Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
929/2023 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal for absent defendants but allows it for presenters due to lower court's failure to examine subsidiary claim.

Geschäftsnummer 929/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal for 188 defendants who failed to appear, declaring their hearing inadmissible under Article 576 of the Code of Civil Procedure. Conversely, the court allowed the appeal for the remaining presenters because the lower court erred by failing to examine a subsidiary claim regarding the bank's operational liquidity obligations. The decision mandates a new hearing for the valid portion of the case with a different judge while splitting the litigation costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the admissibility of absent parties separately, and if the lower court fails to address a subsidiary claim raised on appeal, the appeal is allowed for those present while inadmissible for absentees.

Schlagwörter

KI-generiert
Code of Civil Procedure subsidiary claim inadmissible hearing appeal admissibility split litigation operational liquidity banking practice gesetzliche Versicherungspflicht

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 subsection a of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 subsection b of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 929 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 929/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1……εως και 188….., κατοίκου .... Οι 6η, 17η, 21ος, 26η, 27η, 33ος, 37η, 41η, 47ος, 67η, 70ος, 86ος, 90ος, 91ος, 99η, 112ος, 118ος, 126ος, 129η, 131ος, 141ος, 172η και 184η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χανιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "…. Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθηνά Πετρόγλου και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2018 αγωγή των ήδη 1ης έως 93ου των αναιρεσειόντων και την από 10-10-2018 αγωγή των ήδη 94ου έως 188ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1224/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3972/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020).

Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 21 Ιανουαρίου 2021 και με αριθ.

κατάθ. 585/55/27.1.2021 αίτηση αναίρεσης εκατό ογδόντα οκτώ (188) συνολικά αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 6η, 17η, 21ος, 26η, 27η, 33ος, 37η, 41η, 47ος, 67η, 70ος, 86ος, 90ος, 91ος, 99η, 112ος, 118ος, 126ος, 129η, 131ος, 141ος, 172η και 184η αναιρεσείοντες, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι όλοι οι υπόλοιποι, πλην των ως άνω απολιπομένων, αναιρεσίβλητοι φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χανιώτη. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον εξηκοστό (60ο) αναιρεσίβλητο, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (άρθρο 27 του ν. 4727/2020, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 25 του ν. 4934/2022) ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι όλοι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. ../20.5.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Γ. Π., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Γεωργίου Χανιώτη, με την ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.

Όμως, ως προς τους 6η, 17η, 21ος, 26η, 27η, 33ος, 37η, 41η, 47ος, 67η, 70ος, 86ος, 90ος, 91ος, 99η, 112ος, 118ος, 126ος, 129η, 131ος, 141ος, 172η και 184η αναιρεσείοντες, που, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ως προς τον 60ο αναιρεσείοντα, που δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω αναιρεσειόντων προς αυτόν με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Με την υπό κρίση από 21 Ιανουαρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 585/55/27.1.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3972/11.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 22.7.2019 με αριθ.

καταθ. 68349/5338/29.7.2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1224/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχαν απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμες α) η από 1.6.2018 με αριθμ.

καταθ. ../1628/4.6.2018 αγωγή ενενήντα τριών (93) συνολικά εναγόντων και ήδη με αύξοντα αριθμό από 1 έως 93 αναιρεσειόντων και β) η από 10.10.2018 με αριθμ. καταθ. …/2555/17.10.2018 αγωγή ενενήντα πέντε (95) συνολικά εναγόντων και ήδη με αύξοντα αριθμό από 94 έως και 188 αναιρεσειόντων κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κρατήθηκε η υπόθεση δικάσθηκαν οι αγωγές και απορρίφθηκαν αυτές ως μη νόμιμες.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τους παριστάμενους προσηκόντως αναιρεσείοντες.

Στο άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75) με την οποία ορίζεται ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν...

σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018).

Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 1444/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 1243/2019, Ολ ΣτΕ 2197-2200/2010).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α` 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.

και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος...".

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11% και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ.2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.

Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις" (Α 178), επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).

Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019).

