Supreme Court dismisses appeal against hospital allowance ruling due to lack of legal interest and procedural defects.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Health Region of Piraeus and Aegean against a lower court decision awarding hospital allowances to 37 public health entities. The court found the appellant lacked legal interest to challenge the decision regarding the principle of equality and rejected the appeal as unfounded on the second ground. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to prevent a res judicata, and the application of different statutory provisions leading to the same result does not constitute a disadvantage.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 927 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 927/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου, με δήλωση άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ….εως και 37…….., 38.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 39. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η έως 37ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι: α)απεβίωσαν οι ακόλουθοι: 1)…… και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο….., 2)ο 12ος ….. στις 19-06-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν ……….. Ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι εκπροσωπεί και τους ως άνω κληρονόμους των αποβιωσάντων διαδίκων και κατέθεσε προτάσεις. Το 38ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Καπόρη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και το 39ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροκόμη Ζαγαρέλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2014 αγωγή των ήδη 1ης έως 37ου αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2015 ίδιου Δικαστηρίου και 222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 26-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου έως 37ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 321/2022, ΑΠ 1269/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του· γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ. ΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1374/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 ορίζεται ότι "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς".
Από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσίβλητων, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της από 26 Απριλίου 2022 με αριθ. κατάθ. 3356/355/27.4.2022 αίτησης αναίρεσης, του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου) κατά την, ως άνω, ορισθείσα δικάσιμο της 14.2.2023, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, το 39ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροκόμη Ζαγαρέλου, που κατέθεσε το από 17.2.2023 υπόμνημα.
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι το ως άνω αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. χορήγησε νομίμως πληρεξουσιότητα στην παραπάνω δικηγόρο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στην παραπάνω δικηγόρο για την εκπροσώπηση του 39ου αναιρεσιβλήτου κατά την αναιρετική δίκη, δεν προσκομίζεται, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, απαιτείται, σχετική περί χορήγησης πληρεξουσιότητας συμβολαιογραφική πράξη ή ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, αλλά προσκομίζεται το με αριθ.
πρωτ. 144/13.2.2023 έγγραφο του Διοικητή του, προς την εν λόγω δικηγόρο να παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτό κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 5 εδ. 29 του ν. 3329/2005. Η διάταξη όμως αυτή, του άρθρου 3 παρ. 5 του ν. 3329/2005 (ΦΕΚ Α' 81) - με τον οποίο ιδρύθηκαν οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθ. 1 παρ. 2 αυτού) -, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου τρίτου παρ. 9 του ν. 3527/2007 (ΦΕΚ Α' 25), η οποία ορίζει στο εδ. 17 αυτής ότι ο Διοικητής της Υγειονομικής Περιφέρειας "Εκπροσωπεί τη Δ.Υ.Πε.
δικαστικώς και εξωδίκως, διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους και μπορεί να αναθέτει την εκπροσώπηση της σε έναν εκ των Υποδιοικητών της Δ.Υ.Πε", αφορά, ως εκ του περιεχομένου της, τον καθορισμό του οργάνου της Δ.Υ.Πε, που έχει την αρμοδιότητα διορισμού πληρεξουσίου δικηγόρου για την εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των δικαστηρίων και δεν τροποποιεί ως προς τις Δ.Υ.Πε την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (σχετικά με τις εργατικές διαφορές), που καθορίζει κατά τρόπο αποκλειστικό ("μόνο") τον τύπο παροχής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 536/2020).
Επομένως, το ως άνω 39ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ θεωρείται δικονομικά απόν. Περαιτέρω δεν προκύπτει η κλήτευση αυτού (39ου αναιρεσίβλητου) εκ μέρους του αναιρεσείοντος ή των λοιπών αναιρεσίβλητων, απλών ομοδίκων του, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως πρέπει, ως προς το 39ο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. να διαταχθεί ο χωρισμός της συζήτησης της υπόθεσης και να κηρυχθεί ως προς αυτό απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της ένδικης από 26/4/2022 αίτησης αναίρεσης το ονοματεπώνυμο της 2ης αναιρεσίβλητης αναγράφεται ως Μ. Β., ενώ τα ορθά της στοιχεία είναι Μ. Β.-Π.. Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων της ως άνω διαδίκου, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων της ως άνω αναιρεσίβλητης, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζεται με τα ορθά ως άνω στοιχεία της.
