Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
928/2021 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal, keeps case and orders partial payment of court costs.

Geschäftsnummer 928/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the government's appeal against the Second Instance Court's decision, which had ordered the state to pay over 315,000 euros to a private company. The court found that no further substantive trial was necessary after the appeal, as the legal grounds for re-examination were exhausted. Consequently, the court retained jurisdiction to finalize the case by ordering the government to pay 300 euros in second-instance court costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Upon partial annulment where no further substantive trial is required, the Supreme Court may retain jurisdiction to issue a final judgment on the costs of the second instance.

Schlagwörter

KI-generiert
partial annulment retention of jurisdiction court costs allocation second instance expenses final judgment by Supreme Court

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 21 of the Code of Laws on the Litigation of the State (Law 266/1944)
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 928 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Σκουντή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΚΡΟΝΟΣ Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καλογερόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.07.2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4843/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19.04.2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη από 19.04.2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 115/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1059/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 11.07.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 315.199,87 ευρώ για τις αναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από τις 28.06.2006, που αποτελεί το χρόνο επίδοσης της προγενέστερης αγωγής για τις ίδιες αξιώσεις της, την οποία είχε ασκήσει ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και το Δικαστήριο εκείνο την είχε απορρίψει για έλλειψη δικαιοδοσίας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

[II] Με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα:

«Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Από την εν λόγω διάταξη, συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Έτσι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου της σχετικής αγωγής, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Εξώδικη όχληση του δανειστή, όπως και όχληση που γίνεται με την επίδοση της αγωγής, αφού η τελευταία ενέχει πρόσκληση από τον δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής και ως συνέπεια αυτής (όχλησης) καθίσταται ο οφειλέτης υπερήμερος και υπόχρεος να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (ΑΠ 1126/2010), δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε, σύμφωνα με τα άρθρα 340, 345 ΑΚ, τόκοι υπερημερίας κατά του Δημοσίου (ΑΠ 707/2011).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 21, η οποία, καθόσον αφορά την «επίδοση της αγωγής» για την έναρξη τόκων υπερημερίας, έχει κριθεί ότι είναι ειδική και, αναφερόμενη σε οφειλή χρεών του Ελληνικού Δημοσίου, τελεί σε αρμονία προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007).

Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, όπως καθίσταται η αγωγή και όταν το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα αυτής περιορίζεται σε αναγνωριστικό, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου και, συνεπώς, οφείλονται τόκοι από το Ελληνικό Δημόσιο και σε περίπτωση επίδοσης σ' αυτό αναγνωριστικής αγωγής (ΑΕΔ 7/2011, ΑΠ 578/2019, ΑΠ 2187/2014).

Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα, ορίζεται ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες και συνεπώς και ως προς την γένεση της αξίωσης τοκογονίας, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν, πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, απόφασης, ο ενάγων ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 664/2015, ΑΠ 942/2005).

Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 ν. 3659/2008 (ΦΕΚ Α/77/7-6-2008), το οποίο ορίζει ότι «αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου» (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 883/2018, ΑΠ 1399/2017). Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ’ έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο.

Αν όμως χωρεί κατ’ αυτής έφεση, η προθεσμία αρχίζει αφότου η πρωτόδικη απόφαση καταστεί τελεσίδικη δια της παρόδου της προς άσκηση του ένδικου μέσου προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι (η πρωτόδικη απόφαση) έχει επιδοθεί. Το δίμηνο από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης, τίθεται ως το απώτατο χρονικό όριο πέραν του οποίου δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου βοηθήματος, κατ' επίκληση της ανωτέρω διάταξης και με τα εξ αυτής πλεονεκτήματα (ΑΠ 1039/2017).

Η θέσπιση, με την προβλεπόμενη ως άνω διάταξη, ανατρεπτικής προθεσμίας εντός της οποίας και μόνο η άσκηση της αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, διατηρεί τις έννομες συνέπειές της, αποβλέπουσα, κατά την αιτιολογική της έκθεση, στην προστασία εκείνων που κατά λάθος απευθύνθηκαν στο στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, συνάπτεται με την ανάγκη απονομής αποτελεσματικής δικαιοσύνης, δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος για δικαστική προστασία και, συνεπώς, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ 581/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση.

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19.06.2006 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 315.449,87 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της και αφορούσε την αξία των μηχανουργικών εργασιών που παρείχε για την επισκευή πλωτών μέσων του Λιμενικού Σώματος καθώς και την αξία των ανταλλακτικών που τοποθέτησε σ’ αυτά, κατά το χρονικό διάστημα από 02.07.2002 έως 02.02.2004.