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι ο νομοθέτης μπορεί να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικά σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικά από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και μάλιστα ανεξάρτητα από τις συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία (ταμεία) μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα καταρχήν με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Περαιτέρω, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργουμένων καταβολών, και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικουρήσεως, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λπ. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το υπ' αριθμ. …/22.11.1995 πρακτικό του Δ/Σ της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ/Σ της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2).

Επίσης ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89), ορίσθηκαν στις παρ.1 και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως...".

Ακολούθως, με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ.4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ.7) και ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α.

Τέλος, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μίας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, χωρίς νομική ή προϋφιστάμενη συμβατική δέσμευση, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της σύμβασης δέσμευσης (ΑΚ 361) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.

Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη (που αποτελεί τον πυρήνα της σχετικής πρακτικής) να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, πρέπει δε να είναι και ανεπιφύλακτη. Ειδικότερα, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο τελευταίος, κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1292/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών.

Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μίας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μίας τέτοιας παροχής. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μίας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 48/2015).

Για τη διαμόρφωση της επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή πρακτική, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη, που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 673/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022). Τέλος, την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, ΑΠ 1393/2021).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 896/2021, ΑΠ 22/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης , κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής :

Με τις από 1.6.2018 και με αριθ. κατ. …/1628/4-6-2018 και από 10.10.2018 και με αριθ. κατ. …/2555/17.10.2018 αγωγές τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι όλοι τους είναι πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, και ήδη συνταξιούχοι.

Ότι αυτοί, ως εργαζόμενοι στην εναγομένη, από της προσλήψεώς τους αυτοδικαίως εντάσσονταν κατά την κύρια ασφάλισή τους στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού αυτής, παράλληλα δε κατά την επικουρική ασφάλιση, εντασσόταν υποχρεωτικά και αυτοδικαίως στο Λογαριασμό Επικούρησης Προσωπικού της εναγομένης ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.").

Ότι η πρακτική αυτή της υποχρεωτικής ασφάλισης στο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ίσχυε έως το 2005, οπότε δυνάμει του ν. 3371/2005 οι προσληφθέντες μετά την 14.7.2005 υπάλληλοι της εναγομένης ασφαλίζονταν υποχρεωτικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." συστάθηκε με τη συλλογική συμφωνία της 13ης συνεδρίασης της 18/11/1949, ανάμεσα στους εκπροσώπους της εναγομένης και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής (ΣΥΕΤΕ), ότι η λέξη "επικούρηση" στο τίτλο δεν έχει την έννοια της επικουρικής ασφάλισης, αλλά του βοηθήματος, ότι η παροχή που προβλέπουν οι καταστατικές του διατάξεις έχει εξ αρχής μισθολογικό χαρακτήρα και αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας για συγκεκριμένο σκοπό (παροχή επικουρήσεων), ότι δεν είναι ασφαλιστικό ταμείο, δεν τυγχάνει λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητος, δεν έχει νομική προσωπικότητα και ικανότητα διαδίκου.

Ότι για τη λειτουργία του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." η εναγομένη κατέβαλε την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του εισφορά, και αντίστοιχη οι εργαζόμενοι αυτής. Ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας.

Ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." και τα μέλη του έχουν απαίτηση απ' ευθείας από την εναγομένη, για καταβολή των ελλειμμάτων χρήσης, και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των υπαλλήλων της, καθώς αυτή δεν εκπληρώνει συμβατικές της δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, απορρέουσες από τις συμβάσεις εργασίας που τη συνδέουν με τους εργαζομένους της.

Ότι από το χρόνο συστάσεως του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", αυτός έχει υποστεί διαδοχικές τροποποιήσεις στον Κανονισμό του, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η αύξηση του ποσοστού εισφοράς που καταβάλλει η εναγομένη για το σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες (έχει δηλαδή πλέον διαμορφωθεί σε 9%), ενέργεια στην οποία προέβη, αποσκοπώντας, στο σχηματισμό επαρκούς ασφαλιστικού κεφαλαίου και στη δημιουργία βιώσιμου ταμείου, αλλά και στην αύξηση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητάς της και ότι οι εργαζόμενοι κατέβαλαν εισφορά σε ποσοστό 3,5% του συνόλου των μικτών αποδοχών τους.

