση (ΑΠ 653/2024, ΑΠ 1891/2023, ΑΠ 1400/2022).

[4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 354/2022).

[5] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται εκτός οικισμού Αντιπάρου, στην θέση "Σταυρός" ή Συφναίικος Γυαλός, εμφαίνεται στο από Οκτώβριος 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Μ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, είναι επιφάνειας κατ' αυτό 4.236 τμ και συνορεύει γύρωθεν, κατ' αυτό, επί πλευράς Α-Β μήκους 77 μ. με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς Ε-Δ, μήκους 77 μ., με φερόμενη ιδιοκτησία ιδίας Κ. Τ., ανατολικά επί πλευράς Β-Γ-Δ μήκους 46,50 μ., με φερόμενη ιδιοκτησία Κ. Τ. και δυτικά επί πλευράς Α-Ε, μήκους 57,50 μ., με φερόμενη ιδιοκτησία Κ.

Τ. Κατά τον πραγματογνώμονα, αγρονόμο - τοπογράφο μηχανικό, Θ. Τ. που ορίστηκε με την με αριθμό 141/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, σε αντικατάσταση αυτού, που είχε οριστεί με την με αριθμό 138/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, το επίδικο έχει επιφάνεια 4.090,05 τ.μ. και εμφαίνεται στο από Ιούνιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία α1-α2-α3-α4-α5-α1, το οποίο συνορεύει γύρωθεν κατ' αυτό:

Βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς α5-α1, συνολικού μήκους 80,36 μ., υλοποιημένης με λίθινο τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, κατά τμήματα κατεστραμμένο, με την υπόλοιπη έκταση του αρχικού ενάγοντος και ειδικότερα με την αγροτική οδό, που διέρχεται από το ακίνητο του αρχικού ενάγοντος και περιλαμβάνεται στην έκταση αυτού, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς α4-α5 συνολικού μήκους 46,27 τμ, υλοποιημένης με λίθινο τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, κατά τμήματα κατεστραμμένο, με την υπόλοιπη έκταση του αρχικού ενάγοντος και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς α1-α2, συνολικού μήκους 56,14 μ., υλοποιημένης με ίχνος λίθινου τοιχίου πρόσφατης κατασκευής (είναι εμφανές το θεμέλιο), με την φερόμενη ιδιοκτησία των Φ.

Ψ. και Μ. Κ., δυνάμει του με αριθμό ...-1992 συμβολαίου και σε πλευρά α2-α3, μήκους 2,18 μ, με την υπόλοιπη έκταση του αρχικού ενάγοντος. Ο αρχικός εκκαλών- αρχικός ενάγων, Α. Π. Ξ. και μετά τον επισυμβάντα θάνατό του, την 1-11-2008, οι καλούντες - νόμιμοι κληρονόμοι του, που συνεχίζουν την δίκη, ισχυρίζονται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδίων και των αμέσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ενώ η εναγόμενη και η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα και μετά τον επισυμβάντα θάνατό της στις 14-10-2006, οι νόμιμοι κληρονόμοι της, που συνεχίζουν την δίκη, ισχυρίζονται ότι αυτό περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους.

Δυνάμει του με αριθμό ...-1924 συμβολαίου διανομής κληρονομιαίων ακινήτων του συμβολαιογράφου Πάρου Φ. Σ. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της νήσου Πάρου (τόμος 37 και αριθμ. 36) ο Ν. Φ. του Α. (απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος) έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων και διανεμητέων ακινήτων και ένα ακίνητο, που περιγράφεται επί λέξει: "έναν αγρό κείμενον κατά την θέση "Σταυρός", της ιδίας Κοινότητας, εκτάσεως τριών περίπου ζευγαριών, περιέχοντα "Ναόν ο Σταυρός", συνορεύοντα με κτήματα κληρονόμων Ι.

Β., Ε. Ρ. και οδόν διερχομένην δια των κτημάτων Ε. Ρ.". Στη συνέχεια ο κύριος του ως άνω ακινήτου, Ν. Φ. του Α. δυνάμει του με αριθμό ...-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Πάρου Θ. Κ., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμο 64 και αριθμ. 50), μεταβίβασε δια πωλήσεως την κυριότητα του ως άνω ακίνητου στην αρχική προσεπικαλούμενη και προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.

συζ. Γ. Τ. και συγκεκριμένα "έναν αγρόν χέρσον κείμενον κατά την θέσιν "Σταυρός" της περιφέρειας της Κοινότητας Αντιπάρου και τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Σ. Ε. Ρ., Γ. Τ. και Κ. Τ., η οδός δε η άγουσα εις τον αγρόν τούτον όστις περιήλθε αυτώ εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του, Α.

Ν. Φ. και δυνάμει του υπ' αρίθμ. ... της 15ης Φεβρουάριου του 1924 έτους διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πάρου, Φ. Σ., μεταγραφέντος νομίμως εν τοις βιβλίοις των μεταγραφών του τέως Δήμου Πάρου εν τόμω 37 και υπ' αύξοντα αριθμόν 136, διέρχεται δια του αγρού του Σ. Ρ.". Ακολούθως η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.

συζ. Γ. Τ., με το με αριθμό ...-1972 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου, Δ. Κ., διόρισε ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, τον Κ. Π. Λ., προς τον οποίο παρείχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να πωλήσει, μεταβιβάσει και να παραδώσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίας και τίμημα εγκρίνει το ως άνω ακίνητο της, το οποίο εξειδικεύεται στο εν λόγω πληρεξούσιο ως εξής: "έν αγρόκτημα κείμενον εις θέσιν "Σταυρός" της περιφερείας της Κοινότητας Αντιπάρου, εκτάσεως τριάντα (30) ως έγγιστα στρεμμάτων, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Γ.

Μ., Κ. Τ., Α. Σ., Ι. Π., Α. Κ. Τ. και Γ. Κ. και οδευόμενον δια κτήματος του Γ. Μ., περιελθόν αυτής εξ αγοράς, δυνάμει του με αριθμόν 1729 της 13ης Οκτωβρίου 1965 έτους του τότε συμβολαιογράφου Πάρου, Θ. Κ., μεταγεγραμμένου νομίμως εν τόμω 64 και αριθμώ 50 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου". Τα όρια του εν λόγω ακινήτου, που περιγράφεται στο παραπάνω πληρεξούσιο, του οποίου έδωσε την ειδική εντολή να μεταβιβάσει την κυριότητα για λογαριασμό της η κυρία αυτού, Κ.

Τ., τα υπέδειξε η ίδια, όπως κατέθεσε ρητά γι' αυτό και ο τότε μάρτυρας της, Ε. Τ., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Όπως προαναφέρθηκε, στο εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο, γίνεται ρητή αναφορά και στον τίτλο με τον οποίο η πληρεξουσιοδότρια Κ. Τ. απέκτησε την κυριότητα αυτού, που είναι ο ίδιος με αυτόν, δυνάμει του οποίου αγόρασε η ίδια το παραπάνω ακίνητο από τον Ν.

Α. Φ., ώστε δεν γεννάται ουδεμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα και το αυτό ακίνητο. Περαιτέρω η αρχική προσεπικαλούμενη και προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ. εκπροσωπούμενη νόμιμα, δυνάμει του ως άνω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της, το οποίο δεν είχε ανακληθεί, από τον πληρεξούσιό της Κ. Λ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την κυριότητα του ως άνω ακινήτου της και παρέδωσε την νομή και κατοχή αυτού, δυνάμει του με αριθμό ...-1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Κ.

Σ.- Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-1-1991 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμο 44 και αριθμ. 333), στον αρχικό εκκαλούντα - αρχικό ενάγοντα, Α. Ξ. του Π. και συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρεται: "έναν αγρό χέρσο κείμενο στη θέση ΣΤΑΥΡΟΣ ή Συφναίϊκος Γυαλός της περιφέρειας της Κοινότητας Αντιπάρου και πρώην Δήμου Πάρου, εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών, συνορευόμενων τριγύρω με κτήματα Σ.

Ε. Ρ., Γ. Τ. και Κ. Τ., η οδός δε που οδηγεί στον αγρόν αυτό διέρχεται δια του αγρού του Σ. Ρ.. Ο πιο πάνω αγρός εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α και στο εδώ προσαρτώμενο, νόμιμα χαρτοσημασμένο και υπογεγραμμένο από τους συμβαλλόμενους και εμένα, από μηνός Ιανουάριου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Β.

