Supreme Court dismisses appeal against seizure of third party assets under EU Directive 2014/42/EU.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final judgment ordering a bank to deposit seized funds into the Deposit Protection Fund. The appellant argued that freezing the bank's accounts violated EU Directive 2014/42/EU protections for crime victims, but the court found no such conflict. The court ruled that the Directive does not grant victims a right to access frozen assets and applies only to states, not private parties. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 577(3), 983(1), 988(1)(b), 48 of Law 3691/2008, 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Directive 2014/42/EU does not prohibit the seizure of third-party accounts necessary for victim compensation, as it does not grant private individuals direct rights against third parties.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 928 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 928/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτού, ήτοι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Σουριαδάκι, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Χαλιάσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10581/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6980/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 31-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6980/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 10.581/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη η από 24-11-2014 αγωγή του, με την οποία, λόγω του ότι η κατασχεθείσα, συνεπεία αναγκαστικής και συντηρητικής κατάσχεσης που αυτό (ενάγον) είχε επιβάλει εις χείρας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση (Λ.
Λ.) δεν επαρκεί προς ικανοποίηση του συνόλου των δανειστών, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι αυτή (εναγομένη) υποχρεούται να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 988 παρ.1 β' Κ.Πολ.Δ., ήτοι να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, εν συνεχεία διανομή από συμβολαιογράφο, χωρίς να εμποδίζεται η εναγομένη προς τούτο (δημόσια κατάθεση) από την επιβληθείσα δέσμευση κατ' άρθρο 48 του Ν.3691/2008.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία.
Κατά το άρθρο 984 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, που είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου (Α.Π.354/2010), έχει ως έννομη συνέπεια, αν πρόκειται για κατασχεμένες χρηματικές απαιτήσεις, την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθ' ου η εκτέλεση, ενώ, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, η επίδοση αντιγράφου του κατασχετήριου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθ' ου η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε.
Τυχόν διάθεση απ' αυτόν του κατασχεμένου απαγορεύεται και είναι αυτοδίκαια άκυρη (άρθρ. 175 ΑΚ) για τον κατασχόντα. Κατά δε το άρθρο 985 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και συνάμα να αναφέρει ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, ενώ κατά το άρθρο 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο τρίτος δηλώσει πως η απαίτηση που κατασχέθηκε υπάρχει και είναι επαρκής για να ικανοποιηθούν εκείνος ή εκείνοι που επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει, αφού περάσουν οκτώ ημέρες, αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, και αφού περάσουν τριάντα ημέρες, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον καθέναν από εκείνους που επέβαλαν κατάσχεση το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ. Σε περίπτωση που ο τρίτος, παρά την καταφατική δήλωση, αρνείται να συμμορφωθεί στις απορρέουσες από το άρθρο 988 Κ.Πολ.Δ. υποχρεώσεις του, ο κατασχών δανειστής μπορεί να επισπεύσει εκτέλεση κατ' αυτού, με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 989 του ίδιου κώδικα (καταφατική δήλωση), αλλά παράλληλα παρέχεται στον κατασχόντα και η δυνατότητα άσκησης αγωγής ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην δικαστηρίου, με αίτημα την καταδίκη του τρίτου σε ενέργεια υλικής πράξης (άρθρο 946 ΚΠολΔ).
Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. και η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 αρχίζει αφότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη που τον διορίζει. Από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν προκύπτει ότι η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου έχει μεν ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεμένης απαίτησης από την εξουσία της ελεύθερης διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου του που κατασχέθηκε, δεν συνεπάγεται όμως και την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης σε εκείνον που προβαίνει στην κατάσχεση.
Τέτοια εκχώρηση επέρχεται μετά την τυχόν καταφατική δήλωση του τρίτου, που προϋποθέτει τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα (Α.Π.Ολ.3/1993, Α.Π.984/2018, Α.Π.602/2018, Α.Π.360/2017, Α.Π.1764/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 712, 721, 722 παρ. 2, 723, 982 επ., 988 παρ. 1, 974 επ.
του Κ.ΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι στη συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων στα χέρια τρίτου εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, ότι συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη κατασχεθεί συντηρητικώς, ότι όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση (άρθρο 715 παρ. 5) δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης, ότι, αν όσο ισχύει η συντηρητική κατάσχεση γίνει αναγκαστική εκτέλεση στα κατασχεμένα, εκείνος που έχει επιβάλει τη συντηρητική κατάσχεση μετέχει προσωρινά στη διανομή και κατατάσσεται τυχαίως σύμφωνα με τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ.
από συμβολαιογράφο που ορίζεται με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., προκύπτει ότι σε περίπτωση συρροής συντηρητικής κατάσχεσης με αναγκαστική κατάσχεση απαιτήσεων στα χέρια τρίτου, η οποία (αναγκαστική κατάσχεση) επιβλήθηκε μετά την επιβολή της συντηρητικής και πριν από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, θετικής δήλωσης του τρίτου περί υπάρξεως στα χέρια του της απαίτησης (άρθρο 985 παρ. 1 και 2) και ανεπάρκειας της απαίτησης για την ικανοποίηση όλων των κατασχόντων δανειστών, οπότε το ποσό της κατασχεμένης απαίτησης διανέμεται από τον οριζόμενο ως άνω συμβολαιογράφο, α) για τον υπολογισμό του ποσού των απαιτήσεων που θα ικανοποιηθούν από την κατασχεμένη απαίτηση και επομένως για την επάρκεια ή μη του κατασχεμένου ποσού προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις όλων των δανειστών που έχουν επιβάλει κατάσχεση, συντηρητική ή αναγκαστική, β) χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η επάρκεια ή ανεπάρκεια της κατασχεμένης απαίτησης είναι εκείνος της αναγκαστικής κατάσχεσης και ειδικότερα της καταφατικής δήλωσης του τρίτου για την ύπαρξη της απαίτησης και αφού περάσει ακολούθως η προθεσμία άρθρου 988 παρ. 1α του ΚΠολΔ, οπότε και επέρχεται (Ολομ.Α.Π.3/1993) η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στον αναγκαστικώς κατασχόντα γ) η κατάταξη στην κατασχεθείσα απαίτηση γίνεται, αν δεν υπάρχουν προνομιούχες απαιτήσεις, συμμέτρως (άρθρο 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και, τέλος, δ) η κατάταξη του συντηρητικώς κατασχόντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, μετέχει προσωρινά στη διανομή, γίνεται τυχαίως, υπό την αίρεση δηλαδή της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση (Ολ.Α.Π.3/1993, Α.Π.1478/2011).