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, που σκοπεί τον καθορισμό των προσώπων που μπορούν να είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα διαδίκου ρυθμίζεται με άμεση συνάρτηση προς το ουσιαστικό δίκαιο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 784 ΑΚ..
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι και η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 492/2019) και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του ή κατά των κληρονόμων του (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 492/2019). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ.
και 313 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο (ΑΠ 598/2020, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016). Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτηση της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987, ΑΠ 338/2018, ΑΠ 433/2017). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 1014/2017).
Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ382/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με το από 17.2.2023 σημείωμα δήλωσε το θάνατο των κατωτέρω αναιρεσίβλητων με τη συνακόλουθη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς αυτούς και την επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) η 1η αναιρεσίβλητη Ι.
Π. απεβίωσε στις 23.11.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το νόμιμο κληρονόμο της Γ. Π., αδελφό της, β) ο 12ος αναιρεσίβλητος Β. Π. απεβίωσε στις 19.6.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Α. Τ., σύζυγό του, Γ. Π. και Φ. Π., ενήλικα τέκνα του, γ) ο 25ος αναιρεσίβλητος Μ.
Κ. απεβίωσε στις 10.8.2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους νόμιμους κληρονόμους του Χ. Π., σύζυγό του, Α. Κ. και Ά. Κ., τέκνα του και δ) ο 32ος αναιρεσίβλητος Α. Β. απεβίωσε στις 10.8.2018 (αληθώς όμως στις 9.5.2015 όπως προκύπτει από το απόσπασμα της υπ' αριθμ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου …Αττικής) και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τις νόμιμες κληρονόμους του Δ.
Τ., σύζυγό του, και Μ. Β. και η Ά. Β., ενήλικα τέκνα του. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, προκύπτουν τα εξής: Α) Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της.
Ακόμη, εφόσον ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, που είχαν αποβιώσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (23.11.2021), δεν δηλώθηκε ο θάνατός τους δεν επήλθε ως προς αυτούς βιαία διακοπή της δίκης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε είναι υποστατή και ως προς αυτούς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε.
Β) Ως προς τους ως άνω 1η, 12ο, 25ο και 32ο αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους, προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, η ημερομηνία του θανάτου των οποίων αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 12.2.2014 με αριθμ. κατάθ. …/52/18.2.2014 αγωγή διακοσίων πέντε (205) σε αριθμό εναγόντων (αληθώς όμως 204 εναγόντων καθότι η 44η ενάγουσα Μ. Β. φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και ως 148η ενάγουσα) κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972 και ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011. Ότι αυτοί ασκούσαν τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντά τους συνεχώς και αδιάλειπτα σε υγειονομικές μονάδες του εναγόμενου, ήτοι σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας Ε.Ο.Π.ΥΎ, όπως αντίστοιχα για τον καθένα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους προς το εναγόμενο, αυτό αρνείται να τους καταβάλει το νοσοκομειακό επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.516,27 ευρώ, εξαιτίας μη συνυπολογισμού του νοσοκομειακού επιδόματος στις αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.10.2011, με τον νόμιμο τόκο, ευθέως από την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως και όλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 89/2015 οριστική του απόφαση, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση, ότι είναι νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων (νοσοκομειακό επίδομα) για την χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 28.2.2009 έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ΑΝ 1846/1951, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της και με επάλληλη αιτιολογία και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) οφείλει να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011 το ποσό των 9.716,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν: α) η από 15.9.2015 με αριθ. κατάθ. 5348/2015 έφεση των εναγόντων κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), β) η από 18.2.2019 με αριθμ. κατάθ. 16540/1200/2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων, γ) η από 21.2.2019 με αριθμ.
κατάθ. 17125/1238/2019 έφεση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιά και Αιγαίου", ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και κατά του εναγομένου-εφεσίβλητου ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", και δ) η από 26.9.2019 με αριθ. κατάθ. 8838/710/2019 αντέφεση του εναγομένου-εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά των εναγόντων-εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων.