Α.. Ζ., στο οποίο υπάρχει και η δήλωση του N. 651/1977 του συντάξαντος αυτό υπομηχανικού ότι ο εν λόγω αγρός είναι εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός Ζώνης, είναι άρτιος και οικοδομήσιμος κατά τις διατάξεις του ΓΟΚ, έχει έκταση, σύμφωνα με αυτό, μέτρα τετραγωνικά είκοσι χιλιάδες εκατόν πενήντα (20.150) ή όσης έκτασης και αν είναι επί τόπου και συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς Θ-Ι μήκους εβδομήντα (70) μέτρων, συν πλευράς I - Κ, με ιδιοκτησία Ο., συν πλευράς Κ - Α μήκους σαράντα (40) μέτρων, συν πλευράς Λ - Μ μήκους τριάντα ενός (31) μέτρων, συν πλευράς Μ - Ν μήκους τριάντα έξι (36) μέτρων, με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν - Η μήκους πενήντα τεσσάρων (54), συν πλευράς Ξ-Ο μήκους σαράντα (40) μέτρων, με ιδιοκτησία Γ.

Μ. νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ο - Π, συν πλευράς Π - Ρ μήκους μέτρων εκατόν έξι (106), με ιδιοκτησία ιδίας πωλήτριας Κ. συζ. Γ. Τ. συν πλευράς Ρ-Α μήκους μέτρων ενενήντα έξι (96), με ιδιοκτησία Α. συζ. Α. Σ. και δυτικά επί τεθλαμένης πλευράς Α-Β μήκους μέτρων τεσσάρων (4), συν πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων πενήντα πέντε (55), συν πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων δεκατεσσάρων (14), συν πλευράς Δ-Ε, συν πλευράς Η - Ζ μήκους μέτρων τριάντα πέντε (35), συν πλευράς Ζ - Η μήκους μέτρων τριάντα τριών (33), συν πλευράς Η-Θ, με ιδιοκτησίες Ι.

Π. και Α. Τ. Περιμετρικά του αγρού και όπως αυτό αποτυπώνεται στο εδώ προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα και σε πλευρές Η-Θ, συν Θ-Ι, συν Ι-Κ, συν Κ-Λ, συν Λ-Μ, συν Μ-Ν, συν Ν-Ξ, συν Ξ-Ο, συν Ο-Π, συν Π-Ρ, συν Ρ-Α, συν Α-Β υπάρχει ιδιωτικός δρόμος, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, η έκταση του οποίου καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτού συμπεριλαμβάνεται στην έκταση του πωλουμένου δια του παρόντος αγρού, στην δε ανατολική πλευρά αυτού υπάρχει μικρός ιδιωτικός παλαιός ναΐσκος ανεγερθείς προ πολλών ετών".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο συμβόλαιο αυτό (.../1990), όπως και στο πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου εκπροσωπήθηκε η πωλήτρια, γίνεται ρητή αναφορά όλων των ανωτέρω τίτλων, δυνάμει των οποίων ο εν λόγω αγρός περιήλθε στην κυριότητα της αρχικής προσεπικαλούμενης - προσθέτως παρεμβαίνουσας, Κ. συζ. Γ. Τ.

ώστε δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο. Τα όρια του ως άνω ακινήτου, που μεταβιβάστηκε στον αρχικό εκκαλούντα - αρχικό ενάγοντα, προκειμένου να συνταχθεί το από Ιανουάριο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Β. Ζ., που προσαρτήθηκε στο παραπάνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου δυνάμει του οποίου περιγράφηκε σ' αυτό το ακίνητο, υποδείχθηκαν, κατά ρητή δήλωση του συντάξαντος αυτό υπομηχανικού στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, από την ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου, αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.

συζ. Γ. Τ. αλλά το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος, ότι δηλαδή τα όρια του ακίνητου, που αγόρασε ο αρχικός ενάγων τα υπέδειξε, παρουσία του ιδίου (μάρτυρα), η ίδια η πωλήτρια, Κ. Τ. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο παραπάνω πληρεξούσιος Κ. Λ., που ενήργησε στην ως άνω αγοραπωλησία για λογαριασμό της πωλήτριας Κ.

Τ., δυνάμει του με αριθμό ...-1972 ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, απέδωσε το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό τίμημα, ποσού 1.500.000 δρχ, το οποίο και είχε προηγουμένως λάβει από τον αγοραστή, στο σύζυγο της ιδιοκτήτριας, Γ. Τ., ο οποίος παρέλαβε αυτό (τίμημα) για λογαριασμό της συζύγου του, όπως τούτο προκύπτει ρητά από την από 28-12-1990 ιδιόγραφη απόδειξη υπογεγραμμένη από τον λαβόντα το τίμημα, Γ.

Τ. την οποία ουδείς των διαδίκων αμφισβήτησε. Συγκεκριμένα αναφέρεται σ' αυτήν επί λέξει "Απόδειξη δρχ. 1.500.000. Ο υπογεγραμμένος Γ. Τ. έλαβον από τον κ. Κ. Λ., δια λογαριασμό της συζύγου μου, το ως άνω ποσό από την πώληση ενός κτήματος είκοσι ( 20) στρεμμάτων περίπου, στην θέση Σταυρός Αντιπάρου, ιδιοκτησίας της συζύγου μου. 28-12-1990.

Ο λαβών υπογραφή ΓΕ Τ.". Από την παραπάνω αλληλουχία των τίτλων αποδεικνύεται ότι το ακίνητο, που απέκτησε ο αρχικός εκκαλών - αρχικός ενάγων, Α. Ξ. του Π. από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., με το με αριθμό ...-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ταυτίζεται τόσο ως προς τα όρια, όσο και ως προς την έκταση με το ακίνητο, που είχε αποκτήσει η ως άνω δικαιοπάροχος του με το με αριθμό ...-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τον δικαιοπάροχο της Ν.

Φ. και ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό από διανομή κληρονομιαίων ακινήτων, δυνάμει του με αριθμό ...-1924 συμβολαίου διανομής και το οποίο εμφαίνεται στο μεν ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Ζ., με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Ν-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α, στο δε από Ιούνιος 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος με την με αριθμό 5/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε αντικατάσταση του διορισθέντος με την με αριθμό 137/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Θ.

Τ. αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Ν-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ο'-Π-Ρ-Α, είναι επιφανείας σύμφωνα με το τελευταίο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα και την με αριθμό 5/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 21.519 τμ και συνορεύει κατ' αυτό και την με αριθμό 5/2018 ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης: Δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β συνολικού μήκους 7,64 μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α.

συζ. Ν. Σ. (νυν ιδιοκτησίας Α. και Ι. Λ.), επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ-Ε συνολικού μήκους 72,29 μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο, επί του οποίου έχει τοποθετηθεί συρματόπλεγμα, με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Π. και επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ- Θ συνολικού μήκους 70.04μ, υλοποιημένο με ξηρολιθικό τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, με ακίνητο ιδιοκτησίας Α.

Τ., Βόρεια επί ευθείας πλευράς Θ-Ι μήκους 70,00μ, μη υλοποιημένης, με ακίνητο ιδιοκτησίας Ο. και επί πλευράς τεθλασμένης Ι-Κ-Λ-Μ-Ν συνολικού μήκους 111,37 μ, με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ., Ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν-Ξ συνολικού μήκους 54,00μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο και επί τεθλασμένης πλευράς Ξ-Ο συνολικού μήκους 41,99μ, υλοποιημένης με την οριογραμμή χωματόδρομου, με ακίνητο ιδιοκτησίας των Κληρονόμων Μ.

Δ. του Γ. (πρώην Σ. Ρ. του Ε. και παλαιότερα Μ. συζ. Ε. Ρ.), Ανατολικά επί πλευράς Ο-Ο' μήκους 6,12 μ με αγροτική οδό διερχόμενη από το ακίνητο και επί τεθλασμένης πλευράς Ο'-Π-Ρ συνολικού μήκους 111,93 μ, υλοποιημένης στο τμήμα Π-Ρ με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Κ. συζ. Γ. Τ. (πρώην ιδιοκτησίας Ν.

Κ. και παλαιότερα Μ. χήρας Ι. Β.) και Νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ρ-Α, συνολικού μήκους 95,36 μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Ν. Σ. (νυν ιδιοκτησίας Α. και Ι. Λ.). Στο εν λόγω ακίνητο περιλαμβάνεται και ο ιερός Ναός "Σταυρός". Το ως άνω ακίνητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό 5/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο τούτο με την προαναφερόμενη απόφασή του πραγματογνώμονα, Θ.

Τ., αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού, αλλά και από την από Μάρτιος 2018 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου -τοπογράφου - μηχανικού, Χ. Π., είχε ανέκαθεν χαρακτηριστικό σχήμα του περιμετρικού του ορίου και ήταν οριοθετημένο με υλοποιημένα όρια με ξηρολιθιές, οι οποίες διατηρούνται κατά τόπους ακόμη και σήμερα και κατά τμήματα είναι κατεστραμμένες.