Με το ν. 3691/2008, που φέρει τον τίτλο, "Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις", επιδιώχθηκε η αναβάθμιση των εν γένει μηχανισμών της χώρας για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η προστασία της ακεραιότητας και φήμης του χρηματοπιστωτικού τομέα από τα ανωτέρω αδικήματα.
Με το άρθρο 7 του άνω νόμου, συστάθηκε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, που ήδη μετονομάστηκε σε "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες", η οποία απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, Πρόεδρος δε αυτής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Με το άρθρο 46 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ.2 του ν.4478/2017, ορίζεται ότι: "1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς τους στον ιδιοκτήτη, κατά την παρ. 2 του άρθρου 310 και του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 373 ΚΠΔ, δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση.
Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2, κατά το χρόνο κτήσεως αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. 2. ... ". Με δε το άρθρο 48 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 4778/2017, ορίζεται ότι: "1.
Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2 μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2.
Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος νόμου.
Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στο διευθυντικό στέλεχος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 44 ή στον διευθυντή του υποκαταστήματος του τόπου, όπου εδρεύει ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας.
Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή κοινής θυρίδας, επιδίδεται και στον τρίτο. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος.
Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου, τυχόν εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό, ή εκποίηση τίτλων, ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 3.
Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μπορεί ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο να διατάξει την απαγόρευση εκποιήσεως ορισμένου ακινήτου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση εκθέσεως κατασχέσεως, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και επιδίδεται στον κατηγορούμενο και στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο που του κοινοποιήθηκε.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης της παραγράφου αυτής. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στο βιβλίο του υποθηκοφυλακείου μετά την εγγραφή της πιο πάνω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. 4. Ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 3 και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι μέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος.
Στη σύνθεση του συμβουλίου, δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της αίτησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. 5. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Α' Μονάδα της Αρχής, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιοσδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις, από τον Πρόεδρο της Αρχής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3.
Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης, διαβιβάζονται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση, έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4...". Ακολούθως, με το άρθρο 7 παρ. 4 του ν.4478/2017, που κύρωσε τη Σύμβαση της Βαρσοβίας της 16ης Μαϊου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης "για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας" και ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2014/42/ΕΕ της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προστέθηκε εδάφιο γ' στην παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου (48 του ν.3691/2008), με το οποίο ορίζονται τα εξής: "Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας." Με την εν λόγω προσθήκη υιοθετείται, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν.4478/2017, η προστασία καλόπιστων τρίτων, που έχουν αποκτήσει δικαιώματα επί του λογαριασμού ο οποίος καταλαμβάνεται από απαγόρευση κίνησης.
Στη συνέχεια, με το ν. 4557/2018, Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της οδηγίας 2015/849/ΕΕ) και άλλες διατάξεις, καταργήθηκαν τα άρθρα, 1 έως και 54 του ν. 3691/2008 (άρθρο 54 παρ. 2 του ν.4557/2018), μεταξύ των οποίων και τα πιο πάνω άρθρα 46 και 48, τα οποία, όμως, μεταφέρθηκαν στο νέο νόμο, ως άρθρα 40, 42, αντίστοιχα, ενώ με το άρθρο 53 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι, "οι κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των νόμων, 2331/1995 και 3691/2008, παραμένουν σε ισχύ μέχρι την τροποποίηση ή κατάργησή τους, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος".
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο έχων εφαρμογή (ως εκ του χρόνου έκδοσης των σχετικών διατάξεων δέσμευσης, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) ν.3691/2008, στο άρθρο 48 αυτού, προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα δέσμευσης κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό υπό τις σε αυτό αναφερόμενες προϋποθέσεις με διάταξη τριών οργάνων κατά περίπτωση και ειδικότερα: 1) του ανακριτή, 2) του δικαστικού συμβουλίου και 3) σε επείγουσες περιπτώσεις, του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Η απαγόρευση αυτή της κίνησης των λογαριασμών του κατηγορουμένου, που επιβάλλεται, είτε με διάταξη του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, αποσκοπεί στο να εμποδίσει οποιαδήποτε διάθεση του συγκεκριμένου λογαριασμού, είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, έτσι ώστε - εκτός από την εξυπηρέτηση των σκοπών της ανάκρισης - να εξασφαλιστεί ότι σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης θα είναι δυνατή η δυνατότητα εκτέλεσης αυτής και η καταβολή των χρημάτων σε οποιοδήποτε "πρόσωπο" με αυτή τελεσιδίκως κριθεί (δηλαδή ή σε οποιοδήποτε "παθόντα" ή στο Ελληνικό Δημόσιο, είτε ως "παρεπόμενη ποινή (άρθρο 46 παρ. 1) είτε ως μέτρο ασφαλείας (άρθρο 46 παρ.8).
Εξάλλου, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, κατά την ρητή διατύπωση της άνω διάταξης της παρ.1 του άρθρου 48 "επέχει θέση κατάσχεσης". Το αυτό ισχύει και για την απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, η οποία διατάσσεται σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, ήτοι και αυτή επέχει θέση κατάσχεσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Συνεπώς, και δεδομένου ότι, συνέπεια και σκοπός της κατάσχεσης είναι η δέσμευση (νομική και υλική) περιουσιακών αντικειμένων του οφειλέτη, ο καθού τρίτος στερείται της εξουσίας διάθεσης των κατασχεθέντων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της οικείας διάταξης (του ανακριτή, του δικαστικού συμβουλίου ή του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες), η οποία απαγορεύει την κίνηση των λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, στο πλαίσιο διεξαγόμενης ανάκρισης για τα αδικήματα του άρθρου 2 (άρθρο 48 παρ. 1 εδ.
α') ή 3 (άρθρο 48 παρ. 1 εδ. β') ν.3691/2008, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός αποκτά την ιδιότητα του φύλακα (μεσεγγυούχου). Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι, το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός δεν έχει εξουσία, ούτε δικαίωμα χρησιμοποίησης ή διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που υπάρχουν στους λογαριασμούς, στους τίτλους ή στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, η κίνηση των οποίων απαγορεύτηκε με τη διάταξη αυτή, αλλά αντίθετα έχει υποχρέωση να τα παραδώσει, σε συμμόρφωση με την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί, δηλαδή όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κρίνουν τελειωτικά αναφορικά με την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων.
Έτσι, για τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεσμεύονται με την παραπάνω διάταξη του Ανακριτή, είναι σαφές, ότι αυτά βρίσκονται μεν "στα χέρια" του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, ωστόσο, τόσο ο δικαιούχος των λογαριασμών, όσο και το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα έχουν απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης ή διάθεσής τους.