Επί των ως άνω δικογράφων (εφέσεων και αντέφεσης), που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7167/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 15.9.2015 έφεση των εναγόντων και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης για τις ως άνω από 18.2.2019, 21.2.2019 εφέσεις και για την από 26.9.2019 αντέφεση.
Κατόπιν της από 18.10.2021 με αριθμ. καταθ. 8025/6066/2021 κλήσης των εναγόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμ. 222/14.1.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία κρίθηκε ότι α) το εκκαλούν ΝΠΔΔ 1η ΔΥΠΕ Αττικής νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες-εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ).
σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 1η, 3η, 5ο, 11ο, 12η, 16ο, 17ο,18ο, 19ο, 20ο, 22ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29η, 31η, 32η, 33η, 35η, 36η, 37η, 39ο, 40ο, 41ο, 42η, 43η, 54ο, 55η, 56η, 61ο, 64ο, 67η, 70η, 71η, 74η, 116ο, 117ο, 118ο, 119η, 122η, 123ο, 124η, 126η, 132η, 133η, 135ο, 136η, 138ο, 139η, 140η, 141η, 161ο, 164η, 165η, 166η, 171η, 172η, 173η, 174η, 1760, 181η, 182η, 183η, 184η, 185η, 186η, 188ο, 189η, 190ο, 191ο, 201ο, 203ο, 204η εφεσίβλητους, β) ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ 2η Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σ'αυτό (εκκαλούν), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2η, 44η, 46ο, 47ο, 48ο, 50ο, 52ο, 76ο, 77η, 78ο, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 85ο, 87ο, 89ο, 90η, 142η, 147ο, 149ο, 150ο, 151η, 152η, 153ο, 154ο, 156η, 157ο, 187η, 192ο, 195ο, 196η, 198ο, 199ο, 200ο εφεσίβλητους, γ) ότι η 6η Δ.Υ.Πε.
νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από το εναγόμενο (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) στην 6η Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 91ο, 114ο, 130η εφεσίβλητους, και δ) ότι το εναγόμενο-αντεκκαλούν ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ), νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- αντεφεσίβλητους που δεν μεταφέρθηκαν από αυτό (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σε κάποια Δ.Υ.Πε, ήτοι για τους 4η, 6η, 7η, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 21ο, 25ο, 30η, 34η, 38ο, 45η, 49ο, 51ο, 53ο, 57η, 58ο, 59ο, 60ο, 62ο, 63ο, 65η, 66ο, 68ο, 69ο, 75ο, 86ο, 88η, 92ο, 93ο, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 98ο, 99η, 101ο, 102ο, 103ο, 104η, 105ο, 106ο, 107η, 108ο, 109ο, 113ο, 115ο, 120ο, 121ο, 125η, 127η, 128ο, 129ο, 131η, 134η, 137ο, 144ο, 145ο, 146ο, 148ο, 155ο, 158ο, 159ο, 160ο, 162ο, 163η, 167η, 168η, 169ο, 170ο, 175η, 177ο, 178ο, 179ο, 180ο, 193ο, 194η, 197η, 202ο εφεσίβλητους, ε) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 18.2.2019 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (1ης Δ.Υ.Πε.
Αττικής), στ) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 21.2.2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (2ης Δ.Υ.Πε. Πειραιώς και Αιγαίου), ζ) δέχθηκε τυπικά την αντέφεση του αντεκκαλούντος ΝΠΔΔ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και δέχθηκε αυτή και κατ' ουσία ως προς την 125η ενάγουσα-αντεφεσίβλητη (Κ. Φ.) και ως προς τον 201ο ενάγοντα και 200ο αντεφεσίβλητο (Ε.
