Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to grant equal salary increase to employees who had already resigned.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty employees against the National Bank of Greece regarding a salary increase granted to other staff members. The employees argued that excluding them from the increase violated the constitutional principle of equality before the law. The court ruled that the distinction was justified because the excluded employees had already terminated their contracts before the critical date of December 1, 2004, whereas the other employees had not yet met the conditions for immediate pension eligibility at that time. Consequently, the court found no arbitrary discrimination and upheld the lower court's decision to reject the original lawsuit.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticle 4, paragraph 1 of the Constitution; Article 7, paragraph 1 of Law 1876/1990: The constitutional principle of equality does not require identical treatment for employees who, at the critical time, differ regarding the termination of their employment contracts and the fulfillment of conditions for immediate pension eligibility.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 931 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 931/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......, 2) ....., 3) ....., 4) ......., 5) ........, 6) ......., 7) ......., 8) ......., 9) ......, 10) ........, 11) ......., 12) ....., 13) ......, 14) ......, 15) ......, 16) ......., 17) ......., 18) ........, 19) ...... και 20) ........ . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1932/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1894/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα έναντι αυτών του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, μεταχειρίζοντας με τον τρόπο αυτό τις εν λόγω περιπτώσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, των οποίων την ύπαρξη ελέγχουν τα δικαστήρια. Η συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου να εφαρμοσθεί επί παροχών, απαιτείται να έχουν δοθεί αυτές εις εκτέλεση νόμου ή κανονιστικής διοικητικής πράξεως, που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου και δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 1 παρ. 1 γ του Ν. 301/1976 ή συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως, καθόσον η αρχή αυτή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ, οι οποίοι έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά (άρθρ. 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ευμενής ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί απ' αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί την ως άνω ειδική μεταχείριση, η εισάγουσα τη δυσμενή αυτή διάκριση διάταξη είναι ανίσχυρη και αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και ως προς εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη, που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση (Ολ Α.Π. 53/1983, 5/1987, 17/1997). Όμως η ανωτέρω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας, που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων, από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του εν λόγω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυνάμενη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρυθμίσεως του ιδίου θέματος της άλλης κατηγορίας υπαλλήλων ως παραβιάζουσα την ως άνω αρχή της ισότητας (Ολ.
Α. Π. 3/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, κατόπιν της από 2-9-2004 αποφάσεώς του, που γνωστοποιήθηκε νόμιμα στο προσωπικό της, ενέκρινε την παροχή κινήτρων εθελουσίας αποχωρήσεως στους υπαλλήλους αυτής, που είχαν δικαίωμα άμεσης λήψεως συντάξεως μέχρι τις 31-12-2004, υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτησή τους θα γινόταν αποδεκτή από την Τράπεζα.
Οι υπάλληλοι αυτοί είχαν δικαίωμα να επιλέξουν μία από τις χορηγούμενες παροχές, ήτοι α) την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του κλάδου, που ανήκαν, υπό τον απαραίτητο όρο ότι είχαν συμπληρώσει τη 1-7-2004 τον απαιτούμενο χρόνο για προαγωγή στον κατεχόμενο βαθμό, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας και β) την αποζημίωση, καθοριζόμενη ανάλογα με τις αναφερόμενες στην απόφαση περιπτώσεις.
Οι ενδιαφερόμενοι να υπαχθούν στις εν λόγω ρυθμίσεις έπρεπε να υποβάλουν μέχρι τη 1-10-2004 μη ανακλητή δήλωση υπαγωγής τους στις ως άνω διατάξεις περί εθελουσίας εξόδου, δήλωση παραιτήσεως και δήλωση επιλογής μιας από τις προαναφερόμενες παροχές, ενώ η αναιρεσίβλητη δεσμευόταν να αποφασίσει μέχρι τις 8-10-2004, κατά την απόλυτη κρίση της, για την αποδοχή ή μη εκάστης δηλώσεως.
Με την ίδια ως άνω απόφαση του ΔΣ της τελευταίας ορίσθηκε ότι "η σύμβαση εργασίας όλων των υπαλλήλων, οι οποίοι θα υπαχθούν στις ρυθμίσεις αυτές, θα λυθεί το αργότερο μέχρι τις 31-12-2004, οπότε είτε θα χορηγηθεί η προαγωγή του όρου ΙΑ με ημερομηνία 1-7-2004, είτε θα καταβληθεί το προβλεπόμενο στον όρο ΙΒ ποσό και συγκεκριμένα, η σύμβαση εργασίας όσων έχουν μέχρι τη 1-11-2004 δικαίωμα άμεσης λήψεως συντάξεως θα λυθεί τη 1-11-2004, ενώ των υπολοίπων θα λύεται την ημερομηνία, που θα θεμελιώνει έκαστος δικαίωμα άμεσης λήψεως συντάξεως και όχι αργότερα από τις 31-12-2004".