Η απόλυτη νομική αδυναμία χρήσης τους (απαγόρευση κίνησης) τίθεται αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του διττού σκοπού που ο ίδιος ο νόμος περιγράφει, ήτοι αφενός τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου (με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος), αφετέρου τη δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του άρθρου 46 του ν. 3691/2008 (όπου αυτή προβλέπεται ρητά).
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, προβλέπεται ότι είναι "άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση των χρημάτων από το λογαριασμό αυτό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων". Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, εξάλλου, εκτός από την εξυπηρέτηση των σκοπών της ανάκρισης και της ποινικής δίκης, στους οποίους, έτσι και αλλιώς, άμεσα στοχεύει (διασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος, διατήρηση της περιουσίας που φέρεται ως προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας, εξασφάλιση της δυνατότητας υλοποίησης της δήμευσης, είτε ως παρεπόμενης ποινής, είτε ως μέτρου ασφαλείας) είναι ομόρροπη και προς την περιοριστική ρήτρα του γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αποσπώνται από το δράστη τα οφέλη, που αποκομίζονται από την εγκληματική δραστηριότητά του.
Με την έννοια αυτή και για όσο χρονικό διάστημα βρίσκεται σε ισχύ η αντίστοιχη διάταξη, τούτη λειτουργεί άμεσα και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, εξαιρώντας τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία από τη δυνατότητα να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο ελεύθερης συναλλαγής ιδιωτών.
Εφόσον δε, έτσι έχουν τα πράγματα, είναι φανερό ότι τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία τίθενται προσωρινά, όσο δηλαδή βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή, ως στοιχεία που εξυπηρετούν ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, "εκτός συναλλαγής". Τούτο δε, είναι εύλογο στο μέτρο που με την έκδοση και επίδοση της σχετικής διάταξης δημιουργείται μια ειδική σχέση της ίδιας της Πολιτείας προς τα περιουσιακά στοιχεία, η οποία ρυθμίζεται από την ανακριτική διάταξη και στη συνέχεια από το δικαστικό συμβούλιο ή το ποινικό δικαστήριο και η οποία κατισχύει των δικαιωμάτων της ελεύθερης διάθεσης και χρήσης του πράγματος από άλλο άτομο.
Έτσι, τα κρίσιμα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η κίνηση απαγορεύεται με βάση τα παραπάνω, κατά κάποιο τρόπο προσαρμόζονται λόγω της ανακριτικής διάταξης, σε στοιχεία που υπάρχουν προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά και μόνο του ειδικού σκοπού που η ποινική διαδικασία επιβάλλει και ο οποίος θα προσδιοριστεί με την αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τυποποιείται με την ίδια πρόβλεψη και ειδικό έγκλημα που τελεί το διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου. Εξάλλου, με το άρθρο 52 του ίδιου νόμου προβλέπεται η διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών, που εποπτεύουν τις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, εφόσον αυτές παραβαίνουν τις λοιπές υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Ειδικά, σε ό,τι αφορά τους τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίοι θεωρούνται προϊόν εγκλήματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δέσμευση τους με ανακριτική διάταξη αποτρέπει την απώλεια, την απομείωση ή οποιουδήποτε άλλου τύπου επιβάρυνση της περιουσιακής αξίας, η οποία θα μπορούσε να επέλθει με την πρωτοβουλία ιδιωτών, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ποινική εκκρεμότητα του δικαιούχου του λογαριασμού και μέχρι να αποφανθεί για την τύχη της δεσμευμένης περιουσιακής αξίας το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, ανάλογα με την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.
Μάλιστα, ως προς την έκταση της δέσμευσης των λογαριασμών, ο νόμος δεν παρέχει διευκρινίσεις, αφού περιορίζεται, αφενός μεν να προσδιορίσει ακριβώς ότι η σχετική ανακριτική πράξη συνίσταται σε "απαγόρευση κινήσεως", αφετέρου δε προσδιορίζει απλώς το χρονικό σημείο εκκίνησης της δέσμευσης, αφού στην παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 ορίζεται ότι, "η κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της επίδοσης στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος".
Εμμέσως, όμως, με το επόμενο εδάφιο της ίδιας διάταξης συστέλλεται η έννοια της δέσμευσης, αφού αυτή περιορίζεται στις εκταμιεύσεις και μόνον, ορίζοντας ρητά ότι "από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό...". Επομένως, η έννοια του "παγώματος" ισοδυναμεί με αδυναμία και ακυρότητα υπέρ του Δημοσίου μόνο της εκταμίευσης χρημάτων και δεν επεκτείνεται σε απόλυτη αδράνεια του κρίσιμου λογαριασμού, αφού εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι επιτρέπεται η κατάθεση χρημάτων από τον δικαιούχο ή τρίτο μη δικαιούχο στο λογαριασμό αυτό.
Το πάγωμα δηλαδή του λογαριασμού δεν προκαλεί απόλυτη τραπεζική και συναλλακτική εν γένει αδράνεια του (παγωμένου) λογαριασμού, αλλά συνιστά ένα καταρχήν "μπλοκάρισμα" του περιεχομένου του λογαριασμού, του οποίου (λογαριασμού) είναι επιτρεπτή η λειτουργία ως προορισμού καταθέσεων, ενώ επιπροσθέτως είναι νοητή η λήψη πληροφοριών για την μέχρι τότε κίνησή του ή προσθήκη τυχόν τόκων σ' αυτόν.
Μάλιστα, η ίδια διάταξη του ανακριτή έχει νόημα να επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, αφού ακριβώς, όπως και η κατάσχεση, στοχεύει πρωτίστως στη διατήρηση των περιουσιακών προϊόντων του βασικού αδικήματος, τα οποία μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν αντικείμενο της ειδικής δήμευσης, που προβλέπει το άρθρο 46 του αυτού νόμου, είτε με τη μορφή της υποχρεωτικής παρεπόμενης ποινής (46 παρ. 1), είτε με τη μορφή του μέτρου ασφαλείας (46 παρ. 3).
