Supreme Court dismisses appeal on loss of income claim, upholding lower court's assessment of damages and earnings capacity.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court judgment regarding compensation for personal injury. The appellant argued for additional damages for loss of income until age 65, but the appellate court found the lower court's assessment of his earning capacity and the reasonableness of the claimed period to be legally sound. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment on damages for personal injury is inadmissible if the appellate court finds the lower court's assessment of the claimant's earning capacity and the calculation of lost income to be based on clear and consistent evidence without legal error.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 929 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 929/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ι. του Χ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ.του Δ., κατοίκου ….. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2489/2014 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και 11392/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1620/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-5-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-5-2018 (αριθμ. καταθ. 2363/2018) αίτηση, για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 1620/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.(Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1398/2018, ΑΠ 464/2017).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προκύπτει ότι "...η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" εξάλλου, νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθ' όσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφ' όσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς κι επηρεάζει το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποίαν προβλέπεται από την διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί.
Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως αλλά και της ηλικίας του παθόντος. Είναι πρόδηλον ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική τόσον από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, όσον και από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των υπολοίπων (ΑΠ 158/2016, ΑΠ 774/2007, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 514/2007, ΑΠ 154/2007). Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για "αντιφατικότητα" ή "ανεπάρκεια", ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 677/2019 και ΑΠ 1458/2012).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο αναιρεσείων, μαζί με άλλους, άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την υπ' αριθμ. Καταθέσεως …..αγωγή, κατά των αναιρεσιβλήτων Κ.
Κ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ" επικαλούμενος ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ….. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε το περιγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά τον τόπο, χρόνο και υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ειδικότερα, εξ αιτίας του οποίου τραυματίστηκαν ο ίδιος και οι λοιποί ενάγοντες, οι οποίοι υπέστησαν τις εκτιθέμενες λεπτομερώς σωματικές βλάβες.
Ζήτησε δε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αγωγικό αίτημα, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη λόγω του τραυματισμού του από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ως πρόσθετη (αυτοτελή) αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθώς και για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής και της συνεκδικασθείσας προφορικά ασκηθείσας υπέρ των εναγόντων πρόσθετης παρέμβασης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ 2489/2014 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και να προσκομισθούν τα αναγραφόμενα έγγραφα και εν συνεχεία η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 11392/2015 οριστική απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η αγωγή των εναγόντων και η πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις κι εκδόθηκε η αναιρεσιβαλόμενη υπ' αριθμ. 1620/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και στην ουσία τις εφέσεις έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στην επαρχιακή οδό ….
στις…., κατά το οποίο τραυματίστηκε σοβαρά μεταξύ άλλων και ο ενάγων - νυν αναιρεσείων Ε. Ι. οδηγός του υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ….. επιβατικού αυτοκινήτου (ταξί) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, ιδιοκτησίας Δ. Ι. ήταν ο πρώτος εναγόμενος και νύν πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Κ., οδηγός του υπ' αριθμ. Κυκλοφ. ….αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου COROLLA, ασφαλισμένου για την προς τρίτους αστική ευθύνη στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", ακολούθως, αναφορικά με τις αξιώσεις του αναιρεσείοντα, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1620/2017 απόφασή του, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις ….
και περί ώρα 10.50..., ο πρώτος ενάγων, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας …. δημοσίας χρήσεως (ΔΧ) επιβατικό αυτοκίνητο (ταξί) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES χρώματος γκρί, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 8-9-1994, ιδιοκτησίας του Δ. Ι., το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την προς τους τρίτους αστική ευθύνη με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης στην ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", έβαινε επί της επαρχιακής οδού …..
με κατεύθυνση από ... προς .... Ο πρώτος ενάγων οδηγούσε το άνω όχημα με κανονική ταχύτητα, ενώ τον ίδιο χρόνο ο πρώτος - εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας . αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου COROLLA 1398 κυβικών με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 31-10-2005, ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη με έγκυρη σύμβαση ασφάλισης στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού …...
με αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του πρώτου οχήματος. Ο πρώτος εναγόμενος είχε αναπτύξει ταχύτητα 30-40 χλμ/ωρα, εισήλθε δε με το άνω όχημα του, αιφνιδίως... στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, διαγωνίως σε σχέση με τον άξονα της οδού και συγκρούστηκε με σφοδρότητα με το κινούμενο κανονικά στο ρεύμα πορείας του όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων...
