Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and upholds appellate court's rejection of bank fraud claim.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision regarding a bank fraud case. The appellants argued the appellate court committed procedural errors and failed to consider specific facts, while the bank contended the claim was inadmissible due to the termination of the employment relationship. The court ruled that the appellate court correctly applied the law, finding the procedural objections unfounded and the substantive claim invalid because the alleged misappropriation occurred after the employee had left the bank's service.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1), 19, 8 of the Code of Civil Procedure; Articles 806, 830(1) of the Civil Code: The appellate court's decision is upheld if it correctly interprets statutory provisions regarding the termination of the employment relationship and the inadmissibility of claims for misappropriation occurring after such termination, thereby rejecting procedural appeals based on alleged errors in applying these rules.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 929 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 929/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ... και προσωρινά διαμενόντων στο ... (...) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1202/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 20 Ιουλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξουσία της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και της από 19-2-2008 αιτήσεως (κλήσεως) των αναιρεσειόντων με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού.
Επειδή, η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830§1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή τους.
Επομένως αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ'αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακατάθεσης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών".
Ενόψει δε και της φύσεως του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία αποδόσεως αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαιρέσεως, είναι αδύνατη η συνδρομή αξιώσεως εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας και η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική ακόμα και όταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του ως άνω ν.δ., τελεί υπό τον πρόσθετο όρο ότι η απόδοση του οφειλόμενου ποσού σε μη δικαιούχο οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.
Συνακόλουθα των ανωτέρω η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, και αν ακόμη αυτό έχει αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η αδικοπραξία γίνεται σε βάρος της από τρίτο και όχι από αυτήν κατά του παρακαταθέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 28-2-1995, ανοίχθηκε στο Υποκατάστημα ... της δεύτερης εναγόμενης, όπου υπηρετούσε ως Δ/ντής ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου συναλλάγματος, στο όνομα των εναγόντων και του ΑΑ, πατέρα του πρώτου από αυτούς.
Στο λογαριασμό αυτό, είχε κατατεθεί αρχικά στις 28-2-1995 το ποσό των 19.200 Γ.Μ. και στη συνέχεια στις 10-10-1995 το ποσό των 51.800 Γ.Μ., ενώ μέχρι την 6-11-1995 είχαν αναληφθεί διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 69.963 γερμανικών μάρκων, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο 1.037 Γ.Μ. [19.200 + 51.800 = 71.000 - 69.963], το οποίο μεταφέρθηκε στις 21-2-1996, στον με αριθμό ...
λογαριασμό ταμιευτηρίου, μετά την υπαγωγή του ανωτέρω Υπ/τος στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας. Ακολούθως στο νέο αυτό λογαριασμό, κατατέθηκε στις 3-10-1996 το ποσό των 30.000 Γ.Μ. και έτσι το συνολικό ποσό κατάθεσης ανήλθε σε 31.037 Γ.Μ., ενώ μέχρι την 30-10-1996 έγιναν αναλήψεις ποσών συνολικού ύψους 31.000 Γ.Μ., με συνέπεια στις 1/1/1997, που αρχίζει η επίδικη περίοδος, να έχει απομείνει υπόλοιπο 37 Γ.Μ.
Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως και 18-12-2000, που ο πρώτος εναγόμενος συνταξιοδοτήθηκε και συνεπώς έπαυσε να τελεί σε οποιαδήποτε σχέση εξαρτήσεως με τη δεύτερη εναγόμενη Τράπεζα, ακολούθησαν και άλλες καταθέσεις και αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών σε αλλοδαπό νόμισμα, Συγκεκριμένα στον ανωτέρω λογαριασμό:
Α] κατατέθηκαν: 1] στις 17-12-1997 το ποσό των 50.000 Γ.Μ., 2] στις 23-12-1998 το ποσό των 48.000 Γ.Μ. και 3] στις 20-12-1999 το ποσό των 41.800 Γ.Μ., ήτοι κατατέθηκε συνολικά το ποσό των 139.800 Γ.Μ., Β] αναλήφθηκαν: 1] στις 25-2-1998 το ποσό των 50.000 Γ.Μ., 2] στις 24-2-1999 το ποσό των 48.000 Γ.Μ., 3] στις 28-12-1999 το ποσό των 4.000 Γ.Μ., 4] στις 18-1-2000 το ποσό των 18.000 Γ.Μ., 5] στις 21-4-2000 το ποσό των 4.150 Γ.Μ.
