Supreme Court dismisses appeal for admitting evidence not proposed, ruling it is merely a fact derived from proof.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a civil penalty and damages claim. The appellant argued the lower court improperly considered an economic hardship claim regarding PSI that had not been formally proposed by the defendants. The court ruled that such a claim, emerging from the evaluation of evidence rather than being a distinct legal argument, does not constitute a 'thing' under Article 559 of the Code of Civil Procedure and thus cannot serve as grounds for appeal.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 298, 299 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: A ground for appeal is established only when the court considers things not proposed or fails to consider things proposed that have a significant influence on the outcome, where 'things' are defined as independent factual assertions or legal arguments, excluding mere facts derived from the evaluation of evidence.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 928 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμαρτζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αγγελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5648/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 20-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 5648/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 445/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 20-4-2009 αγωγή καταβολής ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 1.499.816,98 ευρώ και την υποχρέωση της δεύτερης αυτών να της καταβάλει το ποσό των 22.052,09 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 12-2-2009, κατά παραδοχή των εφέσεων και των δύο διαδίκων πλευρών, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, εκτός από την ως άνω διάταξη αυτής που αφορά αποκλειστικά στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσίβλητες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 352.025,70 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 12-2-2009 και μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ, το οποίο αποτελεί βασική έκφραση της αποκαταστατικής αρχής, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 299 ΑΚ, αλλά και το όλο πνεύμα του δικαίου της αποζημίωσης, συνάγεται ότι κύρια αρχή στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο θεωρείται ο αποκαταστατικός χαρακτήρας της αποζημίωσης.
Ο χαρακτήρας αυτός αποβλέπει κυρίως στην παροχή αντισταθμίσματος, εξισορροπητικού της ζημίας και όχι στον πλουτισμό εκείνου που ζημιώθηκε. Κατά συνέπεια τούτου η αποζημίωση αποσκοπεί αλλά και περιορίζεται στην πλήρη αποκατάσταση της πραγματικής περιουσιακής ζημίας του συγκεκριμένου δανειστή χωρίς να εξυπηρετεί κυρωτικούς ή άλλους σκοπούς.
Έτσι, ο δανειστής πρέπει να βρεθεί στην κατάσταση, που υπήρχε αν δεν είχε επέλθει η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής. Οι θεσπίζουσες την αποκαταστατική αρχή διατάξεις αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και αποκλίσεις επιτρέπονται για εξαιρετικούς λόγους μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, όπως στα άρθρα 345 παρ. 2, 835, 331, 387, 674 ΑΚ, 3 του ν. 551/1915, 3 του ν.δ. 3577/1957.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στις περιλαμβανόμενες σε συμβάσεις "αποζημιωτικές ρήτρες" ή "ρήτρες κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως", με τις οποίες οι συμβαλλόμενοι επιχειρούν να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, δεν γίνεται ειδική αναφορά στον Αστικό Κώδικα και ως εκ τούτου ανακύπτει ανάγκη νομικού χαρακτηρισμού αυτών.
Κατά τη θεωρία ορίζεται ως κατ' αποκοπήν αποζημίωση το ποσό, το οποίο δεσμεύεται να καταβάλει ο ένας συμβαλλόμενος στον άλλο σε περίπτωση αθέτησης των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του. Έτσι, διαφέρει από την ποινική ρήτρα, καθόσον έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει και να διευκολύνει την ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημίωση του δανειστή χωρίς να περιλαμβάνει ποινή.
Η αναγνώριση όμως ειδικότερα της σύμβασης κατ' αποκοπή αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη είναι ανεπίτρεπτη ως αυτοτελής θεσμός στο ελληνικό δίκαιο, δεδομένου ότι αντίκειται στην αναγκαστικού δικαίου αποκαταστατική αρχή του άρθρου 298 ΑΚ. Σε κάθε δε περίπτωση είναι περιττή, επειδή ως δικαιοπραξία υπάγεται ήδη στην έννοια της ποινικής ρήτρας.
Ειδικότερα, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) επιτρέπει μεν στους συμβαλλόμενους να προσδίδουν στις ενοχικές σχέσεις το περιεχόμενο που αυτοί επιθυμούν, υπό την έννοια όμως ότι δεν καταστρατηγούνται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Τέτοια δε καταστρατήγηση υπάρχει και με την αναγνώριση και αποδοχή της κατ' αποκοπήν αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως διακριτού θεσμού από την ποινική ρήτρα, καθόσον αντίκειται στην ως άνω αποκαταστατική αρχή και καταστρατηγεί τις διατάξεις, από τις οποίες αυτή εκφράζεται.