Θ.), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση ως προς αυτούς, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ως προς τους ως άνω ενάγοντες (125η και 201ο) και, τέλος, απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση ως προς τους λοιπούς αντεφεσίβλητους. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ως προς από τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 1 έως και 147 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων σε όλα τα δικόγραφα (αγωγή, έφεση, αντέφεση) καθώς και στις ως άνω εκδοθείσες αποφάσεις των Δικαστηρίων της ουσίας είναι η ίδια, ενώ ως προς τους ενάγοντες με αύξοντα αριθμό από 148 έως και 205 η αρίθμηση των ως άνω διαδίκων δεν είναι ίδια στην προσβαλλόμενη απόφαση (222/2022 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), σε σχέση με τα ως άνω δικόγραφα και με την πρωτοβάθμια απόφαση, για το λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, η με αύξοντα αριθμό 44 ενάγουσα (Μ.
Β.) αναγράφεται στα ως άνω δικόγραφα και στην πρωτόδικη απόφαση και ως διάδικος με αύξοντα αριθμό 148 με συνέπεια, λόγω της διπλοεγγραφής της ως άνω διαδίκου, ο αριθμός των εναγόντων ανέρχεται σε διακοσίους πέντε (205) ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ο αριθμός των εναγόντων, ως καλούντων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων, ανέρχεται σε διακόσιους τέσσαρις (204), καθότι η ως άνω διάδικος Μ.
Β. έχει εγγραφεί ως εφεσίβλητη μία φορά (ως 44η εφεσίβλητη). Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", άσκησε την ένδικη από 26.4.2022 με αριθμ. 3356/355/27.4.2022 αίτηση αναίρεσης κατά των με αύξοντα αριθμό αναιρεσίβλητων 1) ……….. , (200ου ενάγοντος - 199ου εφεσίβλητου), 38) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" (206ου εφεσίβλητου), και 39) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρεια Αττικής".
Η αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους (πλην του 39ου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 409/2022, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991) έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 990/2022, ΑΠ 1377/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 990/2022, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 990/2022 ΑΠ 1108/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 194/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες (1η Δ.Υ.Πε.- 2 Η Δ.Υ.Πε.) με τους α' και γ' λόγους των εφέσεών τους αντίστοιχα ισχυρίζονται ότι κακώς τους κοινοποιήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην εν λόγω δίκη.
Πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η 1η Δ.Υ.Πε. νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην 1η Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 1,3,5,11,12,16,17,18, 19, 20, 22, 24, 26, 27, 28, 29, 31,32, 33, 35, 36, 37, 39, 40, 41, 42, 43, 54, 55, 56, 61,64, 67, 70, 71, 74, 116, 117, 118, 119, 122, 123, 124, 126, 132, 133, 135, 136, 138, 139, 140, 141, 161, 164, 165, 166, 171, 172, 173, 174, 176, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 188, 189, 190, 191, 201,203, 204 εφεσίβλητους, η 2η Δ.Υ.Πε.
νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην 2η ΔΎ.ΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2, 44, 46, 47, 48, 50, 52, 76, 77, 78, 79, 80, 81,82, 83, 84, 85, 87, 89, 90, 142, 147, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 156, 157, 187, 192, 195, 196, 198, 199, 200 εφεσίβλητους, η 6η ΔΎ.ΠΕ. νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στην 6η ΔΎ.ΠΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 91, 114, 130 εφεσίβλητους, ενώ ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που δεν μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε κάποια ΔΎ.ΠΕ, ήτοι για τους 4, 6, 7, 8, 10, 13, 14, 15, 21,25, 30, 34, 38, 45, 49, 51, 53, 57, 58, 59, 60, 62, 63, 65, 66, 68, 69, 75, 86, 88, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 113, 115, 120, 121, 125, 127, 128, 129, 131, 134, 137, 144, 145, 146, 148, 155, 158, 159, 160, 162, 163, 167, 168, 169, 170, 175, 177, 178, 179, 180,193, 194, 197, 202 εφεσίβλητους και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι ανωτέρω Δ.Υ.Πε.