Όπως προκύπτει από την αεροφωτογραφία λήψης 1960 το ακίνητο αυτό, στο βορειοανατολικό τμήμα του οποίου βρίσκεται ο ιδιόκτητος παλαιός ναός "Σταυρός", που αναφέρεται και στον τίτλο του 1924 , χωρίζεται σε τρία διακριτά τμήματα, ανάλογα της χρήσης του. Στο νοτιότερο τμήμα αυτού, που βρίσκεται και στο χαμηλότερο υψομετρικό σημείο, υπάρχουν αναβαθμοί με χαμηλού ύψους δενδρώδη καλλιέργεια, κατά πάσα πιθανότητα αμπέλια.

Στο ενδιάμεσο τμήμα αυτού παρατηρείται έδαφος οργωμένο, χωρίς αναβαθμούς με εξαίρεση ένα κεντρικό αναβαθμό και μία ακόμα εσωτερική ξηρολιθιά. Το βορειότερο τμήμα, που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και δη στην παρυφή του λόγου, περιλαμβάνει το κτίσμα της εκκλησίας, δεν φαίνεται να καλλιεργείται, αλλά οριοθετείται βόρεια με ξηρολιθιά.

Πέραν του τμήματος αυτού η όμορη ιδιοκτησία προς βορρά είναι καλλιεργημένη. Το σύνολο του ακινήτου αυτού οριοθετείται από όμορες ιδιοκτησίες, που καλλιεργούνται και διαχωρίζονται επίσης από υλοποιημένα όρια. Στην αεροφωτογραφία του 1982 το μόνο που διαφοροποιείται είναι στην χρήση της γης και συγκεκριμένα στην γεωργική της εκμετάλλευση.

Η γη έχει εγκαταλειφθεί, ως προς την γεωργική της χρήση, όχι μόνο στο ως άνω ακίνητο, αλλά και σε μεγάλο ποσοστό και στις όμορες εκτάσεις. Από αυτό προκύπτει και το ότι στο προαναφερόμενο με αριθμό .../1924 συμβόλαιο διανομής κληρονομιαίων ακινήτων, το ως άνω ακίνητο αναφέρεται ως αγρός, ενώ στο ως άνω με αριθμό .../1965 ανοραπωλητήριο συμβόλαιο, που είχε εγκαταλειφθεί η καλλιέργεια, αναφέρεται ως χέρσος αγρός.

Επίσης, σε όλους τους παραπάνω τίτλους, ρητά αναφέρεται ότι η οδός, που οδηγεί στον αγρό αυτό διέρχεται από τα κτήματα αρχικά του Ε. Ρ. (.../1924) και μετέπειτα Σ. Ρ. (.../1965 και .../1990), που είναι σε όλους τους τίτλους η όμορη προς ανατολάς ιδιοκτησία του ως άνω ακινήτου και δεν αναφέρεται σε κανένα τίτλο ότι εντός του εν λόγω ακίνητου διέρχεται χωματόδρομος, ο οποίος και θα φαινόταν, αν υπήρχε στις αεροφωτογραφίες του 1960.

Εάν υπήρχε νότια του ως άνω ακινήτου, που απέκτησε ο αρχικός εκκαλών - αρχικός ενάγων από την αρχική προσεπικαλουμένη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., αγροτική οδός, με την οποία μάλιστα και συνόρευε προς νότο το ακίνητο αυτό, που απέκτησε ο αρχικός ενάγων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι και το αναφέρει αυτό και ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός τους Ε.

Κ. στην από 5-11-2019 τεχνική έκθεσή του, ότι δηλαδή διακρίνεται τέτοιος στην (αεροφωτογραφία του 1945, ο οποίος διέρχεται από δυσμάς προς ανατολάς, περνά νότια του Ιερού Ναού του Σταυρού και κατευθύνεται προς τα ανατολικά ευρισκόμενα κτήματα Ρ. και συνορεύει προς νότο το ως άνω ακίνητο, σίγουρα θα αναφερόταν αυτό στους παραπάνω τίτλους του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος και δεν θα αναφερόταν σ' αυτούς, όπως προλέχθηκε, ότι η οδός που οδηγεί στον εν λόγω αγρό, διέρχεται από τα κτήματα Ρ.

που είναι όμορη προς ανατολάς ιδιοκτησία. Το σχήμα του ως άνω ακινήτου, τα όριά του, η διατήρηση των ανατολικών, δυτικών και νοτίων παλαιών τοιχίων εκ ξηρολιθιάς και τα ίχνη αυτών, που το οριοθετούσαν και το οριοθετούν στον χώρο, διαχωρίζοντάς το από τις όμορες ιδιοκτησίες, που και αυτές οριοθετούνται με υλοποιημένα όρια, καθώς και η θέση του ναού προσδιορίζουν το εν λόγω ακίνητο κατά θέση και έκταση, που απέκτησε ο αρχικός ενάγων, δυνάμει του ως άνω με αριθμό .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και είναι αυτό, που εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα του Β.

Ζ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α επιφανείας, κατ' αυτό 20.150 τμ και στο από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα Θ. Τ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ο'-Π-Ρ-Α και έχει έκταση, κατ' αυτό 21.519 τμ. Το ότι η επιφάνεια του παραπάνω ακινήτου είναι η προαναφερομένη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (21.519 τμ), παρότι στους αρχικούς τίτλους αλλά και σε αυτόν (τίτλο) του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος αναγράφεται και επιφάνειας τριών ζευγαριών, πέραν της αναφερομένης των 20.150 τμ, αποδεικνύεται, εκτός της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και του συνοδεύοντος αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος, που αναφέρουν την επιφάνεια αυτή, που προέκυψε από την μέτρησή της, δυνάμει των υλοποιηθέντων και διατηρημένων παλαιών ορίων του εν λόγω ακινήτου, που οριοθετούσε αυτό ανέκαθεν από τις όμορες ιδιοκτησίες και από το γεγονός ότι το σημείο Α του διαγράμματος Β.

Ζ. ταυτίστηκε με το πλέον νότιο - δυτικό σημείο του παλαιού τοιχίου που υλοποιεί το όριο με το όμορο ακίνητο, πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Α. Σ. (σημείο Α και κατά τα τοπογραφικά διαγράμματα του προαναφερομένου πραγματογνώμονα) και η οριογραμμή Ο-Π-Ρ του διαγράμματος Ζ., έχει την ίδια διεύθυνση με το παλαιό τοιχίο στην ίδια θέση (βλ.

προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Επίσης ενισχυτικό στοιχείο του ότι η επιφάνεια του παραπάνω ακινήτου, δεν είναι αυτή των 12 στρεμμάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι, αλλά αυτή των 21.519 τμ., είναι και το ότι: 1) τα όρια του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, με βάση τα οποία μετρήθηκε και η επιφάνεια αυτού, υποδείχθηκαν από την ίδια την ιδιοκτήτρια αυτού, Κ.

Τ. στον ορισμένο από αυτήν πληρεξούσιο Κ. Λ. και αναγράφονται ρητά τα όρια αυτού στο εν λόγω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, όπως προαναφέρθηκε, τα οποία συμπίπτουν με αυτά του με αριθμό .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και 2) από την προαναφερομένη από 28-12-1990 απόδειξη, με την οποία, όπως έχει προλεχθεί, ο σύζυγος της πωλήτριας Γ.

Τ. έλαβε για λογαριασμό της συζύγου του, από τον πληρεξούσιο Κ. Λ., που ενεργούσε για λογαριασμό της πωλήτριας του ως άνω ακινήτου, το ποσό του τιμήματος των 1.500.000 δρχ. αναφέροντας σ' αυτήν (απόδειξη) ο ίδιος ο λαβών σύζυγος ότι το πωληθέν ακίνητο ήταν επιφάνειας είκοσι (20) στρεμμάτων. Επίσης τα όρια του εν λόγω ακινήτου, υποδείχθηκαν στον συντάξαντα το από Ιανουάριο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα Β.

Ζ., το οποίο προσαρτήθηκε στο με αριθμό .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, από την ίδια την πωλήτρια, όπως προκύπτει από την σχετική δήλωση του συντάξαντος αυτό. Το δε προαναφερόμενο με αριθμό 1583/1972 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ήταν ισχυρό κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης του εν λόγω ακίνητου, καθόσον δεν είχε αυτό ανακληθεί, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των εφεσιβλήτων - εναγόμενων περί συμπαιγνίας μεταξύ του πληρεξουσίου και του αγοραστού - αρχικού ενάγοντος εκμεταλλευόμενοι την απειρία αυτής, καθόσον κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ούτε η ίδια η πωλήτρια, αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, αντιθέτως η τελευταία ισχυρίστηκε ότι πράγματι δια του εν λόγω πληρεξουσίου μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον αρχικό ενάγοντα αλλά πέραν τούτου κάτι τέτοιο ουδόλως αποδείχθηκε.

