Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
931/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract judgment for insufficient reasoning and misinterpretation of documents.

Geschäftsnummer 931/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Groupama Phoenix against the Athens Court of Appeal's judgment regarding an insurance dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of insurance certificates and a private agreement, claiming the insurer was MAPFRE rather than Groupama. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings were based on a different evaluation of evidence rather than a factual misreading of the documents.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 559 no. 19, 20 KPolD; The appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is merely insufficient or contradictory without affecting the outcome, or if the court reached a different conclusion based on a valid evaluation of evidence rather than a distortion of the document's content.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility insufficient reasoning contradictory arguments distortion of documents evaluation of evidence insurance contract dispute court of appeal judgment Hilfsbetrieb in der Unfallversicherung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 20 KPolD
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 561 para. 1 KPolD

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
O. AP 1/1999
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 931 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 931/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας που φέρει την επωνυμία "GROUPAMA Φοίνιξ Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρία" (πρώην "ΦΟΙΝΙΞ - METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ" και νωρίτερα "ΦΟΙΝΙΞ - Γενικαί Ασφάλειαι της Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμαη οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δημήτριο Γεωργόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου:1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EXPRESS SERVICE Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γλάστρα με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 522/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 4754/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και ειδικότερα από το έτος 1972 η πρώτη και από το έτος 1975 ο δεύτερος αυτών, υπό τη μορφή κοινοπραξίας, ασκούν επιχείρηση παροχής οδικής βοήθειας αυτοκινήτων, διαθέτοντας δίκτυο σταθμών σ' όλη την Ελλάδα.

Το έτος 1992 η πρώτη των εναγουσών μετατράπηκε σε ασφαλιστική εταιρεία, με βάση τις διατάξεις της οδηγίας 84/64 της Ε.Ο.Κ. και του Π.Δ. 103/1990, δια των οποίων υπήχθη στις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και εκείνη της παροχής οδικής βοήθειας ή τουριστικής βοήθειας ( Assistance ), δηλαδή τη παροχή άμεσης βοήθειας στον ασφαλισμένο δικαιούχο όταν λόγω τυχαίου γεγονότος βρίσκεται σε δυσχερή θέση κατά τη μετακίνηση ή την απουσία από την κατοικία του.

Μετά ταύτα ορισμένες από τις δραστηριοποιούμενες στην Ελλάδα ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες μέχρι τότε δεν είχαν δραστηριοποιηθεί στον προαναφερόμενο κλάδο, διαβλέποντας μία ευκαιρία ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους και επίτευξης μεγαλύτερου κέρδους με την προσέλκυση αυξημένης πελατείας, επικαλούμενες την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, άρχισαν να παρέχουν στους ασφαλισμένους σε άλλους κλάδους τους και τον προαναφερόμενο κλάδο ασφάλισης (παροχής οδικής βοήθειας).

Επειδή όμως δεν διέθεταν τα απαιτούμενα μέσα, συνήπταν συμφωνίες με άλλες εταιρείες προς εξασφάλιση τούτων, την εν λόγω δε δραστηριότητά τους γνωστοποίησαν στους ασφαλισμένους τους αλλά και ευρύτερα στο κοινό, διαφημίζοντας την κάλυψή τους αυτή. Ενόψει της πιο πάνω διαμορφωθείσας κατάστασης οι ενάγοντες , επικαλούμενοι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος τους, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-4-1996 αίτησή τους, στρεφόμενη, εκτός των άλλων, και κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησαν, λόγω της συνδρομής επείγουσας περιπτώσεως, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως, με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 16173/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και απαγορεύθηκε προσωρινά στους καθ' ων, μεταξύ των οποίων ήταν και η εναγόμενη, με την απειλή χρηματικής ποινής 300.000 δραχμών για κάθε παράβαση :

α) να συνάπτουν συμβάσεις με τρίτους, στις οποίες να περιλαμβάνεται και ο όρος παροχής οδικής βοήθειας οχημάτων καθώς και η προσφορά παρόμοιας βοήθειας και β) να δημοσιεύουν στον τύπο διαφημίσεις ότι παρέχουν κάλυψη οδικής βοήθειας. Ακολούθως την 13-6-1996 οι ενάγοντες κοινοποίησαν στην εναγόμενη αντίγραφο της αποφάσεως αυτής με επιταγή για συμμόρφωση προς το διατακτικό πλην όμως η τελευταία δε συμμορφώθηκε προς αυτό αλλά με πρόθεση παραβίασε συστηματικά την εν λόγω απόφαση, αφού κατά το χρονικό διάστημα από 17-10-2001 έως 10-4-2002 εξακολούθησε να συνάπτει συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας και να προσφέρει τέτοιου είδους βοήθεια σε τρίτους ασφαλισμένους της, συνάπτοντας κατά το διάστημα τούτο 41 συμβάσεις κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην απόφαση.

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι ασφαλίστρια στις παραπάνω σαράντα μία ( 41 ) συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας δεν είναι η ίδια αλλά η αλλοδαπή ( ισπανική) εταιρεία με την επωνυμία "MAPFRE Asistencia Compania Intemational de Seguros Reaseguros S.A.", που εδρεύει στη Μαδρίτη της Ισπανίας και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, στην οποία "τοποθέτησε" μέρος των ασφαλιστικών εργασιών της και ότι η ίδια συμμορφώθηκε με την παραπάνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων.

Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της εναγόμενης . Αντίθετα αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα αντισυμβαλλόμενη ως ασφαλίστρια στις παραπάνω σαράντα μία ( 41 ) συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας είναι η ίδια η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία και προσέφερε τις σχετικές υπηρεσίες, η δε εμφάνιση αυτής ως απλώς μεσολαβούσας στην κατάρτιση συμβάσεων μεταξύ των ασφαλισμένων και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας είναι εντελώς προσχηματική και έχει ως σκοπό την αποφυγή των συνεπειών από την απαγόρευση της παραπάνω υπ' αριθ. 16173/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Τούτο ενισχύεται και από το ότι στο από 22-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγόμενης και της πιο πάνω αλλοδαπής (ισπανικής) εταιρείας υπάρχει ο όρος ότι η πρώτη θα αποδίδει στην τελευταία μόνο το 1/12 των ετήσιων μικτών ασφαλίστρων, ενώ θα παρακρατεί τα υπόλοιπα 11/12 αυτών, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεση αυτής για καταστρατήγηση της ως άνω απαγόρευσης.

Εξάλλου, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το ότι η σύμβαση για την παροχή οδικής βοήθειας καταρτίζεται ταυτόχρονα με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, ενώ στο ίδιο ως άνω συμφωνητικό περιλαμβάνεται και όρος, σύμφωνα με τον οποίο επέρχεται ακύρωση ή αναστολή της ασφάλισης παροχής οδικής βοήθειας σε περίπτωση ακύρωσης ή αναστολής του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης του κλάδου αυτοκινήτων, που έχει συνάψει ο ασφαλισμένος με την εναγόμενη.

Ακόμη πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία δεν πραγματοποιεί μεμονωμένες συμβάσεις οδικής βοήθειας, αλλά εξυπηρετεί μόνο ασφαλιστικές εταιρείες. Τα ως άνω δε αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από το ότι στις βεβαιώσεις οδικής βοήθειας η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία Mapfre Asistencia βεβαιώνει την παροχή οδικής βοήθειας στους ασφαλισμένους για τα οχήματά τους, σύμφωνα με το αναφερόμενο ομαδικό ασφαλιστήριο, δεδομένου ότι αυτές (βεβαιώσεις), όπως και τα λοιπά σχετικά έντυπα είναι εικονικά ως προς το πρόσωπο του συμβαλλόμενου ασφαλιστή.

Επίσης, είναι χαρακτηριστικό της πρόθεσης της εναγόμενης για παραβίαση της ως άνω απόφασης και το ότι στα σχετικά έγγραφα των περιπτώσεων ασφαλίσεως με αριθμούς 9, 35 και 41 (ασφαλισμένοι ..., ... και ...) αναγράφεται ως ασφαλίστρια η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, χωρίς η ίδια να δίνει κάποια εξήγηση για ποιό λόγο έγινε αυτό.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη για άλλες παραβάσεις της ίδιας απόφασης έχει υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά με την υπ' αριθ. 2697/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναίρεσης της πρώτης με την υπ' αριθ. 143/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι στην ουσία ασφαλίστρια στις πιο πάνω συμβάσεις οδικής βοήθειας ήταν η εναγόμενη υπήρχε δε πρόθεση αυτής για παραβίαση των απαγορευτικών διατάξεων της υπ'αριθ'16173/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω παραβάσεις συνδέονται μεταξύ τους συνιστούν μία φυσική ενότητα ενέργειας για την οποία πρέπει να επιβληθεί μία μόνο ποινή.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως αποδεικνύεται ότι οι ως άνω επανειλημμένες παραβάσεις της υπ' αριθ. 16173/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους και δεν αποτελούν φυσική ενότητα της αρχικής ενέργειας της εκκαλούσας, ενόψει και του ότι η κατάρτιση των προαναφερόμενων συμβάσεων έγινε σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικά πρόσωπα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφού είχε κρίνει όμοια ,είχε δεχθεί την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να καταβάλλει σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους το ποσό των 36.096.85 ευρώ για την επανειλημμένη παραβίαση της προαναφερθείσης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν εξέθεσε με σαφήνεια στην απόφασή του το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων, το δε περιέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που καλύπτει την ένδικη υπόθεση και εφαρμόστηκε(άρθρο 947Κ.Πολ.Δ.), γι'αυτό και ο πρώτος και ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ Πολ Δ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού.

Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ). Περαιτέρω για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ'αυτό (Ολ.

Α.Π.1/1999). Με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από το αρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των 41 ασφαλιστηρίων (βεβαιώσεων ) που μ'επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα καθόσον καίτοι σύμφωνα με το παρατιθέμενο περιεχόμενο αυτών ασφαλιστής για την παροχή οδικής βοήθειας είναι η ασφαλιστική εταιρία MAPFRE ASISTENCIA, το Εφετείο δέχθηκε κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων τούτων ότι ασφαλιστής για την υπηρεσία αυτή είναι η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν όπως έχουν πλην όμως το Εφετείο με βάση τους επικαλούμενους στην απόφαση λόγους και επιχειρήματα οδηγήθηκε σε διαφορετική κρίση και επομένως δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών από το Εφετείο, αλλά για διαφορετική ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης από την ίδια διάταξη αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου του μ' επίκληση προσκομισθέντος από 22-7-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας MAPFRE ASISTENCIA, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα αποδίδει στην τελευταία κατά τον σχετικό όρο του εν λόγω συμφωνητικού το 1/12 των ετησίων μικτών ασφαλίστρων ενώ κατά τα αναγραφόμενα στο συμφωνητικό τούτο το 1/12 των ετησίων μικτών ασφαλίστρων αποδιδόταν κάθε μήνα έτσι ώστε ετησίως να αποδίδεται το σύνολο των ασφαλίστρων αυτών (12/12).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης δεν θεμελιώνεται στο έγγραφο τούτο ή κυρίως σ'αυτό αλλ'απλώς αξιολογήθηκε τούτο ως δικαστικό τεκμήριο προς ενίσχυση της σχετικής κρίσεως του Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA Φοίνιξ Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ. αριθθ. 4754/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