Με την εκκαλουμένη κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του άνω ατυχήματος και του ένεκα αυτού τραυματισμού των εναγόντων είναι ο πρώτος εναγόμενος. Κατά της παραπάνω παραδοχής της εκκαλουμένης δεν υπεβλήθη λόγος έφεσης. Συνεπεία του ως άνω ατυχήματος, ο πρώτος ενάγων Ε. Ι. οδηγός του ζημιωθέντος ΑΧ αυτοκινήτου (TAXI) καθώς οι λοιποί ενάγοντες επιβάτες του πιο πάνω οχήματος υπέστησαν σοβαρές σωματικές βλάβες...
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων, οδηγός του υπ' αριθμ κυκλοφορίας …... δημοσίας χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου (TAXI), στο οποίο επέβαιναν και οι λοιποί ενάγοντες, τραυματίσθηκε κατά την ένδικη σύγκρουση... με αρχική διάγνωση, πολυτραυματίας. Εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική, του Γενικού Νοσοκομείου Έδεσσας, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη: 1) κάταγμα 7ης-8ης πλευράς αριστερά, με συνοδό αιμοπνευμοθώρακα, 2) κάταγμα κερκίδας ωλένης, αριστερά, 3) συντριπτικό κάταγμα αριστερής επιγονατίδας, 4) κάταγμα αριστερού αστραγάλου με συνοδό εξάρθρημα αριστερής ποδοκνημικής, 6) κάταγμα αυχένος και της διάφυσης του αριστερού μηριαίου.
Η θεραπευτική του αντιμετώπιση ήταν χειρουργική και υπεβλήθη σε επέμβαση με τη μέθοδο της ενδομυελικής ήλωσης, όσον αφορά το κάταγμα μηριαίου, και με τη μέθοδο της εσωτερικής οστεοσύνθεσης με κοχλίες, όσον αφορά το κάταγμα του αστραγάλου, εκτομή του άνω πόλου επιγονατίδας και εσωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων του αντιβραχίου με πλάκα και βίδες.
Η μετεγχειρητική πορεία ήταν ομαλή και εξήλθε της κλινικής βελτιούμενος την 3-8-2011 (βλ. εξιτήριο από ΓΝ Έδεσσας), με προβλεπόμενο χρόνο αποθεραπείας, εφόσον δε θα συνέβαιναν απώτερες μετατραυματικές επιπλοκές το ένα έτος (βλ. από 15-9-2011 ιατρικό σημείωμα του διευθυντή της Ορθοπεδικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Έδεσσας).
Κατά την εξέτασή του, την ….. από τον ορισθέντα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα - ορθοπεδικό χειρούργο, Ι. Α., διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε δυσκαμψία με ελάττωση της ραχιαίας έκτασης της αριστερής ποδοκνημικής κατά 10°, δυσκαμψία του αριστερού γόνατος με κάμψη έως 100°, δυσκαμψία και περιορισμό στροφικών κινήσεων του αριστερού ισχίου μέτριου βαθμού και υπολειπόμενο υπτιασμό του αριστερού αντιβραχίου κατά 10°.
Οι παραπάνω βλάβες κατά τον πραγματογνώμονα θεωρούνται μόνιμες και με βάση τον ισχύοντα κανονισμό εκτίμησης βαθμού αναπηρίας του ΕΟΠΥΥ προσδίδουν στον πρώτο ενάγοντα ποσοστό αναπηρίας 42%, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόμενων... Επίσης πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες (Post Traumatic stress Disorder), απότοκο του πιο πάνω ατυχήματος.
Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος, το οποίο επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη σφαιρική λειτουργικότητα του, καθώς και από φοβίες, οι οποίες σχετίζονται με το τραυματικό γεγονός. Η πορεία της διαταραχής αυτής είναι χρόνια, ανθεκτική στη φαρμακευτική αγωγή, με εξάρσεις και υφέσεις και είναι σταδιακά επιδεινούμενη συμπωματολογία, χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και ψυχιατρικής παρακολούθησης δια βίου (βλ.
την υπ' αριθμ ….. έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Δ. Κ.)... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πιο πάνω ενάγων, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, δαπάνησε... για τις ακόλουθες αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις: α) το ποσό των 250 ευρώ για πέντε επισκέψεις στον ιατρό χειρουργό ορθοπεδικό Γ.Σ., για χορήγηση υαλουρονικού οξέος στην περιοχή του αριστερού γόνατος (βλ.