νομιμοποιούνται παθητικά για τους ανωτέρω ενάγοντες- εφεσίβλητους, οι ανωτέρω λόγοι έφεσης πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, να απορριφθεί. (...). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες (1η Δ.Υ.Πε. και 6η Δ.Υ.Πε.) ισχυρίζονται με λόγους των εφέσεών τους αντίστοιχα, ότι η εκκαλουμένη κακώς δέχτηκε ότι το νοσοκομειακό επίδομα πρέπει να χορηγηθεί στους εφεσίβλητους, καθόσον, αφενός μεν, δεν προβλέπεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, αφετέρου δε, η μη καταβολή του στους εφεσίβλητους δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι προϋπόθεση της καταβολής του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος ήταν η παροχή υπηρεσίας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε χώρους που παρεχόταν νοσηλεία όλο το 24ωρο, ήτοι σε μονάδες κλειστής ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης και στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, στους οποίους οι ασθενείς παρέμεναν εντός για νοσηλεία, και όχι στους εφεσίβλητους και στους λοιπούς εργαζόμενους που παρείχαν την εργασία τους στις Τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, η μετονομασία των οποίων σε Κέντρα Υγείας Ο.Κ.Α, δυνάμει του άρθρου 2 παρ.1 περ.
β' του ν. 3235/2004 ήταν μόνο λεκτική και δεν συνοδεύτηκε και με την εξομοίωσή τους ως προς την προσφορά υπηρεσιών υγείας και συνθηκών εργασίας με τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ. Πλην όμως, το νοσοκομειακό επίδομα χορηγείται πλέον όχι μόνο σε όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό των νοσοκομείων, ήτοι στους υπηρετούντες σε μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, αλλά και στους υπαλλήλους του ΕΚΑΒ και των Κέντρων Υγείας και Ψυχικής Υγείας, ήτοι και σε προσωπικό που απασχολείται σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.
Επομένως, δεδομένου ότι από την 18/2/2004 οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ισχύ του ν. 3235/2004 εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας, τόσο τα καθήκοντα όσο και οι συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν στις Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ ομοιάζουν ουσιωδώς με τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των ιατρών των μονάδων του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του ΕΣΥ, ήτοι μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, καθώς και με των ιατρών που υπηρετούν στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ΝΠΔΔ του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Ε, ο δικαιολογητικός λόγος χορήγησης του νοσοκομειακού επιδόματος συντρέχει και για τους ιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, όπως οι εφεσίβλητοι, καθόσον αυτοί από την 1/1/2006 έως την 31/12/2013 υπηρετούσαν συνεχώς και αδιάλειπτα σε Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ και ήδη Κέντρα Υγείας, όπως μετονομάστηκαν από την 18/2/2004, ασκώντας από τον χρόνο πρόσληψης εκάστου των εφεσίβλητων με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός εφεσίβλητου καθήκοντα, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τους εκκαλούντες και το αντεκκαλούν.
Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός των εφεσίβλητων, καθώς επίσης και του προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής από την χορήγηση του προαναφερόμενου οικογενειακού επιδόματος, το οποίο λαμβάνει το προσωπικό του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του ΕΣΥ, ήτοι μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου, επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στους εφεσίβλητους του εν λόγω νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ' β' σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004.
και επομένως πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος των εφέσεων της 1 ης και 2ης Δ.Υ.Πε. ως αβάσιμος. (...). Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο οι εκκαλούντες (1η, 2η Δ.Υ.Πε.), όσο και το αντεκκαλούν (Ε.Ο.Π.ΥΎ.) ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα στους ενάγοντες- εφεσίβλητους, καθόσον η ένδικη αξίωσή τους που αφορά το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 31/12/2011 έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 91 του ν.δ. 321/1969 και του αντίστοιχου άρθρου του ν. 2362/1995, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 27/2/2014, οπότε επιδόθηκε στο αντεκκαλούν, ήτοι μετά την πάροδο διετίας από το χρονικό σημείο που γεννήθηκε η ένδικη αξίωσή τους.
Πλην όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, η ένδικη αξίωση των εναγόντων- εφεσίβλητων υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή των εφεσίβλητων ασκήθηκε την 27/2/2014, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η επίδικη αξίωσή τους που αφορά το χρονικό διάστημα από 1/3/2009 έως και 31/10/2011 δεν έχει υποπέσει στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή, πρέπει ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος έφεσης των εκκαλουσών και του αντεκκαλούντος να απορριφθεί....".