Με τα δεδομένα αυτά η αναγνώριση της συμβατικής κατ' αποκοπήν αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη, ως αυτοτελούς θεσμού, διακριτού από την ποινική ρήτρα, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 3 του ΑΚ, αφού συνιστά μη προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση της αποκαταστατικής αρχής, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 298 ΑΚ.
Εξάλλου, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως αυτοτελής αρρύθμιστη σύμβαση, εφόσον πληροί όλα τα αναγκαία στοιχεία για να υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 404 επ. του ΑΚ περί ποινικής ρήτρας. Τούτο δε διότι δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά την υπόσχεση άλλης παροχής εκ μέρους του οφειλέτη, για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπλήρωνε τη σύμβαση, κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ.
Επίσης, η λειτουργία της ποινικής ρήτρας και ως αποζημίωσης προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, κατά το οποίο η συμφωνηθείσα "ποινή" επέχει θέση αποζημίωσης και ο δανειστής έχει αξίωση μόνο για την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία. Μάλιστα ο νόμος παρέχει στους συμβαλλόμενους αυξημένη ελευθερία να προκαθορίσουν την οφειλόμενη αποζημίωση, καθόσον είναι δυνατόν, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 406 παρ. 2 ΑΚ, να αποκλειστεί η αξίωση για την επιπλέον ζημία, που καλύπτεται από την ποινή, με αποτέλεσμα η οφειλόμενη αποζημίωση να είναι αποκλειστικά συμβατικής προέλευσης.
Επομένως, ρήτρες κατ' αποκοπήν αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη δεν συνιστούν κάτι άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 ΑΚ (Ολ ΑΠ 17/1999, ΑΠ 2049/2017). Επιπλέον, η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσον πίεσης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του κατ' άρθρ. 505 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 797/2010, ΑΠ 611/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005).
Περαιτέρω, ο ορθός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 20, 19/2007, ΑΠ 9/2018, ΑΠ 865/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποια είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 9/2016, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 36/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία που εισάγει και εμπορεύεται αναλώσιμα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, προμηθεύουσα με αυτά τα δημόσια νοσοκομεία, κλινικές κλπ. Μεταξύ των προϊόντων που εμπορεύεται περιλαμβάνονται και όλων των ειδών αναλώσιμα υλικά αιμοκάθαρσης νεφροπαθών.
Από τις εναγόμενες, η μεν πρώτη διατηρεί κλινική στην …. με την επωνυμία "..." Α.Ε", στην οποία, αρχικά, λειτουργούσε και Μονάδα Τεχνητού Νεφρού (ΜΤΝ), ενώ η δεύτερη προμηθεύει την πρώτη (με την οποία είναι εταιρεία κοινών συμφερόντων), με διάφορα υλικά για την λειτουργία της κλινικής της. Στις 29/7/2007, η ενάγουσα, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που σύναψε με αμφότερες τις εναγόμενες, ανέλαβε την υποχρέωση να τις προμηθεύει, ως αποκλειστική τους προμηθεύτρια, προϊόντα και υλικά αιμοκάθαρσης, που συνολικά αντιστοιχούσαν σε 40.000 αιμοκαθάρσεις, σε τιμές και ποσότητες που καθορίστηκαν από το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I της ως άνω σύμβασης, το οποίο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής.
Αντίστοιχα, οι εναγόμενες και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών ανέλαβε την υποχρέωση να παραγγείλει, είτε απ' ευθείας η ίδια, είτε μέσω της δεύτερης των εναγομένων, και να χρησιμοποιήσει για αιμοκαθάρσεις ασθενών της το σύνολο των ως άνω υλικών (όρος 1 και 15 της σύμβασης). Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι, θα έπρεπε να απορροφηθούν από την πρώτη εναγομένη...