υπ' αριθμ …. απόδειξη παροχής υπηρεσιών), β) το ποσό των 200 ευρώ, στην πλαστικό χειρουργό Γ. Β. (βλ. υπ' αριθμ ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών γ) το ποσό των 50 ευρώ στον ειδικό καρδιολόγο Χ. Δ. (βλ. υπ' αριθμ ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών), δ) το ποσό των 10,67 ευρώ, ως συμμετοχή του για την υποβολή του σε εξέταση αξονικής τομογραφίας άκρου ποδός στο πολυιατρείο Έδεσσας "ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ" (βλ.
υπ' αριθμ ….. απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ε) το συνολικό ποσό των 340 ευρώ, για την υποβολή του σε 17 συνεδρίες φυσικοθεραπείας στο φυσικοθεραπευτή Γ. Μ. για την βελτίωση και αποκατάσταση της υγείας του, οι οποίες ενόψει της έκτασης και της φύσης των άνω τραυμάτων, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ήταν αναγκαίες και συνολικά δαπάνησε εξ ιδίων το ποσό των 850,67 (500+10,67+340) ευρώ.
Άλλωστε, όπως γίνεται δεκτό, στον ίδιο τον παθόντα ανήκει η ελεύθερη επιλογήτου ιατρού και του νοσοκομείου στο οποίο θα μεταβεί προς αποκατάσταση της υγείας του και δεν είναι αυτός υποχρεωμένος για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο να αρκεσθεί να δεχτεί τις υπηρεσίες που του προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο...
όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με το σχετικό λόγο της υπό στοιχ. Β έφεσης τους οι εκκαλούντες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή στον πρώτο ενάγοντα το πιο πάνω ποσό, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων... Κατά την περίοδο της αποθεραπευτικής του προσπάθειας και προκειμένου να μεταβαίνει κατά το χρονικό διάστημα της εξόδου του από το νοσοκομείο και μέχρι την 3-11-2011 σε επισκέψεις στο νοσοκομείο της Έδεσσας καθώς και σε ιδιώτες γιατρούς, τόσο στην πόλη της Έδεσσας όσο και της Θεσσαλονίκης, ο πιο πάνω ενάγων για τις μετακινήσεις του αυτές, αφενός μεν λόγω των παραπάνω τραυμάτων του και προς αποφυγή της καταπόνησης του τραυματισμένου σκέλους του, υποχρεώθηκε να μισθώσει μεταφορικό μέσο (ταξί) είκοσι μία φορές..., δαπανώντας το συνολικό ποσό των 1.169,58 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή στον πρώτο ενάγοντα το πιο πάνω ποσό δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της με τον οποίον οι εκκαλούντες αιτούνται την απόρριψη του σχετικού αγωγικού κονδυλίου.
Αποδείχθηκε επίσης ότι για την αποκατάσταση της υγείας του θα πρέπει να υποβληθεί σε δαπάνες και συγκεκριμένα να υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ουλών του και ειδικότερα σε μια για την αντιμετώπιση των ουλών της έσω επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, της αριστεράς πλάγιας θωρακικής χώρας και της έξω επιφάνειας του αριστερού μηρού, το κόστος της οποίας θα ανέλθει στο ποσό των 5.000 ευρώ (2.000 ευρώ τα έξοδα κλινικής, 2.500 ευρώ για αμοιβή πλαστικού χειρουργού και 500 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου).
Ενώ εν συνεχεία είναι απαραίτητη και η συντηρητική θεραπεία για την πρόληψη ανάπτυξης μετεγχειρητικά υπερτροφικών ουλών, το κόστος της οποίας θα ανέλθει στο ποσό των 1.000 ευρώ, όπως βεβαιώνει με την από 16-3-2012 βεβαίωσή της, η πλαστική χειρουργός Γ. Β., η οποία αφού διαπίστωσε την ύπαρξή των πιο πάνω ουλών, διέγνωσε ότι το συνολικό κόστος αποκατάστασής τους με πλαστική χειρουργική επέμβαση ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ.
Την αποκατάσταση αυτής της μελλούσης θετικής ζημίας δικαιούται να αξιώσει εκ των προτέρων ο ενάγων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, καθόσον θεωρείται ήδη υπάρχουσα η περιουσιακή ζημία, ο προσδιορισμός της είναι εφικτός και η από τούδε χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής διευκολύνει το σκοπό για τον οποίο παρέχεται....
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή στον πρώτο ενάγοντα το πιο πάνω ποσό, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ως αγρότης και ασχολούνταν με την καλλιέργεια αγροτεμαχίων συνολικής έκτασης 94,4 στρεμμάτων στην ευρύτερη περιοχή της …..