Η συγκεκριμένη δέσμευση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 48 παρ. 1 εδ. β του ν. 3691/2008, εξυπηρετεί δηλαδή τη δυνατότητα εφαρμογής του συστήματος ειδικής δήμευσης που ο ίδιος νόμος προβλέπει στο άρθρο 46. Μετά τη δέσμευση των κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι προέρχονται από βασικό αδίκημα και για το λόγο αυτό υπόκεινται σε δήμευση, και όσο ακόμη βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη του ανακριτή που επέβαλε το δικονομικό αυτό μέτρο (όσο δηλαδή δεν εκδίδεται βούλευμα ή δικαστική απόφαση, που να αποφαίνεται αμετάκλητα για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων) σε βάρος του κατηγορουμένου, δεν έχει κριθεί αμετάκλητα, αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα αποδοθούν στον κατηγορούμενο (εφόσον κριθεί ότι δεν τέλεσε την πράξη) ή αν θα δημευθούν υπέρ του Δημοσίου (εφόσον επιβληθεί δήμευση, είτε ως παρεπόμενη ποινή, είτε ως μέτρο ασφαλείας, με βάση το σύστημα των προβλέψεων του άρθρου 46 ν. 3691/2008) ή αν θα αποδοθούν στον καλόπιστο τρίτο (αρχικό ιδιοκτήτη και παθόντα από την εγκληματική δραστηριότητα).
Όσο το ζήτημα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα δικαστική, στο πεδίο της ποινικής δίκης, νέα κατάσχεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων με άλλη (οποιαδήποτε) διαδικασία εμφανίζεται τυπικά (αφού αφορά σε πράγματα εκτός συναλλαγής κατά τα προεκτεθέντα) και ουσιαστικά (αφού εμφανίζεται αδικαιολόγητα πρωθύστερη της κρίσης του ποινικού δικαστηρίου) ανομιμοποίητη.
Συνεπώς, η απαγόρευση της διάθεσης αφορά λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και περιλαμβάνει και τη διάθεση με αναγκαστική εκτέλεση. Μόνο μετά την αμετάκλητη δικαστική κρίση (είτε του συμβουλίου, είτε του δικαστηρίου), μπορεί να διαπιστωθεί τελικά εάν τα δεσμευμένα στοιχεία ανήκουν ή όχι στην περιουσία του εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το εάν αυτός ήταν ή κατέστη οφειλέτης και από άλλη αιτία.
Αυτονόητο είναι, εξάλλου, ότι όσο διαρκεί η κατάσχεση οποιαδήποτε βλάβη ή καταστροφή ή υφαίρεση του κατασχεθέντος πράγματος από το μεσεγγυούχο διώκεται και ως παραβίαση κατάσχεσης με το άρθρο 177 ΠΚ. Περαιτέρω με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση", προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Άρθρο 1 Αντικείμενο: "1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης και σχετικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. 2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διαδικασίες που τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν για να δημεύσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία." Άρθρο 4 Δήμευση: "1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με αυτά τα όργανα ή προϊόντα, υπό την αίρεση οριστικής καταδίκης για ποινικό αδίκημα, που μπορεί να επίσης να έχει απαγγελθεί ερήμην. 2. ..." Άρθρο 6 Δήμευση εις χείρας τρίτου : "1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση προϊόντων εγκλήματος ή άλλων περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με τα προϊόντα εγκλήματος, τα οποία μεταβιβάστηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από ύποπτο ή κατηγορούμενο σε τρίτους ή τα οποία αποκτήθηκαν από τρίτους από ύποπτο ή κατηγορούμενο, τουλάχιστον όταν οι εν λόγω τρίτοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο σκοπός της μεταβίβασης ή απόκτησης ήταν να αποφευχθεί η δήμευση, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις, μεταξύ των οποίων ότι η μεταβίβαση ή απόκτηση πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία. 2.
Η παράγραφος 1 δεν θίγει τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων." Άρθρο 7 Δέσμευση: "1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή η δέσμευση περιουσιακού στοιχείου ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης. Τα εν λόγω μέτρα, που διατάσσονται από αρμόδια αρχή, περιλαμβάνουν επείγουσα δράση που αναλαμβάνεται όταν είναι αναγκαίο προκειμένου να διαφυλαχθούν περιουσιακά στοιχεία. 2.
Περιουσιακό στοιχείο που βρίσκεται στην κατοχή τρίτου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, μπορεί να υπόκειται σε μέτρα δέσμευσης με σκοπό την πιθανή επακολουθούσα δήμευση." Άρθρο 8 Διασφαλίσεις: "1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που επηρεάζονται από τα μέτρα που προβλέπονται βάσει της παρούσας οδηγίας έχουν το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους. ...10.
Όταν, ως αποτέλεσμα ποινικού αδικήματος, τα θύματα έχουν αξιώσεις κατά του προσώπου που υπόκειται σε μέτρο δήμευσης το οποίο προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι το μέτρο δήμευσης δεν εμποδίζει τα εν λόγω θύματα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους." Άρθρο 12 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο: "1.
Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 4 Οκτωβρίου 2015. Διαβιβάζουν πάραυτα στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων...". Η ως άνω Οδηγία ενσωματώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο ελληνικό δίκαιο μετά την πάροδο της προθεσμίας μεταφοράς της (έως την 4-10-2015) με τη θέση σε ισχύ του Ν.4478/2017.
Από δε το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων Τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. 'Ετσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο, όμως, τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης). Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιοι δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του" τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.
Το δε άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανόμενης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (Α.Π.829/2019, Α.Π.1157/2019).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμος τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή:
α) της διατάξεως του άρθρου 48 Ν.3691/2008, καθ' όσον δέχθηκε ότι η εν λόγω διάταξη, δυνάμει της οποίας δεσμεύθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί του Λ. Λ. του Β. σε εκτέλεση του υπ' αριθ. 3680/7.11.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, της υπ' αριθ. 76/27.7.2011 Αποφάσεως και της υπ' αριθ. 1/5.1.2012 Διατάξεως του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (εκδοθεισών των δύο τελευταίων στο πλαίσιο έρευνας των υπ' αριθ. 2476/2011 και 3219/2011 υποθέσεων της Α' Μονάδας της Αρχής), δεν επιτρέπει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 988 παρ.1 του ΚΠολΔ, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να δεχθεί ότι δεν εμποδίζεται η εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως προς ικανοποίηση των ζημιωθέντων από το βασικό αδίκημα προσώπων από την περιουσία του δράστη (πρώτος λόγος εφέσεως), β) της αυτής ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό με την Οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση", η οποία επιβάλλει την απεριόριστη προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων του ποινικού αδικήματος, συνεπεία του οποίου επιβλήθηκε η δέσμευση, και έχει άμεσο αποτέλεσμα και ευθεία εφαρμογή στην ένδικη μεταξύ ιδιωτών υπόθεση λόγω εκπρόθεσμης μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, εν πάση δε περιπτώσει επιβάλλεται η από το Δικαστήριο σύμφωνη προς τις διατάξεις της ερμηνεία των άρθρων 46 και 48 Ν.3691/2008, καθ' όσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδία τυγχάνει θύμα των φερομένων ως τελεσθέντων από τον Λ.