Αντίθετα από την προαναφερόμενη απόδειξη, όπου ο σύζυγος της πωλήτριας Γ. Τ. αναφέρει ότι έλαβε το τίμημα από την πώληση του εν λόγω ακινήτου από τον ως άνω πληρεξούσιο Κ. Λ., ο οποίος ενήργησε για λογαριασμό της συζύγου του και ο οποίος, όπως αναφέρεται και στο ίδιο το ως άνω συμβόλαιο, είχε εισπράξει το τίμημα από τον αγοραστή, αποδεικνύεται ότι ουδεμία συμπαιγνία ή εκμετάλλευση της πωλήτριας έγινε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - εναγόμενη, Ν. Μ. Γ., εκπροσωπούμενη δια του πληρεξουσίου της Γ. Φ., δυνάμει του με με αριθμό ...-1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου Ε. Τ., νομίμως μεταγραμμένο στις 22-1-1992, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος 353 και αριθμ. 7) από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.

συζ. Γ. Τ. ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "Σταυρός" της περιφέρειας της Κοινότητας Αντιπάρου, άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτός οικισμού Αντιπάρου, έκτασης τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα έξι (4.236) τμ, το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της και φαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Ε-Α στο συνημμένο στον εν λόγω τίτλο με ημερομηνία από Οκτωβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Μ. και συνορεύει γύρω του κατά το πιο πάνω διάγραμμα: Βόρεια επί πλευράς Α-Β , μήκους 77μ. με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς Ε-Δ, μήκους 77 μ, με ιδιοκτησία ιδίας Κ. Τ., ανατολικά επί πλευράς Β-Γ-Δ, μήκους 46,50μ., με ιδιοκτησία Κ. Τ. και δυτικά επί πλευράς Α-Ε, μήκους 57,50μ. με ιδιοκτησία Κ. Τ. Η δικαιοπάροχος αυτών (εναγομένων) είχε αποκτήσει αυτό, σε μεγαλύτερη έκταση, όπως ρητά αναφέρεται στον εν λόγω τίτλο, από αγορά από τον Ν.

Κ. του Α., δυνάμει του με αριθμό ...-1961 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Κ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμο 48 και αριθμ. 154), στο οποίο περιγράφεται ως "ένας αγρός κείμενος στη θέση Σταυρός της Κοινότητας Αντιπάρου τέως Δήμου Πάρου εκτάσεως μετά των χέρσων μερών δώδεκα ζευγαριών μετά της επ' αυτού συκής και αγριελιάς και συνορευόμενο με κτήματα Ε.

Ρ., Ν. Φ., Β. Φ., Α. Φ., κληρονόμων Α. Β. και οδόν διερχομένη για των αγρών των κληρονόμων Ι. Κ.". Ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης, Ν. Κ., είχε αποκτήσει αυτό από αγορά από την Μ. χήρα Ι. Β., δυνάμει του με αριθμό ...-1927 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάρου, Φ. Σ., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος 38 και αριθμ. 230), το οποίο περιγράφεται ως "ένας αγρός, κείμενος στην θέση Σταυρός της Κοινότητας Αντιπάρου τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως μετά των χέρσων μερών δώδεκα ζευγαριών, περιέχοντος μία αγριοσυκιά και μία αγριοελιά, συνορεύοντος με κτήματα Ε.

Ρ., Ν. Φ., Α. Φ., Β. Φ., κληρονόμων Α. Β. και οδόν διερχομένη δια των εκεί κτημάτων Ι. Κ.". Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι, το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα Α. Ξ. του Π., είχε πάντοτε σύμφωνα με όλους τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας επί αυτού, τα ίδια σταθερά όρια και ταυτίζεται απολύτως με αυτό των προηγούμενων τίτλων, όπως τούτο προκύπτει και από την με αριθμό 5/2018 ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την παραπάνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου απόφαση, Θ.

Τ. και συγκεκριμένα η όμορη ιδιοκτησία Ε. Ρ., μετέπειτα Σ. Ρ., μετέπειτα Γ. Δ. Μ. και νυν κληρονόμων Δ. Γ. Μ. η όμορη ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β. μετέπειτα Ν. Κ. και μετέπειτα Κ. συζ. Γ. Τ. και η οδός, η οποία διέρχεται από τα κτήματα του Ρ. και οδηγεί στον αγρόν αυτόν, χωρίς να αναφέρεται ότι και αυτή (οδός) διέρχεται από τον αγρόν αυτόν, όπως θα αναφερόταν, εάν υπήρχε, όπως άλλωστε αναφερόταν η ύπαρξη του Ιερού Ναού Σταυρού εντός του ακινήτου τούτου.

Επίσης, ήταν πάντοτε οριοθετημένο με ξηρολιθιές, που σώζονται μέχρι σήμερα κατά τόπους, τα δε όρια αυτού έχουν υποδειχθεί από την δικαιοπάροχο του αρχικού ενάγοντα, Κ. Τ. όπως προαναφέρθηκε. 'Αλλωστε και όπως, έχει προλεχθεί, από τα σταθερά όρια, που ήταν υλοποιημένα ανέκαθεν με παλαιές ξηρολιθιές, που οριοθετούν τις όμορες ιδιοκτησίες, αποδεικνύεται ότι και η επιφάνεια του ακινήτου, που αγόρασε ο αρχικός ενάγων από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα Κ.

Τ. με το με αριθμό .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ήταν επιφάνειας 20.150 τμ κατά τον τίτλο και 21.519 τμ κατά την παραπάνω με αριθμό .../2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα και το συνημμένο με αυτήν από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου και το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ο'-Π-Ρ-Α και ταυτίζεται απολύτως κατά έκταση και όρια, με αυτό του αρχικού τίτλου με αριθμό .../1924, με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος απέκτησε αυτό, αλλά και με αυτό του τίτλου με το οποίο η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντα απέκτησε τούτο, ήτοι με αυτό του με αριθμό .../1965 τίτλου, όπως προκύπτει και από την με αριθμό .../2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Θ.

Τ. και την από Μάρτιος 2018 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρ. τοπογράφου μηχανικού Χ. Π. και συνορεύει κατ' αυτό: Δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β συνολικού μήκους 7,64μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Ν. Σ. (νυν φερόμενο ιδιοκτησίας Α. και Ι. Λ.), επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ-Ε συνολικού μήκους 72,29μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο, επί του οποίου έχει τοποθετηθεί συρματόπλεγμα, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Ι.

Π. και επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ-Θ συνολικού μήκους 70,04 μ, υλοποιημένο με ξηρολιθικό τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Α. Τ., Βόρεια επί ευθείας πλευράς Θ-Ι μήκους 70,00μ, μη υλοποιημένης, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Ο. και επί πλευράς τεθλασμένης Ι-Κ-Λ-Μ-Ν συνολικού μήκους 111,37 μ, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Μ., Ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν-Ξ συνολικού μήκους 54,00μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο και επί τεθλασμένης πλευράς Ξ-Ο συνολικού μήκους 41,99μ, υλοποιημένης με την οριογραμμή χωματόδρομου, με ακίνητο ιδιοκτησίας των Κληρονόμων Μ.

Δ. του Γ. (πρώην Σ. Ρ. του Ε. και παλαιότερα Μ. συζ. Ε. Ρ.), Ανατολικά επί πλευράς Ο-Ο' μήκους 6,12 μ με αγροτική οδό διερχόμενη από το ακίνητο και επί τεθλασμένης πλευράς Ο'-Π-Ρ συνολικού μήκους 111,93μ, υλοποιημένης στο τμήμα Π-Ρ με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Κ. συζ. Γ. Τ. (πρώην ιδιοκτησίας Ν.

Κ. και παλαιότερα Μ. χήρας Ι. Β.) και Νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ρ-Α συνολικού μήκους 95,36μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Ν. Σ. (νυν φερόμενο ιδιοκτησίας Α. και Ι. Λ.). Στο εν λόγω ακίνητο περιλαμβάνεται και ο ιερός Ναός "Σταυρός". Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης - εναγομένης ότι το ακίνητο, που αγόρασε ο αρχικός ενάγων Α.

Π. Ξ., δυνάμει του με αριθμό .../1990 συμβολαίου, είναι μόνο αυτό που περιλαμβάνει τον Ι.Ν. Σταυρού και ορίζεται στο βόρειο τμήμα αυτού και οριοθετείται κατά την από 5-11- 2019 τεχνική έκθεση του οριζομένου από αυτήν (εναγομένη) αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Ε. Κ. με την κίτρινη διαγράμμιση και, που στο από Ιούνιο 2018 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα είναι με τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Θ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, πέρα των ανωτέρω αποδειχθέντων, τα σύνορα του ακινήτου, που ορίζει η εναγομένη, είναι τελείως διαφορετικά με αυτά του αρχικού με αριθμό .../1924 συμβολαίου διανομής, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι κτήματα κληρονόμων Β., που είναι αυτό, που στη συνέχεια αγόρασε ο Ν.