Η συνολική αξία των υλικών που οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να παραγγείλουν από την ενάγουσα, ανήλθε στο ποσό των 2.876.800 ευρώ...Επίσης, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να αποκτήσει, με αποκλειστικά δικές της δαπάνες, και να παραδώσει στη Μονάδα Τεχνητού Νεφρού (Μ.Τ.Ν.) της πρώτης των εναγομένων, υπό τη μορφή χρησιδανείου, τον κάτωθι εξοπλισμό αιμοκάθαρσης: 1) 17 μηχανήματα τεχνητού νεφρού του οίκου Nikkiso, τύπου DBB-05, συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, 2) 17 πολυθρόνες αιμοκάθαρσης, συνολικής αξίας 50.000 ευρώ και 3) 17 τραπεζίδια αιμοκάθαρσης, συνολικής αξίας 7.000 ευρώ (βλ.
όρο 8 της σύμβασης σε συνδυασμό με ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II). Σύμφωνα δε με τους όρους της σύμβασης η απόκτηση του ως άνω εξοπλισμού από την ενάγουσα έγινε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης, προς το σκοπό του άρτιου εξοπλισμού της Μ.Τ.Ν. της πρώτης των εναγομένων, χωρίς η ενάγουσα να έχει πρόθεση απόκτησης του εξοπλισμού ή δυνατότητα άλλης διάθεσης ή εκμετάλλευσης αυτού (βλ.
όρο 9 της σύμβασης). Περαιτέρω, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτήθηκε από το χρόνο που θα απαιτείτο προκειμένου η πρώτη των εναγομένων να καταναλώσει σε αιμοκαθάρσεις το σύνολο των ως άνω προϊόντων και υλικών, ενώ ορίστηκε ότι ο χρόνος αυτός δεν θα μπορούσε να υπερβεί την πενταετία από τη σύναψη της σύμβασης (βλ.
όρο 2 της σύμβασης). Σε περίπτωση δε που οι εναγόμενες δεν παράγγελναν υλικά και προϊόντα σε ποσότητες τέτοιες που να διασφαλίζουν την ομαλή και πλήρη κάλυψη του συνόλου των ως άνω υλικών, εντός της ανώτατης προθεσμίας των 5 ετών ή αναπτύξουν πρακτικές που θίγουν άμεσα ή έμμεσα τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της ενάγουσας ή δεν τηρούν οποιαδήποτε άλλη συμβατική υποχρέωσή τους, η ενάγουσα δικαιούται σε άμεση και απρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης (βλ.
όρο 16 της σύμβασης). Επίσης, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης είτε από την ενάγουσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ανωτέρω όρο, είτε από τις εναγόμενες για μη σπουδαίο λόγο οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, η τελευταία έχει έναντι των εναγομένων, πλην του δικαιώματος αξίωσης κάθε αποζημίωσης και άμεσης επιστροφής του χρησιδανεισθέντος εξοπλισμού, το δικαίωμα αξίωσης ποινικής ρήτρας, ποσού ίσου με την αναλογία της αξίας των μέχρι τότε μη χρησιμοποιηθέντων υλικών και προϊόντων (αριθμητής) προς την αξία του συνόλου της συμφωνηθείσας ποσότητας αυτών (παρονομαστής) επί το διπλάσιο της συνολικής τιμολογιακής αξίας απόκτησης από την ενάγουσα του χρησιδανειζόμενου εξοπλισμού, ανερχόμενου στο ποσό των 714.000 ευρώ.
Η ποινική αυτή ρήτρα αναγνωρίστηκε ως δίκαιη και εύλογη από τα μέρη και συμφωνήθηκε ότι θα καταπίπτει αυτοδίκαια και θα γίνεται αμέσως απαιτητή μετά την έγγραφη ειδοποίηση της ενάγουσας (βλ. όρο 17 της σύμβασης). Τέλος, ορίστηκε ότι στις περιπτώσεις του προηγούμενου όρου (17), καθώς και σε περίπτωση μη απορρόφησης από την πρώτη των εναγομένων του συνόλου των υλικών μέχρι τη λήξη ή τη λύση για οποιοδήποτε λόγο της σύμβασης, η πρώτη των εναγομένων θα οφείλει να αποζημιώσει την ενάγουσα με ποσό ίσο με το 60% του, κατά τον χρόνο λήξης ή λύσης, υπολοίπου της αξίας των απομενόντων υλικών και προϊόντων (βλ.