από τα οποία 10,50 στρέμματα περίπου ήταν ιδιοκτησίας του, ενώ τα υπόλοιπα τα μίσθωνε από τους Θ. Π. Σ. Δ. και Α. Ι. Ειδικότερα τα μεν 28 στρέμματα τα καλλιεργούσε με- σιτηρά, κριθάρι, τριφύλι, αραβόσιτο, τα 4,5 στρέμματα με σπαράγγια, τα δε υπόλοιπα με οπωροφόρα δένδρα (ροδακινιές, κερασιές, νεκταρινιές). Παράλληλα δε με την ενασχόλησή του με την καλλιέργεια των πιο πάνω αγροτεμαχίων απασχολείτο ως οδηγός στο υπ' αριθμ.
….δημοσίας χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (TAXI) ιδιοκτησίας του αδελφού του Δ. Ι., επί εξαήμερο εβδομαδιαίως, με οκτάωρη απασχόληση, αποκερδαίνοντας μηνιαίως καθαρά 1.440 (24 ημέρες χ 60 ευρώ) ευρώ. Εξ αιτίας του τραυματισμού του..., υποχρεώθηκε να προσλάβει τον Victor Topi του Fatmir και τον Manet Qibrit, ως εργάτες γης και οι οποίοι πραγματοποίησαν στα ανωτέρω αγροτεμάχια εργασίες κλαδέματος, τσαπίσματος, θερίσματος, ποτίσματος, αραιώματος και συγκομιδής, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 40 ευρώ ημερησίως και για την εργασία τους αυτή για 150 ημέρες από την ημέρα του ατυχήματος (7-7-2011) έως το τέλος του 2012, που ήταν ανίκανος ο ίδιος για εργασία, καταβάλλοντος το ποσό 6.000 (150 ημέρες εργασίας χ 40 ευρώ ημερησίως) ευρώ στον καθένα και συνολικά για το πιο πάνω χρονικό διάστημα δαπάνησε για το λόγο αυτό το ποσό των 12.000 ευρώ.
Όσον αφορά το χρονικό διάστημα που ο πιο πάνω ενάγων κατέστη ανίκανος προς εργασία, ο ορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμων Ι. Α., ρητά γνωματεύει στην έκθεση, που συνέταξε ότι ο ενάγων "λόγω του αριθμού και του είδους των τραυματισμών θεωρείται ότι αδυνατούσε πλήρως να ασκήσει την εργασία του για χρονικό διάστημα πέντε (5) με έξι (6) μήνες από το ατύχημα οπότε και σταθεροποιήθηκε η μετεγχειρητική του κατάσταση και συνέχισε βελτιούμενη για το επόμενο έτος".
Για να καταλήξει ότι "Ο Ε. Ι. με τους παραπάνω επίδικους τραυματισμούς μπορεί να εργασθεί στις από τον ίδιο περιγραφείσες ενασχολήσεις του". Για να υποχρεωθεί να συμπληρώσει στην από 9-2-2015 "συμπληρωματική έκθεση" που συνέταξε μετά την επίδοση σ' αυτόν της από …. εξωδίκου πρόσκλησης των εναγόντων ότι "λόγω του γεγονότος ότι το ποσοστό αναπηρίας 42% του ενάγοντος υπολείπεται του 50% που απαιτείται για την χορήγηση μερικής αναπηρίας, εντάσσει τον παθόντα στους ικανούς προς εργασία.
Θεωρείται όμως αυτονόητο, ότι η απόδοση - αντοχή και δεινότητά του όσον αφορά την άσκηση του επαγγέλματός του υπολείπεται του φυσιολογικού (100%) περίπου κατά ποσοστό όσο και το ποσοστό αναπηρίας του". Βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο πρώτος ενάγων, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, που δεν μπορούσε να εργαστεί ως αγρότης και ως οδηγός ταξί, απώλεσε εισοδήματα α) συνολικού ποσού 12.000 ευρώ ως αγρότης και β) 21.000 (1.400 ευρώ χ 15 μήνες) ευρώ ως οδηγός TAXI και συνολικά το ποσό των 33.000 (12.000+21.000) ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί για την αιτία αυτή.
Το ποσό αυτό θα κέρδιζε ο πρώτος ενάγων με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την παραπάνω εργασία του, αν δεν είχε τραυματιστεί, ενώ το επιπλέον αιτούμενο ποσό για απώλεια εισοδημάτων για χρονικό διάστημα έως το έτος 2039 δηλ. μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, κρίνεται υπερβολικό και αβάσιμο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 260.800 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του, για το χρονικό διάστημα έως την 7-7-2021 έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της υπό στοιχ. Β έφεσης, ενώ αντίστοιχα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της υπό στοιχ.