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠΟΛΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς τον 149ο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη 23ο αναιρεσίβλητο Ν.
Α. Ρ., ως προς τον 156ο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη 29ο αναιρεσίβλητο Θ. Γ., ως προς την 187η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη 31η αναιρεσίβλητη Ε. Μ.-Α., ως προς τον 192ο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη 32ο αναιρεσίβλητο Α. Β., ως προς την 195η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη 33η αναιρεσίβλητη Ε. Τ., ως προς την 198η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη 35η αναιρεσίβλητη Κ.
Γ. και ως προς τον 200ο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη 37ο αναιρεσίβλητο Ν. Α., καθότι αυτοί δεν μεταφέρθηκαν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014, ισχυρισμό που είχε προβάλλει με τον τρίτο λόγο της έφεσής του και με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που περιεχόταν στον τρίτο λόγο της έφεσής του και τον απέρριψε κατ' ουσία, με την παραδοχή ότι το αναιρεσείον "νομιμοποιείται παθητικά για τους ενάγοντες- εφεσίβλητους που μεταφέρθηκαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στην 2η Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4238/2014, ήτοι για τους 2, 44, 46, 47, 48, 50, 52, 76, 77, 78, 79, 80, 81,82, 83, 84, 85, 87, 89, 90, 142, 147, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 156, 157, 187, 192, 195, 196, 198, 199, 200 εφεσίβλητους" και επομένως δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σε κάθε δε περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως προεκτέθηκε, ότι οι ενάγοντες ως καλούντες-εφεσίβλητοι ανέρχονται σε διακόσιους τέσσαρις (204), ενώ στο αγωγικό δικόγραφο αυτοί ως ενάγοντες ανέρχονται σε διακόσιους πέντε (205) καθότι η 44η ενάγουσα και η 148η ενάγουσα είναι το ίδιο πρόσωπο (διπλοεγγραφή διαδίκου), με συνέπεια η αρίθμηση των ενάγοντων στο δικόγραφο της αγωγής από την με αύξοντα αριθμό 148η ενάγουσα (Μ.
Β.) έως και τη με αύξοντα αριθμό 205η ενάγουσα (Σ. Κ.) να μη ταυτίζεται με την αντίστοιχη αρίθμηση στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση από τον με αύξοντα αριθμό 148ο εφεσίβλητο (Ν. Α. Ρ.) έως και την με αύξοντα αριθμό 204η εφεσίβλητη (Σ. Κ.), δηλαδή ο διάδικος Ν. Α. Ρ. αναγράφεται ως 149ος ενάγων στην από 14.2.2014 αγωγή και ως 148ος εφεσίβλητος στην προσβαλλόμενη απόφαση κ.ο.κ.
έως και την τελευταία στο δικόγραφο της αγωγής διάδικο (Σ. Κ.) που αναγράφεται σ' αυτή ως 205η ενάγουσα και στην προσβαλλόμενη απόφαση ως 204η εφεσίβλητη. Συνακόλουθα, το Εφετείο κρίνοντας ότι νομιμοποιείται παθητικά το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (2η ΔΥΠε) α) για τον 149ο εφεσίβλητο, αναφέρεται στον Α. Τ. (150ο ενάγοντα και 149ο εφεσίβλητο) και όχι στον 23ο αναιρεσίβλητο Ν.
Ρ. (149ο ενάγοντα-148ο εφεσίβλητο), όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, β) για την 156η εφεσίβλητη, αναφέρεται στην Μ. Τ. (157η ενάγουσα-156η εφεσίβλητη) και όχι στον 29ο αναιρεσίβλητο Θ. Γ. (156ο ενάγοντα -155ο εφεσίβλητο), όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, γ) για την 187η εφεσίβλητη, αναφέρεται στην Α.
Κ. (188η ενάγουσα-187η εφεσίβλητη) και όχι στην 31η αναιρεσίβλητη Ε. Μ.-Α. (187η ενάγουσα -186η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δ) για τον 192ο εφεσίβλητο, αναφέρεται στον Κ. Κ. (193ο ενάγοντα-192ο εφεσίβλητο) και όχι στον 32ο αναιρεσίβλητο Α. Β. (192ο ενάγοντα - 191ο εφεσίβλητο), όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ε) για τον 195ο εφεσίβλητο, αναφέρεται στον Ι.