Κ. και στη συνέχεια η αρχικώς προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., Ε. Ρ. και βρίσκεται ανατολικά του αγορασθέντος από τον αρχικό ενάγοντα ακινήτου και οδό διερχομένη δια των κτημάτων Ε. Ρ.

Περαιτέρω από όλα τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα και από την με αριθμό 5/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του προαναφερομένου πραγματογνώμονα, αλλά και από την ως άνω από Μάρτιο 2018 τεχνική έκθεση προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα, που περιλαμβάνεται στο ως άνω με αριθμό ...-1991 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο οι εναγόμενοι αγόρασαν [εννοείται η εναγόμενη αγόρασε] αυτό (επίδικο) από την Κ.

Τ., επιφανείας κατά τον τίτλο 4.238 τμ, εμφαίνεται στο συνημμένο στον τίτλο αυτό από Οκτώβριο 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, έχει επιφάνεια, κατ' αυτόν (πραγματογνώμονα) 4.479 τμ και εμφαίνεται στο από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό του διάγραμμα, με τα στοιχεία α1-α2-α3-α4-α5-α1, περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στο ως άνω μείζον ακίνητο του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος, που ορίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Ο'Π-Ρ-Α στο παραπάνω τοπογραφικό του διάγραμμα και έχει το μείζον ακίνητο, σταθερή επιφάνεια 21.519 τμ και περιλαμβάνεται και στους τίτλους ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του και το οποίο είχε περιέλθει προηγουμένως στον αρχικό ενάγοντα Α.

Π. Ξ. με το με αριθμό .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-1-1991 κατά τα παραπάνω και επομένως αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου του αρχικού ενάγοντος. Ο ισχυρισμός της εφεσιβλήτου - εναγομένης και των συνεχιζόντων την δίκη στη θέση της αρχικής προσθέτως παρεμβαίνουσας κληρονόμων της ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου των 12 ζευγαριών, που είχε στην κυριότητά της η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα Κ.

Τ., δυνάμει του με αριθμό .../1961 ως άνω συμβολαίου και το οποίο (μείζον ακίνητο) ορίζεται στην από 5-11-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Ε. Κ. με την κίτρινη, ερυθρά και μπλέ διαγράμμιση και στο από Οκτώβριος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. εμφαίνεται με τα στοιχεία Κ1-Κ2-Κ3...........

Κ81-Ρ8-Ρ9-Ρ10....... Ρ22-Ρ23-Κ101-Κ102-Κ103..... Κ160-Κ161-Κ162-Κ1, καθώς και το επίδικο και το με αριθμό δύο (2) εδαφικό τμήμα, το οποίο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα προσαρτήθηκε στη νόμιμα μεταγραμμένη (τόμος 25 και αριθμ. 93) με αριθμό .../2012 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής προσεπικαλούμενης - προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι και υπέδειξαν τα όρια αυτού, κατά ρητή δήλωση του συντάξαντος αυτό πολιτικού μηχανικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή τα σύνορα του μείζονος αυτού ακινήτου, θα ήταν τελείως διαφορετικά, με αυτά που αναφέρονται στους παραπάνω με αριθμούς .../1961 και .../1927 τίτλους και συγκεκριμένα δεν θα αναφερόταν στους τίτλους αυτούς ως όμοροι οι Ν., Α.

και Β. Φ., που είναι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος, αλλά θα αναγραφόταν αγροτικός δρόμος, που ισχυρίζεται η εφεσίβλητη - εναγόμενη ότι υπήρχε ως όριο του μείζονος ακινήτου, στο οποίο περιλαμβανόταν, και το επίδικο και το οποίο συνορεύει, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, με τον αγροτικό αυτόν δρόμο.

Επίσης θα ανέφεραν οι ως άνω τίτλοι, εάν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός τους, ως όμορο την ιδιοκτησία Α. Σ. παλαιότερα Π., όπως επίσης την ιδιοκτησία Α. Τ. που δεν την αναφέρουν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - εναγομένη με την με αριθμό 155/16-3-1994 οικοδομική άδεια, που έλαβε από την πολεοδομία Νάξου, άρχισε το έτος 1996 να ενεργεί οικοδομικές εργασίες στο επίδικο τμήμα, όπως προκύπτει από την από Μάρτιος 2018, ως άνω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας, όπου στην αεροφωτογραφία του 1996 φαίνεται το επίδικο τμήμα να έχει καθαριστεί και να έχουν τοποθετηθεί οικοδομικά υλικά και στην συνέχεια ανήγειρε διώροφη οικοδομή 100 τμ, ενεργώντας για πρώτη φορά έτσι το έτος 1996 εμφανή πράξη νομής, διανοία κυρίου στο επίδικο τμήμα και αποβάλλοντας τον αρχικό ενάγοντα από την νομή αυτού.

Πριν όμως από το έτος 1996 ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ασκούσε επί του επιδίκου τμήματος, οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής, διανοία κυρίου. Αντίθετα από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του από το 1924 μέχρι το 1996 νέμονταν το επίδικο, ως τμήμα του μείζονος ακινήτου τους, με διανοία κυρίου.

Συγκεκριμένα το επέβλεπαν και το επιτηρούσαν και ο απώτερος δικαιοπάροχος Ν. Φ. καλλιεργούσε αυτό, ως τμήμα μείζονος ακινήτου του, όπως προαναφέρθηκε, καθόσον εμφαίνονται καλλιέργειες εντός αυτού στις αεροφωτογραφίες του 1960. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο αρχικός ενάγων Α. Π. Ξ. κατέστη κύριος του παραπάνω περιγραφομένου επιδίκου εδαφικού τμήματος που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου του, με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου, με αριθμό .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ.

Σ. - Μ. με αγορά από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. συζ. Γ. Τ. η οποία ετύγχανε αληθής κυρία αυτού. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας αυτών επί του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο και ιδίως με το με αριθμό ...-1991 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με αγορά από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.

συζ. Γ. Τ. που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, για να επέλθει η μεταβίβαση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, απαιτείται ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και στην προκειμένη περίπτωση η μεταβιβάζουσα το επίδικο, Κ.

Τ., στην εναγομένη με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν ήταν κυρία αυτού κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (1991), καθόσον το είχε προηγουμένως μεταβιβάσει στον αρχικό ενάγοντα με το με αριθμό .../1990 συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-1-1991. Άλλωστε, η ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου που προτείνουν οι εναγόμενοι, με την οποία ισχυρίζονται ότι απόκτησαν με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου στον χρόνο νομής τους και αυτού της δικαιοπάροχου τους από το 1961, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της ιδίας της δικαιοπαρόχου τους, ούτε κατά του αρχικού ενάγοντος, Α.

Π. Ξ., προς τον οποίο η κοινή δικαιοπάροχος Κ. Τ. μεταβίβασε την κυριότητα αυτού με το προαναφερθέν νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας της μεταβίβασης της κυριότητας επί ακινήτων,....... Επομένως, το χρονικό διάστημα από το έτος 1961 μέχρι και τον χρόνο μεταγραφής του με αριθμό .../1990 συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάστηκε η κυριότητα του επιδίκου από την μέχρι τότε αποκλειστική κυρία αυτού Κ.

Τ. στον αρχικό ενάγοντα Α. Π. Ξ., που έγινε στις 8-1-1991, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στον χρόνο των δέκα και των είκοσι ετών, που απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία από τους εναγόμενους. Κατά συνέπεια, αφού στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εναγομένη το έτος 1996 ενήργησε επί του επιδίκου ακινήτου για πρώτη φορά εμφανή πράξη νομής διανοία κυρίου, αποβάλλοντας τότε τον αρχικό ενάγοντα από την νομή του επιδίκου, που μέχρι τότε ασκούσε αυτός (αρχικός ενάγων) επί του επιδίκου πράξεις νομής διανοία κυρίου, όπως προαναφέρθηκε, το επόμενο χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως και το έτος 2004 (χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής) δεν επαρκεί για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διότι, έχοντας νόμιμο τίτλο και καλή πίστη η εναγομένη, δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο χρονικό διάστημα της δεκαετίας για την τακτική χρησικτησία και της εικοσαετίας από την έκτακτη χρησικτησία και η άνω ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότεινε η εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η εναγομένη δεν μπορεί να συνυπολογίσει, κατά τα προαναφερόμενα, στον χρόνο της δικής της νομής και αυτόν της νομής της κοινής δικαιοπαρόχου για την κτήση κυριότητας αυτής στο επίδικο με πρωτότυπο τρόπο, από τον χρόνο της μεταγραφής του με αριθμό ...-1991 ως άνω συμβολαίου, που έγινε στις 22-1-1992, μέχρι την άσκηση της από 11-6-2001 ίδιας αγωγής, που είχε ασκήσει ο αρχικός ενάγων εναντίον της εναγομένης για το ίδιο επίδικο ακίνητο, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 18/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως αόριστη, με την οποία (αγωγή αυτή), επήλθε διακοπή του χρόνου της χρησικτησίας της εναγομένης επί του επιδίκου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην νομική σκέψη, δεν είχε παρέλθει δεκαετία για να αποκτήσει το επίδικο με τακτική χρησικτησία, και από τότε (11-6-2001), που ξεκινάει νέα χρησικτησία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2004) δεν παρήλθε το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, ούτε βέβαια έχει παρέλθει εικοσαετία για την έκτακτη χρησικτησία.