Α έφεσης, με τον οποία οι εκκαλούντες αποδίδουν σφάλμα στην εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον δεν έκρινε ότι ο ενάγων θα εργαζόταν έως το 65° έτος της ηλικίας του, αλλά απέρριψε το σχετικό κονδύλια για το χρονικό διάστημα από 8-7-2021 ως 7-7-2039 ως προώρως ασκηθέν. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναπηρία αυτή θα έχει οποιαδήποτε επιρροή στο οικονομικό, κοινωνικό και επαγγελματικό του μέλλον, Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, ο Ε.
Ι. εργάζεται ως αγρότης και οδηγός ταξί και ναι μεν λόγω του τραυματισμού του αναγκάσθηκε για ενάμιση χρόνο να μείνει εκτός εργασίας, αλλά ήδη από το 2013 έχει επιστρέψει στην εργασία του, ενώ δεν προέκυψε ότι αυτός αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία στην εκπόνηση των εργασιών του, έτσι ώστε να έχει συνέπειες στην οικονομική πλευρά της ζωής του.
Πέραν αυτού η κοινωνική και προσωπική ζωή του ενάγοντος εξελίχθηκε ομαλά. Επιπλέον δε το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεκπεραιώσει ορισμένες εργασίες, που απαιτούν ιδιαίτερο βάδισμα ή φόρτιση του τραυματισμένου ποδιού, καθώς και ότι δεν μπορεί πλέον να αθλείται όπως συνήθιζε κατά το παρελθόν, σε συνδυασμό με τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, δεν κρίνεται ότι χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης, ούτε συνιστούν δυσμενή επίδραση στο μέλλον του ενάγοντος, τέτοια που να καθιστά εφαρμόσιμη την επιδίκαση στον παθόντα εύλογου χρηματικού ποσού με βάση το είδος και τις συνέπειες της σωματικής βλάβης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Δηλαδή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική νομική σκέψη, δεν συντρέχουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά να προκύπτουν ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Άλλωστε τα γεγονότα αυτά, σε κάθε περίπτωση, θα ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του ύψους της ηθικής του βλάβης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα για καταβολή αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ... Τέλος, ο πρώτος ενάγων ως εκ του προπεριγραφέντος τραυματισμού του κατά το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα και των συνακόλουθων επιπτώσεων που είχε αυτό στη σωματική και ψυχική υγεία του, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.
Το ποσό της τελευταίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του αποκλειστικού πταίσματος του αντιδίκου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος (και τη συναφή έλλειψη πταίσματος άλλου προσώπου), του είδους των σωματικών κακώσεων του ενάγοντας και του τρόπου αποκατάστασής τους, της επιδείνωσης και εξέλιξης των βλαβών που υπέστη και τη συνακόλουθη επιβάρυνση της ψυχολογικής του κατάστασης και εν γένει της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος σε συνδυασμό και με την ηλικία του κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος (37 ετών), όπως τα στοιχεία αυτά μνημονεύονται ανωτέρω, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγόμενης της ίδιας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική.....
ανέρχεται σε 15.000,00 ευρώ.
Συνεπώς η συνολική αξίωση του πρώτου ενάγοντος Ε. Ι., διαμορφώνεται στο ποσό των 56.020,25 (850,67 + 1.169,58 + 6.000 + 12.000 + 21.000 + 15.000) ευρώ".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, καθώς και, εσφαλμένη επίσης, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο Νόμος απαιτεί για την πλήρωση του πραγματικού του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε, κατ' ουσίαν, την αξίωσή του, περί ιδιαίτερης αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Και β) η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλάγιου, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη, με το να απορρίψει την αξίωσή του για πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Ειδικότερα, ότι: α) ενώ δέχθηκε ότι "οι προκληθείσες βλάβες στην υγεία του αναιρεσείοντος από τον τραυματισμό του στο επίδικο ατύχημα είναι μόνιμες", ότι "το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 42%", ότι "οι επακόλουθες ψυχικές διαταραχές, που προκλήθηκαν σ' αυτόν, είναι χρόνιες, παρουσιάζουν σταδιακά επιδεινούμενη συμπτωματολογία με συνέπεια να απαιτείται ψυχιατρική παρακολούθησή του δια βίου", καθώς και ότι "η απόδοση, αντοχή και δεινότητά του στην άσκηση του όποιου επαγγέλματος ασκούσε προ του ατυχήματος υπολείπεται, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του, του φυσιολογικού σε ποσοστό, όσο και το ποσοστό της αναπηρίας του (ήτοι 42%)", εν τούτοις δεν εφήρμοσε την ΑΚ 931 και δεν του επιδίκασε την προβλεπόμενη σ' αυτήν πρόσθετη αποζημίωση, β) "Παρά τα όσα δέχθηκε σχετικά με το μόνιμο της αναπηρίας, την χρεία ψυχιατρικής παρακολουθήσεως και φαρμακευτικής αγωγής δια βίου, την δυσκαμψία άκρων μελών, την αδυναμία διεκπεραίωσης εργασιών που απαιτούν ιδιαίτερο βάδισμα ή φόρτιση του βλαβέντος μέλους, την αδυναμία άθλησης εφ' εξής", εν τούτοις, "όλως αντιφατικά δέχθηκε, ότι κοινωνική και προσωπική του ζωή μετά τον τραυματισμό του εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς να υπάρχει ουδεμία επιρροή στο κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον".