Την αγωγή, η αναιρεσίβλητη είχε επιδώσει στο αναιρεσείον στις 27.06.2006 (βλ. την 1693/27-6-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Αικατερίνης Αγγελοπούλου). Το ως άνω Δικαστήριο, με την 18770/2010 απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30.11.2010, απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι των διοικητικών.

Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11.07.2011 αγωγή της για την ίδια αξίωση, ζητώντας να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της όμοιας αγωγής που είχε ασκήσει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.

Η αγωγή αυτή κατατέθηκε στο δικαστήριο στις 20.07.2011 και επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 27.07.2011 (βλ. την 3591/27-7-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Θεώνης Λιακοπούλου). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 4843/2014 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε αυτήν στο κριθέν αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο, το Ναυτικό Τμήμα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Με την από 02.02.2015 κλήση της η αναιρεσίβλητη επανέφερε την αγωγή της για συζήτηση στο ορισθέν με την ανωτέρω απόφαση αρμόδιο δικαστήριο και τούτο με την 1059/2016 απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και λόγω του περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ποσό 315.199,87 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ασκηθείσας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αγωγής, ήτοι από 28.06.2006.

Κατά της απόφασης αυτής, το αναιρεσείον άσκησε την από 30.05.2016 έφεση και το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, απέρριψε την έφεση.

[IV] Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 21 του από 16-6/10-7-1944 Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 345, 346 του ΑΚ και του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 και προέβη σε αναγνώριση οφειλής από αυτό τόκων επί του ποσού της απαίτησης από την επίδοση της αγωγής που απευθύνονταν στο, στερούμενο δικαιοδοσίας, Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, μολονότι η αγωγή αυτή αποτελούσε απλώς όχληση αυτού για την καταβολή της οφειλής και επιπλέον, δεν περιλάμβανε αίτημα επιδίκασης ή αναγνώρισης καταβολής τόκων επί του αιτούμενου ποσού και όχι, όπως έπρεπε, από την επίδοση της ένδικης αγωγής.

[V] Από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου, προκύπτει ότι, κατά το ενδιαφέρον το λόγο αναίρεσης μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«| Στην προκειμένη περίπτωση ορίσθηκε από την εκκαλουμένη, ως χρόνος ενάρξεως της τοκογονίας της επιδικασθείσας κύριας απαίτησης συνολικού ποσού 315.199,87 ευρώ, εκείνος της επιδόσεως της αρχικής όμοιας από 19.06.2006 αγωγής ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η επίδοση της, ήδη τελεσίδικης, υπ’ αριθμ. 18770/2010 απορριπτικής για έλλειψη δικαιοδοσίας απόφασης του Διοικητικού πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα στις 04.07.2011, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Διοικητικών Δικαστηρίων, Νικολάου Κωσταριά, στο σώμα της επιδοθείσης απόφασης, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε με την επίδοσή της στο εναγόμενο, εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στις 27.07.2011, συντασσομένης της υπ’ αριθμ. 3591/27-7-2011 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Θεώνης Λιακοπούλου, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από την επίδοσή της στο εναγόμενο, χωρίς μάλιστα να έχει συντελεστεί τελεσιδικία της.

Επομένως, ενόψει και των όσων αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το δικάσαν πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 και των λοιπών ως άνω διατάξεων περί διατήρησης της όχλησης από προηγούμενη αγωγή, καθόρισε ως ημερομηνία έναρξης της τοκοφορίας της επιδικασθείσας απαίτησης την ημερομηνία επίδοσης της προηγούμενης αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία είχε εισαχθεί προς διάγνωση η ίδια απαίτηση και τούτο δεν αναιρείται από το ότι δεν είχε περιληφθεί παρεπόμενο αίτημα περί τόκων στην πρώτη αγωγή, εφόσον δεν ζητούνται εν προκειμένω τόκοι τόκων, ώστε να απαιτείται να έχει προηγηθεί άσκηση αγωγής για οφειλόμενους τόκους, κατ’ άρθρο 296 ΑΚ, μήτε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, κατά παράβαση του άρθρου 106 ΚΠολΔ, επιδικάζοντας διάφορα ή μείζονα του αιτηθέντος, εφόσον στην κρινόμενη αγωγή περιλαμβάνεται παρεπόμενη της κύριας απαίτησης αξίωση επιδίκασης τόκων επ’ αυτής, το δε αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από την ένδικη αγωγή και όχι από προγενέστερη, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργεί μόνο ως όχληση και καθιστά το εναγόμενο υπερήμερο και υπόχρεο σε καταβολή τόκων από την επίδοσή της, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα|».