Σ. (196ο ενάγοντα-195ο εφεσίβλητο) και όχι στην 33η αναιρεσίβλητη Ε. Τ. (195η ενάγουσα - 194η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, στ) για τον 198ο εφεσίβλητο, αναφέρεται στο Φ. Μ. Μ. (199ο ενάγοντα - 198ο εφεσίβλητο) και όχι στην 35η αναιρεσίβλητη Κ. Γ. (198η ενάγουσα - 197η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον και ζ) για τον 200ο εφεσίβλητο, αναφέρεται στον Ε.
Θ. (201ο ενάγοντα - 200ο εφεσίβλητο) και όχι στον 37ο αναιρεσίβλητο Ν. Α. (200ο ενάγοντα - 199ο εφεσίβλητο), όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Ακολούθως, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης α) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του το υπ'αριθμ.
ΔΑΑΔ 9558/12.2.2019 έγγραφο υπηρεσιακής κατάστασης ως σχετικό Νο 12, βάσει του οποίου προέκυπτε ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς τους 149ο εφεσίβλητο και ήδη 23ο αναιρεσίβλητο Ν. Α. Ρ., 156ο εφεσίβλητο και ήδη 29ο αναιρεσίβλητο Θ. Γ., 187η εφεσίβλητη και ήδη 31η αναιρεσίβλητη Ε. Μ.-Α., 192ο εφεσίβλητο και ήδη 32ο αναιρεσίβλητο Α.
Β., 195η εφεσίβλητη και ήδη 33η αναιρεσίβλητη Ε. Τ., 198η εφεσίβλητη και ήδη 35η αναιρεσίβλητη Κ. Γ. και 200ο εφεσίβλητο και ήδη 37ο αναιρεσίβλητο Ν. Α., καθότι αυτοί δεν μεταφέρθηκαν σ' αυτό (αναιρεσείον) δυνάμει του ν. 4238/2014 και β) με το τρίτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία έκρινε ότι νομιμοποιείται παθητικά για τις ένδικες αξιώσεις των ως άνω εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Ο λόγος αυτός, τόσο ως προς το δεύτερο σκέλος του, όσο και ως προς το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (2η ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου) νομιμοποιείται παθητικά α) για τον 149ο εφεσίβλητο Α.
Τ. (150ο ενάγοντα) και όχι για τον 23ο αναιρεσίβλητο Ν. Α. Ρ. (148ο εφεσίβλητο - 149ο ενάγοντα), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον β) για την 156η εφεσίβλητη Μ. Τ. (157η ενάγουσα) και όχι για τον 29ο αναιρεσίβλητο Θ. Γ. (156ο ενάγοντα - 155ο εφεσίβλητο), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, γ) για την 187η εφεσίβλητη Α.
Κ. (188η ενάγουσα) και όχι για την 31η αναιρεσίβλητη Ε. Μ.-Α. (187η ενάγουσα - 186η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δ) για τον 192ο εφεσίβλητο Κ. Κ. (193ο ενάγοντα) και όχι για τον 32ο αναιρεσίβλητο Α. Β. (192ο ενάγοντα - 191ο εφεσίβλητο), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ε) για τον 195ο εφεσίβλητο Ι.
Σ. (196ο ενάγοντα) και όχι για την 33η αναιρεσίβλητη Ε. Τ. (195η ενάγουσα - 194η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, στ) για τον 198ο εφεσίβλητο Φ. Μ. Μ. (199ο ενάγοντα) και όχι για την 35η αναιρεσίβλητη Κ. Γ. (198η ενάγουσα - 197η εφεσίβλητη), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, και ζ) για τον 200ο εφεσίβλητο Ε.