Πλην όμως όπως, προκύπτει, από τις παραπάνω παρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την έκταση των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο αναιρεσείων εξαιτίας του ατυχήματος, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει, κατ' ουσίαν, την αξίωση του αναιρεσείοντος για την, υπέρ αυτού, επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης εκ του άρθρ. 931 ΑΚ, ορθώς ερμήνευσε και ορθώς επίσης δεν εφάρμοσε, εν προκειμένω, τον ανωτέρω ουσιαστικό κανόνα του άρθρου αυτού, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλομένη απόφαση ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να εφαρμοστεί η ανωτέρω διάταξη.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο κατά τις παραδοχές του δέχτηκε ότι μετά την εξέταση του αναιρεσείοντα την …. από τον δικαστικό Πραγματογνώμονα - Ορθοπεδικό Χειρουργό ιατρό (Ι.Α.), προέκυψε ότι αυτός, συνεπεία του ατυχήματος, αδυνατούσε πλήρως να ασκήσει την εργασία του για χρονικό διάστημα πέντε με έξι μηνών από τον τραυματισμό του, οπότε και σταθεροποιήθηκε η μετεγχειρητική του κατάσταση και συνέχισε βελτιούμενη για το επόμενο έτος, ενώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
…. έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού Πραγματογνώμονα - Ψυχιάτρου (Δ. Κ.), πάσχει από διαταραχή μετατραυματικού στρες, με σταδιακά επιδεινούμενη συμπτωματολογία, που χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και ψυχιατρικής παρακολούθησης δια βίου. Ακόμη σύμφωνα με τον ανωτέρω δικαστικό Πραγματογνώμονα - Ορθοπεδικό Χειρουργό ιατρό (Ι.
Α.), ο αναιρεσείων, με τους πιο πάνω επίδικους τραυματισμούς του μπορεί να εργασθεί στις από τον ίδιο περιγραφείσες ενασχολήσεις του και εντάσσεται στους ικανούς προς εργασία, εν όψει και του ότι το εκ 42% ποσοστό αναπηρίας (κατά το οποίο, περίπου, η αντοχή, απόδοση και δεινότητά του υπολείπεται του φυσιολογικού - 100%) είναι κατώτερο του 50%, που απαιτείται για την χορήγηση μερικής αναπηρίας.
Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι, ναι μεν ο αναιρεσείων λόγω του τραυματισμού του αναγκάσθηκε για ενάμισι χρόνο να μείνει εκτός εργασίας, πλήν όμως, ήδη, από το έτος 2013 έχει επιστρέφει στην εργασία του ως αγρότη και οδηγού ΤΑΞΙ και δεν προέκυψε ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία στην εκπόνηση των εργασιών του, ώστε να έχει, συνέπειες στην οικονομική πλευρά της ζωής του.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η πιο πάνω κατώτερη του ποσοστού του 50% που απαιτείται για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση μερικής αναπηρίας αναπηρία του αναιρεσείοντος θα έχει οποιαδήποτε επιρροή στο οικονομικό κοινωνικό και επαγγελματικό του μέλλον, αφού πέραν των όσων παραπάνω δέχτηκε σε σχέση με την ικανότητα για εργασία του αναιρεσείοντος η κοινωνική και προσωπική του ζωή εξελίχθηκε ομαλά, ενώ το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεκπεραιώσει ορισμένες μόνον εργασίες (που απαιτούν ιδιαίτερο βάδισμα ή φόρτιση του τραυματισμένου ποδιού), καθώς και ότι δεν μπορεί, πλέον, να αθλείται όπως συνήθιζε κατά το παρελθόν, σε συνδυασμό με τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις, δεν κρίνεται ότι χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης, ούτε συνιστά δυσμενή επίδραση στο μέλλον του, τέτοια που να καθιστά εφαρμόσιμη την υπέρ αυτού επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού με βάση το είδος και τις συνέπειες της σωματικής βλάβης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Οι πιο πάνω κρίσιμες παραδοχές είναι σαφείς, χωρίς αντιφάσεις μεταξύ τους, στηρίζουν, δε, επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για την απόρριψη της αξιώσεως της πρόσθετης παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, και, συνεπώς, η εν λόγω απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ανωτέρω διατάξεως.