Λ. του Β. ποινικών αδικημάτων σε βαθμό κακουργήματος και η γένεση των εξ αδικοπραξίας αξιώσεών της κατ' αυτού ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο των ως άνω δεσμεύσεων, προς ικανοποίηση δε των αξιώσεων αυτών έχει ήδη ασκήσει την από 23.4.2013 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε την ενσωμάτωση στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο της ως άνω Οδηγίας με την, κρίσιμη στην ένδικη υπόθεση, διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 Ν.4478/2017 περί μη προσβολής από την απαγόρευση του άρθρου 48 Ν.3691/2008 προγενεστέρων δικαιωμάτων καλόπιστων τρίτων επί των δεσμευθέντων τραπεζικών λογαριασμών, δεν προέβη σε άμεση εφαρμογή της Οδηγίας στην ένδικη υπόθεση, αλλά ούτε, ως εν πάση περιπτώσει ώφειλε, και σε σύμφωνη με την ως άνω Οδηγία ερμηνεία της διατάξεως αυτής, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 Ν.4478/2017, και κατά παράβαση αυτής αρνήθηκε να επεκτείνει την παρεχομένη από την Οδηγία προστασία και στην ίδια ως παθούσα εκ των φερομένων ως τελεσθέντων από τον Λ.
Λ. του Β. βασικών αδικημάτων, συνεπεία των οποίων διατάχθηκαν οι προαναφερόμενες δεσμεύσεις, παρά το γεγονός ότι οι αξιώσεις της κατά του Λ. Λ. του Β. ανάγονται σε προγενέστερο των δεσμεύσεων χρόνο (δεύτερος λόγος εφέσεως) και γ) της διατάξεως του άρθρου 988 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, καθ' όσον δέχθηκε ότι τυχόν εκταμίευση από τους δεσμευθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς του Λ.
Λ. είναι άκυρη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει μάλιστα και της προβλέψεως ειδικού ποινικού αδικήματος, τελουμένου από διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού, ενεργούντος κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 48 Ν.3691/2008, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να δεχθεί ότι η εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) ανώνυμος τραπεζική εταιρία ώφειλε (ως τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε συντηρητική και αναγκαστική κατάσχεση) να προβεί σε δημοσία κατάθεση του αναφερομένου στο αγωγικό δικόγραφο κατασχεθέντος ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να ακολουθήσει διανομή αυτού κατά την ως άνω διάταξη, καθ' όσον αυτό δεν επαρκεί προς ικανοποίηση του συνόλου των κατασχόντων δανειστών (τρίτος λόγος εφέσεως), κατόπιν δε όλων των ανωτέρω έπρεπε να κρίνει ότι η αγωγή τυγχάνει νόμιμη και να δεχθεί αυτήν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Επί των ως άνω υπό κρίση λόγων εφέσεως λεκτέα τα εξής : Το υπ' αριθ. 3680/7.11.2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η υπ' αριθ. 76/27.7.2011 Απόφαση και η υπ' αριθ. 1/5.1.2012 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκαν οι ένδικες δεσμεύσεις των τηρουμένων στην εφεσίβλητο ανώνυμο τραπεζική εταιρία λογαριασμών του Λ.
Λ. του Β., επέχουν, κατά τη ρητή διάταξη του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιβολής των αναφερομένων στο αγωγικό δικόγραφο κατασχέσεων (ήτοι της από 29.1.2014 αναγκαστικής κατασχέσεως και της από 4.2.2014 συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας της εφεσιβλήτου ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ως τρίτης) άρθρου 48 Ν. 3691/2008 (δηλαδή προ της τροποποιήσεώς του από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 Ν.4478/2017), θέση εκθέσεως κατασχέσεως και απαγορεύεται η κίνηση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών (καθ' όσον αφορά στην ανάληψη οιουδήποτε ποσού από αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο), απαγγέλλεται δε απόλυτη ακυρότητα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου κάθε εκταμιεύσεως από αυτούς.
Η απαγόρευση αυτή αναμφιβόλως καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, καθ' ο χρόνο εξακολουθούν να ευρίσκονται σε πλήρη ισχύ τα προαναφερόμενα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, δυνάμει των οποίων επιβλήθηκαν οι ένδικες δεσμεύσεις, δεδομένου ότι, όπως συνομολογείται από την εκκαλούσα τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμο τραπεζική εταιρία με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, δεν έχει περατωθεί αμετακλήτως η κατά του κατηγορουμένου Λ.
Λ. του Β. δίκη για τις πράξεις: α) της συγκροτήσεως και εντάξεως σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, με σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, β) της διευθύνσεως της ομάδας αυτής, γ) της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντιστοίχως προκληθείσα συνολική ζημία άνω 30.000 €, αλλά και των 120.000 €, υπό τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ.1 εδ.
β' Ν.1608/1950, με επιτευχθέν όφελος και με αντιστοίχως προκληθείσα ζημία άνω των 150.000 €, τα οποία τυγχάνουν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, δ) της υπεξαιρέσεως από διαχειριστή κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, υπερβαίνον το ποσόν των 120.000 €, ε) της απιστίας κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με ζημία άνω του ποσού των 30.000 € και στ ) της νομιμοποιήσεως εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες της κακουργηματικής απάτης και της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εντός των πλαισίων εγκληματικής οργανώσεως (άρθρα 1, 13 περ.
στ', 14, 15, 16, 17, 18, 26, 27, 45, 46, 51, 52, 59, 60, 94, 98, 187 παρ. 1 και 3, 375 παρ.1 εδ.β'- 2, 386 παρ.3 περ.α', β' - 1 και 390 του προϊσχύσαντος Π.Κ., 1 παρ.1 του - καταργηθέντος πλέον - Ν. 1608/1950, 2, 3, 45 παρ.1 στοιχ. γ' - α' και 46 του - τότε ισχύοντος - Ν. 3691/2008), για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και έχει αυτός παραπεμφθεί να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών δια του υπ' αριθ. 695/2014 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σχετ.