Θ. (201ο ενάγοντα) και όχι στον 37ο αναιρεσίβλητο Ν. Α. (200ο ενάγοντα - 199ο εφεσίβλητο), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς όλες τις εκ των αριθμών 8, 11γ'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" [ήδη αναιρεσείον], με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού (ΑΠ 306/2020). Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (ν. 4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α` της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Επίσης με το άρθρο 13 του Ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α 200), με τίτλο άρθρου "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίζεται ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31), την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α' 41) και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012 (Α' 222), στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Τέλος, ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, που τιτλοφορείται "Μισθοδοσία προσωπικού, οικονομική διαχείριση και μεταβίβαση κινητής και ακίνητης περιουσίας", και στην παρ. 9 αυτού ορίζεται ότι: " Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ...". Επομένως αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς συνέχιση των εκκρεμών δικών η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 794/2022), ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε.
συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020). Περαιτέρω, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).
Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ` του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ.
Με το άρθρο 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Με την παρ. Β -1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).
Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.
Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή.
β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο.
ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού.
ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο.
Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες - μονάδες - είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι, μεταξύ των άλλων και η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση.
Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).
Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 438/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α` του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος.
Με τη με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με τη με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β` 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ` ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ` ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 1.1.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β` 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.
Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α` της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του Π.Δ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018).
Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1).
Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3).
Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο:
α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται.
Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003 (ΦΕΚ Α 120), οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ......
Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ....., Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ...... Γ. Γ., 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ...., 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ.....). Επακολούθησε όμως ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017).
Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1 - 4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1.Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β.
Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.
Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...".
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.".
Από τις διατάξεις αυτές του Ν. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.2.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1317/2021,ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό.
Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (άρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν.3235/2004 ( ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος, 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, 13 παρ. 3 περ.
δ του ν. 2703/1999,2 παρ.1β και 16 του ν.3235/2004 καθότι το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα δεν δικαιούνται οι ιατροί του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που απασχολούνται σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως οι αναιρεσίβλητοι και ότι αυτή (απόφαση) στερείται νόμιμης βάσης. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, που ερευνάται ως προς τους λοιπούς, πλην του τριακοστού ένατου (39ου), αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, ορθά μεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ.
β του Ν. 3235/2004, με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), πλην, όμως, εσφαλμένα, με επάλληλη αιτιολογία, προσέφυγε και στη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος), παρόλο που η προσφυγή σ' αυτή δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτής.
Και τούτο διότι οι επίδικες αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για την καταβολή σε αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 31.10.2011, ήτοι περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3235/2004 (18.2.2004), οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του ανωτέρω προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ.
Α-5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί, με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση, η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.
Περαιτέρω, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (με αύξοντα αριθμό 1 έως και 37) δικαιούνται το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.3.2009 έως 31.10.2011 και συνεπώς δεν στέρησε αυτή νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (2η ΔΥΠε Πειραιώς και Αιγαίου) έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη νομική αιτιολογία της κατά το μέρος που εφάρμοσε για την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς λοιπούς, πλην του τριακοστού ενάτου (39ου), αναιρεσίβλητους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ης, 10ου, 11ης, 13ης, 14ου, 15ου, 16ου, 17ου,18ου, 19ου, 20ου, 21ης, 22ου, 23ου, 24ου, 26ης, 27ου, 28ου, 29ου, 30ης, 31ης, 33ης, 34ου, 35ης, 36ου, 37ου αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των 1ης, 12ου, 25ου και 32ου αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του Ν.3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019).
Αντίθετα δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα ως προς το 38ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) που παρέστη αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού (ΑΠ 379/2022, ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1345/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς το τριακοστό ένατο (39ο) αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1ης Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής".
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26 Απριλίου 2022 με αριθμ. καταθ. 3356/355/27.4.2022 αίτηση αναίρεσης ως προς το τριακοστό ένατο (39ο) αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 222/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς, πλην του τριακοστού ένατου (39ου), αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ης, 10ου, 11ης, 13ης, 14ου, 15ου, 16ου, 17ου,18ου, 19ου, 20ου, 21ης, 22ου, 23ου, 24ου, 26ης, 27ου, 28ου, 29ου, 30ης, 31ης, 33ης, 34ου, 35ης, 36ου, 37ου αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των 1ης, 12ου, 25ου και 32ου αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