Ότι από τον ως άνω Κανονισμό του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." (άρθ. 9) προβλέπεται ο τρόπος υπολογισμού της μηνιαίας παροχής-επικούρησης που δικαιούται κάθε συνταξιούχος, όπως αυτός λεπτομερώς περιγράφεται στις αγωγές. Ότι όλοι τους ως πρώην εργαζόμενοι και νυν συνταξιούχοι ελάμβαναν ανά μήνα τη δικαιούμενη κατά τα ανωτέρω παροχή-επικούρηση από την εναγομένη μέσω του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", και δη τα ποσά που λεπτομερώς εκτίθενται.

Ότι για τα επίδικα χρονικά διαστήματα σε αντίθεση με την μέχρι τότε επί μακρόν σταθερή και πάγια πρακτική της, η εναγομένη δια των αρμοδίων οργάνων της αρνείται ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." φέρει το χαρακτήρα των προκαθορισμένων παροχών και δη του μετεργασιακού ανταλλάγματος, ήτοι τη φύση του κατά κυριολεξία ως μισθού, διατείνεται δε ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του ποσού που κάθε φορά τυχόν υπολείπεται, ώστε να αποδίδεται στους συνταξιούχους του η χορήγηση της παροχής που έχουν θεμελιώσει μετά από έτη παροχής εργασίας σε αυτήν σύμφωνα με τον Κανονισμό του.

Ότι σε κάθε περίπτωση η εναγομένη κάλυπτε τα ταμειακά ελλείμματα του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", με αποτέλεσμα να τους καταβάλλεται η ως άνω παροχή, δημιουργώντας έτσι επιχειρησιακή συνήθεια και πρακτική εκμετάλλευσης. Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης, η οποία έχει παύσει να καλύπτει, ως όφειλε, τα ανά μήνα ταμειακά ελλείμματα του Λογαριασμού.

Ότι για το λόγο αυτό δεν τους καταβάλλεται η μηνιαία παροχή του ΛΕΠΕΤΕ από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017 και εντεύθεν. Με βάση το ιστορικό αυτό των αγωγών, όπως η πρώτη από αυτές περιορίστηκε κατ' άρθρο 223 του ΚΠολΔ ως προς την ένδικη παροχή που αντιστοιχεί στο επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2017 και η δεύτερη διορθώθηκε κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες ζήτησαν 1) να αναγνωριστεί ότι η παροχή μέσω του "Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.)" αποτελεί μετεργασιακό αντάλλαγμα, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο αυτών τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν στη μηνιαία επικούρησή τους στο ύψος που έκαστος ελάμβανε αυτή πριν από τη διακοπή της και δη για την πρώτη αγωγή για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Οκτώβριο του 2018, για δε την δεύτερη αγωγή για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2018, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό που αντιστοιχεί στην επίδικη μηνιαία επικούρηση, τα σχετικά επιδόματα εορτών και το αντίστοιχο επίδομα άδειας για το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2018 (στην πρώτη αγωγή), και από το Δεκέμβριο του 2018 (στην δεύτερη αγωγή) μέχρι την άρση της υπερημερίας της, με το νόμιμο τόκο.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 1224/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκαν ως κατ' ουσία αβάσιμες οι ως άνω αγωγές. Επί της από 22.7.2019 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 3972/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκαν οι αγωγές και απορρίφθηκαν αυτές ως μη νόμιμες.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανωτέρω προαναφέρθηκε με την ένδικη αγωγή ζητείται με το πρώτο αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η παροχή του "Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.)" αποτελεί μετεργασιακό αντάλλαγμα.

Έτσι διατυπωμένο το αίτημα της αγωγής είναι μη νόμιμο και οδηγεί σε απόρριψή του ως τέτοιο, καθώς κατευθύνεται στην αναγνώριση όχι έννομης σχέσης κατά την έννοια του άρθ. 70 ΚΠολΔ, αλλά απλής νομικής κατάστασης. Και τούτο διότι ο αγωγικός όρος "μετεργασιακό αντάλλαγμα" προσδιορίζεται από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ως αντιπαροχή της εργοδότριάς τους εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) για παρασχεθείσα εργασία τους, ήτοι ως μισθός.