όρο 18 της σύμβασης). Σύμφωνα δε με τον όρο 20 της σύμβασης, η δεύτερη των εναγομένων συναποδέχθηκε όλους τους όρους της σύμβασης και εγγυήθηκε ρητά και ανεπιφύλαχτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε οικονομικής υποχρέωσης, αποζημίωσης ή ποινικής ρήτρας ή άλλης οφειλής της πρώτης των εναγομένων, ενεχόμενη, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτρια, παραιτούμενη των ενστάσεων διαίρεσης και δίζησης.
Από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης προκύπτει ότι, πρόκειται περί ενοχικής σύμβασης ορισμένης διάρκειας, με περιοδική εκπλήρωση παροχών...δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε πράγματι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων, με αποτέλεσμα η καταγγελία αυτή να είναι άκυρη και να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την ανωτέρω άκυρη καταγγελία της πρώτης των εναγομένων, η ενάγουσα κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, κάνοντας χρήση του όρου 16 του ιδιωτικού συμφωνητικού, με τον οποίο προβλεπόταν δικαίωμα άμεσης και απρόθεσμης καταγγελίας της σύμβασης από μέρους της προμηθεύτριας, σε περίπτωση μη παραγγελίας υλικών και προϊόντων σε ποσότητες που να διασφαλίζουν την ομαλή και πλήρη κάλυψη του συνόλου αυτών, εντός της ανώτατης προθεσμίας των 5 ετών, καθώς και σε περίπτωση που οι εναγόμενες αναπτύξουν πρακτικές που θίγουν τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά της, αλλά και σε περίπτωση μη τήρησης οποιοσδήποτε άλλης ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης των εναγομένων.
Η καταγγελία αυτή ήταν έγκυρη, σύμφωνα με τον όρο 16 του ιδιωτικού συμφωνητικού, καθώς η αιφνίδια κατάργηση της Μ.Τ.Ν. από την πρώτη των εναγομένων, χωρίς να υφίσταται σχετική υποχρέωσή της ή κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος, που να επιβάλλει μια τέτοια ενέργεια και μάλιστα χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση του αντισυμβαλλόμενου μέρους, συνιστά παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, δεδομένου ότι η σύναψη της επίδικης σύμβασης στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η πρώτη των εναγομένων διατηρεί Μονάδα Τεχνητού Νεφρού, για τη λειτουργία της οποίας ήταν απαραίτητα τα προμηθευόμενα από την ενάγουσα υλικά και προϊόντα αιμοκάθαρσης.
Μετά την ως άνω έγκυρη καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα ενεργοποιήθηκαν οι όροι 17 και 18 αυτής, που προέβλεπαν, σωρευτικά, κατάπτωση ποινικής ρήτρας και δικαίωμα αποζημίωσης, αντίστοιχα, για την ενάγουσα. Όσον αφορά, όμως, τον όρο 18 της ένδικης σύμβασης, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρόκειται περί αποζημίωσης, όπως χαρακτήρισαν οι συμβαλλόμενοι το ποσό που συμφώνησαν να καταβληθεί στις προαναφερθείσες περιπτώσεις των συμβατικών παραβάσεων από πλευράς των εναγομένων, αλλά φέρει τον χαρακτήρα ποινικής ρήτρας.
Τούτο διότι, η υποχρέωση καταβολής από τις εναγόμενες του οριζόμενου ποσού δεν συναρτήθηκε με συγκεκριμένη και υπαρκτή ζημία της ενάγουσας, αλλά καθορίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ζημία. Ωστόσο, για την ενεργοποίηση αξίωσης προς αποζημίωση, αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ζημίας οποιουδήποτε είδους (θετική, διαφυγόν κέρδος κλπ), αφού χωρίς ζημία δεν νοείται γέννηση υποχρέωσης προς αποζημίωση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όμως, ούτε η ίδια η ενάγουσα επικαλέστηκε ύπαρξη ζημίας της (πραγματικής, υπαρκτής και ανταποκρινόμενης στο αιτούμενο ποσό), για την θεμελίωση της συγκεκριμένης αξίωσης της, αλλά μόνο (επικαλέστηκε) την ύπαρξη του σχετικού όρου στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως, με τον όρο 18 του επίδικου ιδιωτικού συμφωνητικού, προβλέφθηκε η καταβολή μιας ακόμα (κεκαλυμένης) ποινικής ρήτρας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ζημία της ενάγουσας, συμφωνία καθόλα έγκυρη λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων περί ποινικής ρήτρας".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ποινική ρήτρα του όρου 17, που κατέπεσε σε βάρος των εναγομένων, ανέρχεται, κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, στο ποσό των 557.518,96 ευρώ [( 2.246.317,30 : 2.876.800) Χ 714.000], ενώ η ποινική ρήτρα του όρου 18 της ένδικης σύμβασης, ανέρχεται, επίσης κατά τη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, στο ποσό του 1.347.790,38 ευρώ [(2.876.800 - 630.482,7 ) Χ 60%].