[VI] Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, 340. 345. 346 ΑΚ, 221 παρ. 1 ΚΠολΔ και 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986. Τούτο διότι, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει αρχικά την αγωγή της για την επίδικη αξίωση ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι η αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αυτό λόγω της έλλειψης δικαιοδοσίας και ότι η αναιρεσίβλητη, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, ήτοι εντός διμήνου από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης σε αυτήν και πριν ακόμη καταστεί τελεσίδικη, άσκησε την επίδικη αγωγή της ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού Δικαστηρίου, πράγματι θεωρείται, σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα διάταξη του ως άνω νόμου (του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986), ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά το χρόνο επίδοσης στο αναιρεσείον της κατατεθείσας ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία ως άνω διοικητικού Δικαστηρίου, ήτοι στις 27.06.2006.

Δεν αναιρείται αυτή η συνέπεια εξαιτίας του ότι στην πρώτη αγωγή δεν υπήρχε αίτημα επιδίκασης ή αναγνώρισης οφειλής τόκων από την επίδοσή της επί του ποσού της ασκούμενης απαίτησης. Κατά το πλάσμα της αναφερόμενης διάταξης, συνέπεια της επίδοσης της ένδικης αγωγής εντός της οριζόμενης από τη διάταξη αυτή προθεσμίας, είναι ότι η αγωγή αυτή λογίζεται, ως προς όλες τις συνέπειές της, ότι ασκήθηκε το χρόνο που ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία διοικητικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, η επίδοση της ένδικης αγωγής θεωρείται ότι έγινε το χρόνο που επιδόθηκε η πρώτη αγωγή και παράγει τις συνέπειες σαν να επιδόθηκε εκείνο το χρόνο, άρα και την ουσιαστική συνέπεια της τοκογονίας από το χρόνο της κατά πλάσμα άσκησής της. Η οφειλή δικονομικών τόκων από το χρόνο επίδοσης της αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία διοικητικού Δικαστηρίου, αποτελεί ουσιαστική συνέπεια την οποία παρέχει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ, 4 του ν. 1649/1986, στην ένδικη αγωγή, αφού αυτή θεωρείται ότι ασκήθηκε στο χρόνο που ασκήθηκε η πρώτη αγωγή και, συνεπώς, είναι αδιάφορο εάν η πρώτη αγωγή είχε αίτημα περί τόκων. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη η ένδικη αγωγή θεωρείται ότι ασκήθηκε το χρόνο της άσκησης του ένδικου βοηθήματος ενώπιον του διοικητικού Δικαστηρίου, με όλες τις ουσιαστικές και δικονομικές συνέπειες της άσκησής της κατ’ αυτό το χρόνο και δεν λογίζεται μόνο ως όχληση του αναιρεσείοντος να καταβάλει την αξίωση από το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής. Επομένως, αφού το Εφετείο δέχθηκε ως αφετηρία έναρξης των τόκων της απαίτησης, την επίδοση της πρώτης αγωγής, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[VII] Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων», σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που επιδικάζεται από το δικαστήριο στο νικητή διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ. Ως προς την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, ο αναιρετικός έλεγχος ασκείται μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι ως άνω διατάξεις, όπως και αυτή του άρθρου 176 ΚΠολΔ, συνιστούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 9456/2018, ΑΠ 218/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τα δικαστικά έξοδα, τα εξής:

«|Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης εταιρείας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού της αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ και της παρ. 2 της υπ’ αριθμ. 134423/8-12-1992/20-1-1993 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό|».

Ακολούθως, δε, με τη σχετική διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης επέβαλε στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία όρισε σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ. Με την κρίση αυτή, παρέβη τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, υποχρεώνοντας το Δημόσιο, να καταβάλει δικαστικά έξοδα μεγαλύτερου ποσού από εκείνο που υποχρεούται, κατ’ ανώτατο όριο, σύμφωνα με αυτές και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το σφάλμα αυτό, αποδίδοντας την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην επιβληθείσα δικαστική δαπάνη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.

[VIII] Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα».

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι «Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1099/2017). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, ενόψει και της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το εφετείο, στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί και συγκεκριμένα ως προς το μέρος που αναιρέθηκε, της επιβολής των δικαστικών εξόδων του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, συγκεκριμένου ποσού που ορίζεται με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Κατ’ ακολουθία, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και δικαζόμενη κατά το αναιρεθέν μέρος της από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το αίτημα της εφεσίβλητης και να υποχρεωθεί το εκκαλούν να καταβάλει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, όπως επιβάλλεται κατά το άρθρο 22 παρ.1β του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 115/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Καταδικάζει το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