και 6] στις 7-6-2000 το ποσό των 16.000 Γ.Μ., ήτοι οι γενόμενες αναλήψεις ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 140.150 Γ.Μ., που καλύπτει σχεδόν το σύνολο των κατατεθέντων πιο πάνω ποσών, πλέον τόκων. Όπως προέκυψε, οι ενάγοντες στα πλαίσια των σχέσεων εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκαν μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου, παρέδιδαν σε αυτόν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 138.000 Γ.Μ., [50.000 + 48.000 + 40.000 Γ.Μ.] για τα έτη 1997, 1998 και 1999, κατά τους ισχυρισμούς τους, [ήτοι ισάξιο περίπου του ποσού που βρέθηκε να είναι κατατεθειμένο στον παραπάνω λογαριασμό], προκειμένου αυτός να τα καταθέτει σε ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό στο όνομα των εναγόντων, ο οποίος ανανεωνόταν περί το μήνα Φεβρουάριο κάθε έτους.
Σύμφωνα όμως με τα προαναφερθέντα, ο περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά παράβαση της σχετικής τους εντολής, ιδιοποιήθηκε παράνομα τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού τα παραπάνω ποσά που παραδόθηκαν από τους ενάγοντες σ' αυτόν, πράγματι κατατέθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου της εναγόμενης Τράπεζας.
Συνεπώς, δεν υπάρχει υπεξαίρεση εκ μέρους του, τουλάχιστον με τον τρόπο που υποστηρίζουν οι ενάγοντες, ώστε λόγω της σχέσεως προστήσεως που υπήρχε μεταξύ αυτού και της εναγομένης Τράπεζας, να ευθύνεται και αυτή από κοινού με αυτόν και σε ολόκληρο απέναντι στους ενάγοντες. Δεδομένου δε ότι με την κατάθεση των χρημάτων στην εναγόμενη Τράπεζα, αυτή απόκτησε την κυριότητά τους, σε περίπτωση ανάληψης αυτών από τρίτο [ακόμη και από τον ίδιο τον πρώτο εναγόμενο], με απάτη, πλαστογραφία κλπ και όχι από τους ανωτέρω δικαιούχους της κατάθεσης [ενάγοντες], η Τράπεζα ευθύνεται έναντι αυτών, βάση της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, εφόσον συντρέχει δόλος ή βαρεία αμέλεια των προστηθέντων από αυτήν οργάνων, κατά την ανάληψη των χρημάτων και όχι από αδικοπραξία, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού η υπεξαίρεση των αναληφθέντων χρημάτων εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου, τελέσθηκε σε βάρος της Τράπεζας και όχι σε βάρος των ανωτέρω δικαιούχων.
Τα αποδειχθέντα όμως πιο πάνω περιστατικά, όπως είναι φανερό, στηρίζουν διαφορετικά βάση αγωγής, την οποία ούτε επικουρικά επικαλούνται οι ενάγοντες στην ένδικη αγωγή τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και ως προς τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα με βάση την επικαλούμενη σχέση προστήσεως, παρά το γεγονός ότι θεώρησε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια πιο πάνω περιστατικά [ότι δηλαδή υπήρξε κατάθεση των χρημάτων από τον πρώτο εναγόμενο σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων και στη συνέχεια ανάληψη αυτών από τον ίδιο], εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα Τράπεζα, με το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσής της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, μετά τη συνταξιοδότηση του πρώτου εναγομένου, είχαν παραδώσει σ' αυτόν και το ποσό των 80.000 Γ.Μ. [δύο φορές από 40.000 Γ.Μ.], προκειμένου αυτός να το καταθέσει στον προαναφερθέντα προθεσμιακό λογαριασμό. Ο ίδιος μάλιστα με την από 25-2-2003 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, συνομολογεί ότι υπεξαίρεσε το ποσό των 105.000 ευρώ από τους ενάγοντες που αντιστοιχεί σε 218.000 Γ.Μ., ποσό δηλαδή που ταυτίζεται
με το, σύνολο των παραδοθέντων σ' αυτόν για κατάθεση των πιο πάνω χρηματικών ποσών [138.000 + 80.000]. Ανεξάρτητα όμως από το αν αυτός κατέθεσε ή όχι το χρηματικό ποσό των 80.000 Γ.Μ. στον ανωτέρω λογαριασμό των εναγόντων [όπως έπραξε με τα προηγούμενα], η εναγόμενη Τράπεζα, δεν ευθύνεται απέναντι αυτών από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου [υπεξαίρεση των χρημάτων], αφού κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε αυτή, έπαυσε να υπάρχει η επικαλούμενη από τους ενάγοντες σχέση προστήσεως, μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγόμενου, δεδομένου ότι αυτός μετά την 18-12-2000 που του παραδόθηκε το παραπάνω χρηματικό ποσό των 80.000 Γ.