Πλην όμως ο τελευταίος αποτελεί απλή νομική κατάσταση και όχι έννομη σχέση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής σύμφωνα με τα εκτενώς εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της ως άνω μείζονος σκέψης (υπό III). Περαιτέρω η αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, ως προς τα υπόλοιπα αιτήματά της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη για το λόγο ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του Ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1/1/2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (άρθ. 58 Ν. 3371/2005)..

Οι διατάξεις δε του ως άνω νόμου (άρθ. 57 έως 64 Ν. 3371/2005) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθ. 4, 5 παρ. 1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Δεν γεννάται, συνεπώς, αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη εργοδότριά τους τις παροχές επικούρισης (=επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.

Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18/11/1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρισής τους.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και δη τις αμέσως ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους ως άνω λόγους εφέσεως. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί εν όλω η εκκαλουμένη, και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη...".

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι, μετά την έκδοση και την εφαρμογή του ν. 3771/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των συνταξιούχων της αναιρεσίβλητης, στους οποίους υπάγονται και αυτοί, στην επικουρική ασφάλιση του δημόσιου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν την διάλυση του ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης ΛΕΠΕΤΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του ως άνω νόμου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57-64 του ν. 3371/2005, εφόσον από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτοί, ως συνταξιούχοι της αναιρεσίβλητης, δεν υπήχθησαν με τις ως άνω διατάξεις στο ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ, και ότι το ανωτέρω σφάλμα επέδρασε στο διατακτικό αυτής με το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν απευθείας από την εναγόμενη εργοδότριά τους παροχές επικούρησης (επικουρικές συντάξεις).

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει ότι, μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή από 1.1.2005 των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων καθώς και των συνταξιούχων, πρώην μισθωτών της αναιρεσίβλητης, στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (ΛΕΠΕΤΕ), παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 58 του ν. 3371/2005, εφόσον με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια στην ασφάλιση του ασφαλιστικού φορέα Ε.Τ.Ε.Α.Μ μόνο οι προσλαμβανόμενοι από τα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 και εφεξής μισθωτοί, ενώ οι συνταξιούχοι των ταμείων επικουρικής ασφάλισης προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων υπάγονται σ' αυτά μόνο μετά τη διάλυσή τους, με τη διαδικασία που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ιδίου νόμου, δεδομένου, δε, ότι ως προς τον ΛΕΠΕΤΕ δεν κινήθηκαν διαδικασίες διάλυσής του και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να υποβληθεί αίτημα από την αναιρεσίβλητη ή από τους εργαζόμενους και συνταξιούχους αυτής για ένταξή τους στο ιδρυθέν με το άρθρο 60 του ιδίου νόμου "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων" (ΕΤΑΜ).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4618/2019, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 63 του ν. 4680/2020, υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του ΛΕΠΕΤΕ. Ως προς τις συνέπειες της ως άνω αναιρετικής εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης, το παρόν Δικαστήριο επιφυλάσσεται προκειμένου να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ώστε να κριθεί αν η ως άνω φερόμενη πλημμέλεια επιδρά και στο διατακτικό αυτής.

Με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμες α) την κυρία από την συμβατική ευθύνη βάση των ένδικων αγωγών τους και β) τη (δεύτερη) επικουρική βάση αυτών περί ύπαρξης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του εκάστοτε προσλαμβανόμενου προσωπικού της, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και αυτοί (αναιρεσείοντες), γενικού όρου εργασίας, βάσει του οποίου η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που παρουσίαζε στα αποθεματικά του ο ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό παροχής επικούρησης, που απέρρεε από τη συλλογική συμφωνία για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", με την αυτοδίκαιη ένταξη στις καταστατικές ρυθμίσεις του Κανονισμού κάθε υπάλληλου που προσλαμβάνονταν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του ΑΚ και του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992.