η προσκομιζομένη μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. 997/2019 μη οριστική ως προς τον Λ. Λ. του Β. απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της από 23.4.2013 ...αγωγής της εδώ εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας κατά του ως άνω κατηγορουμένου και άλλων φυσικών προσώπων, με την οποία έχει ανασταλεί η συζήτηση της ως άνω αγωγής κατά τη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ μέχρις αμετακλήτου πέρατος της κατά του ως άνω κατηγορουμένου, επί της οποίας έχει εκδοθεί το προαναφερόμενο αμετάκλητο βούλευμα).
Δηλαδή, δεν νοείται επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του οφειλέτη Λ. Λ. του Β. με επιβολή συντηρητικής ή αναγκαστικής κατασχέσεως απαιτήσεων αυτού εις χείρας τρίτων καθ' ο χρόνο ισχύουν πλήρως τα ως άνω μέτρα δικονομικού καταναγκασμού και προ του αμετακλήτου πέρατος της κατ' αυτού ποινικής δίκης, στο πλαίσιο της οποίας και μόνον θα κριθεί τελειωτικώς η τύχη των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων, εν προκειμένω η δήμευση ή μη του πιστωτικού υπολοίπου των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών και εντεύθεν η διατήρηση ή μη του πιστωτικού υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών στην περιουσία του οφειλέτη - κατηγορουμένου.
Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, υπό την οποία είναι επιτρεπτή και δεν απαγορεύεται από τη ρητή διάταξη του άρθρου 48 Ν.3691/2008 περί απαγορεύσεως κινήσεως των τραπεζικών λογαριασμών (υπό τη μορφή της εκταμιεύσεως από αυτούς χρηματικών ποσών για οποιονδήποτε λόγο) η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, αντίκειται ευθέως στους σκοπούς του ως άνω Νόμου, ήτοι:
α) στην ανάγκη διευκολύνσεως του ανακριτικού έργου (με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος) και β) στην εξασφάλιση δυνατότητας εφαρμογής της ειδικής δημεύσεως του άρθρου 46 Ν. 3691/2008 και εν τέλει καθιστά την εν λόγω δέσμευση ανενεργό και μη αποτελεσματική, ενώ πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι υπό την αποκρουομένη ανωτέρω ερμηνευτική προσέγγιση δεν αποτρέπεται (αλλά αντιθέτως ενισχύεται) ο άμεσος και σοβαρός ελλοχεύων κίνδυνος της προβολής μη υπαρκτών αξιώσεων από, τρίτους υποτιθεμένους "δανειστές" του κατηγορουμένου, οι οποίοι στο πλαίσιο προσχεδιασμένης συμπαιγνίας με αυτόν, θα επιτύχουν εν τέλει στο πλαίσιο επισπεύσεως "αναγκαστικής εκτελέσεως" εις βάρος του κατηγορουμένου την εκταμίευση δεσμευθέντων χρηματικών ποσών, τα οποία αποτελούν προϊόν εγκλήματος.
Επομένως, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι υπ' αριθ.10379/6.2.2014 και 11999/12.2.2014 δηλώσεις της εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου) ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στις οποίες η τελευταία προέβη κατόπιν επιβολής εις χείρας ως τρίτης της από 29.1.2014 αναγκαστικής κατασχέσεως για ποσόν τριακοσίων πενήντα ΕΥΡΟ (350 €) και της από 4.2.2014 συντηρητικής κατασχέσεως για το ποσόν των τριακοσίων είκοσι ενός εκατομμυρίων ΕΥΡΟ (321.000.000 €) δυνάμει της υπ' αριθ.2893/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) για τα δικαστικά έξοδα και το κεφάλαιο της ασφαλιζομένης απαιτήσεως, αντιστοίχως, είναι καταφατικές (και όχι αρνητικές, όπως αυτή ισχυρίζεται), δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 988 παρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ (δημόσια κατάθεση από τον τρίτο του κατασχεθέντος εις χείρας του ποσού, εάν αυτό δεν επαρκεί προς ικανοποίηση του συνόλου των επιβαλόντων συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση δανειστών, προκειμένου να ακολουθήσει διανομή του από Συμβολαιογράφο...). Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω σκοποί του άρθρου 48 Ν. 3691/2008 εξυπηρετούν πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου το ιδιωτικό συμφέρον των δανειστών του κατηγορουμένου δεν αρκεί, μόνο αυτό, προς δικαιολόγηση της αποκλίσεως (δια της εισαγωγής εξαιρέσεων) από τις απολύτως σαφείς ρητές προβλέψεις αυτού...
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 46 και 48 Ν. 3691/2008 και 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι υποστηρίζοντες δε τα αντίθετα πρώτος και τρίτος λόγοι εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στην (ευθεία) εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση της από 3.4.2014 Οδηγίας 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση" λόγω εκπρόθεσμης μεταφοράς αυτής στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν. 4478/2017 ...και στην εν πάση περιπτώσει υφισταμένη υποχρέωση σύμφωνης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 46 και 48 Ν. 3691/2008, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 Ν. 4478/2017 περιέχει ρύθμιση μόνο περί των προγενεστέρων της δεσμεύσεως δικαιωμάτων των καλόπιστων τρίτων, αλλά όχι περί προστασίας των δικαιωμάτων των θυμάτων του βασικού αδικήματος, επισημαίνονται τα εξής:
Είναι μεν αληθές ότι ως άνω Οδηγία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο εκπροθέσμως (με το Ν.4478/2017, ενώ η προσαρμογή αυτής έπρεπε να έχει συντελεσθεί μέχρι την 4.10.2015), πλην όμως η εκπρόθεσμη (ή η ελλιπής ή η πλημμελής) μεταφορά αυτής δεν επάγεται την άμεση εφαρμογή της σε σχέσεις αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών, όπως στην ένδικη υπόθεση.
Επομένως, η εκκαλούσα τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμος τραπεζική εταιρία μη νομίμως επικαλείται, με τον υπό κρίση δεύτερο λόγο εφέσεως, άμεση εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματός της στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς με αντίδικο άλλον ιδιώτη, ήτοι την εφεσίβλητο ανώνυμο τραπεζική εταιρία.
Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί την απορρέουσα από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο υποχρέωση του παρόντος Δικαστηρίου να προβεί σε εναρμονισμένη προς αυτό ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 46 και 48 Ν.3691/2008, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων της Οδηγίας σχετικώς με τη δέσμευση και δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εκκαλούσα τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμος τραπεζική εταιρία ισχυρίζεται συναφώς ότι: α) με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 Ν. 4478/2017, με την οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η εν λόγω Οδηγία με την προσθήκη στην παρ.2 του άρθρου 48 Ν. 3691/2008 δύο επιπλέον εδαφίων (κατά τα οποία " Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας"), διαλαμβάνεται πλέον πρόβλεψη μόνο σχετικώς με την προστασία προγενεστέρων της απαγορεύσεως δικαιωμάτων καλόπιστων τρίτων επί των τραπεζικών λογαριασμών, αλλά όχι και των θυμάτων του βασικού εγκλήματος, όπως η ιδία, η διασφάλιση δε της πλήρους αποτελεσματικότητας των ...διατάξεων της Οδηγίας επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η προστασία των θυμάτων του βασικού εγκλήματος (τα οποία πρέπει να διακρίνονται σαφώς από την ευρύτερη κατηγορία των " καλόπιστων τρίτων ") είναι χρονικώς απεριόριστη και β) εν πάση περιπτώσει, η γένεση των δικαιωμάτων (αστικών αξιώσεων) των θυμάτων του ποινικού αδικήματος ανάγεται στο χρόνο τελέσεως αυτού και ως τούτου τυγχάνει εξ αντικειμένου "προγενέστερη" της απαγορεύσεως του άρθρου 48 Ν.3691/2008, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.4478/2017 και του - ισχύοντος πλέον - άρθρου 42 Ν. 4557/2018, αποκλεισμένης κάθε περιπτώσεως "συμπαιγνίας" κατηγορουμένων και τρίτων υποτιθεμένων "δανειστών", στην προκειμένη δε περίπτωση στην ανωτέρω αναφερομένη ...από 23.4.2013 ...αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 997/2019 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, σαφώς αναφέρονται οι επιμέρους αποδιδόμενες στον Λ.
Λ. του Β. αξιόποινες πράξεις, φερόμενες ως τελεσθείσες κατά το χρονικό διάστημα από 9.6.2010 έως και 24.1.2011, ήτοι σε χρόνο προ της εκδόσεως του υπ' αριθ. 3680/7.11.2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, της υπ' αριθ. 76/27.7.2011 Αποφάσεως και της υπ' αριθ. 1/5.1.2012 Διατάξεως του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, με συνέπεια να μην κωλύεται η επίσπευση εις βάρος του ως άνω οφειλέτη - κατηγορουμένου αναγκαστικής εκτελέσεως με την επιβολή αναγκαστικής ή συντηρητικής κατασχέσεως απαιτήσεων αυτού εις χείρας της εφεσιβλήτου ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ως τρίτης.
Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί τυγχάνουν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον μόνη η ρητή πρόβλεψη της προστασίας των προγενεστέρων της απαγορεύσεως δικαιωμάτων καλόπιστων τρίτων και όχι των θυμάτων του βασικού ποινικού αδικήματος δεν αναιρεί ούτε ελαττώνει την πλήρη αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, καθ' όσον κατ' ουδένα τρόπο αποκλείεται ή περιορίζεται το δικαίωμα των τελευταίων "να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους", προσφεύγοντας στα αρμόδια εθνικά Δικαστήρια και ακολούθως να ικανοποιηθούν με την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του οφειλέτη - κατηγορουμένου, η δε επιβαλλομένη από την Οδηγία υποχρέωση του κράτους - μέλους να μην παρεμποδίζει τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τα θύματα της αδικοπραξίας (ήτοι του βασικού ποινικού αδικήματος) προδήλως αφορά - και εξαντλείται - στην ακώλυτη άσκηση των προβλεπομένων από την εθνική νομοθεσία ενδίκων βοηθημάτων και μέσων προς διάγνωση της απαιτήσεως αποζημιώσεως και απόκτηση εκτελεστού τίτλου κατά του οφειλέτη - κατηγορουμένου και δεν εκτείνεται μέχρι τη διασφάλιση της υπάρξεως, της ακεραιότητας και της επάρκειας του αντικειμένου της εις βάρος αυτού επισπευδομένης μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία, τουλάχιστον στις μεταξύ των ιδιωτών έννομες σχέσεις, δεν είναι και δεν δύναται να θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένη.
Επομένως, μόνο το γεγονός ότι οι αναφερόμενες στο δικόγραφο της εφέσεως αποδιδόμενες στον Λ. Λ. του Β. αξιόποινες πράξεις (παράνομες χρηματοδοτήσεις τρίτων κλπ.) φέρονται τελεσθείσες σε χρονικό διάστημα προ της επιβολής των αναφερομένων ανωτέρω στο σκεπτικό μέτρων δεσμεύσεως των ενδίκων τραπεζικών λογαριασμών δεν αρκεί προς θεμελίωση του ισχυρισμού της εκκαλούσας τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση ανωνύμου εταιρίας ότι επιτρέπεται η επίσπευση μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος της εφεσιβλήτου ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ως τρίτης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτής κατά του ως άνω οφειλέτη - κατηγορουμένου.
Άλλωστε, τυχόν αποδοχή αυτής της ερμηνευτικής εκδοχής επιφέρει σημαντικό, εάν όχι καίριο, πλήγμα στην αποτελεσματικότητα του προβλεπομένου από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 48 Ν. 3691/2008 και των ήδη ισχυόντων 40 και 42 Ν.4557/2018 συστήματος καταπολεμήσεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και εν τέλει θέτει, κατ' αποτέλεσμα, το ιδιωτικό συμφέρον των εξ οιασδήποτε αιτίας δανειστών του κατηγορουμένου υπεράνω του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω στο σκεπτικό.
Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 48 του Ν.3691/2008 και 988 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αφού η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), με το εκτεθέν σ' αυτή αναλυτικά περιεχόμενο και αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), ως τρίτης, να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού της κατασχεμένης απαίτησης, είναι νομικά αβάσιμη.
Τούτο διότι: α) η δέσμευση, στην προκείμενη περίπτωση, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και αποφάσεις του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες των τραπεζικών λογαριασμών του Λ. Λ., ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης, ισχύει έναντι όλων, συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου τυχόν εκταμίευση χρημάτων από αυτούς.
β) Η ως άνω απαγόρευση καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, καθόσον, καθ'ο χρόνο βρίσκεται σε ισχύ η διάταξη που επέβαλε το δικονομικό αυτό μέτρο της δέσμευσης της περιουσίας του δράστη (μέχρι δηλαδή να εκδοθεί βούλευμα ή δικαστική απόφαση που να αποφαίνεται αμετάκλητα για την τύχη των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων) και δεν έχει κριθεί αμετάκλητα αν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία θα αποδοθούν στον κατηγορούμενο ή αν θα δημευθούν υπέρ του Δημοσίου ή αν θα αποδοθούν στον καλόπιστο τρίτο, νέα κατάσχεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων με άλλη (οποιαδήποτε) διαδικασία εμφανίζεται τυπικά (αφού αφορά σε πράγματα εκτός συναλλαγής) και ουσιαστικά (αφού εμφανίζεται αδικαιολόγητα πρωθύστερη της κρίσης του ποινικού δικαστηρίου) ανομιμοποίητη.