Μ. δεν τελούσε σε υπηρεσιακή εξάρτηση με αυτήν.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια ως προς το πληττόμενο από τους ενάγοντες κεφάλαιο αυτής και απέρριψε την αγωγή ως προς την εναγόμενη Τράπεζα, για το μετά τη συνταξιοδότηση του πρώτου εναγομένου χρονικό διάστημα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσής τους, ελέγχονται ως αβάσιμα.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 830 § 1, 806, 827 ΑΚ και του άρθρου 3 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", δεχόμενο για το ποσό των 138.000 γερμανικών μάρκων που βρέθηκε κατατεθειμένο στον αναφερόμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου των εναγόντων, προκειμένου ο πρώτος των εναγομένων (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) διευθυντής υποκαταστήματος της δεύτερης τούτων, να το καταθέσει σε προθεσμιακό λογαριασμό στο όνομα αυτών, ότι για την κατάθεση του ποσού αυτού στον τελευταίο αυτόν λογαριασμό αυτών δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αδικοπραξία (υπεξαίρεση) εκ μέρους του πρώτου εναγομένου (διευθυντή) σε βάρος των εναγόντων, ούτε για υπεξαίρεση του ποσού αυτού εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης Τράπεζας, αφού η κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στους αναιρεσείοντες τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά δεν συνιστά αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας αλλά αθέτηση συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης (εφόσον συντρέχει, συνάμα, δόλος ή βαρειά αμέλεια των οργάνων της Τράπεζας κατά την ανάληψη των χρημάτων) εκ μέρους της Τράπεζας, αφού η υπεξαίρεση των αναληφθέντων χρημάτων από τον πρώτο των εναγομένων έγινε σε βάρος της Τράπεζας [που με την κατάθεση των χρημάτων, απέκτησε την κυριότητά τους και όχι σε βάρος των αναιρεσειόντων (εναγόντων)].
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ αιτίαση πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το μέρος του, που στηρίζεται στην αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ως μη αποδεικνυομένης κατ' ουσία της αγωγής, που στηρίζεται στις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις, και μη υποστηρίζοντας κατά την ιστορική της βάση καθ' οιονδήποτε τρόπο την αγωγική βάση σ'αυτές, ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελούν πράγματα οι επικαλούμενοι (με το λόγο αναίρεσης) νομικοί ισχυρισμοί ότι η ένδικη αγωγή στηριζόταν στις διατάξεις περί ανώμαλης παρακαταθήκης.
Αλλά και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παράδοση στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων 80.000 γερμανικών μάρκων, προκειμένου να κατατεθούν στον παραπάνω προθεσμιακό λογαριασμό, δηλαδή στην αδικοπραξία (με υπεξαίρεση) των χρημάτων αυτών, από τον πρώτο των εναγομένων, που έλαβε χώρα μετά την 18.12.2000, όταν αυτός είχε ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία του από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη τράπεζα, το Εφετείο δέχθηκε ότι για το λόγο της μη υπηρεσιακής εξάρτησης του πρώτου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η αγωγή, επειδή έπαυσε να υπάρχει η επικαλούμενη σχέση προστήσεως, είναι απορριπτέα ως προς τη δεύτερη των αναιρεσίβλητων ως αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις παραπάνω αναφερθείσες πλημμέλειες αλλά με την προσβαλλομένη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δέχθηκε ότι λόγω της λύσεως της υπηρεσιακής σχέσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για την επικαλούμενη σχέση προστήσεως μεταξύ του τελευταίου και της αναιρεσίβλητης τράπεζας και απέρριψε την κατά της τράπεζας βάση της αγωγής στο σύνολό της.
Επομένως όλοι οι προδιαληφθέντες, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για τα έξοδα, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της ερημοδικίας αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2006 αίτηση των Χ1, κλπ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1202/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους (Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.), την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