Ότι ειδικότερα εσφαλμένα έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης και ότι η επίδικη παροχή επικούρησης αποτελεί επικουρική σύνταξη και κατόπιν τούτων απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό τους αίτημα για την απευθείας καταβολή της ως άνω ένδικης παροχής που αποτελούσε (μετα)μισθό (μετεργασιακό αντάλλαγμα) και όχι επικουρική σύνταξη και που στηριζόταν στον ισχυρισμό τους ότι η συλλογική συμφωνία της αναιρεσίβλητης τράπεζας και του προσωπικού της για τη σύσταση του ΛΕΠΕΤΕ, είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας εκάστου υπαλλήλου της.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα ο λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), που συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση των προαναφερθέντων Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων αφενός και των εισπρακτόρων και κλητήρων αφετέρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα πλαίσια του άρθρου 361 του ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και που ο Κανονισμός του εγκρίθηκε υπό του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής ασφάλισης, ομόλογο με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, του σκοπού του που συνίσταται στην καταβολή μηνιαίας επικούρησης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων της (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018) και επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης και ως εκ τούτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει ότι η επίδικη μηνιαία παροχή επικούρησης από το ΛΕΠΕΤΕ στους αναιρεσείοντες πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης συνιστά κατ' ουσία επικουρική σύνταξη, ότι δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα και ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία δεν υπέχει συμβατική ευθύνη έναντι των εναγόντων των από 1.6.2018 και από 10.10.2018 ένδικων αγωγών για καταβολή των αιτουμένων παροχών επικούρησης, ούτε για την κάλυψη των ελλειμμάτων των αποθεμάτων του ως άνω Λογαριασμού, προκειμένου να διασφαλίζεται στο διηνεκές η χορήγηση της επικούρησης στους συνταξιούχους ασφαλισμένους αυτού (ΛΕΠΕΤΕ) και πρώην υπαλλήλους αυτής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649 και 653 το ΑΚ.

Ειδικότερα, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη παροχή επικούρησης δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν θεσμοθετήθηκε ως αντάλλαγμα της εργασίας των εναγόντων, χορηγούμενο με το πέρας αυτής, αλλά, έχει χαρακτήρα ασφαλιστικό, ως επικουρική συνταξιοδοτική παροχή. Επιπρόσθετα, οι αναιρεσείοντες στις ένδικες αγωγές τους δεν επικαλούνται διατάξεις άρθρων του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) που να θεμελιώνουν α) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει, πέραν των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (9%) επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπαγόμενου στον ως άνω λογαριασμό προσωπικού της, που καταβάλει, τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ προκειμένου να καταβάλλονται οι μηνιαίες παροχές επικούρησης στους ασφαλισμένους σ' αυτό συνταξιούχους, πρώην μισθωτούς της (αναιρεσίβλητης), β) εγγυητική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της μηνιαίας παροχής επικούρησης στους ασφαλισμένους της, και γ) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει απευθείας στους ασφαλισμένους της την μηνιαία παροχή επικούρησης, ή τμήμα αυτής σε περίπτωση ολικής ή μερικής αδυναμίας, αντίστοιχα, του ΛΕΠΕΤΕ ως προς την καταβολή αυτής.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στα δικόγραφα των από 1.6.2018 και από 10.10.2018 ένδικων αγωγών, αλλά και στο αναιρετήριο ότι η συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού επικούρησης, προκειμένου να καταβάλλονται στους ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ οι μηνιαίες παροχές επικούρησης, προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης, όπως τροποποιήθηκαν το μήνα Νοέμβριο του έτους 1995, με τις οποίες (τροποποιήσεις) καταργήθηκε η δυνατότητα της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λογαριασμού να μειώνει το ποσό της επικούρησης, με έγκριση του Δ/Σ της εναγομένης, βάσει των εσόδων και των εν γένει οικονομικών δυνατοτήτων του λογαριασμού, με αποτέλεσμα έκτοτε το σύστημα παροχών του ΛΕΠΕΤΕ να διατηρεί το χαρακτήρα των προκαθορισμένων κατά το καταστατικό του παροχών με πληρώτρια την αναιρεσίβλητη τράπεζα, δεν είναι βάσιμος, εφόσον από τις ως άνω διατάξεις δεν προκύπτει ρητή ή τεκμαιρόμενη δέσμευση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού και να καταβάλει τη μηνιαία επικούρηση στο ύψος που διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού, αφού αρμόδια προς καταβολή της επικούρησης είναι η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ, που, ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, διατηρεί την αυτοτέλειά του έναντι της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων ασφαλισμένων του.