γ) Διαφορετική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, ότι δηλαδή εξαιρούνται της απαγόρευσης οι πράξεις επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, αφενός μεν αντιστρατεύεται το διττό σκοπό που ο ίδιος ο νόμος περιγράφει: ήτοι τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου (με τη διατήρηση των ιχνών του εγκλήματος) και τη δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής δήμευσης του άρθρου 46 του ν. 3691/2008, αφετέρου ελλοχεύει το κίνδυνο συμπαιγνίας κατηγορουμένου και τρίτου υποτιθέμενου "δανειστού" να προβάλλει ανύπαρκτες στην πραγματικότητα αξιώσεις σε βάρος του πρώτου.
δ) Δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 988 παρ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ, δημόσιας κατάθεσης των κατασχεθέντων στα χέρια της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), ως τρίτης, ενόψει του ότι αυτά δεν επαρκούν προς ικανοποίηση του συνόλου των επιβαλόντων κατάσχεση δανειστών, καθώς η δέσμευση με το βούλευμα και τις αποφάσεις του Προέδρου της άνω Αρχής, των επίδικων λογαριασμών, ως μέρους εγκληματικού προϊόντος, επέχει θέση κατάσχεσης, που ισχύει έναντι όλων και συνεπάγεται την απόλυτη απαγόρευση της κίνησής τους, απαγόρευση που καταλαμβάνει και την επίσπευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Και ε) Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 48 του Ν.3691/2008, στην οποία προστέθηκε εδάφιο γ', με το Ν.4478/2017, ως αναγκαία ενσωμάτωση των άρθρων 6 και 8 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ (με το οποίο ορίζεται ότι, η κατά το άρθρο αυτό απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ότι τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) το ενάγον (αναιρεσείον) ως θύμα ποινικού αδικήματος έχει αναμφισβήτητα αξίωση αποζημίωσης, η οποία δεν θίγεται επειδή δεν μπορεί να κατάσχει το δεσμευμένο ήδη προϊόν του εγκλήματος.
Ούτε, εξάλλου, με το άρθρο 8 παρ.10 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ παρέχεται προστασία στο θύμα του ποινικού αδικήματος, παρά τη δέσμευση του προϊόντος του εγκλήματος, να ικανοποιηθεί από το προϊόν αυτό μετά την επιβολή της δέσμευσης, αλλά διασφαλίζει τη δυνατότητα στο θύμα να διεκδικήσει αποζημίωση για τις αξιώσεις του.
Επομένως, όλοι οι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον, ισχυριζόμενο τα αντίθετα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρ. 267 ΣΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρ. 234 ΣΕΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα άρθρ. 177 ΣΕΟΚ (Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), τα δικαστήρια των κρατών-μελών, στα οποία ανακύπτει, σε εκκρεμή σ' αυτά υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, μπορούν ή και υποχρεούνται, αν πρόκειται για δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κατά το εσωτερικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους-μέλους, να παραπέμψουν το σχετικό ζήτημα, με προδικαστική απόφασή τους, στο Δικαστήριο της Ένωσης, για να αποφανθεί ως προς το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση τους (ΔΕΚ 18.7.2007, 0-119/2005, Συλλ 2007.1-06199, σκέψη 43 Ολ.Α.Π.19/1999) θεωρούν ότι για την έκδοση της δικής τους απόφασης είναι αναγκαία προηγουμένως η έκδοση ερμηνευτικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ πρώην ΔΕΚ).
Καθιερώνεται έτσι με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ένωσης, με κύριο στόχο τη διασφάλιση της ομοιομορφίας του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή ασφαλώς απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη-μέλη της Ένωσης (Ολ.Α.Π.16/2013).
Κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το Δικαστήριο περιορίζεται στην αποσαφήνισή του και δεν επεκτείνεται στην εφαρμογή του στην ένδικη υπόθεση, η οποία παραμένει έργο αποκλειστικά του εθνικού δικαστηρίου, όπως άλλωστε και η ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα, που απευθύνονται από τα εθνικά δικαστήρια, απολαύουν του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης, που αυτά προσδιορίζουν με ευθύνη τους και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το ενωσιακό Δικαστήριο (ΔΕΚ 15.5.2003, C-300/2001, Συλλ 2003.Ι-4899, σκέψεις 29 και 31), ούτε και μπορεί αυτό να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν ολοφάνερα προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της εκκρεμούς σ' αυτό κύριας δίκης ή πρόκειται για πρόβλημα υποθετικής φύσης ή δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο της Ένωσης τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία για να δώσει αυτό χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (ΔΕΚ 22.6.2006, C- 419/2004, Συλλ 2006.1- 5645, σκέψη 19).
Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εξ άλλου δεσμευτική, τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια, που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου (Α.Π.461/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. για το ζήτημα, αν είναι συμβατό με την προστασία που παρέχει η Οδηγία 2014/42/ΕΕ στα θύματα εγκληματικών πράξεων, κατ' άρθρο 8 παρ.10 αυτής, να εμποδίζει η επιβολή δέσμευσης επί των τραπεζικών λογαριασμών του δράστη τα θύματα των εγκληματικών πράξεων να ικανοποιούν τις αξιώσεις αποζημίωσης που διαθέτουν κατά του δράστη από το υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, δεν συντρέχει λόγος υποβολής τέτοιου ερωτήματος στο ΔΕΕ.
Τούτο δε διότι δεν ανακύπτει, στην παρούσα υπόθεση, ζήτημα ερμηνείας της ως άνω Οδηγίας ως προς το παραπάνω ζήτημα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με το άρθρο 8 παρ.10 της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ δεν παρέχεται προστασία στα θύματα του ποινικού αδικήματος, παρά τη δέσμευση του προϊόντος του εγκλήματος, να ικανοποιηθούν από το προϊόν αυτό μετά την επιβολή της δέσμευσης, αλλά διασφαλίζει τη δυνατότητα στα θύματα να διεκδικήσουν αποζημίωση για τις αξιώσεις τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της, αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και συνεπώς η εκπρόθεσμη ή η τυχόν ελλιπής μεταφορά της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν επάγεται την άμεση εφαρμογή της σε σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, όπως στην ένδικη υπόθεση.
Ως εκ τούτου, το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31/3/2022 αίτηση του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ` αριθ. 6980/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