Σημειώνεται ότι η αρχική δικαιοπάροχος Κ. Τ. παρέδωσε την νομή του επιδίκου ακινήτου, που ασκούσε μέχρι τότε η ίδια, στον αρχικό ενάγοντα Α. Π. Ξ. με την μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου, δυνάμει του με αριθμό .../1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και επομένως στη συνέχεια, εφόσον η ίδια δεν ήταν κυρία του επιδίκου, αλλά ούτε και είχε την νομή αυτού, δεν μπορούσε να παραδώσει αυτήν (νομή) στην εναγομένη, όταν συντάχθηκε το με αριθμό ...-1991 συμβόλαιο με την εναγομένη. .......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγόμενης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, περί κτήσης κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την κύρια βάση αυτής, αναγνώρισε τον αρχικώς ενάγοντα κύριο του επίδικου εδαφικού τμήματος, έκτασης 4.090,05 τ.μ., όπως αυτό αναφέρεται στο από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Θ.

Τ., που απέκτησε με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιώς Κ. Σ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα την 8-1-1991, ως τμήμα μείζονος ακινήτου του ενάγοντος, αποκτήσαντος από την αληθή κυρία αυτού (Κ. Τ.), και υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδώσει αυτό στους νόμιμους κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : Α. ότι η εναγόμενη δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο: 1) με παράγωγο τρόπο, για το λόγο ότι το περιγραφόμενο στον τίτλο κυριότητας (.../1991) ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους φερόμενους τίτλους της άμεσης και απώτερου δικαιοπαρόχων αυτής (...-1961 και .../21-1-1927, αντίστοιχα) ως τμήμα μείζονος ακινήτου, έκτασης δώδεκα (12) ζευγαριών, αλλά περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος, ως τμήμα μείζονος ακινήτου, έκτασης τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τμ κατά τον τίτλο και, κατά νεότερη καταμέτρηση 21.519 τ.μ. (.../1990), και στους τίτλους της άμεσης και απώτερου δικαιοπαρόχων αυτού (...-1965 και ...-1924, αντίστοιχα), 2) με πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ούτε της έκτακτης χρησικτησίας, για το λόγο ότι η εναγόμενη άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1996, και σε κάθε περίπτωση από τη μεταγραφή του με αριθμό ...-1991 ως άνω συμβολαίου, που έγινε στις 22-1-1992, μέχρι την άσκηση της από 11-6-2001 πρώτης αγωγής, που είχε ασκήσει ο αρχικός ενάγων εναντίον της εναγόμενης για το ίδιο επίδικο ακίνητο, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 18/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως αόριστη, με την οποία (αγωγή αυτή), επήλθε διακοπή του χρόνου της χρησικτησίας της εναγόμενης επί του επίδικου, δεν είχε παρέλθει δεκαετία για να αποκτήσει το επίδικο με τακτική χρησικτησία, και από τότε (11-6-2001), που ξεκινάει νέα χρησικτησία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2004) δεν παρήλθε το απαιτούμενο χρονικό διάστημα ούτε της έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας, και για αμφότερες τις περιπτώσεις η εναγόμενη δεν μπορούσε να προσμετρήσει στη νομή αυτής πράξεις νομής διανοία κυρίου, για τη συμπλήρωση δεκαετίας ή εικοσαετίας της Κ.

Τ., ως κοινής δικαιοπαρόχου αυτής και του αρχικώς ενάγοντος στον τίτλο του οποίου περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα εδάφους (.../1990, ...-1965 και ...-1924). Β. 1) Ότι το επίδικο τμήμα εδάφους περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας (...-1990) του αρχικώς ενάγοντος, στο συμβ/φικό ειδικό πληρεξούσιο (...-1972) της άμεσης δικαιοπαρόχου του αρχικώς ενάγοντος, Κ.

Τ., ότι στον ανωτέρω τίτλο του αρχικώς ενάγοντος γίνεται ρητή αναφορά στον τίτλο κυριότητας της τελευταίας (...-1965) και στον τίτλο κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του, Ν. Φ. (...-1924), ότι στο ειδικό πληρεξούσιο γίνεται ρητή αναφορά στον τίτλο ...-1965 και στα όρια που υπέδειξε η παρέχουσα το ειδικό πληρεξούσιο και πωλήτρια, ότι τα όρια του μείζονος ακινήτου που περιγράφονται στο από Ιανουάριο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Β.

Ζ., που προσαρτήθηκε στον .../1990 τίτλο υποδείχθηκαν από την Κ. συζ. Γ. Τ. και ότι η 28-12-1990 απόδειξη πληρωμής αναφέρεται σε πωλούμενο κτήμα έκτασης είκοσι στρεμμάτων. 2) Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι ο αρχικώς ενάγων, Α. Ξ. του Π., επί του επίδικου τμήματος εδάφους, έκτασης 4.090,05 τ.μ., απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. ...-1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιώς Κ.

Σ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα την 08-01-1991, ως τμήμα του αναφερόμενου μείζονος ακίνητου, έκτασης τριών ζευγαριών ή 20.150 τμ κατά τον τίτλο και, κατά νεότερη καταμέτρηση 21.519 τ.μ., το οποίο ταυτίζεται, χωρίς αμφιβολία, με τους τίτλους της ι) άμεσης δικαιοπαρόχου αυτού, Κ. Τ. (ανωτέρω ...-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα) και ιι) του απώτερου δικαιοπαρόχου, Ν.

Φ. (ανωτέρω ...-1924 συμβολαίου διανομής, που μεταγράφηκε νόμιμα), και επί του συμπεριλαμβανομένου στους τίτλους επίδικου τμήματος ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, η άμεση δικαιοπάροχος αυτού Κ. Τ., από την κτήση του το έτος 1965 μέχρι την πώλησή του στον αρχικώς ενάγοντα, προσμετρώντας και τις διανοίου κυρίου πράξεις του δικαιοπαρόχου αυτής Ν.

Φ., από 23-0-2-1946, αποκτήσας, έτσι, ο αρχικός ενάγων το ακίνητο από την αληθή κυρία αυτού, Κ. Τ.. [6] Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα 1) της κτήσης κυριότητας στο επίδικο τμήμα εδάφους από τον αρχικώς ενάγοντα - δικαιοπάροχο των συνεχιζόντων τη δίκη - αναιρεσιβλήτων, με παράγωγο τρόπο, από αληθή κυρία και 2) της μη κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την εναγόμενη, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1191, 974, 1041, 1045 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες,:

α) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο τμήμα εδάφους: ι) περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος (...-1990), της άμεσης δικαιοπαρόχου της Κ. Τ. (...-1965) και στον τίτλο κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του, Ν. Φ. (...-1924), και ιι) δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας στον τίτλο κυριότητας της άμεσης αυτής, Κ.

Τ. (...-1961 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), και στον τίτλο κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου της Ν. Κ. (...-1927) δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν έγινε ταυτόχρονη και πλήρης εφαρμογή στο έδαφος των τίτλων : της Κ. Τ. και των δικαιοπαρόχων αυτής τόσο των ...-1965 και ...-1924, που αφορούν ακίνητο έκτασης τριών (3) ζευγαριών και τριών (3) ζευγαριών περίπου, αντίστοιχα, όσο και των (...-1961 και ...-1927), που αφορούν ακίνητο έκτασης δώδεκα ζευγαριών, προκειμένου να κριθεί η θέση αυτών και αν πρόκειται για όμορα κεχωρισμένα ακίνητα και η αντίστοιχη θέση καθενός, και σε περίπτωση που τα ακίνητα των ανωτέρω τίτλων εμπίπτουν το ένα μέσα στο άλλο η ακριβής θέση του επίδικου τμήματος μέσα στο τίτλο της δικαιοπάροχου τους, β) διότι αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, κατά τον τίτλο .../1990 και το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα, περιμετρικά του αγρού και σε πλευρές Η-Θ, συν Θ-Ι, συν Ι-Κ, συν Κ-Λ, συν Λ-Μ, συν Μ-Ν, συν Ν-Ξ, συν Ξ-Ο, συν Ο-Π, συν Π-Ρ, συν Ρ-Α, συν Α-Β υπάρχει ιδιωτικός δρόμος, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, η έκταση του οποίου καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτού συμπεριλαμβάνεται στην έκταση του πωλούμενου αγρού, δεν διαλαμβάνεται αν ο ιδιωτικός δρόμος αποτυπώνεται στο έδαφος εν μέρει ή εν όλω, γ) διότι αν και αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

ι) ότι το επίδικο τμήμα εδάφους α1-α2-α3-α4-α5-α1, συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς α5-α1, συνολικού μήκους 80,36 μ., υλοποιημένη με λίθινο τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, κατά τμήματα κατεστραμμένο, με την υπόλοιπη έκταση του αρχικού ενάγοντος και ειδικότερα με την αγροτική οδό, που διέρχεται από το ακίνητο του αρχικού ενάγοντος και περιλαμβάνεται στην έκταση αυτού, πέραν του οποίου υπάρχει ο Ναός Σταυρός, και ιι) ότι το ακίνητο του αρχικώς ενάγοντος, κατά το τοπογραφικό διάγραμμα Θ.