Άλλωστε στη διάταξη του ιδίου άρθρου (9) του ως άνω Κανονισμού και στην παράγραφο 9 αυτού ορίζεται ότι αν η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί η Διαχειριστική Επιτροπή να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής της μηνιαίας επικούρησης για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9), διάταξη που δεν θα ήταν αναγκαία να συμπεριληφθεί στον Κανονισμό αν είχε συμφωνηθεί συμβατικά η κάλυψη των ελλειμμάτων από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία.

Ακόμη α) στο άρθρο 2 παρ.2 του Κανονισμού ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά για και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους και β) στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΛΕΠΕΤΕ) ορίζεται ότι οι πόροι του λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ, χωρίς μέσα σ' αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής.

Όπως, δε, προεκτέθηκε, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά φέρει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ασφαλιστικής παροχής, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και όχι η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης, η οποία ευθύνεται για την καταβολή στο ΛΕΠΕΤΕ της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.

Σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και αν στο Καταστατικό του ΛΕΠΕΤΕ, υπήρχε πρόβλεψη κάλυψης των ελλειμμάτων του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως εργοδότη του ασφαλισμένου, στον ως άνω φορέα επικουρικής ασφάλισης, προσωπικού της αναιρεσίβλητης, με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ. β' του ν. 2084/1992 που ορίζει ότι "αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992" η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης θα κάλυπτε τα οργανικά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού (Καταστατικού) ή με άλλες διατάξεις, μόνο μέχρι του ποσού που δεν θα υπερέβαινε το ποσό που τυχόν καταβλήθηκε από τη αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία (κάλυψη ελλειμμάτων) το έτος 1992, οι, δε, αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με τα δικόγραφα των αγωγών τους, ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάλυψη ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ το έτος 1992, αντίθετα με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε επί έντεκα (11) συναπτά έτη τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2017 (δηλαδή το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως και το έτος 2017).

Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι η συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του ΛΕΠΕΤΕ είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση γενικού όρου εργασίας, βάσει του οποίου η εναγόμενη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που προκύπτουν ώστε να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό του μηνιαίας παροχής-επικούρησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν υφίσταται από τις καταστατικές διατάξεις του ΛΕΠΕΤΕ υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει ευθέως στους ασφαλισμένους του τη μηνιαία παροχή επικούρησης και να καλύπτει τα ελλείμματα του ως άνω λογαριασμού, προκειμένου να καταβάλλεται η μηνιαία παροχή επικούρησης, και ως εκ τούτου από τις διατάξεις αυτές του ΛΕΠΕΤΕ δεν δημιουργήθηκε γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης περί ανάληψης υποχρέωσης αυτής να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού και να καταβάλει σ' αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους τη μηνιαία επικούρηση (επικουρική σύνταξη) που δικαιούνται από τον ΛΕΠΕΤΕ σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον ίδιο τον ως άνω Λογαριασμό.

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης του ΛΕΠΕΤΕ προς τους πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και ήδη συνταξιούχους του, δεν φέρει το χαρακτήρα μετεργασιακού ανταλλάγματος αλλά επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ιδιωτικής ασφαλιστικής παροχής, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και όχι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης, δεν μπορούσε να δημιουργηθεί, λόγω της φύσης της ως άνω ασφαλιστικής παροχής, γενικός όρος εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και των εργαζομένων της, περί ανάληψης εκ μέρους αυτής της υποχρέωσης να καλύπτει τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η χορήγηση της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του.

Επομένως με βάση τα ανωτέρω ορθά η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι είναι μη νόμιμες τόσο η κύρια βάση των από 1.6.2018 και από 10.10.2018 ένδικων αγωγών των αναιρεσειόντων όσο και τη δεύτερη επικουρική βάση αυτών, και επομένως δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του ΑΚ και 2 παρ.4 του Ν.2084/1992.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε ότι μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή από 1.1.2005 και εντεύθεν των συνταξιούχων, πρώην εργαζομένων, της εναγομένης Τράπεζας στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (ΛΕΠΕΤΕ), κρίνεται εσφαλμένο, όπως προεκτέθηκε, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου .

Εφόσον, όμως, η ως άνω προκύπτουσα πλημμέλεια δε επιδρά κατά νόμο στο ορθό, απορριπτικό της κυρίας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, διατακτικό αυτής, και ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων από την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία προς αποτροπή δεδικασμένου, πρέπει, ο πρώτος λόγος αναίρεσης να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1482/2021).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1482/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1451/2021, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020).

Τέλος η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, που μεταβιβάσθηκε σ' αυτό με λόγο έφεσης, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 718/2019, ΑΠ 714/2018) αλλά και την από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (ΑΠ 2040/2022, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 596/2017), καθόσον άφησε "αίτηση" αδίκαστη, αφού οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις", με την έννοια του αριθμού 9 και δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", αφού είναι "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 αφενός μεν οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 2082/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 833/2013) και αφετέρου οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 1804/2022, ΑΠ 1482/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά και εκ του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου στο λόγο αυτό νομικού σφάλματος, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την (πρώτη) επικουρική βάση των από 1.6.2018 και από 10.10.2018 αγωγών τους που στηρίζεται στον ισχυρισμό τους ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, καλύπτοντας τα ταμειακά ελλείμματα του "ΛΕΠΕΤΕ" προκειμένου να καταβάλλεται η επίδικη παροχή-επικούρηση στους ασφαλισμένους του ως άνω Λογαριασμού και πρώην υπαλλήλους της δημιούργησε επιχειρησιακή συνήθεια και πρακτική, ώστε να εξασφαλίζεται εις το διηνεκές χορήγηση αυτής και σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ως συνταξιούχους και πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, και ότι η ως άνω επικουρική βάση των ως άνω αγωγών, που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κατ' ουσία αβάσιμη είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την από 22.7.2019 έφεσή τους .

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 22.7.2019 έφεσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί είχαν προσβάλλει, ως εκκαλούντες, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον τρίτο λόγο έφεσης, την επί της ουσίας απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ως άνω επικουρικής βάσης των από 1.6.2018 και από 10.10.2018 ενδίκων αγωγών και συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, επί του ως άνω λόγου της έφεσής τους, υπέπεσε αφενός μεν στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, που αφορούσε την κατ' ουσία απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ως άνω επικουρικής βάσης των αγωγών τους, αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, καθότι άφησε αδίκαστη τη βάση αυτή, που είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό με λόγο έφεσης.

Συνακόλουθα κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που δεν εξέτασε την ως άνω επικουρική βάση των συνεκδικασθεισών από 1.6.2018 και από 10.10.2018 αγωγών που στηριζόταν στην υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει, λόγω επιχειρησιακής συνήθειας και πρακτικής της επιχείρησής αυτής, τα ελλείμματα ρευστότητας του ΛΕΠΕΤΕ και της εξ αυτής (επιχειρησιακής συνήθειας) υποχρέωσή της να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τις μηνιαίες παροχές επικούρησης για τα αναγραφόμενα σ' αυτή χρονικά διαστήματα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατ' ίσα μέρη εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 6η, 17η, 21ο, 26η, 27η, 33ο, 37η, 41η, 47ο, 60ο, 67η, 70ο, 86ο, 90ο, 91ο, 99η, 112ο, 118ο, 126ο, 129η, 131ο, 141ο, 172η και 184η αναιρεσείοντες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21 Ιανουαρίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 585/55/27.1.2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τους 6η, 17η, 21ο, 26η, 27η, 33ο, 37η, 41η, 47ο, 60ο, 67η, 70ο, 86ο, 90ο, 91ο, 99η, 112ο, 118ο, 126ο, 129η, 131ο, 141ο, 172η και 184η αναιρεσείοντες.

Αναιρεί ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος την υπ' αριθμ. 3972/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρήσασας καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