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα και όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 361, 297, 298, 404 επ. ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 361, 297, 298, αλλά αυτό των άρθρων 404 επ.
του ΑΚ. Συγκεκριμένα το Εφετείο ορθά προέβη στο νομικό χαρακτηρισμό της περιεχόμενης στον ως άνω υπ' αριθ. όρο 18 της ένδικης σύμβασης αποζημιωτικής ρήτρας ως ποινικής ρήτρας, διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 404 επ του ΑΚ. Τούτο δε διότι η αναφερόμενη υποχρέωση καταβολής από τις αναιρεσίβλητες στις ως άνω περιπτώσεις συμβατικών παραβάσεων του οριζόμενου ποσού δεν συναρτήθηκε με συγκεκριμένη και υπαρκτή ζημία της αναιρεσείουσας, ούτε εξάλλου έγινε κάποια προσπάθεια υπολογισμού της αναμενόμενης στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημίας, αλλά το ως άνω ποσό καθορίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ζημία (ανύπαρκτη ζημία).
Έτσι, είναι σαφές ότι ο όρος αυτός αποτελεί ρήτρα κατ' αποκοπήν αποζημίωσης χωρίς δικαίωμα ανταπόδειξης του οφειλέτη και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν συνιστά τίποτε άλλο, παρά την ποινική ρήτρα των άρθρων 404 επ. ΑΚ. Το τελευταίο άλλωστε είναι και σύμφωνο με την κατά τα ως άνω νομική φύση και μικτό χαρακτήρα της ποινικής ρήτρας, ως ιδιωτικής ποινής και κατ' αποκοπήν αποζημίωσης.
Επιπλέον, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σε κανένα σημείο αυτής δεν προβαίνει σε διαπίστωση, είτε ευθέως, είτε εμμέσως, κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης με την προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Στην παρούσα περίπτωση το Εφετείο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως προς το συγκεκριμένο σημείο της (όρος υπ' αριθ. 18) και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί πλημμέλειας αυτού από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΑΚ καθόσον αφορά στην αναφερόμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοσθέντων στην παρούσα περίπτωση κανόνων ουσιαστικά δικαίου, που προαναφέρθηκαν, τους οποίους το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ ορίζεται ότι αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Η απαρίθμηση των πιο πάνω κριτηρίων δεν μπορεί παρά να είναι ενδεικτική, ενώ η βαρύτητα του κάθε κριτηρίου διαφέρει ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, χωρίς να ελέγχεται ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 981/2018, ΑΠ 98/2017, ΑΠ 118/2015, ΑΠ 1439/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει) τα εξής: "Στο πλαίσιο έρευνας του ισχυρισμού αυτού (από το άρθρο 409 ΑΚ) και προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ύψος των συμφωνημένων ποσών είναι το προσήκον, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση και να σταθμιστούν τα εκατέρωθεν συμφέροντα των συμβαλλόμενων μερών.
Όπως αποδείχθηκε, αμέσως μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης, η πρώτη των εναγομένων επέστρεψε το χρησιδανεισθέντα εξοπλισμό στην ενάγουσα, η οποία και τον παρέλαβε. Ο εν λόγω εξοπλισμός, η αξία του οποίου είχε προσδιοριστεί από τις συμβαλλόμενες εταιρείες στο ποσό των 357.000 ευρώ, παρέμεινε στις αποθήκες της ενάγουσας για περίπου δύο χρόνια και στη συνέχεια αξιοποιήθηκε σε μονάδες αιμοκάθαρσης συμφερόντων της ιδίας, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επομένως, τα μηχανήματα αυτά, παρόλο που, σύμφωνα με όρο της σύμβασης, αγοράστηκαν αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των αναγκών της πρώτης των εναγομένων, αξιοποιήθηκαν τελικά από την ίδια την ενάγουσα, με αποτέλεσμα να απωλέσουν μέρος μόνο της αξίας τους, για το χρονικό διάστημα των δύο ετών που παρέμειναν αχρησιμοποίητα, ήτοι ποσοστό 15-20%, περίπου...Επίσης, ...η ενάγουσα δεν προέβη σε εκ των προτέρων αγορά της συνολικής συμφωνηθείσας ποσότητας υλικών, που θα έπρεπε να απορροφηθεί από τις εναγόμενες μέσα σε χρονικό διάστημα πέντε ετών και συνεπώς δεν προκατέβαλε το αναλογούν στην αγορά αυτή χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να μην υποστεί ζημία εκ του λόγου αυτού.