Τ., συνορεύει ανατολικά επί πλευράς Ο-Ο' μήκους 6,12 μ με αγροτική οδό διερχόμενη από το ακίνητο, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το πλάτος της αγροτικής οδού και αν η αγροτική οδός περιλαμβάνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τίτλου κυριότητας του αρχικώς ενάγοντος (.../1990), ή πότε δημιουργήθηκε η αγροτική οδός, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος των αναιρεσειόντων Ε. Τ. και Π. Τ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες (δια του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων) μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πέμπτος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ν.

Μ. - Γ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

V. Επί των από 26-02-2024 πρόσθετων λόγων αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ε. Τ. και Π. Τ. : [1] Από τις περί εξαίρεσης δικαστών διατάξεις των άρθρων 52 έως 62 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δικαστές μπορούν να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, για τους περιοριστικά στο άρθρο 52 αναφερόμενους, λόγους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων "εάν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα".

Αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος. Η εξαίρεση προτείνεται από το διάδικο πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ αργότερα εωσότου περατωθεί η συζήτηση στο ακροατήριο, μόνο αν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στο διάδικο μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας.

Η αίτηση για την εξαίρεση που υποβάλλεται έως την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο γίνεται με κατάθεση εγγράφου στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, αποτελεί δε εισαγωγικό δικόγραφο το οποίο πρέπει να κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος (άρθρ. 58 παρ. 1 και 54 ΚΠολΔ), και, επομένως, επί αίτησης εξαίρεσης δικαστή του Αρείου Πάγου, στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και να συντάσσεται περί αυτού έκθεση, που υπογράφεται από τον καταθέτοντα και τον γραμματέα, κατά τα άρθρα 117, 215 και 217 ΚΠολΔ, συνοδεύεται από παράβολο 100,00 ευρώ, και η υπόθεση δικάζεται ως αντικείμενο ιδιαίτερης παρεμπίπτουσας δίκης (ΑΠ 1617/2012, ΑΠ 1618/2012, ΑΠ 1715/2011) και δεν σωρεύεται με το δικόγραφο της κύριας δίκης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 1 του ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προκύπτει ότι ο δικαστής ο οποίος υπηρετεί πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, μπορεί να εξαιρεθεί από οποιονδήποτε διάδικο για κάποιον από τους καθοριζόμενους στην ως άνω διάταξη λόγους (ΑΠ 9/2021, ΑΠ 284/2019). Στην αίτηση ο διάδικος πρέπει να αναφέρει λόγο εξαίρεσης, που αναφέρεται περιοριστικά στο άρθρο 52, κατά το οποίο ο δικαστής μπορεί να εξαιρεθεί από οποιονδήποτε διάδικο:

α) αν είναι διάδικοι ή συνδέονται με έναν από τους διαδίκους ως συνδικαιούχοι, συνυπόχρεοι ή είναι υπόχρεοι σε αποζημίωση ή έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον στη δίκη, β) αν συνδέονται με κάποιο διάδικο σε ευθεία γραμμή, με συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ή με υιοθεσία, αν είναι συγγενείς σε πλάγια γραμμή με συγγένεια εξ αίματος έως τον τέταρτο βαθμό ή με συγγένεια εξ αγχιστείας έως το δεύτερο βαθμό, αν είναι ή υπήρξαν σύζυγοι ή μνηστήρες ενός από τους διαδίκους, γ) αν είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, σε ευθεία γραμμή ή συνδέονται με υιοθεσία, ή είναι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε πλάγια γραμμή έως το δεύτερο βαθμό προσώπου, το οποίο παίρνει μισθό ή άλλη χορηγία με χρηματική αξία είτε για τις υπηρεσίες που παρέχει, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής εταιρία που έχουν άμεσο ή έμμεσο ιδιωτικό συμφέρον στην έκβαση της δίκης, δ) αν στην ίδια υπόθεση εξετάστηκαν ως μάρτυρες ή παραστάθηκαν ως δικηγόροι ή γενικά ως πληρεξούσιοι ή παραστάθηκαν ή μπορούν να παραστούν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι κάποιου από τους διαδίκους, ε) αν διεξήγαγαν την υπόθεση, από την οποία προήλθε η διαφορά ή έχουν ενεργήσει στη δίκη ως πραγματογνώμονες ή σύμβουλοι ή διαιτητές ή έχουν συντάξει το έγγραφο που προσβάλλεται ή είχαν μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση είχε προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση, στ) αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα", διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

Στους παραπάνω περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, του νόμου (άρθρ. 52 παρ. 1 περ. ε του ΚΠολΔ) περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με έφεση ή αναίρεση απόφαση (ΑΠ 989/2023, ΑΠ 303/2023).

Εξάλλου η κατά την περίπτωση (στ) του ιδίου άρθρου υπόνοια μεροληψίας, ως λόγος που μπορεί να οδηγήσει στην εξαίρεση, προκαλείται από τις σχέσεις του δικαστή με κάποιον διάδικο και όχι απλώς από τη δυσμενή για τον αιτούντα ψήφο του που δόθηκε σε άλλη δίκη, έστω και συναφή, άσχετα αν αυτή υπήρξε ή όχι ορθή (ΑΠ 533/2024, ΑΠ 284/2019, ΑΠ 1348/2011, ΑΠ 279/2001, σχετ. ΟλΑΠ 24/2008).

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 60 παρ. 3 ΚΠολΔ "Όταν η αίτηση εξαίρεσης κατά ενός, περισσοτέρων ή όλων των μελών του δικαστηρίου, κρίνεται ότι είναι αόριστη ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή προδήλως ανεπίδεκτη εκτίμησης ή ασκείται καταχρηστικά, απορρίπτεται στην ίδια συνεδρίαση από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται". [2] Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, εκείνοι που είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση.

Στο άρθρο 82 παρ. 1α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι "'Οποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχτεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του.

Οι πράξεις που ενεργεί είναι ισχυρές, εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις πράξεις του διαδίκου, για την υποστήριξη του οποίου άσκησε την παρέμβαση". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων, ο οποίος, κατ' άρθρο 85 ΚΠολΔ, δεν ανέλαβε τη δίκη, προσέρχεται στη δίκη για να υποστηρίξει τις αιτήσεις του ενός από τους δύο διαδίκους δικαιούται να ενεργεί όλες τις επιτρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις προς το συμφέρον του διαδίκου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, ενώ οι πράξεις που ενεργεί είναι ισχυρές εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις πράξεις του τελευταίου, και συγκεκριμένα, δικαιούται, μεταξύ άλλων, να προτείνει εξαίρεση του δικαστή.

[3] Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν α) η 10-09-2020 αίτηση των αναιρεσειόντων Ε. Τ. του Α. και Π. Τ. του Α., μετέχοντες στη δευτεροβάθμια δίκη ως προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης κυρίας εναγόμενης Ν.

Μ. Γ., κατά των αναιρεσιβλήτων Α. Ξ. του Α. και Α. Ξ. του Α., ως συνεχιζόντων τη δίκη του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Α. Ξ. του Π., για αναίρεση της με αριθμ. 77/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και της συμπροσβαλλόμενης με αριθμ. εν μέρει οριστικής 138/2012 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου και οι από 26-02-2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής και β) η από 12-10-2020 αίτηση της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης - κυρίας διαδίκου Ν.

Μ. Γ. κατά των αναιρεσιβλήτων Α. Ξ. του Α. και Α. Ξ. του Α., που συνέχισαν τη δίκη του αρχικώς ενάγοντος - εκκαλούντος Α. Ξ. του Π. για αναίρεση της με αριθμ. 77/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι ανωτέρω αναιρεσείοντες - προσθέτως αναιρεσείοντες Ε. και Π. Τ., με τους από 26-02-2024 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, στις 26-02-2024, με αριθμ.