Οι δε πιο πάνω, αιτιάσεις (όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί και αναφέρονται "στο μόνιμο της αναπηρίας, την χρεία ψυχιατρικής παρακολουθήσεως και φαρμακευτικής αγωγής δια βίου, την δυσκαμψία άκρων μελών, την αδυναμία διεκπεραίωσης εργασιών που απαιτούν ιδιαίτερο βάδισμα ή φόρτιση του βλαβέντος μέλους, την αδυναμία άθλησης εφ' εξής"), εν όψει των προπαρατεθεισών παραδοχών του Εφετείου, ότι η κοινωνική και προσωπική ζωή του αναιρεσείοντος, μετά τον τραυματισμό του, εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς να υπάρχει ουδεμία επιρροή στο κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον αβασίμως προβάλλονται, σε κάθε δε, περίπτωση προβάλλονται απαράδεκτα καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, που όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατόπιν τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ σχετικά με το κονδύλιο αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος - αντιδίκου από το άρθρ. 931 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, και ως προς τα δύο σκέλη του ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κυριότητάς του, ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία: "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α" στο ποσό των 15.000,00 ευρώ, δηλαδή ποσό το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υπολείπεται δυσανάλογα των ποσών, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητος (άρθρ. 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, των άρθρ. 25 παρ.1 εδ.
δ του Συντάγματος και 932 ΑΚ και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Καθορίζοντας όμως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντα στο παραπάνω ποσό των 15.000,00 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015) ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού το επιδικασθέν ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά, ούτε αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Ακόμη, το Εφετείο καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσείοντα, αφού συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, σχετικά με το ύψος της επιδικαστέας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία, που επικαλέστηκε, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο τραυματισμός του, το είδος αυτού, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, την ένταση του ψυχικού άλγους που προκάλεσε στον αναιρεσείοντα ο τραυματισμός του, την ηλικία του και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμ. 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίσιν αναιρέσεως.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ήτοι "έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, λόγω ανεπάρκειας της αιτιολογίας, καθώς και της υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών σε ουσιώδη ζητήματα", αναφορικά με την αξίωσή του αναιρεσείοντα περί απώλειας εισοδήματος, εξ αιτίας της, εκ του επιδίκου τραυματισμού του, ανικανότητάς του προς εργασία.
Και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχθηκε ότι υφίσταται στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα μειωμένη ικανότητα προς εργασία και ότι υπολείπεται σε αντοχή, απόδοση και δεινότητα κατά 42% σε σχέση με τον υγιή εργαζόμενο στην ίδια εργασία ("...ο ορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμων Ι.
Α. (...γνωματεύει στην από ….."συμπληρωματική έκθεση" που συνέταξε μετά την επίδοση σε αυτόν της από ... εξωδίκου πρόσκλησης των εναγόντων ότι "λόγω του γεγονότος ότι το ποσοστό αναπηρίας 42% του ενάγοντος υπολείπεται του 50% που απαιτείται για την χορήγηση μερικής αναπηρίας, εντάσσει τον παθόντα στους ικανούς προς εργασία.
Θεωρείται όμως αυτονόητο ότι η απόδοση, αντοχή και δεινότητά του όσον αφορά την άσκηση του επαγγέλματος του υπολείπεται του φυσιολογικού (100%) περίπου κατά ποσοστό όσο και το ποσοστό αναπηρίας του"...) και ενώ δέχθηκε ότι τόσο η σωματική αναπηρία του όσο και η βλάβη στον ψυχικό του κόσμο είναι μόνιμες, δια βίου, εν τούτοις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει επιστρέψει στην εργασία του από το έτος 2013, χωρίς να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία στην εκπόνηση των εργασιών του και ότι το σχετικό κονδύλιο της απώλειας εισοδήματος από τον Οκτώβριο του 2012 έως το 2039 με την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, είναι υπερβολικό και αβάσιμο, δίχως μάλιστα να μνημονεύει καν τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το συμπέρασμα αυτό και δίχως να περιέχει κρίση σχετικά με το πώς οι διαπιστωθείσες ως άνω βλάβες και η μειωμένη απόδοση στην εργασία του, δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα και δυσκολία στην εκπόνηση των εργασιών του.
Περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι κατά την εξέτασή του από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα τον Σεπτέμβριο του 2014, παρουσίαζε μόνιμες σωματικές βλάβες ("...Κατά την εξέτασή του, την ..., από τον ορισθέντα από το δικαστήριο, πραγματογνώμονα - ορθοπεδικό χειρουργό, Ι.Α., διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε δυσκαμψία με ελάττωση της ραχιαίας έκτασης της αριστερής ποδοκνημικής κατά 10°, δυσκαμψία του αριστερού γόνατος με κάμψη έως 100°, δυσκαμψία και περιορισμό ατροφικών κινήσεων του αριστερού ισχίου μέτριου βαθμού και απολειπόμενο υπτιασμό του αριστερού αντιβραχίου κατά 10°..."), εν τούτοις όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι επέστρεψε στην εργασία του από το έτος 2013, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει εάν επρόκειτο περί της εργασίας του ως αγρότη ή ως οδηγού ταξί ή και για τις δύο, δεδομένου μάλιστα ότι η φύση των μονίμων σωματικών βλαβών του είναι τέτοια, που κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας εμποδίζουν την οδήγηση οποιουδήποτε οχήματος, πόσο δε μάλλον όχημα ταξί.
Όπως όμως σαφώς προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο αναιρεσείων συνεπεία του, αναλυτικά στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως περιγραφόμενου τραυματισμού του, ήταν ανίκανος προς εργασία έως το τέλος του έτους 2012.
Την κρίση του, δε, αυτή το Εφετείο στήριξε, μεταξύ άλλων, στην ιατρική έκθεση του δικαστικού Πραγματογνώμονα - Ορθοπεδικού Χειρουργού, Ι. Α. σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων συνεπεία του ατυχήματος αδυνατούσε πλήρως να ασκήσει την εργασία του για χρονικό διάστημα πέντε με έξι μηνών από τον τραυματισμό του, οπότε και σταθεροποιήθηκε η μετεγχειρητική του κατάσταση και συνέχισε βελτιούμενη για το επόμενο έτος (2012), ενώ μετέπειτα, με τους πιο πάνω επίδικους τραυματισμούς του, μπορεί να εργασθεί στις, από τον ίδιο περιγραφείσες, ενασχολήσεις του και εντάσσεται στους ικανούς προς εργασία, εν όψει και του ότι το εκ 42% ποσοστό αναπηρίας (κατά το οποίο, περίπου, η αντοχή, απόδοση και δεινότητά του υπολείπεται του φυσιολογικού - 100%) είναι κατώτερο του 50%, που απαιτείται για την χορήγηση μερικής αναπηρίας.
Πέραν τούτου, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων όπως αποδείχθηκε, εργάζεται ως αγρότης και οδηγός ΤΑΞΙ, ότι, ειδικότερα, εξ αιτίας του τραυματισμού του, αναγκάσθηκε για ενάμιση χρόνο να μείνει εκτός εργασίας, καθώς και ότι, ήδη από το έτος 2013, έχει επιστρέφει στην εργασία του και δεν προέκυψε, ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δυσκολία στην εκπόνηση των εργασιών του, σημειώνοντας, μάλιστα, ότι το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεκπεραιώσει ορισμένες εργασίες, που απαιτούν ιδιαίτερο βάδισμα ή φόρτιση του τραυματισμένου του ποδιού, δεν κρίνεται, ότι χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης.
Τέλος σε συνέχεια των παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επί πλέον αιτούμενο ποσό για απώλεια εισοδημάτων για χρονικό διάστημα έως το έτος 2039, δηλαδή μέχρι την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του αναιρεσείοντος, κρίνεται αβάσιμο και υπερβολικό. Οι παραπάνω παραδοχές είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις μεταξύ τους, στηρίζουν, δε, επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Οι δε λοιπές αιτιάσεις του λόγου τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού με την επίκλησή τους, πλήττεται, η, περί των πραγμάτων, ανέλεγκτη αναιρετικώς, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθόσον ανάγονται στον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων.
Συνεπώς ο, εκ του άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης αναφορικά με την, αξίωση του αναιρεσείοντος για "απώλεια εισοδήματος κατά το μετά το έτος 2012 χρονικό διάστημα", πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2018 (αρ. κατ. 2363/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1620/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