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στην αντίδικό τους δήλωση, με την οποία γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να υπαχθούν στη ρύθμιση της εθελουσίας εξόδου, κατήγγειλαν μονομερώς τη σύμβαση εργασίας τους, ώστε, σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η παραίτησή τους, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσεως εργασίας τους μέχρι τη 1-11-2004, εκτός από τις συμβάσεις των πέμπτης και ενδέκατης εξ αυτών, που ζητήθηκε η λύση τους να γίνει τη 1-12-2004.
Οι παραιτήσεις των αναιρεσειόντων έγιναν δεκτές και η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας εκάστου εξ αυτών λύθηκε στις 31-10-2004 και 30-11-2004 αντίστοιχα, οπότε αποχώρησαν εθελουσίως από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης με το βαθμό του τμηματάρχη Α'. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσειόντων αποφασίσθηκε, κατόπιν της από 24-12-2004 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Συλλόγου Υπαλλήλων της ΕΤΕ, η αύξηση του επιδόματος βαθμού - θέσεως ευθύνης από 1-12-2004.
Με την ΕΣΣΕ αυτή ορίσθηκε ότι η ισχύς αυτής αρχίζει από 1-1-2004, εκτός από τις περιπτώσεις που από τις επί μέρους διατάξεις της ρητώς ορίζεται διαφορετική ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της, όπως συνέβη και με την αύξηση του ως άνω επιδόματος. Η αναιρεσίβλητη, εις εκτέλεση της εν λόγω ΕΣΣΕ, χορήγησε την αύξηση αυτή στους υπαλλήλους της, οι οποίοι παρέμειναν στην υπηρεσία τους και μετά τη 1-12-2004, καθώς και στους υπαλλήλους της, οι οποίοι είχαν υποβάλει δήλωση περί υπαγωγής τους στις διατάξεις της ρυθμίσεως για την εθελουσία αποχώρησή τους, πλην όμως δεν είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία τους, γιατί δεν είχε ακόμα λυθεί η σύμβαση εργασίας τους, αφού συμπλήρωναν μετά τη 1-12-2004 τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως δικαιώματος άμεσης λήψεως συντάξεως, ενόψει της σχετικής προβλέψεως της ανωτέρω αποφάσεώς του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, ενώ στους αναιρεσείοντας δεν χορήγησε την αύξηση αυτή.
Με βάση τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ακολούθως ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς της ένδικης αυξήσεως του επιδόματος βαθμού δεν συνιστά αδικαιολόγητη εξαίρεση, αφού δεν αποκλείσθηκαν από την εν λόγω αύξηση κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση έναντι των λοιπών υπαλλήλων, που υπάγονται στις ρυθμίσεις της εθελουσίας εξόδου και έλαβαν την αύξηση αυτή, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τους αναιρεσείοντες και δεν τελούσαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-12-2004), υπό τις ίδιες με αυτούς συνθήκες, ενόψει του ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων είχαν ήδη λυθεί κατά τον ως άνω χρόνο, ενώ, αντίθετα, οι συμβάσεις των αναφερομένων υπαλλήλων, που είχαν και αυτοί υπαχθεί στις ρυθμίσεις της εθελουσίας εξόδου, δεν είχαν ακόμη λυθεί.
Και τούτο όχι γιατί η αναιρεσίβλητη καθυστέρησε απλώς να αποδεχθεί τις δηλώσεις παραιτήσεως τους, αλλά γιατί συμπλήρωναν μετά τη 1-12-2004 τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως δικαιώματος άμεσης λήψεως συντάξεως, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι, σε αντίθεση με τους αναιρεσείοντας, να εξακολουθούν κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-12-2004) να συνδέονται με την αναιρεσίβλητη με ενεργό σύμβαση εργασίας.
Έτσι, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των ως άνω συναδέλφων τους υπήρχε διαφορά ως προς το χρόνο θεμελιώσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους, που αποτελούσε προϋπόθεση για τη λύση της συμβάσεως εργασίας εκάστου αποχωρούντος, σύμφωνα με την προγενέστερη της ΕΣΣΕ εν λόγω από ..... απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, η οποία οριοθετούσε το χρονικό σημείο λύσεως των συμβάσεων εργασίας των υπαγομένων στη ρύθμιση της εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.
Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι η ένδικη παροχή της τελευταίας δεν αναγόταν σε όλο το έτος 2004, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο η σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων ήταν ενεργός, αφού ρητά ορίσθηκε στην άνω από ΕΣΣΕ ως ημερομηνία καταβολής της αυξήσεως του εν λόγω επιδόματος η 1-12-2004, κατά την οποία η σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων είχε ήδη λυθεί.
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η ανωτέρω διάταξη, με την οποία χορηγήθηκε από 1-12-2004 η ένδικη αύξηση του επιδόματος βαθμού για τους υπηρετούντας υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, δεν εισήγαγε δυσμενή διάκριση σε βάρος των αναιρεσειόντων, αποκλείοντας αυτούς αυθαίρετα από τη χορήγηση της αυξήσεως αυτής και δεν είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική, ώστε προς αποκατάσταση της ισότητας να επεκταθεί και σ' αυτούς η σχετική ρύθμιση. Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 1-9-2005 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ. και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ. Πολ. Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-6-2007 αίτηση των Χ1 κλπ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1894/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