Έτσι, η ζημία της ενάγουσας συνίσταται στο γεγονός ότι, προκειμένου να υλοποιηθεί η επίδικη σύμβαση, δέσμευσε κεφάλαια, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν διαφορετικά και με προσφορότερο τρόπο, ενώ, επίσης, λόγω της αιφνίδιας λύσης της σύμβασης, απώλεσε τα κέρδη που προσδοκούσε να αποκομίσει από αυτήν.
Θα πρέπει, όμως, να συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι, από την μερική εκπλήρωση της σύμβασης (κατά το 1/4 περίπου) η ενάγουσα ωφελήθηκε, μέσα σε διάστημα 16 μηνών, κατά το ποσό του κέρδους της που αντιστοιχεί στο τίμημα των 630.482,70 ευρώ, το οποίο εισέπραξε. Να σημειωθεί, τέλος, ότι αμφότερα τα διάδικα μέρη αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, λόγω της κρίσης που επικρατεί στην ελληνική αγορά, αλλά και του PSI, το οποίο επιβλήθηκε στις απαιτήσεις τους.
Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις ανωτέρω περιστάσεις και συγκεκριμένα την έκταση της συμβατικής παράβασης των εναγομένων και τον βαθμό του πταίσματός τους, τα συμφέροντα της ενάγουσας που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης και τις συνέπειες που είχε η συμπεριφορά των εναγομένων στη λειτουργία της επιχείρησής της, καθώς και την οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι, η ποινική ρήτρα που συμφωνήθηκε στην προκείμενη περίπτωση είναι υπέρμετρη και αδικαιολόγητη.
Για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα ένσταση των εναγόμενων περί μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο (άρθρο 409 ΑΚ), όσον αφορά αμφότερα τα αιτούμενα ποσά των 557.518,96 και 1.347.790,38 ευρώ, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 150.000 ευρώ για κάθε όρο της ένδικης σύμβασης, ήτοι συνολικά το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ, το οποίο κρίνεται δικαιολογημένο και προσήκον".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της. Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά για την κρίση ως προς το χαρακτήρα των πιο πάνω ποινών ως δυσανάλογων ελήφθησαν υπόψη όλα τα ως άνω κριτήρια και γενικότερα οι αναλυτικά εκτιθέμενες περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο βαθμός του πταίσματος των αναιρεσιβλήτων, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τους λόγους καταγγελίας της ένδικης σύμβασης.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ελήφθη υπόψη και το μέγεθος της καθεμίας ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής της αναιρεσείουσας, ύψους 2.246.317,30 ευρώ. Επιπλέον, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ως προς το ότι εσφαλμένα το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα κριτήρια της γενικότερης οικονομικής κρίσης καθώς και της αντικατάστασης των τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου το 2012 (κούρεμα ομολόγων-PSI), είναι σαφές ότι αναφέρονται στην εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων και αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ως προς τα ποσοστά και τα ποσά της μείωσης για τις πιο πάνω δύο ποινές είναι αβάσιμες, αφού δεν ελέγχεται αναιρετικά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσίοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Επίσης, ο λόγος αυτός, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, έστω και αν δεν διαλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής (Ολομ.
ΑΠ 22/2005, Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 1530/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της σχετικής με το επιζήμιο γι' αυτήν ως άνω αποδεικτικό πόρισμα ως προς την παραδοχή της ένστασης των αντιδίκων της από το άρθρο 409 ΑΚ, έλαβε υπόψη του παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν απ' αυτές και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του τον περί οικονομικής δυσχέρειας ένεκα του PSI ουσιώδη για τη μείωση της ποινικής ρήτρας ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, καίτοι αυτές δεν τον είχαν προβάλει.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι η πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, ούτε βέβαια και ισχυρισμό, αλλά απλώς περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5648/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