έκθ. κατ. 36/26-02-2024, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, την εξαίρεση, από τη σύνθεση του παρόντος Τμήματος (Γ') του Αρείου Πάγου, των δικαστών που δίκασαν τη συναφή υπόθεση του νικήσαντος αρχικού ενάγοντος Α. Ξ. του Π., δικαιοπάροχου των αναιρεσιβλήτων, που είχε ασκήσει κατά τρίτων, ήτοι μη διάδικων στην παρούσα δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 1400/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ' Τμήμα), επικαλούμενοι τα εξής: "Επειδή για λόγους αντικειμενικής αμεροληψίας (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), πρέπει να μην δικάσουν την από 10-9-2020 αίτησή μας με τους πρόσθετους λόγους της οι δικαστές του Α3 (εννοείται Γ') Πολιτικού Τμήματος, που δίκασαν τη συναφή υπόθεση του ενάγοντος Α.

Ξ. του Π. και εξέδωσαν την υπ' αριθμ. 1400/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου", και την παραπάνω αίτηση εξαίρεσης επανέλαβαν με τις κατατεθείσες, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, στις 08-04-2024, προτάσεις τους. Με το προαναφερθέν περιεχόμενο η υποβαλλόμενη με τους πρόσθετους λόγους αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται :

οι λοιποί, πέραν του αρχικώς ενάγοντος, Α. Ξ. του Π., διάδικοι, το ακριβές αντικείμενο της συναφούς δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε, μετά από αναίρεση, η με αριθμ. 1400/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και οι δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση του Αρείου Πάγου (Γ Τμήμα) που εξέδωσαν την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και μετέχουν στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, που συζητήθηκε στις 03-04-2024, η σύνθεση του οποίου πριν από την, από 26-02-2024, κατάθεση των πρόσθετων λόγων - αίτησης εξαίρεσης ήταν γνωστή στους αναιρεσείοντες αυτής και στον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, ούτε τον ακριβή (εις) λόγο (-ους) εξαίρεσης των δικαστών, ούτε νόμιμο λόγο εξαίρεσης των δικαστών, και ενώ οι αιτούντες την εξαίρεση είχαν τη δυνατότητα, με σχετική αίτησή τους, κατατιθέμενη τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από την 03-04-2024, στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ή σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα συζήτησης (03-04-2024) με επίκληση ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στο διάδικο μετά την πάροδο της ανωτέρω πενθήμερης προθεσμίας, και με δήλωση του παρασταθέντος πληρεξούσιου δικηγόρου των αιτούντων, ο οποίος υπογράφει και τους πρόσθετους λόγους, να ζητήσουν την εξαίρεση δικαστών/ δικαστή που μετείχαν/ μετείχε και στη σύνθεση που εξέδωσε την 1400/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, και να ανοιγεί παρεμπίπουσα, της παρούσας, δίκη, με αποκλειστικό αντικείμενο την εξαίρεση δικαστών/δικαστή, και προβαλλόμενους από τους αιτούντες νόμιμο λόγο/λόγους εξαίρεσης.

Επομένως, η προαναφερθείσα αίτηση εξαίρεσης, πρέπει από το Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο καθ' ύλην, κατ' άρθρο 60 παρ. 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Η με το αυτό παραπάνω αόριστο περιεχόμενο αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλαν οι προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, με τις κατατεθείσες, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, στις 08-04-2024, προτάσεις τους, πρέπει, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ' ύλην, κατ' άρθρο 60 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ασκηθείσα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ήτοι εκπροθέσμως, πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και απαράδεκτη. [4] Με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Το 16ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, το οποίο υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 2.3.2017 και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4596/2019 (Α' 32), ορίζει στα άρθρα 1, 5 και 10 τα εξής: άρθρο 1: "1. Τα ανώτατα δικαστήρια ενός Υψηλού Συμβαλλόμενου Κράτους Μέρους, όπως καθορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 10, μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να εκδώσει γνωμοδοτήσεις επί ζητημάτων αρχής που σχετίζονται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση ή στα Πρωτόκολλα αυτής. 2.

Το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση μόνο στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του. 3. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί το αίτημά του και παρέχει το σχετικό νομικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης", άρθρο 5: "Οι γνωμοδοτήσεις δεν είναι δεσμευτικές", άρθρο 10: "Κάθε Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος στη Σύμβαση υποδεικνύει, κατά το χρόνο της υπογραφής ή κατά την κατάθεση του οργάνου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, μέσω δήλωσης που απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα δικαστήρια που ορίζει για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 1, του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Η δήλωση αυτή μπορεί να τροποποιηθεί οποτεδήποτε στο μέλλον με τον ίδιο τρόπο". Εξάλλου, με το άρθρο 2 του 16ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν. 4596/2019, ορίζονται τα ακόλουθα: "Υποβολή αιτήματος γνωμοδότησης. 1. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος, το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο ορίζονται ως τα αρμόδια δικαστήρια που μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου να ζητήσουν, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν τους, να εκδώσει γνωμοδοτήσεις επί ζητημάτων αρχής τα οποία σχετίζονται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ. 53/1974) ή στα Πρωτόκολλα αυτής που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. 2.

Αίτημα γνωμοδότησης μπορεί να υποβληθεί από τα δικαστήρια της παραγράφου 1 είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης έως την έκδοση της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αιτήματος γνωμοδότησης προς το ΕΔΔΑ εναπόκειται στην απόλυτη κρίση των δικαστηρίων αυτών".

Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 του 16ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. β' του ν. 4596/2019, προκύπτει ότι η υποβολή αιτήματος στο ΕΔΔΑ για την έκδοση -μη δεσμευτικής - γνωμοδότησης εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του Αρείου Πάγου, το οποίο δεν δεσμεύεται από τυχόν υποβληθέν σχετικό αίτημα των διαδίκων, σε αντίθεση με τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης Ε.Ε., η οποία είναι, υπό προϋποθέσεις, υποχρεωτική για τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα (ΣτΕ 1893/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης υποβάλλουν αίτημα υποβολής αιτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς αστικής φύσης, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με περιουσιακό αντικείμενο, να γνωμοδοτήσει ότι η προσβαλλόμενη με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης απόφαση παραβίασε την υποχρέωση να αιτιολογήσει, ειδικώς και προσηκόντως, τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που μετείχαν και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προσθέτως υπέρ της εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρεμβάντων, ότι η συνήθης αναλογία της ζευγαριάς είναι 2,5 έως 4 στρέμματα και ότι η έκταση που αγόρασε ο αρχικώς ενάγων ανερχόταν σε 12 στρέμματα και όχι σε αγρό έκτασης 20 στρεμμάτων, με αποτέλεσμα ο αγρός τον οποίο, η δικαιοπάροχος αυτών, Κ.

Τ., πώλησε στην εναγόμενη - υπέρ η πρόσθετη παρέμβαση να μην περιλαμβάνεται στον αγρό που είχε αγοράσει ο αρχικώς ενάγων με τον τίτλο (...-2018) από την Κ. Τ. Όμως, δεν συντρέχει περίπτωση, για την έκδοση μη δεσμευτικής για το Δικαστήριο γνωμοδότησης, που εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν δεσμεύεται από τυχόν υποβληθέν σχετικό αίτημα των διαδίκων, καθώς με το αίτημά τους οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αναγόμενοι στην ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή σε πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης το οποίο έχουν οι αναιρεσείοντες, ελευθέρως και χωρίς αμφιβολία, ήτοι παρέχεται δυνατότητα πρόσβασης στον δικαστικό έλεγχο, και, συνεπώς, το σχετικό αίτημα είναι αβάσιμο.

VI. Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή των ως άνω παραδεκτών και βάσιμων λόγων αναίρεσης της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ε. Τ. του Α. και Π. Τ. του Α. και των από 26-02-2024 πρόσθετων λόγων αυτής και 2) της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ν. Μ. Γ., η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων των αιτήσεων αναίρεσης και πρόσθετων λόγων της πρώτης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης και των από 26-02-2024 πρόσθετων λόγων αυτής, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και 2) της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ν. Μ. Γ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: 1) την από 10-09-2020 αίτηση των αναιρεσειόντων Ε. Τ. του Α. και Π. Τ. του Α. και τους από 26-02-2024 πρόσθετους λόγους αυτής και 2) την από 12-10-2020 αίτηση της αναιρεσείουσας Ν. Μ. Γ., για αναίρεση της με αριθμ. 77/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Αναιρεί την 77/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων της από 10-09-2020 αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500,00) ευρώ και της αναιρεσείουσας της από 12-10-2020 αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης